Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Στο σταθμό (1)


Σάββατο βράδυ. Το πικ απ παίζει. Gimme some lovin' , Blues Brothers. Ετοιμάζεται. Φαρδύ άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι, τζιν μπουφάν με δερμάτινο γιακά, αθλητικά μποτάκια μπάσκετ -άσπρα. Τα κλειδιά στην τσέπη, ένα διπλωμένο κατοστάρικο, που είχε κρατήσει με πόνο και κόπο από το χαρτζηλίκι της βδομάδας. Βγαίνει από το δωμάτιό του κλείνοντας το μάτι στον Φρέντι, που μαζί με τους άλλους τρεις ξεπροβάλουν από το σκοτάδι, στην αφίσα πάνω στην πόρτα.
Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις. Πατέρας μάνα κι αδελφός εκεί, καρφωμένοι, ακούν τα νέα. Ετοιμάζονται κι αυτοί, για τη δική τους διασκέδαση. Κοιτάζεται στον καθρέφτη του πορτ μαντό. Σιάζει το μαλλί. "Ωραίος είσαι! Φτου σου παλικάρι μου"!
Περπατάει στην έξοδο. Τους κοιτάζει. "Φεύγω"!
"Πού θα πας τέτοια ώρα; Είναι αργά! Τώρα τα άλλα παιδιά μαζεύονται"!
"Έλα ρε πατέρα... Μην αρχίζεις πάλι! Όλη τη βδομάδα έπηξα. Θα δώσεις κανένα κατοστάρικο";
"Παίρνεις χαρτζηλίκι κάθε βδομάδα! Αχ! Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα"!
"Άσχημα θα ήταν";
"Μωρέ, άσχημα δε θα ήταν, αλλά το μόνο που βγήκε από τους σπόρους που φύτρωσα ήταν μια πικραγκουριά. Σαν τη μάνα σου"!
"Ωραία! Έτσι να μιλάς μπροστά στα παιδιά, να τα δίνεις θάρρος"!
"Έλα ρε μάνα! Σου μιλήσαμε εμείς ποτέ άσχημα; Κι ο μπαμπάς, δεν σε είπε και καμπούρα"!
"Αυτό έλειπε. Ξέρεις πώς ήμουν όταν με πήρε; Αδύνατη, ψηλή, 1.80. Τώρα μάζεψα"!
"Και τώρα αδύνατη είσαι"...
"Ναι αλλά κόντινα! Μάζεψα..."
"Φταίει το πλύσιμο. Να μην μπαίνεις στα ζεστά. Με κρύο να πλένεσαι"!
"Ίδιος ο πατέρας σου"...
"Και τι έχει, δηλαδή, ο πατέρας του; Άσχημος σου έπεσα; Κι εγώ 1,85 ήμουν όταν σε γνώρισα..."
"Πού πήγε, ρε πατέρα, τόσο ύψος";
"Δε θα φύγεις εσύ; Σε περιμένουν"!
"Κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο..."
"Τηλέφωνο... Πάλι τηλέφωνα; Τώρα θα πάτε, θα βρεθείτε εκεί που δώσατε ραντεβού. Τι το θες το τηλέφωνο; Για να με χρεώνεις; Εσύ τα πληρώνεις αυτά; Όχι βέβαια... Αλλά είπαμε.."
Είχε πάρει το ακουστικό στο χέρι και σχημάτιζε τον εξαψήφιο αριθμό. Μουρμούριζε, μαζί με τον πατέρα του:
"'Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα!' Μπούρου μπούρου, μπούρου μπούρου... Έλα. Γειά σου κυρία Μαρία. Ο Δημήτρης είμαι... Τι κάνεις; Ο Θανάσης ξεκίνησε; Α... ευχαριστώ"!
Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο πατέρας του συνέχιζε:
"Εντάξει; Πήρες; Μας χρέωσες το δίφραγκο; Λες και δε θα ξεκινούσε..."
"Τι θα γίνει μ εκείνο το κατοστάρικο";
"Ορίστε. Εκείνος μόνο το κατοστάρικό του σκέφτεται. Δεν έχει κατοστάρικο! Δίπλα στο ψυγείο, στον καθρέφτη του καλοριφέρ έχω ένα για τον μπακάλη. Πάρε αυτό τώρα και εντάξει είσαι. Δεν έχει κατοστάρικο"!
Πήρε το κατοστάρικο και βγήκε έξω. Ο πατέρας του συνέχιζε. Κατέβηκε με ελαφρά πηδηματάκια τα σκαλιά των τεσσάρων ορόφων. Βγήκε στο δρόμο και τράβηξε για τη στάση του λεωφορείου, στην εκκλησία. Οι άλλοι πρέπει να ήταν, ήδη, εκεί.

........

Ο Θανάσης, ο Σπύρος, η Λία με τη Χριστίνα, η Ζωή. Θανάσης και Σπύρος ονειρεύνταν πότε θα τέλειωναν το σχολείο, να περάσουν σε μια μακρινή σχολή, να ζήσουν, επιτέλους, τον έρωτά τους. Η Λία με τη Χριστίνα δεν παραδέχονταν ποτέ ότι είχαν το ίδιο όνειρο. "Είμαστε καλές φίλες", έλεγαν και κόβαν την κουβέντα. Η Ζωή τον γούσταρε. Δεν ταίριαζε στην αλλοπρόσαλη παρέα, αλλά ερχόταν πάντα έξω, μήπως και βρίσκονταν, έστω για λίγο, δίπλα-δίπλα.
Κι εκείνος, έξω από όλους, αλλά πάντα μαζί τους. Άκουγε άλλη μουσική, Deep Purple και τέτοια, ενώ οι άλλοι σε κάθε κασέτα τους είχαν και ένα τραγούδι των Abba. Ειδικά η Λία με τη Χριστίνα. Ο Θανάσης αγαπούσε τη τζαζ και το σινεμά. Αλλά επειδή ο Σπύρος προτιμούσε κλασική και Jethro Tull, έκανε την καρδιά του πέτρα... Όσο για τη Ζωή, ήταν ικανή να ακούσει όλο το Selling Enland by the Pound, κι ύστερα να το αναλύσει, μιλώντας για τους επηρρεασμούς στη σκηνική παρουσία των Gennesis από τον Bowie και τον Ziggy του. Αρκεί να ήταν μαζί του.
Η βραδιά είχε, για αρχή, σινεμά. Κατέβηκαν, με το λεωφορείο, στο κέντρο και έφθασαν, με τα πόδια, στην παραλία. Θα τις έκαναν τη χάρη, σήμερα, στις 10, να δουν το Δόκτωρ Ζιβάγκο, στο κιριλέ Αριστοτέλειον. Κι έπειτα, όλοι μαζί, θα πήγαιναν στη μεταμεσονύχτια του Φαργκάνη. Είχε Sweet Movie και στις 2, Rocky Horror Pοicture Show.
Καλό ξημέρωμα βρέθηκαν στο σταθμό. Αγόρασαν κουλούρια, μπίρες κι ανέβηκαν στις πλατφόρμες. Του άρεζε να βλέπει τα τρένα. Από μικρό παιδί, από τότε που ο πατέρας του τον πήγαινε στο μικρό σταθμό της, ακόμη πιο μικρής, επαρχιακής πόλης όπου γεννήθηκε. Μετρούσε τα βαγόνια, κρατούσε τους αριθμούς από τις ατμομηχανές και με μια kodak, που έμοιαζε, περισσότερο με κύβο του ρούμπικ, παρά με φωτογραφική μηχανή, προσπαθούσε να βγάλει τις δικές του φωτογραφίες.
Εκεί, στην πλατφόρμα 2, την ώρα που έφευγε το τρένο για την Αθήνα -μια βαριά ντιζελάμαξα βαμένη μπλε που έσερνε 12 πράσινα βαγόνια, όλα δεύτερης θέσης, η Ζωή δεν άντεξε. Τον τράβηξε πάνω της και, σηκωμένη στις μύτες, τον φίλησε με πάθος στο στόμα. Πάγωσε. Το ίδιο κι οι άλλοι.
Μόλις ξεκόλλησε από πάνω του και είδε τους υπόλοιπους να την κοιτάνε λες και ήταν ο αναστημένος Πρίσλεϊ, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα χείλη της, βούρκωσε, ψέλισε ένα συγνώμη και το ΄βαλε στα πόδια.
Η παρέα είχε μείνει στις θέσεις της.

Συνεχίζεται

Η φωτογραφία The Last Train είναι του Steve Smith και την πήρα από εδώ

6 σχόλια:

renata είπε...

Αυτές οι σύντομες ιστορίες ου γράφεις τελευταία πολύ μ' αρέσουν.

Θα κάνει κάτι ο ήρωας ή θα μείνει με τη γεύση αυτού του φιλιού της και μόνο?

ria είπε...

πολύ γλαφυρό και περιγραφικό.
ενδεικτικό μιας περασμένης εποχής που τη ζήσαμε και την αγαπήσαμε...

καλό σαββατόβραδο!

laxanaki είπε...

Μα γιατί το σταματήσατε! Καιείχα δημιουργήσω όμορφη ατμόσφαιρα στο μυαλό!! Με εκνευρίζετε όταν το κόβετε τόσο απότομα!! (Με την κακιά την ώρα τι θα γίνει??)

UrbanTulip είπε...

και μετά και μετά;;;

Кроткая είπε...

έχω να δηλώσω το αυτό, με το λαχανάκι.

Кроткая είπε...

έχω να δηλώσω το αυτό, με το λαχανάκι.