
Κι εκείνος τον κοίταζε. Έστρεψε ψηλά το βλέμμα και τον κοίταζε. Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες. Ανάμεσα από κεραίες επίγειες και δορυφορικές.
Τότε ήταν που έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά. Είχε καιρό να χαμογελάσει. Μέρες, βδομάδες, μήνες. Ίσως κι έναν χρόνο. Αλλά τώρα, να! Χαλάρωσε το στόμα του και φάνηκαν τα δόντια του. Χαμογελούσε...
Ξαφνικά, του ήρθε η επιθυμία να μοιραστεί το υπερθέαμα. Κοίταξε δεξιά, αριστερά. Ήταν μόνος στο δωμάτιο, αυτό ήταν σίγουρο. Στο σπίτι, όμως;
-Ελένη, φώναξε!
Καμία απάντηση. Αποφάσισε να επιμείνει.
-Ελένη, τρέξε! Θα χάσεις!
Περίμενε ν' ακούσει τα βιαστικά της βήματα. Ησυχία. Δεν ακούστηκε το παραμικρό, στο σαλόνι, στο χολ, στο δωμάτιο.
-Πάντα τα ίδια, μονολόγησε... Εκεί. Καρφωμένη στην πολυθρόνα.
Αποφάσισε να πάει ο ίδιος. Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό... Μπήκε στο σαλόνι. Εκεί, μπροστά από την τηλεόραση, η πολυθρόνα της Ελένης. Δίπλα ήταν η δική του. Λίγο διαγώνια από την οθόνη. Για να μπορεί να ξαπλώνει. Έβαζε το κεφάλι στο ένα μπράτσο, κρεμούσε τα πόδια στο άλλο και έβλεπε μαζί της τηλεόραση, έτσι ξαπλωμένος. Εκείνη προτιμούσε να βλέπει στα ίσια την οθόνη.
-Άντε σήκω! Θα χάσεις, της είπε... Δεν πήρε απάντηση.
Τα ίδια... Κάθε φορά τα ίδια. Ακόμη και για το φαγητό, δεν έπαιρνε απόκριση. Κουβέντα δεν του έλεγε. Εκεί, καρφωμένη στην πολυθρόνα, με το τραπεζομάχαιρο κατευθείαν στην καρδιά. Από τότε που τον πρόδωσε. Πριν μέρες. Βδομάδες. Μήνες. Ίσως κι έναν χρόνο.
Σχόλια
Πρόσεχε θείο... Πολλή μαυρίλα έχει πέσει...
Πρόσεχε...
Νοέμβριος