Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μια αρχή, πριν καιρό...



"Θεριό ανήμερο"!

Η κυρα-Λένη ήταν, πάλι, παπόρι... "Αυτός ο σατανάς, με διαόλισε, χρονιάρα μέρα"!


Αυτά μονολογούσε και πήγαινε πάνω κάτω στην κουζινίτσα της.

Ποιο ήταν το θεριό; Ο Κωστάκης. Το γειτονόπουλο που δεν την άφηνε σε ησυχία. Κάθε μέρα, η ίδια ιστορία. Χτυπούσε τα κουδούνια, χτυπούσε τις πόρτες -κι όταν η μάνα του τον περιόριζε στο από πάνω διαμέρισμα, χτυπούσε τα πόδια του! Αυτό γινόταν και τώρα!

"Α, το αναθεματισμένο! Δεν κάθεται στον απαυτό του με τίποτα", έλεγε η κυρα-Λένη. Και προσπαθούσε, με όσο μυαλό της απέμενε, να κοιτάξει το αρνάκι της, το γεμιστό, που είχε στο φούρνο.

Ο πάταγος της πόρτας του πάνω διαμερίσματος την έκανε να πεταχτεί ίσα με πάνω! Κι ύστερα τα γρήγορα, θορυβώδη βήματα του μικρού στις σκάλες. Κι έπειτα, το χτύπημα στην πόρτα!

"Α, πανάθεμά σε", φώναξε η κυρα-Λένη κι έτρεξε στην πόρτα. Την άνοιξε κι ήταν μπροστά, με ορθάνοιχτα μάτια κι ένα χαμόγελο από το ΄να αυτί ως το άλλο, ο Κωστάκης! "Βρε συ, οι Γερμανοί στην Κατοχή δεν κάνανε τόση φασαρία όταν ορμούσαν στα σπίτια", του είπε!

-Οι Γερμανοί; Αυτοί που κερδίσανε τη Βραζιλία 6-0, ρώτησε ο μικρός;

-Τι κάνανε, τον ρώτησε η κυρα-Λένη που, φυσικά, από ποδόσφαιρο και Μουντιάλ δε γνώριζε παρά μόνον ότι κάτι είχε να κάνει "με τη μπάλα, αυτόν το διάολο, που μαζεύονται οι άντρες, τώρα κι οι γυναίκες, αυτό δα μας έλειπε και βλέπουν κάτι ξεβράκωτους να την κυνηγάνε και μετά πλακώνονται και στο ξύλο"!

-Οι Γερμανοί! Νικήσανε τους Βραζιλιάνους. Κι εφέτος θα ΄χει πάλι Μουντιάλ, γιαγιά Λένη!

-Τι είναι αυτό το Μουντιάλ; Κανας πόλεμος;

-Όχι πόλεμος ρε γιαγιά, είπε ο μικρός κι έσκασε στα γέλια. Μπάλα είναι! Ποδόσφαιρο!

-Α, στο ποδόσφαιρο κερδίσανε τους βραζιλιάνους; Με τόση φόρα που ξαναπήραν αυτοί, παιδάκι μου, κανέναν δε θα αφήσουν! Μα, δε μου λές, τι έγινε πάλι και τρέχεις πάνω κάτω;

-Τρέχω για να κάνω τη μαμά να γελάσει!

-Να γελάσει, αναρωτήθηκε περισσότερο παρά ρώτησε η κυρα-Λένη; Τι έχει η μάνα σου Κωστάκη;

-Δεν ξέρω, είπε ο μικρός και συννέφιασε το προσωπάκι του. Να, πήρε κάτι χαρτιά στα χέρια και κάθεται στο σαλόνι και κλαίει!

-Κλαίει; Έλα να πάμε μαζί να δούμε τι γίνεται, του είπε.

Τον πήρε από το χέρι τον μικρό, πήρε τα κλειδιά της στην τσέπη της, τράβηξε την πόρτα πίσω της κι ανεβήκανε τα σκαλιά. Εκείνος, ο Κωστάκης, με κέφι και τραγούδι, με θόρυβο. Πατούσε με δύναμη τα σκαλιά κι ακουγόταν ο αντίλαλος στο κλιμακοστάσιο. Εκείνη, με δυσκολία. Τα χρόνια στην πλάτη της πολλά, αλλά, παρόλα αυτά, στο ασανσέρ δεν έμπαινε.

"Σιγά μην μπω εγώ μέσα στο κουτί. Να γίνει κάτι, να μείνω μέσα, να πάω από ασφυξία. Σε κουτί θα μπω μια και καλή", έλεγε στους γειτόνους, όποτε την έβλεπαν να ανεβαίνει εκείνα τα λίγα σκαλιά ως τον πρώτο όροφο, που ήταν το διαμέρισμά της.

Χτύπησε το κουδούνι της Κατερίνας. Πέρασε κανα δίλεπτο ως που να ανοίξει εκείνη. Είχε κοιτάξει πρώτα απ' το "ματάκι" της πόρτας. Την είχε καταλάβει η κυρα-Λένη, αλλά έκανε πως δεν το κατάλαβε, να μην τη στεναχωρήσει. Κι όταν άνοιξε, η Κατερίνα, εκείνη η πανέμορφη μελαχροινή, η ψηλή, η μάνα του Κωστάκη, είχε κόκκινα τα μάτια της. Έκλαιγε...

-Αυτό εδώ εσείς το χάσατε, ρώτησε με χαμόγελο η κυρα-Λένη, σηκώνοντας λίγο πιο ψηλά το χεράκι του Κωστάκη.

Γέλασε κι η Κατερίνα, γιατί ήξερε καλά πόσο τζαναμπέτης ήταν ο μικρός και δεν άφηνε κανέναν σε ησυχία.

-Σας πήρε τ' αυτιά, ρώτησε, περισσότερο για να επιβεβαιώσει αυτό που όλη η πολυκατοικία γνώριζε: Πως ο Κωστάκης ήταν... θηρίο ανήμερο, όπως τον έλεγε η κυρα-Λένη.

Εκείνη έβαλε τον μικρό στο διαμέρισμα και χώθηκε κι εκείνη στο σαλόνι, πριν καλά - καλά η Κατερίνα πει το "ορίστε".

-Δε βαριέσαι, παιδί είναι, απάντησε. Και συνέχισε: Θα κάνεις έναν καφέ και στις δυο μας, και όλα θα ΄ναι καλά...

-Ναι, βεβαίως...

Η Κατερίνα στράφηκε στη γωνιά της κουζίνας -σαλοκουζίνα ήταν το δωμάτιο- και ρώτησε, έχοντας στην πλάτη της την κυρα-Λένη:

-Πώς τον πίνεις;

-Μέτριο. Μέτριο κι ελληνικό. Και κάνε έναν και για σένα...

-Μα εγώ δεν πίνω ελληνικό...

-Να πιείς. Να πιείς να σου πω και το φλυτζάνι.

-Δεν τα πολυπιστεύω αυτά κυρα-Λένη...

-Πίστευε και μη ερεύνα! Το παν έξυπνοι άνθρωποι αυτό. Γιατί να μην τα πιστεύεις δηλαδή;

-Άστο βρε κυρα-Λένη... Είναι και Πάσχα...

-Ε, καλά... Δε θα μας στείλει και στην κόλαση... Ένα φλυτζάνι θα πούμε. Άσε, δηλαδή, που αναστήθηκε από χθες το βράδυ...

-Μωρέ κάνει; Θα ΄χεις και δουλειές...

-Κάνει, κάνει. Ένα κατσικάκι έβαλα, που θα ΄ρθει ο Γιάννης μου, με τα παιδιά και την Φωτεινούλα. Έχω να δω τα εγγόνια μου πολύ καιρό...

Η αλήθεια είναι ότι ο Γιάννης της, η νύφη της η Φωτεινή και τα εγγόνια της, η μεγάλη η Λένα, που είχε το όνομά της και η μικρή, η Πόπη, που είχε πάρει το όνομα της μάνας της Φωτεινής, δεν έμεναν και πολύ μακριά. Όμως ο γιος της είχε όλο δουλειές και έρχονταν σπάνια στο σπίτι.

-Τελευταία έχω καιρό να τους δω, είπε η Κατερίνα. Και δαγκώθηκε, αμέσως, γιατί είδε το συννεφιασμένο ύφος της κυρα-Λένης και κατάλαβε πως ακούμπησε χορδές ευαίσθητες...

-Έχει δουλειές. Δεν πειράζει. Ας έχουν δουλειές, έτσι που μπλέξαμε κι ας έρχονται μία στο τόσο...

Στο μεταξύ ο καφές είχε γίνει κι η κυρα-Λένη φύσηξε το καυτό καϊμάκι κι άρχισε να πίνει.

-Θα καείς, προσπάθησε να την προλάβει η Κατερίνα.

-Μη σε νοιάζει... Εμένα το στόμα μου είναι... γανωμένο. Τον καφέ τον θέλο καυτό. Έτσι τον καταλαβαίνω, της αποκρίθηκε.

Φύσηξε κι η Κατερίνα τον καφέ και ρούφηξε. Κατακάηκε, αλλά δεν είπε κάτι. Τι να πει... Σκεφτόταν το φάκελο που της είχε στείλει, Πασχαλιάτικα, ο άντρας της, ο Μανώλης. Ασφαλιστικά μέτρα, ήταν. Για να πάρει το παιδί, τον Κωστάκη...

Ήπιαν αμίλητες τον καφέ τους κι η Κατερίνα γύρισε τα φλυτζάνια σε μια χαρτοπετσέτα. Κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας, ένα μικρό τετράγωνο, με ξύλινα καθίσματα. Κι ο Κωστάκης είχε πάρει ένα αυτοκινητάκι κι όλη αυτήν την ώρα έπαιζε χωρίς τον παραμικρό θόρυβο...

Δεν κρατήθηκε η κυρα-Λλένη:

"Διέτο τώρα... Ούτε κιχ", είπε κι έσπασε τη σιωπή...

-Δεν ξέρω τι τον πιάνει και κάνει όλη αυτήν τη φασαρία...

"Δεν πειράζει", την έκοψε η κυρα-Λένη. "Μπορεί κι αυτό να μας το πει το φλυτζάνι"...

Σήκωσε το φλυτζάνι της Κατερίνας.

-Μήπως δεν στέγνωσε βρε κυρα-Λένη;

-Μια χαρά είναι, την έκοψε. Το στριφογύρισε μια δυο φορές κι άρχισε.

"Εδώ σε βλέπω να κρατάς ένα άλλο πρόσωπο. Κοντό. Μπα... Τι κοντό, ο Κωστάκης είναι. Το παιδί. Και περπατάτε και ανοίγει δρόμος μπροστά σου. Ουουου ένας δρόμος! Τεράστιος. Και θα τον διαβείτε. Μόνον που εδώ, πίσω σου, να! Το βλέπεις", ρώτησε και της έδειξε το εσωτερικό του φλυτζανιού με το δάχτυλο, τεντώνοντας τα χέρια της προς το μέρος της; "Να! Εδώ βλέπω ένα φίδι! Έναν εχθρό! Μελαχροινός, ψηλός. Κι ένα "Μι". Βρε συ; Ο Μανώλης είναι; Γιατί τον βλέπω σε απόσταση. Και κάτι θέλει να πει, αλλά δεν το λέει αυτός. Βάζει ένα άλλο πρόσωπο, μια ψηλή να σου τα πει".

Δεν άντεξε η Κατερίνα. Έριξε το κεφάλι στο τραπέζι, πάνω στον αριστερό της βραχίωνα κι άρχισε να κλαίει...

"Δεν είμαστε μαζί, κυρα Λένη! Και θέλει να μου το πάρει το παιδί", είπε!

Η κυρα-Λένη άπλωσε το χέρι της. Το αριστερό, γιατί με το δεξί κρατούσε ακόμη το φλυτζάνι. Έπιασε το μπράτσο της Κατερίνας και το σφιξε τρυφερά.

"Κάτσε να δούμε τι λέει ο ντελβές... "

"Μα..."

"Δεν έχει μα! Δεν τελείωσα", το κοψε η κυρα-Λένη κι άρχισε να μιλάει πάλι: "Λοιπόν, εδώ είναι φανερό. Αυτός θέλει να σας χωρίσει, κατά πως το ΄πα, όμως δε θα τα καταφέρει. Εσύ και το παιδί μαζί θα περπατήσετε, το δρόμο που σας είπα".

"Αχ, κυρα-Λένη... Δε γίνεται. Εκείνος έχει δουλειά, εγώ όχι. Εκεί πατάει και λέει πως δεν μπορώ να θρέψω το παιδί. Και δεν έχει κι άδικο, δηλαδή... Όταν τον γνώρισα, παράτησα το πανεπιστήμιο, γιατί τυφλώθηκα. Τον αγάπησα. Και τώρα, τα πληρώνω αυτά. Γιατί σε όλα εξαρτιόμουν από τον Μανώλη..."


(σκοπός ήταν να ΄χει συνέχεια. Θα δούμε...)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η κακιά η ώρα - Ατύχημα;

Ήταν, ήδη, φτιαγμένος. Μια μυτιά, που είχε πάρει στο μπάνιο, τον είχε φέρει εκεί. Έβαλε τα φιξάκια στις εσωτερικές τσέπες του μπουφάν και πήγε να πάρει το τζιπ. Τον περίμεναν.Γύρισε το κλειδί στη μηχανή.
Χαμογελούσε. Κοιτάχτηκε στο καθρεπτάκι, πριν βάλει όπισθεν. Είχε γένια τριών ημερών -έτσι ήταν πάντα, άλλωστε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα -αλλά και πότε δεν ήταν;
Χαμογελούσε. Το παρατήρησε και πάλι. Ναι, αυτό σίγουρα του συνέβαινε για πρώτη φορά εδώ και καιρό. Ίσως από την τελευταία φορά που είχε μιλήσει με τον Κωνσταντίνο.
Πάτησε γκάζι. Βγήκε, μαλακά, στο δρόμο. Συμπλέκτης, πρώτη, γκάζι, φύγαμε...
Ψαχούλεψε τις εσωτερικές του τσέπες. Του φάνηκε πως δεν είχε τίποτα μέσα... Πανικοβλήθηκε. Έχασε το χαμόγελό του. Γύρισε να κοιτάξει. Λάθος... Δεν έπρεπε να το κάνει αυτό.
Ακούστηκε σα γδούπος. Ένας πνιχτός θόρυβος κι ύστερα, σα να έσερνε κάτι με το αυτοκίνητο. Ώσπου να καταλάβει τι γινόταν, έκανε αρκετά μέτρα. Πάτησε φρένο απότομα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε, με έναν θόρυβο.Κοιτούσε ίσια μπροστά.…

Η γιαγιά Τριανταφυλλιά

Ο ήλιος έδυε. Περνούσαμε καπνό. Εγώ κι εκείνη. Οι άλλοι είχαν φύγει, για άλλες δουλειές. Η μάνα μου ετοίμαζε φαγητό, ο πατέρας μου βοηθούσε τον παππού μου, να μαζέψουν καρπούζια και σταφύλια, επειδή ο παππούς θα πήγαινε, πρωί – πρωί, στην πούληση. Ο αδελφός μου, μικρό παιδάκι, έπαιζε κάπου στη γειτονιά. Ο ξάδελφός μου, που πάντα βοηθούσε, βρισκόταν, ήδη, στον κινηματογράφο του χωριού, να ετοιμάσει την ταινία για τη βραδινή προβολή. Είχαμε μείνει οι δυο μας. Τότε ήταν που άρχισε να μιλά. Περισσότερο τα ΄λεγε στον εαυτό της. Αλλά εγώ άκουγα με προσοχή. Γιατί ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε έτσι. «Πέφτει ο ήλιος. Πάει. Πάει και σήμερα. Έτσι θα πάμε κι εμείς, μια μέρα. Σαν τον ήλιο θα δύσουμε. Δε θέλω να με θάψουν στο νεκροταφείο, με τους άλλους. Δεν είναι καλό το χώμα. Έτσι θα μείνω. Θέλω εκεί, στο χωράφι του δρόμου να με θάψετε. Να κάνετε κι ένα γύρω με πέτρες, να μην έρθουν τίποτα σκυλιά και με ξεθάψουν και με σπείρουν στα γύρω χωράφια. Από εκεί, έχει ένα υψωματάκι, εκεί να με βάλετε. Να β…