Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Χρόνια πολλά!

Καλά Χριστούγεννα και...

...καλά ξεμπερδέματα!

Μια παραμονιάτικη ιστορία

Μισούσε τα κάλαντα. Ω, ναι! Οπωσδήποτε μισούσε τα κάλαντα. Και, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ήταν αναγκασμένος να τα ακούει και τις τρεις παραμονές: Των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Επειδή, είχε την ατυχία, τα παιδιά της γειτονιάς να έχουν για δασκάλα τη Φωφώ. Που, λόγω ονόματος, λόγω επαγγέλματος, λόγω πάθους, γνώριζε καλά και τα κάλαντα των Φώτων. Και τους τα είχε μάθει.Πλήρης  στοίχισηΚάθε χρόνο τέτοιες μέρες, κλειδωνόταν στο σπίτι. Κατέβαζε τα ρολά, έσβηνε τα φώτα κι έκανε ησυχία. Ώσπου να περάσει η παραμονή και να γίνουν, πια, Χριστούγεννα. Το ίδιο την Πρωτοχρονιά, το ίδιο και των Φώτων.
Όλες τις άλλες ημέρες ήταν μια χαρά άνθρωπος. Και τους γείτονες χαιρετούσε και τους μιλούσε και καλημερίζονταν με όλους. Αλλά τις παραμονές, όταν έβγαιναν τα παιδιά για τα κάλαντα, λες και μεταμορφωνόταν.
Ώρες-ώρες πίστευε ότι μάκραιναν τα νύχια του κι οι κυνόδοντες, ότι τα μάτια του κοκκίνιζαν και μάκραιναν τα μαλλιά του, ότι η μύτη του έπαιρνε ένα περίεργο σχήμα… Δεν τολμούσε να καθίσει μπροστά στον καθρέπτη, μπας κι όλα αυτά, από απλή αίσθηση μετατρέπονταν σε απτή πραγματικότητα. Κι έμενε στο σκοτάδι, στην ησυχία, λες και κατέβαινε στο νεκρικό του κρεβάτι.
Εφέτος είχαν αρχίσει από νωρίς. Δεν είχε προλάβει να κατεβάσει ρολά, όταν ακούστηκε το πρώτο κουδούνι. Ύστερα σιγανά χτυπήματα από τρίγωνα και ψίθυροι. Ψίθυροι από παιδικά στόματα:
«Σιγά, ρε»!
«Κάνε πιο ΄κει»!
«Σιγά μη μας ανοίξει»…
«Δεν είναι μέσα»!
«Μέσα είναι! Για ξαναχτύπα»…
Και ξαναχτύπησαν. Ήταν, ακόμη, στο κρεβάτι. Τυλιγμένος στη ζέστη, ως το λαιμό, λες και φορούσε σάβανο. Ούτε κουνήθηκε. Σχεδόν δεν ανέπνεε. Οι καλαντιστές χτύπησαν μια-δυο φορές ακόμη κι έπειτα τους άκουσε να απομακρύνονται.
«Βρωμόπαιδα», μονολόγησε…
Σηκώθηκε, σιγά-σιγά, από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Έβαλε καφέ στην καφετιέρα, τη γέμισε νερό και πήγε προς το σαλόνι. Από την ανοικτή μπαλκονόπορτα έβλεπε ως ψηλά, στα Κωνσαντινουπολίτικα. Ήλεγχε όλους τους δρόμους της γειτονιάς. Και, κυρίως, το σχολείο. Το κλειστό σχολείο, σήμερα παραμονή Χριστουγέννων.
Πήγε και κατέβασε τα ρολά. Η θέα των παιδιών που, παρέες-παρέες, δυο-δυο, τρία-τρία, ή και περισσότερα, πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα, του προκαλούσε ρίγος. Ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε…
Ο καφές είχε γίνει. Γέμισε ένα φλιτζάνι και πήγε να κάτσει στο σαλόνι. Άναψε την τηλεόραση, χαμήλωσε εντελώς τη φωνή κι έψαξε το κανάλι με τις ταινίες.
«Σκατά»!
Το συνδρομητικό έπαιζε μία ταινία για παιδιά. Κι έπεσε, ακριβώς, στην ώρα που μια οικογένεια τραγουδούσε τα κάλαντα, έξω από ένα σπίτι στολισμένο με χιλιάδες φωτάκια, λες και ήταν τσίρκο. Γύρισε κανάλι. Έπεσε σ ένα ντοκιμαντέρ, για τους τρεις μάγους.
«Καλύτερα», μονολόγησε κι ακούμπησε την πλάτη του στον καναπέ.
Μέσα στην ησυχία του διαμερίσματος, με την τηλεόραση να παίζει στα βουβά, μπορούσε να ακούει όλους τους ήχους από έξω. Και να ελέγχει. Έτσι άκουσε το θόρυβο που έκαναν τα πατήματα στις σκάλες. Σταμάτησαν, σχεδόν έξω από την πόρτα του. Περίμενε ότι, από στιγμή σε στιγμή, θα ακουγόταν το κουδούνι της πόρτας. Αλλά τίποτα. Μετά ακούστηκαν πατήματα, λες και κάποιος απομακρυνόταν. Λες και είχε μετανοιώσει κι έφευγε. Έστησε αυτί.
Όχι, ήταν σίγουρος. Αυτός που ήταν, πριν λίγο, έξω από την πόρτα του, δεν είχε πάει ούτε πάνω, ούτε κάτω. Σα να είχε μείνει στον όροφο. Ούτε το ασανσέρ είχε πάρει.
«Λοιπόν, για να μην πάρει ασανσέρ, πάει να πει ότι πηγαίνει από πόρτα σε πόρτα. Από όροφο σε όροφο. Άρα, τέτοια μέρα, τι άλλο είναι από παιδί, που ψάχνει να πει τα κάλαντα; Αφουγκράζεται στις πόρτες κι όπου ακούσει φασαρία, χτυπάει», σκέφτηκε. Κι αποφάσισε να ξαναβυθιστεί στον καναπέ του.
Δε θα ΄χε περάσει ένα τέταρτο. Τότε ήταν που άκουσε το χτύπημα στο κουδούνι του θυροτηλεφώνου. Ήταν από διπλανό διαμέρισμα, αλλά ακουγόταν αρκετά καθαρά. Ύστερα βήματα κι ο χαρακτηριστικός ήχος της πόρτας, που άνοιγε.
«Γαμώ το… Κι άλλα παιδιά. Κι άλλα κάλαντα»…
Το είπε σχεδόν ψιθυριστά, αλλά ακούστηκε λες και είχε φωνάξει. Βυθίστηκε πιο πολύ στον καναπέ. Σε λίγο, από το βάθος, προφανώς από το διαμέρισμα του ισογείου, ακουγόταν μια παιδική φωνή, μάλλον κοριτσίστικη, να τραγουδάει τα κάλαντα. Λίγο αργότερα ακούστηκε ένα κουδούνι, πάλι στο ισόγειο και, πιο καθαρά πλέον, η φωνή του κοριτσιού:
«Να τα πω»;
«Να τα πεις»…
Η Καλλιόπη. Η γεροντοκόρη του ισογείου. Εμ, βέβαια. Τι περιμένεις από μια γυναίκα που ζει αγκαλιά με μια γάτα; Και, ξανά-μανά, καλήν ημέραν άρχοντες… Με την ίδια, κοριτσίστικη φωνή. Ευχές, ήχος από κέρματα, πατήματα στο διάδρομο, στις σκάλες. Η μικρή ανέβαινε στον πρώτο. Πάλι χτύπημα κουδουνιού, πάλι ερώτηση, πάλι κάλαντα. Θα άκουγε τα ίδια και τα ίδια, ως τον τρίτο, που βρισκόταν το διαμέρισμά του. Κάθε όροφος, πέντε διαμερίσματα, εκτός από το δικό του, που ήταν μόνον τρία. Δεκατέσσερις φορές κάλαντα, αν υπολογίσεις και τα δυο διαμερίσματα του ισογείου.
Όμως, τίποτα… Μόνον κουδούνια που ακούγονταν. Και τίποτε άλλο. Εκτός από τους μετανάστες και την Καλλιόπη, στο ισόγειο, φαίνεται ότι όλοι οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Έτσι έμεινε να ακούει τα κουδούνια, ώσπου άκουσε και το δικό του. Δεν έδωσε σημασία.
Του φάνηκε πως… Όχι, δεν μπορεί. Ή μήπως… Ναι! Κι άλλα βήματα. Κι έπειτα, η φωνή του κοριτσιού:
«Ποιος είναι»;
Δεν απάντησε κανείς. Σταμάτησαν και τα βήματα.
«Είναι κανείς εκεί»;
Το κορίτσι ρωτούσε και πάλι. Δεν πήρε απάντηση. Κι ύστερα, ακούστηκε ένα τρέξιμο, ένας θόρυβος λες και κάποιος πάλευε, λες και κάποιος προσπαθούσε να μιλήσει και δεν τον άφηναν. Ήχος από κέρματα που έπεσαν στο πάτωμα. Ένας γδούπος. Σύρσιμο. Τρέξιμο. Κάποιος απομακρυνόταν τρέχοντας.
Σηκώθηκε από τον καναπέ. Πήγε στην πόρτα κι είδε από το «ματάκι». Κανείς. Τα φώτα του κλιμακοστασίου σβηστά. Πήγε να φύγει. Μετά, το σκέφτηκε καλύτερα. Άνοιξε την πόρτα.
Στο κεφαλόσκαλό του, ξαπλωμένη ανάσκελα, ήταν η μικρή. Αυτή που, λίγο πριν, έλεγε τα κάλαντα. Ήταν αναίσθητη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Έσκυψε κι αφουγκράστηκε. Ανέπνεε. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του. Ήταν ελαφριά, σα πούπουλο. Δεν είχε σηκώσει ποτέ στην αγκαλιά του παιδί πάνω από τριώ χρονώ. Κι η μικρή, πρέπει να ήταν έξι με επτά.
Μπήκε στο σπίτι και την ξάπλωσε στον καναπέ. Δε φαινόταν να έχει χτυπήματα. Έψαξε το κεφάλι της. Ένα καρούμπαλο. Πήγε κι έφερε νερό από την κουζίνα και λίγο οινόπνευμα. Πάντα είχε οινόπνευμα στο σπίτι. Από τότε… Της έδωσε να πιει, της έτριψε τα χέρια. Εκείνη, άνοιξε τα μάτια.
Τραβήχτηκε στον καναπέ.
«Μη φοβάσαι», της είπε. «Όλα καλά. Έφυγε»…
«Μου πήρε τα χρήματα…»
«Δεν πειράζει»…
«Μου πήρε τα χρήματα», ξαναείπε κι έβαλε τα κλάματα. Κι ύστερα, με μια ξαφνική κίνηση, χώθηκε στην αγκαλιά του και ξέσπασε σε λυγμούς.
Δεν είχε ιδέα τι να κάνει. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά, λες και τον απειλούσε κάποιος με όπλο. Έπειτα, την αγκάλιασε και της χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πονάω», του είπε κι έτριψε το κεφάλι της εκεί που εκείνος είχε βρει το καρούμπαλο.
«Δεν είναι τίποτα», της απάντησε.
«Με χτύπησε», είπε εκείνη, μέσα στα αναφιλητά της. Κι έκλαιγε όλο και περισσότερο.
Την άφησε ώσπου ησύχασε. Έπειτα τη ρώτησε:
«Πως σε λένε»;
«Μαρία», του απάντησε και σκούπισε τα μάτια της με την ανάποδη του χεριού της.
«Λοιπόν, Μαρία, μην ανησυχείς για τίποτα…»
«Τι θα πω στη μαμά μου»…
«Θα της πεις ότι, ένας κακός άνθρωπος σου επιτέθηκε… Θα της πεις την αλήθεια. Δεν έκανες τίποτε κακό»…
«Ναι, αλλά μου πήρε τα χρήματα»…
Την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Πόσα χρήματα σου πήρε»;
«Δεν ξέρω. Δεν τα είχα μετρήσει. Θα τα μετρούσα στο τέλος. Ήθελα να πάρω μια κούκλα που είχα δει»…
«Πόσο κάνει η κούκλα»;
«Πενήντα ευρώ».
Σηκώθηκε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Πήρε το πορτοφόλι του από το κομοδίνο. Το άνοιξε κι έβγαλε τέσσερα πενηντάρικα. Της τα έδωσε.
«Για την κούκλα», της είπε.
«Είναι πολλά, φθάνει αυτό», απάντησε η Μαρία και του επέστρεψε τα τρία πενηντάρικα.
«Δεν πειράζει, κράτησέ τα».
«Τότε να σας πω τα κάλαντα»…
Έκανε ένα βήμα πίσω.
«Όχι, δεν πειράζει»…
«Μα πρέπει»!
«Δεν είναι ανάγκη»…
«Τότε δεν μπορώ να κρατήσω τα χρήματα», του είπε και άπλωσε το χέρι της να του δώσει πίσω τα χαρτονομίσματα. «Αν δεν πω τα κάλαντα, δεν πρέπει να πάρω χρήματα»…
Αισθανόταν πολύ άσχημα. Ζύγιασε, για λίγο, μέσα του, τι θα τον έκανε χειρότερα. Να ακούσει τα κάλαντα, ή να του επιστρέψει η μικρή Μαρία 200 ευρώ επειδή δεν είχε εργαστεί για να τα κερδίσει; Αποφάσισε, μετά από 20 χρόνια, να ξανακούσει κάλαντα…
Καλήν ημέραν άρχοντες,
αν είν΄ο ορισμός σας…
Αισθάνθηκε μια ζάλη. Κάθισε στον καναπέ.
…Χριστού τη Θεία Γέννηση
να πω στο αρχοντικό σας.
Μπροστά του περνούσε η εικόνα της. Ήταν τριών χρονών… Ξανθιά, πάντα χαμογελαστή, με τα φιογκάκια στα μαλλιά, όπως την χτένιζε η Ξανθίππη…
Χριστός γεννάται σήμερον,
εν Βηθλεέμ τη πόλη…
…με το τριγωνάκι της, δεμένο με μια κόκκινη κορδέλα, που κατέληγε σε έναν φιόγκο. Και το παλτό της, εκείνο το καρό, ανοικτό γκρι παλτό, που της πήγαινε τόσο πολύ…
…οι ουρανοί αγάλλονται.
Χαίρει, χαίρει η φύσις όλη.
…και με τα μαύρα λουστρίνια της. Την πήγαινε να πει τα κάλαντα στη γιαγιά της. Ήταν τόσο χαρούμενη…
Εν τω σπηλαίω τίκτεται,
εν φάτνη των αλόγων…
…που δε σταματούσε να μιλάει. Να μιλάει και να τραγουδάει. Στη διαδρομή που έκαναν, με τα πόδια, είπε ό,τι χριστουγεννιάτικο τραγούδι ήξερε. Κι ύστερα…
…ο βασιλεύς των ουρανών,
ο ποιητής των όλων.
…ύστερα του ΄φυγε απ τα χέρια κι όρμησε στο απέναντι πεζοδρόμιο, που ήταν η γιαγιά της, τραγουδώντας τα κάλαντα. Δεν είδε…
Σ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε
πέτρα να μη ραγίσει…
…το λεωφορείο που ερχόταν από την άλλη πλευρά. Δεν πρόσεξε, τη γιαγιά της, που σήκωνε τα χέρια και της έκανε νόημα να μην τρέξει. Δεν άκουσε εκείνον, που φώναζε «όχι»! Πάτησε…
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χίλια χρόνια να ζήσει!
…στο οδόστρωμα και, πάει, πέταξε, σαν αγγελάκι που ήταν. Εκείνος έζησε. Έζησε άλλα 25 χρόνια, για να δει την αγαπημένη του Ξανθίππη να σβήνει, τρεις μήνες αργότερα. Τη μάνα του, να ακολουθεί, τη Ζωή και την Ξανθίππη. Τον πατέρα της Ξανθίππης, ζωντανό – νεκρό στο ίδρυμα, να μην ακούει, να μην βλέπει, να μην καταλαβαίνει. Μόνον, κάθε χρόνο, παραμονή Χριστουγέννων, να δακρύζει το σβησμένο του βλέμμα. Κι ύστερα, πάλι, να βυθίζεται στο τίποτα. Το απόλυτο τίποτα.
«Και του χρόνου»!
Σα να ξύπνησε ξαφνικά. Η Μαρία τον κοιτούσε χαμογελαστή. Είχε κερδίσει τα 200 ευρώ. Είχε ξεχάσει την περιπέτειά της.
Δε μίλησε. Μόνον, της είπε να περιμένει και ντύθηκε. Μετά, την πήρε από το χέρι και της ψιθύρισε:
«Πάμε σπίτι σου, τώρα».
Την πήγε ως την πόρτα. Της άφησε το χέρι μόνον όταν το πήρε η μητέρα της μικρής Μαρίας. Κι ύστερα επέστρεψε στο σπίτι του. Βυθίστηκε στον καναπέ κι άκουγε, από μακριά, τα παιδιά, να τραγουδούν τα κάλαντα. Δεν άνοιξε την πόρτα του σε κανένα.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Αν ο Νώε ήταν Έλληνας


Μου ήρθε με email και μου άρεσε:
Ο Κύριος φανερώθηκε στον Νώε και του είπε:
Σε ένα χρόνο θα ρίξω βροχή και θα σκεπάσω ολόκληρη τη Γη με νερό και θα καταστρέψω τα πάντα. Αλλά θέλω εσύ να σώσεις τους δίκαιους και ευσεβείς ανθρώπους και δύο ζώα από κάθε είδος που υπάρχει στη Γη. Σε προστάζω να χτίσεις μία Κιβωτό. Και ο Θεός παραδίδει στον Νώε τα σχέδια για την Κιβωτό. Με φόβο Κυρίου ο Νώε παίρνει τα σχέδια και συμφωνεί να φτιάξει την Κιβωτό. Θυμήσου, είπε ο Κύριος, Πρέπει να έχεις τελειώσει την Κιβωτό και να έχεις μαζέψει όλα τα ζώα σε ένα χρόνο.
Ένα χρόνο αργότερα, αρχίζει να σχηματίζεται μια καταιγίδα και όλες οι θάλασσες της Γης έχουν φουρτούνα. Ο Θεός κοιτάει τι γίνεται και βλέπει τον Νώε να κάθεται στην αυλή του και να κλαίει.
Νώε! Ανακράζει, Που είναι η Κιβωτός;
Συγχώρεσε με Κύριε , παρακαλά ο Νώε, έκανα ό,τι μπορούσα αλλά αντιμετώπισα μεγάλα προβλήματα . Πρώτα-πρώτα έπρεπε να πάρω άδεια για την κατασκευή και τα σχέδια που μου έδωσες δε συμφωνούσαν με τον ισχύοντα κανονισμό . Χρειάστηκε να προσλάβω ναυπηγό και να ξαναγίνουν τα σχέδια από την αρχή . Μετά βρέθηκα σε διαμάχη με το Λιμενικό για το αν χρειαζόταν η Κιβωτός σύστημα πυρασφάλειας , βάρκες και σωσίβια. Μετά μου έκανε καταγγελία ο γείτονας μου , γιατί παραβίαζα λέει τα όρια δόμησης χτίζοντας την Κιβωτό στην αυλή μου, και έτσι χρειάστηκα άδεια και από την Πολεοδομία. Είχα πρόβλημα και να βρω ξύλα για την Κιβωτό γιατί υπήρχε απαγόρευση υλοτόμησης για την προστασία της Πιτσιλωτής Κουκουβάγιας. Τελικά κατάφερα να πείσω την Υπηρεσία Προστασίας Δασών πως χρειαζόμουν το ξύλο για να σώσω τις κουκουβάγιες . Αλλά όμως ο Οργανισμός Προστασίας Ζώων δεν με άφηνε να πιάσω κουκουβάγιες. Και έτσι δεν έχουμε κουκουβάγιες. Μετά οι ξυλουργοί κατέβηκαν σε απεργία, αλλά κατάφερα να έρθω σε συμφωνία με το σύλλογο τους. Τώρα έχω 16 ξυλουργούς να δουλεύουν στην Κιβωτό, αλλά δεν έχω κουκουβάγιες Όταν άρχισα να μαζεύω τα υπόλοιπα ζώα , μου έκανε μήνυση μία ομάδα ακτιβιστών , γιατί θα έπαιρνα μόνο δύο από κάθε είδος . Όταν ξεμπέρδεψα με αυτή τη μήνυση με ενημέρωσαν από το ΥΠΕΧΩΔΕ ότι δεν γινόταν να συνεχιστούν οι εργασίες αν δεν κάνω δήλωση για την επίδραση στο περιβάλλον του σχεδιαζόμενου κατακλυσμού. Δεν τους αρέσει η ιδέα ότι δεν έχουν αρμοδιότητα στις αποφάσεις του Δημιουργού του Σύμπαντος. Μετά οι τοπογράφοι τους Στρατού απαίτησαν χάρτη της προτεινόμενης ροής των υδάτων του κατακλυσμού. Εγώ τους έστειλα μία υδρόγειο. Αυτές τις μέρες προσπαθώ να λύσω ένα ζήτημα με την Επιτροπή Ισότητας , που λένε ότι κάνω διακρίσεις επειδή δεν θα πάρω ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε Εσένα , Κύριε. Μου έστειλαν και αυτή την ειδοποίηση με δικαστικό επιμελητή ότι οφείλω φόρο και πρόστιμο γιατί δεν δήλωσα την Κιβωτό ως σκάφος αναψυχής. Τώρα η εφορία έχει παγώσει τις καταθέσεις μου γιατί πιστεύουν ότι φτιάχνω την Κιβωτό για να φύγω από την χώρα για να μην πληρώσω φόρους. Και ακόμη δεν έχει αποφασίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας αν ο Κατακλυσμός είναι αντισυνταγματικός , αφού πρόκειται για θρησκευτική πράξη. Πραγματικά, δεν υπάρχει περίπτωση να τελειώσω για τουλάχιστον 5 - 6 χρόνια.
Και τότε άρχισε να καθαρίζει ο ουρανός, να λάμπει ο ήλιος και να ηρεμούν οι θάλασσες. Το ουράνιο τόξο στόλισε τον ορίζοντα. Ο Νώε κοίταξε τον Θεό με ελπίδα .
Κύριε, αυτό σημαίνει ότι δεν θα τα καταστρέψεις όλα ;;;
Και απάντησε ο Θεός:
Μπα, δε βαριέσαι. Θα το κάνει η κυβέρνηση ...

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Παροδική απουσία

Επαγγελματικές υποχρεώσεις με κρατάνε μακριά. Ούτε τη βόλτα μου στα blogs φίλων δεν προλαβαίνω να κάνω. Ζητάω συγνώμη... (Καλά - καλά, ούτε να απαντήσω στα σχόλια προλαβαίνω πλέον)...

Μια ενδιαφέρουσα παρέμβαση, στα γεγονότα των τελευταίων ημερών, κάνει εδώ(κανε κλικ, ντε) ο Μανώλης Ρασούλης.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Το χρωστούσα...


Έγραψα, πριν δυο μέρες, για τη διαμαρτυρία των παιδιών της Σχολής Θεάτρου του ΚΘΒΕ (εδώ). Χρωστούσα, όμως, κάποιες φωτογραφίες, για να καταλάβετε τι, ακριβώς, είχε γίνει, έξω από το Βασιλικό Θέατρο. Ο φακός του Νώντα Στυλιανίδη αποτύπωσε τη διαμαρτυρία:

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Πάλι αργήσαμε...

video

οι The Who (ο Πιτ, ο Ρότζερ και οι αείμνηστοι Τζον και Κιθ) είχαν προλάβει, τα είχαν πει και τα είχαν... σπάσει πριν από ΄μας -και με καλύτερο τρόπο.

Αφιερωμένο σε όσους βγήκαν στους δρόμους αυτές τις ημέρες -και δεν έσπασαν τίποτα.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Μια ώρα στη βροχή, για τον Αλέξη

Δεν άνοιξε μύτη. Άνοιξαν, όμως, οι καρδιές.
Αίμα δεν έτρεξε. Τρέξανε δάκρυα.
Κανέναν δεν άφησε ασυγκίνητο η διαμαρτυρία των σπουδαστών της Σχολής Θεάτρου του Κ.Θ.Β.Ε., για τον 16χρονο Αλέξη. Τα παιδιά της σχολής στέκονταν, μέσα στη βροχή, ακίνητα, βουβά. Έκρυβαν μάτια, στόματα και αυτιά, με τα χέρια τους. Όσοι πήγαιναν στο Βασιλικό Θέατρο για την παράσταση, κατέβασαν τις ομπρέλες -εβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη την ώρα- και στάθηκαν κι εκείνοι, έστω για λίγα λεπτά, μέσα στη βροχή.
Στη μνήμη του Αλέξη...

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

O πόνος μου είναι πιο μεγάλος απ τον δικό σου


Ένας σκοτώθηκε. Όλοι πληγώθηκαν.
Ένας πυροβόλησε. Όλοι οργίστηκαν.
Ένας έπεσε. Όλοι βγήκαν στους δρόμους.
Ένας έκανε πλιάτσικο. Όλοι έχασαν το δίκιο τους.
Θα μου πεις, "δεν το περίμενες"; Ε, όχι! Δεν το περίμενα! Έλεγα ότι αυτήν τη φορά, το υπόβαθρο είναι τόσο μεγάλο, η αγανάκτηση τεράστια, τα αίτια αναρίθμητα, η αιτία τραγική. Έλεγα πως δεν θα καταφέρει κανείς, να καπελώσει ένα κίνημα. Υπήρχε και το προηγούμενο: Αυτό της αυθόρμητης διαδήλωσης για το πράσινο που χάθηκε. Στην Ηλεία, στη Χαλκιδική, στη Ρόδο. Τώρα, είχε χαθεί η αθωότητα. Κινδύνευε και η ελπίδα.
Φυσικά και περίμενα πως θα βρεθούν πέντε-δέκα μαλάκες, να προσπαθήσουν να διαλύσουν, να ρημάξουν, να χαλάσουν. Ίσως κάποιοι από αυτούς να ήταν προβοκάτορες. Ίσως κάποιοι να πιστεύουν, πράγματι, ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή. Όμως επέμενα: Τόσοι θα βγουν στους δρόμους. Θα τους σταματήσουν.
Κι όμως... Η εκτέλεση του Αλέξη χρησιμοποιήθηκε από άλλους για να εμφανιστούν ως προστάτες της "γενιάς των 700 ευρώ", από άλλους για να ζητήσουν εκλογές, από άλλους για να προσπαθήσουν να μας πείσουν ότι "ο μηχανισμός είναι εδώ και λειτουργεί". Κι από όλους για να δηλώσουν "ανείπωτο πόνο", "θλίψη κι οργή". Να συνωστίζονται στα παράθυρα, για να πείσουν ότι αυτοί είναι που πονάνε περισσότερο.
Μη σπρώχνεστε κύριοι. Περισσότερο από όλους, πονάει μια μάνα. Η μάνα του Αλέξη, που θα περιμένει, άδικα, το γιο της να γυρίσει, απόψε, από τη βόλτα που βγήκε, με τους φίλους του. Όσο για εσάς, φροντίστε να βρείτε τρόπο να απαλύνετε την οικονομική ζημιά των εμπόρων, γιατί τα παιδιά της "γενιάς των 700 ευρώ", που δουλεύουν δεκάωρα και δωδεκάωρα πίσω από τους πάγκους των εμπορικών καταστημάτων, κινδυνεύουν εφέτος να μείνουν χωρίς δουλειά.
Η φωτογραφία είναι του Νώντα Στυλιανίδη και την πήρα από εδώ.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

Η μετακόμιση - μέρος 3ο


Περίληψη προηγούμενου: Ο Τάκι Διαστηματάκι εξωπετιέται από την πρώην σπιτονοικοκυρά του λόγω "ιδιόχρησης"(όχι του ιδίου, αλλά του διαμερίσματος). Σπίτι βρίσκεται, αλλά το Ίντερνετ θα αργήσει. Επιστρατεύτει φίλος φίλου, που έχει έναν συγγενή, που έχει έναν γνωστό...

Το τηλέφωνο μπήκε την ημέρα της μετακόμισης. Σάββατο πρωί, ενώ είχαν έρθει τα συνεργεία στο διαμέρισμα της Καλαμαριάς κι εγώ τριγυρνύσα μ ένα δορυφορικό πιάτο στο χέρι, μη ξέροντας τι να το κάνω -καθώς η βαζελίνη είχε, ήδη, πακεταριστεί- μου τηλεφώνησαν από τον ΟΤΕ:
"Ο κ. Διαστηματάκι";
"Μάλιστα..."
"Από τον ΟΤΕ. Σε ποιον όροφο είστε";
Είπα να απαντήσω "τρίτο". Μετά πήρε μια στροφή το μυαλό μου και σκέφτηκα ότι δεν μπορεί ο ΟΤΕ να έρχεται στο σπίτι που εγκαταλείπω.
"Βρίσκεστε στην Πυλαία";
"Μάλιστα, έξω από την πολυκατοικία σας"...
"Θα είμαι εκεί σε δυο λεπτά"!
Δε διαθέτω ελικόπτερο. Αντίθετα, διαθέτω τσέχικο Ι.Χ. Στην περίπτωσή μας, όμως, πέταξε χαμηλά. Κι έφθασε σε χρόνο ρεκόρ στην Πυλαία, για να εγκατασταθεί το τηλέφωνο. Έτσι, χάρη στον γνωστό του γνωστού που είχε έναν φίλο που είχε έναν συγγενή (όχι απαραίτητα μ΄ αυτήν τη σειρά) είχαμε τηλέφωνο, είχαμε (όπως διαβάσατε ήδη) και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Δεν είχαμε, όμως, απλό ταχυδρομείο. Δηλαδή, ΕΛΤΑ!
"Και γιατί δεν καλύπτετε την περιοχή; Δεν είναι εκτός πόλης. Εντός πόλης είναι και, μάλιστα, δίπλα σε οικοδομή που καλύπτεται από τον διανομέα".
"Δεν έχουμε προσωπικό, κύριε"!
"Κι αυτός που βάζει τα γράμματα στη διπλανή οικοδομή τι είναι; Εθελοντής";
"Δεν αντέχει άλλο ο άνθρωπος κύριε. Αφήστε, δηλαδή, που σε λίγόυς μήνες βγαίνει στη σύνταξη"...
"Και τι σημαίνει αυτό";
"Ότι κι αυτοί που, τώρα, παίρνουν γράμματα, μόλις βγει ο συνάδελφος στη σύνταξη, δε θα παίρνουν"...
"Και γιατί παρακαλώ";
"Γιατί το ταχυδρομείο έχει να κάνει προσλήψεις επί Ανδρέα, κύρε".
"Επί Αγίου Ανδρέα";
"Έπί Ανδρέα Παπανδρέου. Αν και, για μας, άγιος ήτανε... Από τότε έχουν να πάρουν προσωπικό".
Το πήρα απόφαση ότι δεν θα έβγαζα άκρη -τι άκρη να βγάλω, δηλαδή, όταν στην Καλαμαριά, η διανομέας, πετούσε -ναι, πετούσε- τα γράμματα όλου του οικοδομικού τετραγώνου στη δική μας είσοδο, για τους ίδιους λόγους; Επειδή δεν προλάβαινε... Έτσι αποφάσισα να ανοίξω θυρίδα. Μόνον που κι εκεί, ήμουν άτυχος. Οι μέρες περνούσαν, αλλά η θυρίδα έμενε άδεια. Γιατί ακριβώς από πάνω της ήταν μια χαλασμένη, ανοικτή κι ο νεαρός ταχυδρομικός υπάλληλος, που είχε προσληφθεί με stage και σε ένα εξάμηνο θα αποχαιρετούσε "την υπηρεσία" έβαζε όλα τα γράμματα στο άνοιγμα! Τελικά, ένας από τους παλιούς υπαλλήλους εντόπισε το πρόβλημα, έδωσε τη λύση και ζήτησε καμία κατοσταριά φορές γονυπετής συγνώμη. Τι φταίει κι αυτός...
Αλλά ας γυρίσουμε στα της μετακόμισης. Χρησιμοποιήσαμε το Θόδωρο. Όπου Θόδωρος εστί γραφείο μετακομίσεων από το οποίο είχαμε μείνει ευχαριστημένοι. Είχε ζήσει κι ο ίδιος, προσωπικά, το δράμα να μετακομίζεις ανθρώπους με χιλιάδες βιβλία, περισσότερες χιλιάδες cd και dvd και αρκετές εκατοντάδες βινύλια κι είπε να το κάνει πιο οργανωμένα. Έτσι, έρχονταν, επί μία εβδομάδα, στο παλιό διαμέρισμα και συσκεύαζε, κρατώντας έναν κωδικοποιημένο κατάλογο για το ποια βιβλία και cd έχουν μπει σε ποιο κουτί και πού έπρεπε να ξαναμπούν. Οργανωμένα πράγματα.
Τη μέρα της μετακόμισης, όμως, εκτός του ΟΤΕ, χτύπησε ο δαίμων του γερανού. Ένας άτακτος μικρός δαιμονάκος, που μπήκε στο γερανό (από 3ο όροφο θα πηγαίναμε σε 1ο), τον χάλασε κι έμεινε το δεκαμελές συνεργείο μετακομίσεων να τον κοιτάζει λες και με το βλέμμα, ως Ινδοί φακίρηδες, θα τον έκαναν να ξαναλειτουργήσει.
Τρεις ώρες μετά βρέθηκε άλλος γερανός. Τέσσερις ώρες μετά είχε στηθεί και η μετακόμιση είχε αρχίσει. Στο μεταξύ, εγώ καθόμουν σε μια καρέκλα, στο άδειο σπίτι, φλερτάροντας με τη συσκευή του τηλεφώνου, που θα άρχιζε να λειτουργεί από το απόγευμα.
Όταν έφθασε το φορτηγό στο σπίτι, είχε, ήδη, σκοτεινιάσει. Η οργάνωση του Θόδωρου πήγε περίπατο. Για να τελειώσει το συνεργείο, ρώτησε μια φορά "που θα μπει η βιβλιοθήκη", τους έδειξα, άλλη μία φορά "πού θα μπει κρεβατοκάμαρα", τους ξαναέδειξα κι άρχισε να ξεφορτώνει.
Έλα, όμως, που διαθέτουμε τρεις βιβλιοθήκες... Η κάθε μία θα έμπαινε σε διαφορετικό δωμάτιο, όπως ήταν και στο προηγούμενο σπίτι, άρα, τα κουτιά με τα βιβλιοσιντιντιβιντί θα ΄πρεπε να αφεθούν ξεχωριστά μπροστά στην κάθε βιβλιοθήκη. Αποτέλεσμα; Όλα συγκεντρώθηκαν στο σαλόνι. Κι έγινε το σαλόνι σα κέντρο logistics. Ούτε αποθήκη του στρατού δεν είχε τέτοια εικόνα.
Καταλαβαίνετε τι ακολούθησε: Ο Διαστήματας με την κήλη του και τα προβλήματα στη μέση, κουβαλούσε κούτες δεξιά κι αριστερά κι άνοιξε χώρο. Μετά, άρχισε ν ανοίγει, μία - μία, τις κούτες. Έβγαζε ό,τι μπορούσε να κουβαλήσει με τα χεράκια του και πήγαινε, πότε στο ένα δωμάτιο και πότε στο άλλο, γεμίζοντας ράφια, ντουλάπια και συρτάρια, όχι ανάλογα με το πού βρίσκονταν τα κουτιά, αλλά ανάλογα με το πού βρίσκονταν τα έπιπλα... Αρχικά προσπαθήσαμε να μετακινήσουμε τις κούτες και να τις πάμε κοντά στα έπιπλα, αλλά μετά τις 30 πρώτες μετακινήσεις διαμαρτυρήθηκε εντόνως η μέση μας.
Έτσι, η τακτοποίηση που θα κρατούσε μια μέρα, κράτησε πέντε. Μαύρη τακτοποίηση, δηλαδή, γιατί από ένα σημείο και μετά κοιτούσαμε να γεμίσουμε ράφια. Και θα πρέπει, κάποια στιγμή στο μέλλον, να τακτοποιήσω βιβλία, cd και dvd, κατά θέμα και δημιουργό (λέμε και καμία μαλακία, να περνά η ώρα).
Κι αφού φάγαμε την κατραπακιά της αναζήτησης, του ΟΤΕ, των ΕΛΤΑ και της μετακόμισης, ήρθε η ώρα να διαπιστώσουμε τι έλειπε από ένα φρεσκοχτισμένο σπίτι...

Συνέχεια (και τέλος) στο επόμενο

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

24 συμβουλές για καλή υγεία

Βρες ένα χόμπι.
Πήγαινε συχνά διακοπές. Να κυνηγάς τριήμερα απόδρασης.


Μην ντρέπεσαι να ζητήσεις συγνώμη για κάτι που έκανες, ή να συγχωρήσεις κάποιον.

Τρώγε πολλά λαχανικά.
Βούρτσιζε τα δόντια σου συχνά

Έχε τα πόδια σου ζεστά, την κεφαλή σου κρύα.


Να επισκέπτεσαι συχνά τον οδοντίατρο.

Ο μεσημεριάτικος ύπνος -έστω και για 20 λεπτά- κάνει καλό.
Να στεγνώνεις καλά τα μαλλιά σου πριν βγεις έξω.
Να θρέφεσαι σωστά.

Να χαίρεσαι τον ήλιο, αλλά να προστατεύεις τα μάτια και το δέρμα σου.

Η ζώνη, σε δένει με τη ζωή.

Πίνε με μέτρο.

Χαμογελάτε! Είναι μεταδοτικό!
Να σηκώνεσαι από το τραπέζι με ένα μικρό αίσθημα πείνας.
Κάνε μπάνιο συχνά.

Διάβαζε για να οξύνεις τον νου.

Κράτα κοντά τους φίλους σου.
Μην πίνεις πολλούς καφέδες.
Να παρακολουθείς τις ώρες κένωσης του εντέρου σου.

Να ασκείσαι.

Μην παραμελείς τα μάτια σου.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Ωχ αμάν

Σήμερα έχει ζόρι... Συγνώμη, αλλά δεν είμαι καλά. Με έχει καταβάλει η ιστορία και δεν έχω όρεξη για τίποτα. Ούτε για να τη σταματήσω, ούτε για να τη συνεχίσω. Πλέον έχω περάσει σε ένα επίπεδο που, απλά, αισθάνομαι μόνος. Αλλά σε αυτό το επίπεδο, δεν έχω όρεξη να αποκτήσω παρέα. Αν θες περισσότερη κατάθλιψη, νιώσε το ζόρι μου με ένα κλικ εδώ.

Η φωτογραφία είναι του John Crosley, έχει τον τίτλο Passersby και την πήρα από εδώ.

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Η μετακόμιση (μέρος 2ο)


Περίληψη προηγούμενου: Ο Τάκι Διαστηματάκι εξωπετιέται από την πρώην σπιτονοικοκυρά του λόγω "ιδιόχρησης"(όχι του ιδίου, αλλά του διαμερίσματος). Αρχίζει μία αγωνιώδης προσπάθεια εξεύρεσης σπιτιού.

Όποιος πιστεύει ότι, με το που βρήκες το σπίτι καθάρισες, πλανάται πλάνην οικτράν. ΤΟΤΕ είναι που αρχίζει η πραγματική περιπέτεια. Γιατί, τι είναι μια μετακόμιση; Μια περιπέτεια. Εσείς δεν είστε που θέλετε περιπέτειες στη ζωή σας; Ε, λοιπόν, πάρτε να ΄χετε, που λέει κι ο φαλακρός σπόρτ κάστερ του Μέγκα:
Το σπίτι βρέθηκε. Ο σπιτονοικοκύρης ήταν λογικός (παλιός ακροατής από τις υπέροχες μέρες των ερτζιανών "ο Λάκης με πολύ αγάπη για τη Σούλα, φου φου ένα, ένα δύο") και τα βρήκαμε στην τιμή. Ζητούσε 700 ευρώ για ένα ολοκαίνουργιο διαμέρισμα 110 τετραγωνιών (δεν είχε ματαξανακαθίσει άνθρωπος σε αυτό), μπροστά σε διαμορφωμένο χείμαρρο, με μονοπάτι για αμετανόητους σκυλόφιλους και υποτιθέμενους τζόγκερς. Του είπα ότι στο μέτωπό μου δε γράφει πουθενά τη λέξη "μαλάκας" και έπεσε στα 650. Όταν, δε, με αναγνώρισε, από τη φωνή, με ρώτησε:
"Πόσα έδινες εκεί που ήσουν";
"550"!
"Εντάξει! Σύμφωνοι"!
Μετά από αυτά τα ορθολογιστικά κριτήρια, δεν μπορούσαμε παρά να δώσουμε τα χέρια. Μαζί με το σπίτι πήγε πακέτο μια θέση στο υπόγειο πάρκιγκ και (μελλοντικά -όταν το αποφασίσει ο άρχων της πολυκατοικίας εργολάβος) μια αποθήκη 12 τετραγωνικών. Μεγαλεία! Φτύστε μας να μη μας ματιάσετε(σιγά ρε παιδιά! Ένας-ένας! Κι όσοι είναι από το Βέλγιο -ξέρουν αυτοί- να στείλουν μια ομπρέλα, να μη γίνουμε μούσκεμα)!
Θα έλεγε κανείς ότι ο Θεός, επιτέλους, είχε στραφεί να μας κοιτάξει στα μάτια. Όμως δεν ειναι έτσι. Έπρεπε να βγει αληθινή η θεία Μαριάνθη, η οποία επιμένει ότι, σε αυτήν τη ζωή, ήρθαμε για να δοκιμαστεί η πίστη μας, να πάρουμε από έναν σταυρό στην πλάτη και να ανεβούμε το Γολγοθά μας -κι αντίθετα με τον φιλόσοφο του τιποτιτισμού, Πέτρο Κωστόπουλο, "η ζωή δεν είναι μικρή, για να είναι θλιβερή, αλλά είναι πολύ μεγάλη, για να είναι ευχάριστη". Αν και πάντα αναρωτιέμαι γιατί εμείς με έναν σταυρό στην πλάτη πρέπει να τυρανιόμαστε έτσι, ενώ οι βουλευτές, με χιλιάδες σταυρούς, φθάνουν στη Βουλή, αποδείχτηκε ότι η θεία Μαριάνθη έχει απόλυτο δίκιο.
Το πράγμα άρχισε να στραβώνει από τον ΟΤΕ:
"Παρακαλώ, θέλω να μεταφέρω τον αριθμό μου και τη σύνδεσή μου στη νέα μου διεύθυνση"...
"Πού μένετε";
"Καλαμαριά"...
"Πού πάτε";
"Πυλαία"...
"Ευτυχώς, έχει πύλες..."
"Κι αν δεν είχε, θα τις ανοίγαμε... Χε χε χε"...
"Δεν είναι αστείο, κύριε"!
"Συγνώμην..."
"Δεν έχουν όλες οι περιοχές πύλες! Πρέπει να θεωρείτε τυχερό τον εαυτό σας που ζείτε σε περιοχή με προσβασιμότητα στις υπηρεσίες ADSL του ΟΤΕ".
"Συγνώμην, έχετε το λόγο μου ότι δεν θα το ξανακάνω"...
"Τέλος πάντων... Λοιπόν, κατέγραψα το αίτημά σας, αφού η υπηρεσία μας σας δίνει το δικαίωμα τηλεφωνικής αίτησης..."
"...και την ευχαριστώ γονυπετής γι αυτό..."
"...και μετά από 15 μέρες θα μεταφέρουμε τη σύνδεσή σας. Σε έναν μήνα θα έχετε τηλέφωνο κι έπειτα θα μπορείτε να κάνετε αίτηση για το Ίντερνετ. Έτσι, σε δυο μήνες, θα έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά σας".
"Κι αυτό επειδή είμαι τυχερός, που έχει πύλες η περιοχή";
"Μάλιστα"!
"Δηλαδή, αν ΔΕΝ είχε πύλες η περιοχή, σε πόσο χρονικό διάστημα θα μεταφέραμε ένα τηλέφωνο";
"Το τηλέφωνο μέσα σε 15 μέρες θα είχε τελειώσει, κύριε... Το πρόβλημα είναι το ADSL".
"Στην Ελλάδα της ευρυζωνικότητας";
"Δε σας καταλαβαίνω"...
Ούτε εγώ τους καταλάβαινα. Κι αποφάσισα να κάνω την κίνηση: Να πάω σε άλλη εταιρία. Όμως...
..."μεταφερθείτε, πρώτα, με τον ΟΤΕ και, στη συνέχεια, αλλάζετε τη σύνδεσή σας, σε ΄μας, που θα μπορείτε να καλείτε στην Ουγκάντα και το Μογκαντίσου χωρίς χρέωση"!
"Ναι, αλλά εγώ δεν έχω συγγενείς στο Μογκαντίσου"...
"Είστε ρατσιστής, κύριε";
"Ορίστε; Όχι"!
"Κύριε, η εταιρία μας, στο πλαίσιο του προγράμματος Κοινωνικής Ευθύνης, προωθεί αντιρατσιστικές δράσεις. Όπως καταλαβαίνετε..."
Όπως καταλάβαινα, άλλα λόγια ν αγαπιόμαστε. Άλλη εταιρία. Με "ιδιόκτητο δίκτυο":
"Το δίκτυό μας δεν έχει φθάσει, ακόμη, στην περιοχή σας, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα".
"Και τι θα γίνει";
"Θα 'πατάτε' πάνω στον ΟΤΕ".
"Σε ένα πτώμα; Μα, κύριε, είμαι προληπτικός. Θα πατούσατε, εσείς, σε ένα πτώμα";
"Σε αυτήν τη ζωή, κύριε, πρέπει να πατάτε επί πτωμάτων για να προοδέψετε"...
Επειδή με τον Ιονέσκο και τον Αραμπάλ δεν τα πήγαινα ποτέ καλά, απευθύνθηκα σε τρίτη εταιρία, με ιδιόκτητο δίκτυο και ενεργοποιημένη στην περιοχή, όπως μου είχε πει γείτονας και συνάδελφος:
"Ό,τι θέλετε, κύριε! Μισό λεπτό, να κρατήσω τα στοιχεία σας"!
"Σε πόσο καιρό θα έχω τηλέφωνο";
"Πείτε μου τα στοιχεία σας"...
"ΚΟιτάξτε, σας επιλέγω, όχι μόνον για τις τιμές σας, αλλά για το σέρβις σας και την ταχύτητά σας. Σε πόσο καιρό θα έχω τηλέφωνο και σε πόσο ADSL";
"Αυτά, κύριε, πάνε μαζί".
"Ωραία. Σε πόσο καιρό";
"Πείτε μου τα στοιχεία σας".
"Δε μου λέτε εσείς, πρώτα, το χρόνο σύνδεσης";
"Ακούω τα στοιχεία σας"!
"Μα, αν θα έρθω στην εταιρία σας, εξαρτάται από το πότε θα συνδεθώ. Γι αυτό..."
"ΠΕΙΤΕ ΜΟΥ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΑΣ ΕΙΠΑ"!
Ο ανακριτής, χτύπησε το χέρι του στο τενεκεδένιο γραφείο με το κεφαλάρι από φορμάικα. Ο Τάκι Διαστηματάκι τινάχθηκε πάνω στη σιδερένια καρέκλα. Το φως, εκείνο το καταραμένο φως, τον τύφλωνε. Κόμποι ιδρώτα έπεφταν, από το μέτωπό του στα μάτια και έτσουζαν. Ήταν έτοιμος να ομολογήσει. Η Οργάνωση κινδύνευε. Έπρεπε να αντισταθεί, έστω και για μία, τελευταία, φορά. Μάζεψε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Έφτυσε τον ανακριτή κατάμουτρα και, με την ιαχή "ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η ελευθερία!" έκλεισε το τηλέφωνο.
Κλικ...
Η επόμενη κίνηση ήταν να βρω έναν γνωστό, που έχει έναν γνωστό, που έχει έναν φίλο, που έχει έναν ξάδελφο που δουλεύει στα συνεργεία του ΟΤΕ. Έκανα τη δήλωση διακοπής-μεταφοράς, πήρα τον ξάδελφο του φίλου, του γνωστού του γνωστού μου και, σε δύο μέρες, συνεργείο του ΟΤΕ μου τοποθετούσε το μεταφερμένο τηλέφωνό μου. Τρεις μέρες μετά, είχα συνδεθεί στο Ίντερνετ, αλλά δεν το ήξερα, γιατί, ως ηλίθιος-θύμα του Μπιλ (Γκέιτς) δεν είχα κάνει reboot το pc και το modem, με αποτέλεσμα να μην ανάβει το fuckin' λαμπάκι του ADSL. Με μια επανεκκίνηση, είχα ό,τι χρειαζόμουν.
Όμως...

Συνεχίζεται...

O Όλιβερ Στόουν στη Θεσσαλονίκη



  • "Ο Μπους, πριν γίνει πρόεδρος, έπινε και ζούσε στη σκιά του πατέρα του"
  • "Τον έζησα στο Γέιλ. Κινούνταν μεταξύ των αδελφοτήτων"
    "Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε έντονη την γυναικεία πλευρά κι όποιος δεν το καταλαβαίνει, είναι στενόμυαλος. Εγώ τον θαυμάζω"
    "Ο Νίξον είναι ο παππούς του Μπους κι ο Ρίγκαν ο... μπαμπάς του"
    "Είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε τι θα γίνει με τον Ομπάμα"
    "Μη νομίζετε ότι οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο"
  • Ήθελα να γυρίσω σάτιρα όταν γύρισα το "Γεννημένοι Δολοφόνοι"

...διάβασε λεπτομέρειες με ένα κλικ εδώ...

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

Η μετακόμιση (μέρος 1ο)

Όλα άρχισαν πριν δυο μήνες. Όταν η κυρα-Μαρίκα με βρήκε στην είσοδο της πολυκατοικίας και μου είπε:
"Μήπως μπορείς να ειδοποιήσεις την ξαδέλφη σου τη μεσίτρια, να μου βρει ένα διαμερισματάκι; Γιατί πήρε μετάθεση ο γιος μου και έρχεται Θεσσαλονίκη -κι όπως να το κάνουμε, δεν μπορεί το παιδί να μείνει με την οικογένειά του κι εμένα στο σπίτι"...
Με ζώσανε τα μαύρα φίδια. Γιατί, δηλαδή, δεν μπορούσε ο κανακάρης της να μείνει στο ίδιο σπίτι με τη μάνα του; Μιλάμε για σπίτι 110 τετραγωνικών, με τρία δωμάτια. Αυτός, η γυναίκα του, ο ανήλικος γιος του και η γραία. Από ένα δωμάτιο να πάρουν ο καθένας, πάλι τους περίσσευε ένα σαλόνι, μια κουζίνα και δύο τουαλέτες. Α! Και μια αποθήκη, ένα πατάρι, ένα χολ και δυο μπαλκόνια τεράστια. Και πάρτι, που λέει ο λόγος, να ήθελαν να στήσουν, μια χαρά θα τα κατάφερναν.
Η κυρα-Μαρίκα ήταν η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος όπου έμενα. Είχαμε - δεν είχαμε ενάμιση χρόνο, που είχαμε μετακομίσει εκεί. Το ενοίκιο, 550 ευρώπουλα, ούτε λίγα, ούτε και πολλά. Θέση πάρκιγκ και σε απόσταση δέκα λεπτών από το κέντρο (όταν δεν είχε κίνηση. Γιατί στη Θεσσαλονίκη, όταν έχει κίνηση, μπορεί να κάνεις και δυο ώρες για να κυκλώσεις ένα τετράγωνο). Όπως καταλαβαίνετε, για μένα χτυπούσε η καμπάνα...
Κι όχι μόνο χτύπησε, αλλά μας ξεκούφανε. Λες κι άρπαξε το σχοινί ο Κουασιμόδος, τρελός κωδωνοκρούστης κι άρχισε να τη βαράει με μανία. Γιατί η ξαδέλφη μου η μεσίτρια ενδιαφέρθηκε, βρήκε στη γραία τρία - τέσσερα διαμερίσματα (το ένα, μάλιστα, στο ίδιο οικοδομοικό τετράγωνο), αλλά εκείνη δεν ικανοποιούνταν με τίποτα. Και γιατί να ικανοποιηθεί; Σπίτι είχε. Όχι ένα, αλλά δύο: Ένα εκείνο που καθόταν η ίδια κι ένα εκείνο που καθόμουν εγώ. Μια έτσι θα έκανα και θα βρισκόμουν εκτός.
Και βρέθηκα. Μπήκα στο τριπάκι να φύγω. Να φύγω και να μην την ξαναδώ. Όμως, δεν τα είχα λογαριάσει σωστά.
Πρώτα ήρθε η ώρα της επιλογής. Να βρω άλλο σπίτι. Διαμέρισμα, φυσικά. Περίπου 100 με 11ο τετραγωνικά (3.200 τίτλοι βιβλίων και 6.400 τίτλοι ταινιών σε dvd, ένα home theater και μια ευπρεπής cdθήκη -τα βινύλια δεν τα μετράμε- μαζί με ένα αρχείο από την εργασία μου, που χρονολογείται από το 1983, ε, δεν είναι ό,τι το ευκολότερο για να χωρέσουν σε λιγότερα τετραγωνικά). Άφησα την ξαδέλφη τη μεσίτρια στην άκρη (τέτοιο... χερικό που μας είχε κάνει την προηγούμενη φορά, μη χέσω...), έβαλα έναν φίλο μεσίτη και ξεκίνησα κι εγώ να βλέπω κολώνες...
Το τηλέφωνο πήρε φωτιά:
"Γειά σας, για ένα διαμέρισμα που νοικιάζετε"...
"Ναι, είναι πολύ καλό"...
"Πόσα τετραγωνικά είναι";
"Εσείς πόσα θέλετε";
"Εγώ θέλω πάνω από 100..."
"Ε, τόσα είναι περίπου..."
"Όταν λέτε περίπου";
"10 πάνω, 10 κάτω, θα τα βρούμε"!
Τι να βρούμε, άνθρωπέ μου; Τρεις βιβλιοθήκες κι ένα home theater έχω να χωρέσω. Κι αν δε χωράνε τι θα κάνω, δηλαδή; Θα βγάλω την οθόνη στο μπαλκόνι, να κάνω δημόσιες προβολές;
Με άλλους κολλούσαμε στα χρήματα:
"Και πόσο το δίνετε";
"Θα το συζητήσουμε"...
"Ναι, πείτε μου, όμως, περίπου πόσα ζητάτε, γιατί αν μου πείτε 800, δε θα ταλαιπωρηθείτε κι εσείς, δε θα ταλαιπωρηθώ κι εγώ".
"Εσείς πόσα θέλετε να δώσετε";
Εγώ δε θέλω να δίνω μία! Μα ήταν κουβέντα αυτή; Κι αν του έλεγα 400 θα ήταν εντάξει; Αν έλεγα 600 μήπως ήταν καλύτερα; Και για ποιον λόγο δε γράφουν την τιμή στις αγγελίες; Να γλιτώσουν κι αυτοί, ρε παιδί μου, από τους ενοικιαστές που δεν έχουν τόσα να δώσουν...
Σα να μην έφθαναν αυτοί, είχαμε και όσους ήταν εντάξει με την τιμή, εντάξει με τα τετραγωνικά, αλλά θύμιζαν το βλάχο μετά το γάμο κι άλλη έδειχναν, άλλη έβαζαν(παρένθεση: η έκφραση προέρχεται από τα βλαχοχώρια, όπου η νύφη, πριν πει το ναι στο συνοικέσιο, ήθελε να γνωρίζει αν θα... ευτυχήσει την πρώτη νύχτα του γάμου, ή αν θα αναζητούσε ηδονή στον κήπο με τα αγγούρια. Έτσι, ο γαμπρός κρυβόταν πίσω από τις κουρτίνες, έβγαζε την "προίκα" του από το ένωμα των κουρτινών, την έβλεπε η νύφη κι έλεγε το ναι, ή το όχι... Πολλές φορές, όμως, ο γαμπρός δεν ήταν ιδιαίτερα προικισμένος. Αντί αγγουριού, διέθετε μπάμια -και μάλιστα από τις μικρές. Έτσι, συνήθως, για να μη χάσει τη νύφη -ειδικά όταν είχε αρκετά χρήματα και μεγάλο κουράδι [κοπάδι, δηλαδή] έβαζε ο γαμπρός τον πιο προικισμένο φίλο του, να μπει αυτός πίσω από την κουρτίνα και να δείξει τα προσόντα του. Η νύφη έβλεπε το πράγμα που σάλευε, έλεγε το ναι, αλλά την πρώτη νύχτα του γάμου, διαπίστωνε πως "άλλο της έδειξαν κι άλλο της έβαλαν". Κι έτσι έμεινε η έκφραση. Κλείνει η παρένθεση).
"Πόσα τετραγωνικά είναι, λοιπόν";
"11ο. Έχει και φωτογραφίες στο site του μεσίτη"!
"Και πόσο ζητάτε";
"500. Και το συζητάω και για λιγότερα"!
Έμπαινες στο site, διάλεγες τις φωτογραφίες, τις άνοιγες κι έβλεπες το Μπάκιγχαμ. Έλεγες "να η ευκαιρία", αλλά όταν πήγαινες να δεις το κελεπούρι από κοντά, από το Σεράι βρισκόσουν στην Παράγκα του Καραγκιόζη!
"Το πλύνατε πρόσφατα";
"Γιατί το λέτε αυτό";
"Γιατί μάζεψε! Είναι 110 τετραγωνικά αυτό";
"Κοιτάξτε, στη Θεσσαλονίκη τα τετραγωνικά τα μετράμε μικτά"...
Άλλη ζημιά κι αυτή. Γιατί στη Θεσσαλονίκη μετράμε τα τετραγωνικά μαζί με τα μπαλκόνια, τους ημιυπαίθριους και το διάδρομο του ασανσέρ; Υπάρχει περίπτωση να βάλω κρεβάτι δίπλα στο κλιμακοστάσιο, να βλέπω πότε κατεβαίνει ο αποπάνω; Έλα, όμως, που "στη Θεσσαλονίκη τα τετραγωνικά τα μετράμε μικτά"...
Κι άντε όταν το σπίτι είναι μικρό. Όταν είναι ερείπιιο;
"Θα το βάψετε, φυσικά"...
"Όχι βέβαια"!
"Τότε δε θα θέλετε εγγύηση"...
"Όχι βέβαια"!
"Ούτε τη λεκάνη της τουαλέτας που είναι σπασμένη δε θα αλλάξετε";
"Όχι βέβαια"!
"Ούτε τα κουφώματα που μπαίνει ο Βαρδάρης και θυμίζει το σπίτι την πλατεία Αριστοτέλους το χειμώνα δε θα μερεμετιάσετε";
"Όχι βέβαια"!
"Είστε σίγουρος ότι μιλάτε ελληνικά και ξέρετε πάνω από δύο λέξεις";
"Αστειεύεστε κύριε";
"Έστω... Πάνω από τέσσερις λέξεις";
"Όχι βέβαια"!
"Είπα κι εγώ"...

(συνεχίζεται...)

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Οι facebookίτες για το facebook

Όπως εξηγώ στα σχόλια του προηγούμενου, είμαι σε μετακόμιση. Ξεκλέβω λίγα λεπτά, για να ποστάρω κάτι έξυπνο που μου έστειλαν στο (μισητό) facebook:

Είσαι καμμένος στο Facebook όταν :
1) Η αρχική σου σελίδα είναι το www.facebook.com
2) Ελέγχεις το Facebook κάθε μέρα.
3) Ελέγχεις το Facebook πριν φύγεις για τη σχολή/δουλειά και αφού επιστρέψεις από εκει!
4) Το χρησιμοποιείς αντί για τηλέφωνο (ε, αφού είναι τσάμπα!!)
5) Η φράση «Αυτό θα ανεβεί αύριο στο Facebook» ακούγεται ΠΟΛΥ από σένα
6) Όλες οι φωτογραφίες σου είναι ήδη ανεβάσμένες στο Facebook και μάλιστα ταξινομημένες και tagαρισμένες.
7) Έχεις πάνω απο 400 φίλους
8) Αλλάζεις το status σου κάθε μέρα!
9) Χρησιμοποιείς το Facebook για να διοργανώσεις πάρτυ, εκδηλώσεις, μέχρι και το βραδυνό clubbing
10) Είσαι admin ή officer σε πάνω από 10 group
11) Είσαι γραμμένος/η τουλάχιστον σε 50 group
12) Έχεις τουλάχιστον 500 posts στο wall σου!
13) Όταν έχεις πάνω από 5 album
14) Όταν δεν ξέρεις τους μισούς από τους friends σου
15) Όταν το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν γυρνάς σπίτι είναι να ελέγξεις το Facebook σου
16) Έχεις γίνει πολύ ειδικός ώστε να αναγνωρίσεις κάποιον από μια ΠΟΛΥ μικρή φωτο!
17) Έχεις βρει όλο σου το σόι στο Facebook
18) Μιλάς σταθερά κάθε μέρα με άτομα που γνώρισες μέσω Facebook
19) Όταν γράφεις σε walls διασήμων, με τέτοιο τρόπο ώστε πιστεύεις οτι σε κανα μήνα θα είστε κολλητοί.
20) Αν συμβεί κάτι, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι να το γράψεις στο status σου.
21) Όταν μπαίνεις στο Facebook μέχρι και απο το κινητό σου για να ελέγξεις αν σου έστειλαν κάτι
22) Έχεις κάνει το Poke και το Pillow fight άθλημα .
23) Συμφωνείς με την ιδέα ότι θα έπρεπε και τα notifications και το inbox να έχουν έναν χαρακτηριστικό ήχο
24) Έχεις κάνει πάνω από 300 comments σε φωτογραφίες και προφίλ
25) Όταν προσθέτεις μια γκόμενα στο Facebook μόνο και μόνο για να δεις τις φωτό της
26) Έχεις ολόκληρες συζητήσεις και διαφωνίες σε walls και photos άλλων
27) Έχεις πάνω από 15 profile pictures
28) Όταν την παραπάνω πρόταση δεν θα την καταλάβαινες αν έλεγα φωτογραφίες λογαριασμού.
29) Γράφεις σχόλια στο δικό σου wall και στις δικές σου φωτογραφίες
30) Όταν έχεις δει όλα τα video για το πώς να hackάρεις το Facebook.
31) Όταν για να το παίξεις άνετος στο άλλο φύλο, δεν ζητάς το κινητό του αλλά αν έχει Facebook
32) Όταν χρησιμοποιείς το facebook για να σπάσεις τον πάγο
33) Όταν χωρίζεις και το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι να αλλάξεις το relationship status σου.
34) Έχεις πείσει τη γιαγιά σου να μπει στο Facebook
35) Απαντάς σε οποιοδήποτε comment μέσα σε δευτερόλεπτα.
36) Όταν πληρώνεις από την πιστωτική σου, μόνο και μόνο για να πάρει περισσότερα λεφτά το ζωάκι σου στο application που έχεις κολλήσει.
37) Τίποτα στο προφίλ σου δεν είναι παλιοκαιρισμένο και out of date.
38) Όταν μιλάς στον αδερφό/αδερφή σου μέσω Facebook ακόμα κι όταν είναι στο διπλανό δωμάτιο.
39) Όταν στο βιογραφικό σου, στα ενδιαφέροντα σκέφτεσαι να γράψεις Facebooking.
40) Θα έχανες επαφή με τους περισσότερους φίλους σου αν το Facebook αύριο έκλεινε (μην σας τρομάζω, αλλά κάντε και κανα backup)
41) Όταν φτάνει 2 το πρωί και ακόμα λιώνεις στο profile σου
42) Όταν πατάς συνέχεια Home ή Refresh για να ελέγξεις αν έχει έρθει κάτι.
43) Όταν ανησυχείς ότι θα χάσεις όλες σου τις φωτογραφίες αν το Facebook αύριο έκλεινε (έλα, προλαβαίνεις να τις σώσεις, πάντως τα comments δεν σώνονται)
44) Όταν ξέρετε ποιος βγαίνει με ποιον, ποιος διαβάζει τι και δεν ξεχνάτε ποτέ τα γενέθλια κάποιου.
45) Κάνετε tag σε όλους και στον εαυτό σας!
46)Το Facebook σας γεμίζει
47) Θεωρείτε το Facebook τη μεγαλύτερη ανακάλυψη της τεχνολογίας
48) Όταν το post σας έφτασε το όριο των 1000 χαρακτήρων και έπρεπε να το κόψετε σε κομμάτια για να συνεχίσετε (μα καλά, τόση έμπνευση??)
49) Μέχρι και η γάτα σας έχει προφίλ στο Facebook
50) Όταν φτιάχνεις καμένα groups σαν κι αυτό
51) Αν γελούσες και κρατούσες το κεφάλι σου, όσο διάβαζες όλα τα παραπάνω!

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Ανήμερα Αγίου Δημητρίου


-Ναι;
-Μπαμπά;
-Μωρό μου! Τι κάνεις;
-Καλά μπαμπά... Να σου πω κάτι;
-Ναι, φυσικά...
-Να ζήσεις μπαμπάκα και χρόνια πολλά/μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά!
Τραγουδούσε όλο και πιο γρήγορα. Και σταμάτησε εκεί. Στα άσπρα μαλλιά. Φαίνεται είναι η... μανία της. Ίσως επειδή βλέπει τους πατεράδες των άλλων παιδιών, των συμμαθητών της στην έκτη δημοτικού, που οι περισσότεροι έχουν ή φαλάκρα, ή άσπρα μαλλιά. Κάποτε με είχε ρωτήσει:
-Μπαμπά, γιατί δεν έχεις άσπρα μαλλιά όπως οι άλλοι μπαμπάδες;
-Γιατί δεν έχει βάσανα...
Η απάντηση ήρθε από τη μητέρα της. Η πρώην μου έχει έναν μοναδικό τρόπο να χαλάει την όποια στιγμή. Ή, τουλάχιστον, αυτό βλέπω εγώ σ΄ εκείνην. Κάποιος άλλος μπορεί να εκτιμήσει το ότι είναι ετοιμόλογη.
-Γιατί ζω!
Αυτήν την απάντηση βρήκα, αυτή έδωσα. Το μετάνοιωσα, βέβαια. Γιατί, άθελά μου, πικαρισμένος, είχα βάλει το παιδί στη μέση μιας διαμάχης. Από τότε το ΄κοψα.
Η χθεσινή ήταν η πρώτη φορά που μου τραγουδούσε. Κι ας έμεινε το τραγούδι στη μέση. Για ΄μένα ήταν σα να άκουσα τη Μαντάμ Μπατερφλάι. Από την Κάλας.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Στο σταθμό (2)


Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο Θανάσης:
"Σου το είχα πει"...
Ήταν η φράση που δεν άντεχε:
"Μην αρχίζεις τα 'σου το είχα πει' και 'σου το είχα πει'. Εντάξει. Μου το είχες πει. Και";
"Τι και... Γιατί σ αρέσει να πληγώνεις τον κόσμο";
"Εγώ; Της είπα, ποτέ, το παραμικρό; Άφησα, έστω, κάποιο υπονοούμενο; Μόνη της έφτιαχνε ιστορίες".
"Ναι. Αλλά την άφηνες. Ποτέ δεν την έπιασες να της πεις "Ζωή, δε θα γίνει, ποτέ, τίποτα μεταξύ μας".
"Ναι, ρε Θανάση! Δεν της το είπα ποτέ ξεκάθαρα. Όμως, δε σκέφτεσαι ότι, ίσως, λέω ίσως, θα ήθελα, τελικά, να έχω κάτι με τη Ζωή; Ίσως θα μου άρεσε, στην τελική, να κρατήσω -κι εγώ- ένα χέρι, να περπατήσω μαζί με έναν άνθρωπο σ αυτήν την αποβάθρα"...
"Δεν είναι για ΄σένα αυτά"...
"Αυτό είναι που δε μου αρέσει, Θανάση! Το ότι δεν είναι για ΄μένα αυτά. Γιατί, μου λες; Γιατί να μην είναι και για ΄μένα αυτά";
"Δεν είναι ώρα, τώρα..."
"Ποτέ δε θα είναι ώρα. Εσείς, είστε ΟΚ. Εσύ έχεις το Σπύρο. Η Χριστίνα τη Λία..."
Μπήκε στην κουβέντα η Χριστίνα:
"Να μου κάνεις τη χάρη. Είμαστε φίλες"!
"Βρε δεν πα να ΄στε και νταλίκες! Τι με νοιάζει εμένα; Εσείς περνάτε καλά. Προχθές, που μάλωσες με τη μάνα σου, τι έκανες; Πήγες και κοιμήθηκες στης Λίας. Έκλαιγες όλο το βράδυ κι εκείνη σε πήρε αγκαλιά... Εσύ μας τα ΄λεγες"!
Η Λία γύρισε στη Χριστίνα:
"Χριστίνα"!
"Ε, τι θες; Δεν ήμουν καλά... Είπα ότι ήρθα σε ΄σένα. Τι φταίω εγώ αν αυτός είναι πορνόμυαλος";
Ο Σπύρος, που δεν είχε μιλήσει ως τότε, του έπιασε το χέρι:
"Άκου... Δεν είναι έτσι. Ναι, έχω τον Θανάση. Να τον κάνω τι; Ακόμη κι όταν θα ζούμε στο ίδιο σπίτι, μακάρι στην Αθήνα, αν όχι κάπου αλλού, θα υπάρχουν οι γείτονες. Δε θα μπορέσω ποτέ, να περάσω το χέρι μου πάνω από τον ώμο του στο σινεμά. Αυτήν την απλή κίνηση, δε θα την κάνω ποτέ. Καθένας ανηφορίζει τον δικό του Γολγοθά..."
"Ναι, αλλά..."
"...το ξέρω. Ο δικός σου, είναι πιο δύσκολος. Δεν έχεις βρει, ακόμη, κάποιον να σηκώσει το σταυρό σου ως την κορυφή. Και είσαι αναγκασμένος, ακόμη κι αν προσφερθεί κάποιος, να συνεχίσεις μόνος σου. Η Ζωή όμως, αυτό δεν το ξέρει. Και πρέπει να της το πεις"...
Στράφηκε στις σκάλες. Σε δυο λεπτά ήταν έξω από το σταθμό κι έψαχνε τη Ζωή. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η πόλη, τεράστια, τον κατάπινε. Τη νύχτα κινούνταν πιο εύκολα. Τώρα, το πλήθος που, σιγά-σιγά, έβγαινε από το καβούκι του και ξεχύνονταν σε δρόμους και πλατείες, τον μπέρδευε. Σήκωσε το χέρι του και σταμάτησε ένα ταξί. Έδωσε τη διεύθυνση της Ζωής. Αργά ή γρήγορα, θα επέστρεφε σπίτι της.

-----

Η γειτονιά ξυπνούσε. Ο κυρ-Νίκος είχε ανοίξει, ήδη, το ψιλικατζίδικο στη γωνία. Μάζευε τα γάλατα. Αν δεν ήταν, ήδη, στο σπίτι, έπρεπε να φανεί.
Πράγματι. Την είδε να κατηφορίζει. Όταν τον είδε από μακριά, κοντοστάθηκε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τρέξει πάνω του, ή να φύγει. Δεν ήξερε τι σήμαινε να την περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Τελικά αποφάσισε να πλησιάσει με σταθερά βήματα.
"Γεια", της είπε...
"Γεια..."
"Έφυγες γρήγορα και δεν πρόλαβα..."
"Είχα γίνει ρεζίλι..."
"Δε γίνεται ρεζίλι κάποιος που αγαπάει"...
"...ακόμη κι όταν δεν τον αγαπούν";
"Ακόμη και τότε. Αν και δεν είναι αυτό..."
"Δηλαδή, τι... Μ αγαπάς";
"Το τι αισθάνομαι δεν έχει καμία σχέση με το τι μπορεί να γίνει μ εμάς..."
"Δηλαδή;"
"Είναι δύσκολο... Θα ΄ρθεις μαζί μου, τη Δευτέρα, σε έναν γιατρό";

-------

Δευτέρα βράδυ. Κάθεται στη μία πολυθρόνα κι η Ζωή στη διπλανή. Όρθιος, ο γιατρός προσπαθεί να εξηγήσει:
"Δεν ξέρουμε τι είναι, πώς μεταδίδεται, πόσο επικίνδυνο είναι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το αποκαλούν AIDS. Το ελληνικό του όνομα είναι... σιδηρόδρομος . Αυτό που, σίγουρα, ξέρουμε, είναι ότι μεταδίδεται στους ομοφυλόφιλους, από τη σεξουαλική πράξη".
"Ναι, αλλά ο... δεν..."
"Ναι, δεν... Δεν είναι ομοφυλόφιλος. Έρχεται σε επαφή με κάποιους φίλους του, αλλά έχει αποδειχτεί ότι δε μεταδίδεται έτσι. Υποψιαζόμαστε ότι μεταδόθηκε από αίμα. Από μια σύριγγα, από κάτι άλλο... Ίσως από μετάγγιση. Αν είναι αλήθεια κάτι τέτοιο, πολλά πρέπει να αλλάξουν. Το σίγουρο είναι ότι ο φίλος σου δεν μπορεί να έχει τη ζωή των άλλων".
Εκεί μπήκε στην κουβέντα:
"Δε βαριέσαι γιατρέ. Η Ζωή, είναι μοναδική"...

-----

Ξημερώνει Τρίτη. Είναι μαζί, αγκαλιά, στην αποβάθρα. Δεν έχουν μιλήσει από εκείνη την ώρα. Αλλά είναι μαζί.

-----

Πρωί Τετάρτης. Μπαίνει στο σπίτι. Ο πατέρας του τον περιμένει στο χωλ.
"Πού ήσουν; Πού γυρίζεις";
"Πού είναι η μάνα";
"Άσε τη μάνα και δε σε γλιτώνει! Τι θα σε κάνω εγώ; Αλήτη";
"Φώναξέ την, πατέρα. Θέλω να σας μιλήσω"...

-------

Δέκα λεπτά αργότερα, στην κουζίνα. Τα μάτια της μάνας του, γεμάτα δάκρυα. Ο πατέρας, κοιτάζει το κενό. Εκείνος, όρθιος, μόλις έχει τελειώσει. Απλώνει το χέρι του και χαϊδεύει το κεφάλι της μητέρας του. Της σκουπίζει τα δάκρυα. Εκείνη, με τα χέρια της, πιάνει τα δικά του. Τρέμει.
"Μην κλαις" , της λέει...
"Εύκολο το ΄χεις..."
"Κάποτε θα γινόταν"...
"Ναι, αλλά μετά από το δικό μου χαμό, αγόρι μου. Δεν υπάρχει χειρότερο πράμα, από το να θάβεις το παιδί σου"...
Ακουμπά τον πατέρα του στην πλάτη. Εκείνος σηκώνεται, τον αγκαλιάζει. Δε μιλάει. Έπειτα, με αργά βήματα, βγαίνει από το δωμάτιο. Κλείνεται στην κρεβατοκάμαρα. Δεν έχει κλάψει ποτέ μπροστά τους. Δεν θα άρχιζε τώρα...

ΤΕΛΟΣ


Η φωτογραφία είναι του David Troyer και την έχω πάρει από εδώ

ΥΓ. Νομίζω ότι το διήγμα είναι άνισο. Άρχισε με άλλες προοπτικές, αλλά κατέληξε εντελώς διαφορετικά. Αρχικά σκεψτηκα να το διαγράψω. Έπειτα, μου πέρασε από το μυαλό ότι και η αποτυχία έχει τη θέση της κι είναι ένα διάστημα κι αυτή. Άρα, το "Στο Σταθμό" είχε θέσει σε ένα blog με την επωνυμία Διαστήματα.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Στο σταθμό (1)


Σάββατο βράδυ. Το πικ απ παίζει. Gimme some lovin' , Blues Brothers. Ετοιμάζεται. Φαρδύ άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι, τζιν μπουφάν με δερμάτινο γιακά, αθλητικά μποτάκια μπάσκετ -άσπρα. Τα κλειδιά στην τσέπη, ένα διπλωμένο κατοστάρικο, που είχε κρατήσει με πόνο και κόπο από το χαρτζηλίκι της βδομάδας. Βγαίνει από το δωμάτιό του κλείνοντας το μάτι στον Φρέντι, που μαζί με τους άλλους τρεις ξεπροβάλουν από το σκοτάδι, στην αφίσα πάνω στην πόρτα.
Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις. Πατέρας μάνα κι αδελφός εκεί, καρφωμένοι, ακούν τα νέα. Ετοιμάζονται κι αυτοί, για τη δική τους διασκέδαση. Κοιτάζεται στον καθρέφτη του πορτ μαντό. Σιάζει το μαλλί. "Ωραίος είσαι! Φτου σου παλικάρι μου"!
Περπατάει στην έξοδο. Τους κοιτάζει. "Φεύγω"!
"Πού θα πας τέτοια ώρα; Είναι αργά! Τώρα τα άλλα παιδιά μαζεύονται"!
"Έλα ρε πατέρα... Μην αρχίζεις πάλι! Όλη τη βδομάδα έπηξα. Θα δώσεις κανένα κατοστάρικο";
"Παίρνεις χαρτζηλίκι κάθε βδομάδα! Αχ! Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα"!
"Άσχημα θα ήταν";
"Μωρέ, άσχημα δε θα ήταν, αλλά το μόνο που βγήκε από τους σπόρους που φύτρωσα ήταν μια πικραγκουριά. Σαν τη μάνα σου"!
"Ωραία! Έτσι να μιλάς μπροστά στα παιδιά, να τα δίνεις θάρρος"!
"Έλα ρε μάνα! Σου μιλήσαμε εμείς ποτέ άσχημα; Κι ο μπαμπάς, δεν σε είπε και καμπούρα"!
"Αυτό έλειπε. Ξέρεις πώς ήμουν όταν με πήρε; Αδύνατη, ψηλή, 1.80. Τώρα μάζεψα"!
"Και τώρα αδύνατη είσαι"...
"Ναι αλλά κόντινα! Μάζεψα..."
"Φταίει το πλύσιμο. Να μην μπαίνεις στα ζεστά. Με κρύο να πλένεσαι"!
"Ίδιος ο πατέρας σου"...
"Και τι έχει, δηλαδή, ο πατέρας του; Άσχημος σου έπεσα; Κι εγώ 1,85 ήμουν όταν σε γνώρισα..."
"Πού πήγε, ρε πατέρα, τόσο ύψος";
"Δε θα φύγεις εσύ; Σε περιμένουν"!
"Κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο..."
"Τηλέφωνο... Πάλι τηλέφωνα; Τώρα θα πάτε, θα βρεθείτε εκεί που δώσατε ραντεβού. Τι το θες το τηλέφωνο; Για να με χρεώνεις; Εσύ τα πληρώνεις αυτά; Όχι βέβαια... Αλλά είπαμε.."
Είχε πάρει το ακουστικό στο χέρι και σχημάτιζε τον εξαψήφιο αριθμό. Μουρμούριζε, μαζί με τον πατέρα του:
"'Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα!' Μπούρου μπούρου, μπούρου μπούρου... Έλα. Γειά σου κυρία Μαρία. Ο Δημήτρης είμαι... Τι κάνεις; Ο Θανάσης ξεκίνησε; Α... ευχαριστώ"!
Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο πατέρας του συνέχιζε:
"Εντάξει; Πήρες; Μας χρέωσες το δίφραγκο; Λες και δε θα ξεκινούσε..."
"Τι θα γίνει μ εκείνο το κατοστάρικο";
"Ορίστε. Εκείνος μόνο το κατοστάρικό του σκέφτεται. Δεν έχει κατοστάρικο! Δίπλα στο ψυγείο, στον καθρέφτη του καλοριφέρ έχω ένα για τον μπακάλη. Πάρε αυτό τώρα και εντάξει είσαι. Δεν έχει κατοστάρικο"!
Πήρε το κατοστάρικο και βγήκε έξω. Ο πατέρας του συνέχιζε. Κατέβηκε με ελαφρά πηδηματάκια τα σκαλιά των τεσσάρων ορόφων. Βγήκε στο δρόμο και τράβηξε για τη στάση του λεωφορείου, στην εκκλησία. Οι άλλοι πρέπει να ήταν, ήδη, εκεί.

........

Ο Θανάσης, ο Σπύρος, η Λία με τη Χριστίνα, η Ζωή. Θανάσης και Σπύρος ονειρεύνταν πότε θα τέλειωναν το σχολείο, να περάσουν σε μια μακρινή σχολή, να ζήσουν, επιτέλους, τον έρωτά τους. Η Λία με τη Χριστίνα δεν παραδέχονταν ποτέ ότι είχαν το ίδιο όνειρο. "Είμαστε καλές φίλες", έλεγαν και κόβαν την κουβέντα. Η Ζωή τον γούσταρε. Δεν ταίριαζε στην αλλοπρόσαλη παρέα, αλλά ερχόταν πάντα έξω, μήπως και βρίσκονταν, έστω για λίγο, δίπλα-δίπλα.
Κι εκείνος, έξω από όλους, αλλά πάντα μαζί τους. Άκουγε άλλη μουσική, Deep Purple και τέτοια, ενώ οι άλλοι σε κάθε κασέτα τους είχαν και ένα τραγούδι των Abba. Ειδικά η Λία με τη Χριστίνα. Ο Θανάσης αγαπούσε τη τζαζ και το σινεμά. Αλλά επειδή ο Σπύρος προτιμούσε κλασική και Jethro Tull, έκανε την καρδιά του πέτρα... Όσο για τη Ζωή, ήταν ικανή να ακούσει όλο το Selling Enland by the Pound, κι ύστερα να το αναλύσει, μιλώντας για τους επηρρεασμούς στη σκηνική παρουσία των Gennesis από τον Bowie και τον Ziggy του. Αρκεί να ήταν μαζί του.
Η βραδιά είχε, για αρχή, σινεμά. Κατέβηκαν, με το λεωφορείο, στο κέντρο και έφθασαν, με τα πόδια, στην παραλία. Θα τις έκαναν τη χάρη, σήμερα, στις 10, να δουν το Δόκτωρ Ζιβάγκο, στο κιριλέ Αριστοτέλειον. Κι έπειτα, όλοι μαζί, θα πήγαιναν στη μεταμεσονύχτια του Φαργκάνη. Είχε Sweet Movie και στις 2, Rocky Horror Pοicture Show.
Καλό ξημέρωμα βρέθηκαν στο σταθμό. Αγόρασαν κουλούρια, μπίρες κι ανέβηκαν στις πλατφόρμες. Του άρεζε να βλέπει τα τρένα. Από μικρό παιδί, από τότε που ο πατέρας του τον πήγαινε στο μικρό σταθμό της, ακόμη πιο μικρής, επαρχιακής πόλης όπου γεννήθηκε. Μετρούσε τα βαγόνια, κρατούσε τους αριθμούς από τις ατμομηχανές και με μια kodak, που έμοιαζε, περισσότερο με κύβο του ρούμπικ, παρά με φωτογραφική μηχανή, προσπαθούσε να βγάλει τις δικές του φωτογραφίες.
Εκεί, στην πλατφόρμα 2, την ώρα που έφευγε το τρένο για την Αθήνα -μια βαριά ντιζελάμαξα βαμένη μπλε που έσερνε 12 πράσινα βαγόνια, όλα δεύτερης θέσης, η Ζωή δεν άντεξε. Τον τράβηξε πάνω της και, σηκωμένη στις μύτες, τον φίλησε με πάθος στο στόμα. Πάγωσε. Το ίδιο κι οι άλλοι.
Μόλις ξεκόλλησε από πάνω του και είδε τους υπόλοιπους να την κοιτάνε λες και ήταν ο αναστημένος Πρίσλεϊ, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα χείλη της, βούρκωσε, ψέλισε ένα συγνώμη και το ΄βαλε στα πόδια.
Η παρέα είχε μείνει στις θέσεις της.

Συνεχίζεται

Η φωτογραφία The Last Train είναι του Steve Smith και την πήρα από εδώ

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Έπεσε δουλειά...

Η συντρόφισσα είναι εδώ.
Διαβάστε τι είπε:
  • Για τον Κ. Καραμανλή
  • Για τον Γ. Παπανδρέου
  • Για το ΣΥΡΙΖΑ
  • Για τις συνεργασίες
  • Για την οικονομική κρίση --->

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Να ξέρεις...(2)


Μπροστά του στέκονταν ένας άγγελος. Μόνον που δεν έμοιαζε με τίποτα με τους αγγέλους που μας περιγράφουν μανάδες και γιαγιάδες, στα μικράτα μας. Κατάμαυρα ήταν τα φτερά του. Σχεδόν αιωρούνταν και δεν πατούσε στη γη. Ανοιγόκλεινε τις κατάμαυρες φτερούγες μπρος του και ο αγέρας που σήκωνε τον χτυπούσε στο πρόσωπο. Ήταν γυμνός και μόνον τα απόκρυφά του έκρυβε με ένα μαύρο δερμάτινο βρακί. Κι ύστερα, δεν ήταν μόνον οι μαύρες φτερούγες. Ήταν το ύφος του όλο. Όχι, δεν μπορούσες να τον πεις άσχημο. Το αντίθετο. Θα έλεγες ότι ήταν όμορφος. Όμως ήταν ο τρόπος που σε κοιτούσε μ εκείνα τα παγωμένα γαλάζια μάτια του... Κι ύστερα, ήταν το χαμόγελό του. Δεν ήταν συνοφρυωμένος. Δεν έμοιαζε καθόλου με τις τεράστιες αγιογραφίες στις πύλες των εκκλησιών. Δεν είχε εκείνη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Τη σοβαρότητα που αρμόζει στο ρόλο του. Εκείνος χαμογελούσε με αναίδεια. Λες κι έβλεπε μπροστά του κάτι που άξιζε τον περίγελο όλων. Αισθάνθηκε τις τρίχες του αυχένα του να σηκώνονται. Και ένα ρίγος στην πλάτη. Αυτό το πλάσμα, ήταν εκεί για εκείνον. Και τότε του πέρασε από το μυαλό: "Ο Χάροντας"! Το πλάσμα ξέσπασε σε ένα γέλιο υστερικό. Έπειτα, τον κάρφωσε με τη γαλανή ματιά του και του μίλησε. Με μια φωνή απόκοσμη, που τον έκανε να σφιχτεί μέσα στην καμπαρτίνα του: "Δεν είμαι ο Χάροντας, ανόητε. Είμαι αυτός που άκουσε μια επιθυμία σου κι έτρεξε να την κάνει πραγματικότητα"! Ήταν σίγουρος πως δεν είχε μιλήσει. Το πλάσμα, όμως, είχε ακούσει. Κι είχε απαντήσει. Κι αλήθεια, για ποιαν επιθυμία μιλούσε; "Θες να μάθεις πότε θα πεθάνεις"; "Τώρα", κατάφερε να ψελίσει; "Όχι! Μην ανησυχείς. Δεν ήρθε η ώρα σου. Όμως θα σου πω. Αφού θες να ξέρεις, για να ετοιμαστείς, για να ζήσεις ό,τι σου απέμεινε, θα σου πω: Του χρόνου. Τέτοια μέρα του χρόνου, θα είναι η τελευταία σου. Η τελευταία μέρα του Νοέμβρη θα είναι και η τελευταία της ζωής σου. Ετοιμάσου, λοιπόν..." "Και τι ώρα"; Αυτό είχε βρει να ρωτήσει. Είχε μπροστά του ένα πλάσμα που όριζε ζωή και θάνατο κι εκείνος βρήκε να ρωτήσει την ώρα του θανάτου του... "Μεσάνυχτα. Έτσι δε γίνεται συνήθως"; Άκουσε, πάλι, τους ίδιους κρότους. Σπίθες έπεσαν πάνω του και σήκωσε το βλέμμα του ψηλά. Λες και δεν είχε συμβεί το παραμικρό, τα φώτα της παραλίας άναψαν πάλι. Γύρισε να δει το πλάσμα, όμως δεν είδε τίποτα. Αντίθετα, διέκρινε, από μακριά, έναν ποδηλάτη. Αμέριμνος, πλησίαζε. Όταν έφθασε στο ύψος του, τον ρώτησε: "Είδες"; Ο ποδηλάτης τον κοίταξε παραξενεμένος. Έκανε πετάλι πιο γρήγορα, για να απομακρυνθεί. Κι εκείνος κατάλαβε πως ήταν ο μόνος που είδε το πλάσμα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Πήγε σπίτι του και προσπάθησε να κοιμηθεί. Δεν τα κατάφερε. Του τριβέλιζε το μυαλό αυτό που έγινε. Είχε μια συνάντηση μέσα στο μυαλό του; Είχε, πράγματι, μια συνάντηση σε κόσμο άλλον; Απάντηση δεν έβρισκε. Την άλλη μέρα είπε να το συζητήσει με φίλους του. Τελικά μόνον στον Κοσμά το είπε κι εκείνος δεν τον πίστεψε. "Τι άλλη μαλακία θα βρεις να πεις, για να αποδείξεις ότι είχες δίκιο", του είπε ο Κοσμάς; Κι έκοψε, εκεί, την κουβέντα. Έπειτα το θέμα ξεχάστηκε. Το καλοκαίρι πήγε διακοπές στην Αντίπαρο κι εκεί γνώρισε την Άννα. Έκαναν παθιασμένο έρωτα κι εκεί, εκείνη, σε κάποια στιγμή, τον ξάπλωσε ανάσκελα. Ύστερα πήρε το σεντόνι με τα χέρια της κι έκανε να τους σκεπάσει και τους δύο. Τρόμαξε! Έτσι που την είδε, από πάνω του, με το σεντόνι να απλώνεται από το ένα χέρι στο άλλο, του θύμισε το εξώκοσμο εκείνο πλάσμα που είχε συναντήσει το χειμώνα στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Την πέταξε κάτω και σηκώθηκε απότομα. Εκείνη τον ρώτησε τι είχε, βρήκε μια δικαιολογία και δεν ξανασυζήτησαν το θέμα. Αλλά κι όταν επέστρεψαν Θεσσαλονίκη, όποτε έκαναν έρωτα, εκείνη ποτέ δεν τόλμησε να έρθει από πάνω του. Έμπαινε μέσα της εκείνος από πάνω, απλά, λες κι ήταν ζευγάρι χρόνια. Ώσπου χάλασε ο καιρός. Ήρθε το φθινόπωρο. Τότε, μαζί με τον ήλιο χάθηκε κι η χαρά του. Και ένα βράδυ σηκώθηκε, άφησε την Άννα άναυδη, να τον κοιτάζει από την πόρτα κι άρπαξε ένα σημειωματάριο κι ένα στιλό. Κι άρχισε να γράφει: 1. Να κάνω ράφτιγκ. 2. Να δω τη Λευκή Ταινία. 3. Να πάω ταξίδι στη Γη του Πυρός 4. Να πάω ταξίδι στο Μάτσου Πίτσου 5. Να κάνω έρωτα με τον Απόστολο 6. Να κάνω έρωτα με όσους περισσότερους κι όσες περισσότερες σε ένα βράδυ 7. ... Εκεί σταμάτησε. Ξαναδιάβασε τον κατάλογο. Του φάνηκαν όλες του οι επιθυμίες τόσο χαζές κι ανούσιες. Έσκισε το χαρτί και συνέχισε. Και το ξαναάσχισε. Και ξανάρχισε. Και ξανά, ξανά, ξανά. Όλο το βράδυ έγραφε κι έσβηνε, ώσπου, το πρωί, διαπίστωσε πως τίποτα δεν ήθελε να ζήσει, παρά μόνο τη ζωή. Τότε ήταν που ήρθαν οι πρώτες ζαλάδες. Κι ύστερα οι πόνοι. Οι γιατροί τον εξέτασαν και, εκεί στις αρχές Οκτωβρίου, του έδωσαν, βία-βία, δυο μήνες ζωή. "Ο καρκίνος κάλπαζε" του είπαν. Από τότε ζούσε με τις μορφίνες. Πλέον ήταν 29 Νοεμβρίου. Οκτώ το βράδυ. Φορούσε, εδώ κι έναν μήνα, δυο ρολόγια. Μήπως και σταματούσε το ένα. Αλλά όλα αυτά που ήθελε να κάνει, δεν τα ΄κανε. Καθόταν στην πολυθρόνα του, μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσε το τίποτα. Κι όποτε σκοτείνιαζε, αισθανόταν την ψυχή του να σκίζεται στα δυο. Και τον εαυτό του να βουλιάζει, να χάνεται. Ίδρωνε. Και τον έπιανε ένα τρέμουλο. "Φόβο", το είπαν οι γιατροί. Και στην Άννα είπαν πως "αν δεν πέθαινε από τον καρκίνο, θα πήγαινε, τελικά, από το φόβο του".

H φωτογραφία είναι του David Meyer, έχει τίτλο Murray Cemetary και την πήρα από εδώ.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Να ξέρεις...(1)


Έριξε μια βιαστική ματιά στο ρολόι του. Οκτώ παρά πέντε. Βράδυ. Είχε σκοτεινιάσει -τώρα το χειμώνα σκοτείνιαζε από νωρίς.
Τις τελευταίες δύο μέρες τον τρόμαζε το σκοτάδι. Ποιον; Αυτόν που έβγαινε από το σπίτι του μεσάνυχτα! Που όταν γύριζε, όσοι τον έβλεπαν στην πόρτα του έλεγαν καλημέρα κι αυτός τους έλεγε καληνύχτα! Γιατί τέτοιος ήταν. Άνθρωπος της νύχτας. Ως εκείνη τη νύχτα...
Τη θυμάται σα να την έζησε πριν ένα λεπτό. Και πώς να μη τη θυμάται; Να πως είχαν γίνει τα πράματα:
Μόλις είχε βγει από το μπαράκι και περπατούσε προς την παραλία. Άφησε πίσω του το Λευκό Πύργο και συνέχισε στο πλακόστρωτο. Είχαν βάλει καινούργια φώτα και μπορούσες να περπατήσεις άνετα. Πέρασε το ξενοδοχείο και, στο σημείο όπου στένευε το πλακόστρωτο, παρατήρησε ότι δεν υπήρχε ψυχή. Περπατούσε μόνος του και θυμόταν την κουβέντα που είχε κάνει, λίγα λεπτά πριν, στο μπαράκι.
Ήταν εκεί η Λίζα, η άλλη (που δε θυμόταν το όνομά της), ο Κοσμάς κι ο Θεόφιλος. Του είχαν φέρει την άλλη, φίλη της Λίζας, για να τη γνωρίσει, γιατί από τότε που χώρισε τη Δήμητρα, για ένα καπρίτσιο της, είχε μείνει μόνος. Κι οι φίλοι του πίστευαν ότι είχε μείνει αρκετά μόνος.
Δεν ήταν κολημμένος με τη Δήμητρα. Αν και όλοι πίστευαν ότι θα κατέληγαν μαζί, παντρεμένοι, με παιδιά, συμπεθέρια κι όλα τα κομφόρ, εκείνος το ΄ξερε ότι, κάποια στιγμή, θα γινόταν το μπαμ. Κι έγινε. Η Δήμητρα δήλωσε ότι γνώρισε τον Χάιμι κι έφυγε, μέσα στο καταχείμωνο, για τη Φιλανδία. Για να ζήσει, έξι μήνες, στο απόλυτο σκότος. Αλλά, όλα αυτά, δεν είχαν σημασία με την κουβέντα που άνοιξαν στο μπαράκι.
Εκεί, όλοι επέμεναν ότι δεν ήθελαν να ξέρουν τη μέρα που θα πέθαιναν. Μόνον εκείνος επέμενε: "Ναι, θέλω να ξέρω. Να κάνω κάποια πράγματα βρε αδελφέ, να προλάβω... Κι όχι να πάω ανυποψίαστος"...
Έφυγε από το μπαράκι περισσότερο για να μη συνεχίσει την κουβέντα. Και το ΄ριξε στο περπάτημα, περισσότερο για να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Κι έτσι βρέθηκε εκεί, νυχτιάτικα, μόνος του. Θα ήταν τρεις τα ξημερώματα, χειμώνας. Συνήθως, όμως, στην παραλία υπήρχαν διαβάτες, κάποιοι που έκαναν ποδήλατο, ακόμη και με βροχή, άλλοι που έτρεχαν πάνω - κάτω. Και, σίγουρα υπήρχαν σκυλιά. Αδέσποτοι μούργοι, που άλλους τους κυνηγάνε -περισσότερο για την πλάκα τους, για να αποδείξουν ότι αυτοί είναι οι άρχοντες της παραλίας- και σ άλλους πήγαιναν και τρίβονταν στα πόδια τους και τους έπαιρναν στο κατώπι -λες και περίμεναν ένα νεύμα, όλο κι όλο, για να διαβούν το κατώφλι και να γίνουν από αληταράδες, σπιτόσκυλοι. Όμως απόψε, δεν υπήρχε μήτε σκύλος, μήτε άνθρωπος.
Στάθηκε κάτω από το στύλο φωτισμού. Κοίταξε ολόγυρα κι απόρησε: "Μα κανείς", μονολόγησε;
Ένας κρότος, σα πιστολιά, ακούστηκε. Έσκυψε για να προστατευθεί και πάνω του πέσανε σπίθες. Η λάμπα είχε γίνει χίλια κομμάτια. Ο ίδιος θόρυβος ακούστηκε ξανά και ξανά και ξανά. Μία - μία, οι λάμπες έσκασαν, σπίθες πετάχτηκαν κι ύστερα σκοτάδι. Έβλεπε, μακριά, κάποια φώτα αναμένα, αλλά τα περισσότερα, μπρος και πίσω του, είχαν σβήσει μέσα σε μικρές, φωτεινές εκρήξεις.
Ανατρίχιασε. Ύστερα σκέφτηκε: "Θα έγινε καμία απότομη αλλαγή τάσης"...
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τα λόγια του. Αυτό που άκουγε, ήταν φτερούγισμα. Λες και τον πλησίαζε κάποιος από τους γλάρους, που τέτοια ώρα, λογικά, θα είχαν βρει καταφύγιο στα κοιλώματα της προκυμαίας. Στράφηκε προς τα εκεί που ερχόταν ο θόρυβος.
Πάγωσε! Τούτο το πλάσμα μπρος του, δεν ήταν του κόσμου τούτου...

Συνεχίζεται...

H φωτογραφία με τον τίτλο Memento είναι του Vlad M και την πήρα από εδώ.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Πέταξε το "Γλυκό Πουλί της Νιότης"

Ούτε θυμάμαι, πλέον, ποια ήταν η πρώτη ταινία του, που είδα. Θυμάμαι, όμως, το προφίλ του, στη "Λυσασμένη Γάτα", όταν άκουγε την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, να τον "στολίζει" με κάθε κοσμητικό επίθετο. Σκυμμένος μπροστά, με ένα προφίλ που ταίριαζε στον Ερμή του Πραξιτέλη. Θυμάμαι και τον υπέροχο χαρακτήρα που έπλασε στους "Δυο Ληστές", τη βόλτα με το ποδήλατο κι εκείνο το αξεπέραστο music score. Θυμάμαι πώς μου κομμάτιασε την καρδιά όταν προτιμούσε να σπάσει το πορσελάνινο σερβίτσιο της -νεκρής- γυναίκας του, από το να το χαρίσει στην άπληστη κόρη. Θυμάμαι να βγάζει υπέροχες καραμπόλες, πρώτα ασπρόμαυρες κι έπειτα έγχρωμες στο "Χρώμα του Χρήματος". Θυμάμαι...
Θυμάμαι μια ζωή ρόλους. Θυμάμαι πώς κατέρρευσε με το θάνατο του γιου του, πώς αφιερώθηκε στις αγαθοεργίες, πώς τον χτύπησε ο καρκίνος. Και να που, σήμερα, Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου του 2007, διάβασα:
Στη φάρμα του, κοντά στο Γουέστπορτ του Κονέκτικατ, άφησε την τελευταία του πνοή
ο ηθοποιός Πολ Νιούμαν. Τους τελευταίους μήνες, ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός
έδινε σκληρή μάχη με τον καρκίνο.
Όπως ανακοίνωσε η εκπρόσωπό του, ο Πολ
Νιούμαν πέθανε την Παρασκευή. Στο πλευρό του, εκτός από τη σύζυγό του, επίσης
βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιό Τζόαν Γούντγουορντ, βρίσκονταν στενοί συγγενείς και
φίλοι.
Τον περασμένο Μάιο ο διάσημος ηθοποιός είχε ανακοινώσει ότι, για
λόγους υγείας, αποσύρεται από τα φώτα της δημοσιότητας και πως τελικά δεν θα
σκηνοθετούσε την ταινία Of Mice and Men.


Πριν δυο μέρες μόλις ξαναέβλεπα το "Κεντρί". Και αναρωτιόμουν πότε θα ξαναέβλεπα τους "Δυο Ληστές". Εκρηκτικό δίδυμο με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ...
Ο Νιούμαν άρχισε την καριέρα του μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Γύρισε από τον Ειρηνικό, όπου υπηρετούσε ως ασυρματιστής σε βομβαρδιστικά κι αποφάσισε να αφήσει τις σπουδές περί τα Οικονομικά, για τον κινηματογράφο. Και πολύ καλά έκανε -κυρίως για ΄μας.
Προτάθηκε εννέα φορές για Όσκαρ καλύτερης ανδρικής ερμηνείας, κερδίζοντας τελικά ένα, το 1987, για τον ρόλο του στο Χρώμα του Χρήματος, με συμπρωταγωνιστή τον ανερχόμενο -τότε- Τομ Κρουζ. Ένα χρόνο πριν, το 1986, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του είχε απονείμει τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στην έβδομη τέχνη. Όπως γίνεται σ αυτές τις περιπτώσεις, είχε πολλούς και καλύτερους ρόλους για να κερδίσει το αγαλματάκι. Όπως γίνεται σ αυτές τις περιπτώσεις, έχανε κάθε φορά. Όπως γίνεται σ αυτές τις περιπτώσεις, η Ακαδημία, φοβούμενη μήπως πεθάνει χωρίς αυτήν την τιμή, του απένειμε το τιμητικό. Όπως γίνεται σ αυτές τις περιπτώσεις, ήρθε άλλη μία συγκλονιστική ερμηνεία, όπου, πλέον, η Ακαδημία, σήκωνε τα χέρια της ψηλά -ενίοτε σηκώνει ΚΑΙ τα πόδια της...


Συνεργάστηκε με ορισμένους από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα, όπως ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, ο Τζον Χιούστον, ο Ρόμπερτ Αλτμαν, ο Μάρτιν Σκορσέζε και οι αδελφοί Κοέν, ενώ συμπρωταγωνίστησε με τα μεγαλύτερα ονόματα του Χόλιγουντ, όπως ο Ρόμπερτ Ρέντοφορντ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Λορίν Μπακόλ, ο Τομ Χανκς και πολλοί άλλοι.
«Έχω φιλέτο στο σπίτι, γιατί να πάω έξω για χάμπουργκερ» είχε πει χαριτολογώντας στο περιοδικό Playboy, όταν ρωτήθηκε εάν σκέφτηκε ποτέ να απατήσει τη σύζυγό του.


Με τη Τζόαν Γούντγουορντ γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας "Μακρύ Καυτό Καλοκαίρι". Όλοι, ακόμα και η πρώτη του σύζυγος, κατάλαβαν ότι επρόκειτο για έναν μεγάλο έρωτα -κάτι που επιβεβαίωσε ο χρόνος. Το ζευγάρι παντρεύτηκε την ίδια χρονιά και παρέμεινε μαζί για 50 χρόνια, μέχρι τη στιγμή ο Πολ Νιούμαν έφυγε από τη ζωή.
Θα τον θυμόμαστε. Πώς να ξεχάσεις, άλλωστε, τέτοια γαλάζια μάτια; Και τέτοιο βλέμμα;


Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Δίλημμα


"Τι να κάνω";

Με ρώτησε και το ΄βλεπα στα μάτια της, ότι ήθελε μια απάντηση-χειρολαβή. Να πιαστεί από αυτήν, να κρατηθεί, να πάρει θάρρος, να δώσει κι εκείνη, την απάντησή της.

Το δίλημμα, δεν ήταν δίλημμα. Απλά πράγματα:

"Μου προσφέρουν δουλειά, με 2000 ευρώ το μήνα, από την πρώτη στιγμή -αν και ανειδίκευτη. Θα ζω εκτός Ελλάδας, σε χώρα που ξέρω τη γλώσσα καλύτερα από τα Ελληνικά. Θα δουλεύω σε τράπεζα"...

Κι εκεί τελείωναν τα επιχειρήματά της. Ούτε ήλιος, ούτε όνειρο. Αυτά, θα τα άφηνε εντός συνόρων. Και τα δύο μαζί (ήλιος και όνειρο) δε θα της έδιναν -σχεδόν ποτέ- 2.000 ευρώ. Ίσως μετά από 35 χρόνια, να έβλεπε τόσα χρήματα στα χέρια της.

Τη σκεφτόμουν πίσω από ένα γκισέ. Να την πλησιάζουν άγνωστοι, αμίλητοι, με δεσμίδες χρημάτων στα χέρια. Να της τα πετούν, εκείνη να τα μετράει, να τα τακτοποιεί στο συρτάρι της. Να χαμογελά, να κόβει την απόδειξη, να πληκτρολογεί. Κι έπειτα να έρχεται ο άλλος, ο άλλος, ο άλλος...

Τη σκεφτόμουν να ζει το όνειρο. Άγνωστη, μεταξύ αγνώστων. Με "συναδέλφους" έτοιμους να την κατασπαράξουν για να πάρουν τη θέση της. Με την αγωνία της άγνοιας για την επόμενη μέρα. Της άγνοιας για το τι να δημιουργήσει. Της άγνοιας για το πού να το πουλήσει.

Ήθελα να της φωνάξω: "Κυνήγησε το όνειρο"! Αλλά δεν ήξερα, καν, τις ανάγκες της.

Σκέφτηκα τον εαυτό μου. Τότε, στην ίδια μ εκείνην ηλικία, δε σκέφτηκα πολύ-πολύ. Διέγραψα τα πάντα και βγήκα στο κυνήγι του ονείρου. Πέρασαν 35 χρόνια και τι βλέπω πίσω μου; Έναν διαλυμμένο γάμο, μια προβληματική συμβίωση, ένα παιδί που ζητάει ευθύνες...

Όλη αυτην την ώρα μου μιλούσε. Δεν είχα καταλάβει ότι με χαιρετούσε, ότι έφευγε κι ότι "θα τα ξαναλέγαμε σύντομα". Δεν πρόλαβα να της δώσω τη συμβουλή μου. Δεν πρόλαβα να της προσφέρω τη χειρολαβή της. Έφυγε.

Βγήκα στο δρόμο ξαλαφρωμένος. Δε θα με κατηγορούσε, αργότερα, ότι εγώ ήμουν αυτός που την έμπλεξα στη ρουτίνα, ή που της έδειξα έναν δύσκολο δρόμο να φθάσει τα άστρα. Χαμογέλασα. Τότε ήταν που άκουσα το φρενάρισμα. Μπρος μου είχε σταματήσει ένα ταξί. Ο ταξιτζής όρμησε έξω και με πλησίασε:

"Είσαι εκείνος που μιλούσε, χθες, για τις συγκοινωνίες στην τηλεόραση";

Γιατί να αρνηθώ;

"Ναι"!

"Καλά τα έλεγες! Και να σου πω και το άλλο: Έπρεπε να πεις..."

Μου άρπαξε το χέρι. Τέτοια χειραψία είχαν καιρό να μου κάνουν. Σφιχτή, ανθρώπινη. Κι άρχισε να λέει το πρόβλημά του, ζητώντας "αν κάποια στιγμή τον ξαναέχεις εκεί, απέναντί σου, να του πεις κι αυτό που σου είπα"!

Δέχτηκα. Γιατί όχι; Είχε δίκιο. Πήγα να μπω στο αυτοκίνητό μου, βλέποντας τον ταξιτζή να μπαίνει στο ταξί του και να φεύγει. Δεν πρόλαβα να κάνω την κίνηση. Μια ηλικιωμένη κυρία, γυρτή από τις εμπειρίες μιας ζωής, στάθηκε μπροστά μου.

"Να σου πω κάτι παιδί μου";

"Ό,τι θέλετε..."

"Παίρνω 650 ευρώ σύνταξη. Ζω μόνη μου. Και είμαι αναγκασμένη να περιμένω 20 λεπτά στη στάση, για να πάρω το λεωφορείο. Δε μου φτάνουν για ταξί και πρέπει να πηγαίνω δύο φορές το μήνα στο νοσοκομείο, για αιμοκάθαρση. Δε φθάνει που περιμένω, κανείς δεν μου δίνει τη θέση του, όταν σκαρφαλώσω στο αστικό... Την άλλη φορά, που θα έχεις κάποιον από τις συγκοινωνίες μπροστά σου, πες του να κάνουν κάτι... Να βάλουν μια επιγραφή, όπως παλιά, για να παραχωρούν τη θέση τους οι νέοι σε μας, που περάσανε τα χρόνια"...

"Μια χαρά είστε"...

"Εγώ, μπορεί να μην ξέρω την ηλικία μου. Την ξέρει, όμως, αγόρι μου, ο Χάρος. Τον ξεγελάω εδώ και χρόνια. Ξέρω, όμως, ότι στο τέλος θα νικήσει. Ας με βρει, τουλάχιστον, ξεκούραστη. Κι όχι να κρατιέμαι από μια χειρολαβή, στο λεωφορείο"...

Γέλασε κι απομακρύνθηκε. Αντίθετα, εγώ δε γέλασα καθόλου. Σκέφτηκα ότι, όλα αυτά, μου τα πρόσφερε η απόφασή μου να ζήσω το όνειρο. Μια απόφαση που πήρα 18 χρονών, όταν, την ίδια στιγμή, ο πατέρας μου, χωρίς να μου το πει ποτέ, αποφάσισε να με στηρίξει. Και να με ταίζει, έως ότου κατάφερνα να σταθώ στα πόδια μου. Μόνο και μόνο για να μη βρεθώ πίσω από ένα γκισέ. Και με στήριξε. Για επτά χρόνια.


Το περιστατικό είναι, πέρα για πέρα, αληθινό. Συνέβη χθες (Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008). Πείτε μου, τώρα, εσείς: Τι να της απαντήσω;



Η φωτογραφία είναι του Laimis Savickas, έχει τίτλο Difference of Opinion και την έχω πάρει από εδώ.