Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2006

Τα κάλαντα

Ήταν δειλός. «Συνεσταλμένο» τον έλεγαν ευγενικά. Αλλά όση ευγένεια κι αν βάλεις στις λέξεις, δεν αλλάζεις το αποτέλεσμα.

Ακόμη και παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς δεν ήθελε να λέει τα κάλαντα. Τα άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιρναν τους δρόμους από νωρίς. Αυτός, όλο κι έβρισκε μια δικαιολογία, για να καθυστερήσει, να ΄ρθει το μεσημέρι και να ΄χει το άλλοθι, ότι δεν πήγε πουθενά, επειδή δεν τον άφηναν οι δικοί του.

-Τώρα θα πας; Σε λίγο τρώμε!

Με το που άκουγε αυτήν την κουβέντα της μάνας του, ησύχαζε η ψυχή του. Η αποστολή είχε εκτελεστεί. Μετά το φαγητό είχε κάθε δικαιολογία να τεμπελιάσει λίγο, ίσως και να κοιμηθεί. Κι όταν ξυπνούσε το απόγευμα, αναλάμβανε ο πατέρας του:

-Τώρα θα πας; Έξω νύχτωσε! Κάνει ψοφόκρυο! Άσε μην μας αρρωστήσεις και τρέχουμε, που είσαι και φιλάσθενος…

Κι έτσι ο φιλάσθενος θεατρίνος έπαιρνε αυτό που ήθελε: Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές, χωρίς κάλαντα! Για τα Φώτα δεν τίθεται λόγος… Λίγοι γνώριζαν –κι εκείνα τα χρόνια, λίγο πριν το 70- τα κάλαντα των Φώτων. Κι ελάχιστοι τα κάλαντα του Λαζάρου.

Τώρα, πώς είχε ξεκινήσει αυτή η φοβία, μυστήριο. Αν τον κάθιζε ο Φρόιντ στον καναπέ του, ο ακάλαντος θα είχε να εξιστορήσει πώς οι γονείς του τον πήγαιναν στις θείες του, όταν ήταν δυο, τριών χρονών, τεσσάρων, και τον έβαζαν με τα ζόρια να πει τα κάλαντα (στις γιορτές της Χριστιανοσύνης) και ποιήματα (στις επετείους εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων). Κι ύστερα χιμούσαν οι θειές του, τον φιλούσαν μ΄ εκείνα τα υγρά, σβουριχτά, σαλιωμένα φιλιά και τα κραγιόν της εποχής, που αφήναν βούλες ανεξίτηλες στα παιδικά μάγουλα. Και καταπιάνονταν, μετά, να σαλιώνουν τους αντίχειρες και να τρίβουν τα μάγουλά του, μ΄ εκείνες τις τσιρίδες:

-Αχ! Το ΄βαψα το αγοράκι μας!

Αυτά τα Χριστούγεννα, όμως, το είχε μετανιώσει που δεν είχε πάει για τα κάλαντα. Είχαν εκστρατεύσει, όλοι μαζί, Κώστας, Αντώνης, Θωμάς, Τάκης, ο άλλος ο Αντώνης κι ο Βαγγέλης. Χορωδία ολόκληρη, η τσακαλοπαρέα. Κι είχαν μαζέψει του κόσμου τα τάλιρα και τα δεκάρικα, πάρα πολλά δίφραγκα και μερικά εικοσάρικα, από εκείνα τα ασημένια, που έκαναν διαφορετικό θόρυβο όταν έπεφταν κάτω. Ένας, μάλιστα, τους είχε δώσει πενηντάρικο! Πραγματικό, χάρτινο, βαθύ μπλε, με εκείνο το γυναικείο κεφάλι και τα δελφίνια. Κι έπειτα πήγαν όλοι μαζί, στο βιβλιοπωλείο του Χρηστίδη κι αγόρασαν τη Μονόπολη. Κι έπαιζαν αυτές τις μέρες, ανάμεσα σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Τον έπαιζαν κι εκείνον, αλλά ήταν διαφορετικά. Ήταν το παιχνίδι ΤΟΥΣ κι αυτός ο καλεσμένος. Ο ξένος.

Δε θα άφηνε την Πρωτοχρονιά να φύγει έτσι. Ήταν αποφασισμένος να πάει να πει τα κάλαντα. Κι όταν τον ρωτούσαν οι άλλοι αν είχε πελάτες να φέρει, δήλωνε με καμάρι:

-Τους καλύτερους!

Έτσι κι έγινε. Για πρώτη φορά, στη δεκάχρονη ζωή του, ξύπνησε από το άγριο χάραμα. Ακόμη κανείς δεν τους είχε χτυπήσει το κουδούνι, για «να τους τα πει» κι εκείνος ήταν στο πόδι, ντυμένος, πλυμένος, με μια χωρίστρα λεωφόρο, με ρούχα καθαρά, το τρίγωνο στα χέρια, τις τσέπες μανταρισμένες (μην έχουμε και κανένα ατύχημα και κυλήσουν τα ψιλά και τα ψάχνουμε στις κατηφόρες της γειτονιάς), το πανοφώρι κουμπωμένο ίσαμε πάνω, στο λαιμό.

Θυμίζοντας κρεμμύδι βγήκε στο δρόμο και βρήκε τους άλλους, μια ώρα μετά, γιατί ο Θωμάς δεν έβρισκε το κασκόλ του κι η μάνα του δεν τον άφηνε να βγει «έτσι σα λέτσος στο δρόμο». Κι έπειτα, ξεχύθηκαν στις γειτονιές. Τα ΄παν στον περιπτερά, στον φούρναρη, στο μπακάλη, στο μανάβη, στον παπά της εκκλησίας (γαλαντόμος ο παπα-Βασίλης, έδωσε την ευλογία του κι από ένα σοκολατάκι, που φαγώθηκε επί τόπου, στην αυλή, κάτω από το καμπαναριό), στο νεωκόρο(που έδωσε από έναν άρτο στον καθένα, λες και είχαμε, ακόμη, Κατοχή), στην ψιλικατζού και στη γαλατού (κι εκείνη, έσκυβε πίσω από τον πάγκο, να βρει κανένα ψιλό και κανέναν κουραμπιέ και φαινόταν το ένωμα των βυζιών της, που ήταν άσπρα, σαν τα γάλατα, όπως τα είχε περιγράψει ο Νόβας, σε κείνο το περίφημο ποίημα –κι η τσακαλοπαρέα έπαιρνε μάτι, κρυφά, άλλος χαζογελώντας κι άλλος με το στόμα ανοιχτό, με κίνδυνο να καταπιεί κανα πετούμενο κι όλοι, γενικά, να θέλουν να τα γαργαλήσουν, να τα χαϊδέψουν, να τα γευτούν).

Κι ήρθε η ώρα των πελατών. Και, καθώς ήταν ο νέος στην παρέα, έπρεπε να ΄ναι κι ο πρώτος που θα προτείνει ακροατές. Τους πήρε, λοιπόν, και τους πήγε στο νονό του αδελφού του, στον κυρ-Αντώνη. Κι εκείνος έδωσε σε όλους από ένα δεκάρικο. Και τους πήγε και στον θείο του τον Κώστα κι εκείνος έδωσε σε όλη την παρέα ένα πενηντάρικο. Κι έπειτα, τους πήγε στον πατέρα του. Μουδιασμένα το πρότεινε, αλλά δεν είχε κανέναν άλλον να προτείνει κι η όρεξη της τσακαλοπαρέας είχε ανοίξει και δεν έκλεινε με τίποτα…

Όταν χτυπήσανε την πόρτα του διαμερίσματος, ήθελε να το σκάσει. Να το βάλει στα πόδια, να γίνει καπνός. Από τη μια ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε μέρος σε τέτοιου είδους χορωδία, από την άλλη ο πατέρας του δεν τα ΄βγαζε τα χρήματα με ευκολία και ήταν σφικτοχέρης, του ΄ρθε μια ζαλάδα, μια τάση φυγής… Αλλά πού να πάει; Να τρέχει αυτός, να φοβηθούν κι οι άλλοι και να το βάλουν, όλοι μαζί, στα πόδια, σαν τους κλέφτες; Κι αντί για καλανταδόροι να γίνουν… κυνηγημένοι σαλταδόροι; Εποίησε, λοιπόν, την ανάγκην φιλοτιμίαν, στάθηκε στην πίσω σειρά και άφησε τον Κώστα να χτυπήσει το κουδούνι.

Η πόρτα άνοιξε και το καφασωτό γέμισε από τη σιλουέτα του πατέρα. Εκεί δίπλα του, στρίμωξε το κεφάλι του κι ο μικρός του αδελφός, που ακόμη δεν μιλούσε καθαρά κι ούτε μπορούσε να τραγουδήσει τα κάλαντα (είχαν μεγάλη διαφορά, αλλά αγαπιόντουσαν λες και ήταν δίδυμα).

-Να τα πούμε;

Τα ουρλιαχτά της τσακαλοπαρέας λες και τον τρόμαξαν τον πατέρα του! Πισωπάτησε λίγο, ξαφνιάστηκε που ανάμεσα στους υπόλοιπους ήταν κι ο νέος χορωδός, ο γιος του ο μεγάλος, έκανε κανα δίλεπτο να απαντήσει. Τόσο άργησε που όλοι άρχισαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον.

Λες και κατάλαβε εκείνος ότι υπήρχε αυτό το κενό, μίλησε γρήγορα και επανέφερε την τάξη:

-Πείτε τα.

-Αρχιμινιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δενδρολιβανιά, κι αρχή… κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με το Άγιο Θρόνος…

Οι ακαταλαβίστικοι στίχοι από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς γέμισαν το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Ο πατέρας του στράφηκε και ξαναμπήκε μέσα στο διαμέρισμα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Έμεινε ο αδελφός του στην πόρτα κι εκείνος από έξω, μαζί με τους υπόλοιπους, να ψέλνει με την απορία. Γιατί έφυγε;

-Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται, από, από την Καισαρεία, ζήσ΄ αρχό… ζήσ΄ αρχόντισσα κυρία…

Ο ένας στίχος μετά τον άλλον, η μία στροφή μετά την άλλη, τα κάλαντα έφθαναν στο τέλος. Κι ο πατέρας του, ακόμη χαμένος στα δωμάτια. Ο μικρός, στην πόρτα, γελούσε, κουνούσε τα χεράκια, το διασκέδαζε. Κι εκείνος, στην τελευταία σειρά, είχε αρχίσει να ψάχνει… δρόμο διαφυγής. Δεν ήξερε τι θα γινόταν, δεν καταλάβαινε την εξαφάνιση, αλλά ο φόβος είχε φωλιάσει στην καρδιά του.

-Σ΄ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε, πέτρα, πέτρα να μη ραγίσει. Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια, χίλια χρόνια να ζήσει. Και του χρόνου!

Περίμενε –κι αυτός δεν ήξερε τι περίμενε. Αυτό που έγινε όμως… Ο πατέρας του εμφανίστηκε στην πόρτα, με μάτια κόκκινα, άπλωσε τα χέρια του κι έδωσε σε όλους, μα σε όλους, από ένα κατοστάρικο!

-Και του χρόνου, τους είπε!

Έμεινε η τσακαλοπαρέα, με το στόμα ανοικτό. Να κοιτάνε, όλοι, τα κατοστάρικα, ο καθένας το δικό του και μετά, ο ένας του αλλουνού!

-Ευχαριστούμε θείοοοοοο!!!!!!

Όρμησαν έξω, πάτα κιούτα τις σκάλες, τις ροβόλησαν σαν τους αρματωλούς και τους κλέφτες, τις πλαγιές με τα πουρνάρια! Σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν έξω κι άρχισαν να μετράνε. Μόνον εκείνος βγήκε με βήμα αργό κι ένα χαμόγελο στο πρόσωπο.

Εκείνη τη μέρα περπατούσε τριάντα πόντους πάνω από τη γη.



Στις φωτογραφίες: 1. Πίνακας του Ν. Λύτρα "Τα Κάλαντα". 2. Από το αρχείο του Θ. Φάκα, κάλαντα παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1964 στην Πρώτη Σερρών. 3. Παιδιά του δημοτικού σχολείου Σαππών Ροδόπης ψέλνουν τα κάλαντα από τη γιορτή του σχολείου τους (φωτογραφία από την ιστοσελίδα του σχολείου). 4. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Εφιάλτης μετά τα Χριστούγεννα


Ξύπνησα κάθιδρος. Τέτοιον εφιάλτη δεν είχα ξαναδεί. Κατατρόμαξα. Τι νερό ήπια (τρεις μικρές γουλιές, όπως λέει η μάνα μου), τι ζάχαρη μάσησα, τι τεχνικές ινδικές εφάρμοσα… Πού να φύγει η τρομάρα.

Είδα, λοιπόν, ότι είχε νυχτώσει. Κι εγώ έπρεπε να πάω να αγοράσω τηλεκάρτα. Βγήκα στο δρόμο. Σκοτεινιά! Παγωνιά! Ψυχή ζώσα δεν περνούσε. Κι άρχισα να περπατώ προς το απέναντι ψιλικατζίδικο, της Ναβρίλα, από την Ουκρανία. Και περπατούσα και δεν έφθανα…

Σε κάποια στιγμή, άκουσα πίσω μου μια φωνή. Φωνή τραχιά, ανδρική. Γύρισα κι είδα έναν μπρούτο τύπο, με μούσια και σγουρά λαδωμένα μαλλιά. Είχε μάτια κόκκινα, σαν τη φωτιά. Γλώσσα πύρινη, διχαλωτή. Κρατούσε στο χέρι τρίαινα, λες κι ήταν ο Ποσειδώνας. Ή ο Εξαποδίτης.

-Πού πας;

Πιότερο φώναξε, παρά ρώτησε. Ρίγη με διαπέρασαν. Ιδρώτας κρύος μ΄ έκοψε και κοιτούσα, με την άκρη του ματιού μου, πόσο μακριά ήταν, ακόμη, το ψιλικατζίδικο κι αν ήταν απ΄ έξω ο γιος της Ναβρίλα, ο Σεργκέι. Του κάκου. Μόνος ήμουν κι ούτε πεζός, ούτε αυτοκίνητο δε φαινόταν.

-Δε σε ξέρω, δε σου μιλάω!

Αυτό βρήκα να πω, αυτό είπα! Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο:

-Με ξέρεις –και μάλιστα κι απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη. Και καλά θα κάνεις να μου πεις πού πας, για να σ΄ αφήσω να επιστρέψεις. Γιατί είμαι αυτός που ψυχές μαζεύει και στον Άδη τις στέλνει.

-Και θέλεις την ψυχή μου;

-Αυτό θα το δείξει η κουβέντα μας.

-Μα κάνει κρύο… Πού να τα λέμε εδώ έξω… Δε θες να ΄ρθεις στο σπίτι, να τα πούμε;

-Οι δικές μου οι βεγγέρες, δεν είναι ευχάριστες. Κανένας δε με βάζει στο σπίτι του, ειδικά Δεύτερη Μέρα Χριστουγέννων.

-Μα δεν είναι, πια, μέρα… Νύχτα είναι!

-Ακόμη χειρότερα. Όλοι σταυροκοπιούνται, όταν με συναντάνε νύχτα. Κι όλοι παρακαλάνε να χαράξει, λες και θα λιώσω, σα βαμπίρ, με το φως του ήλιου… Α, ρε κατακαημένοι! Χαμπάρι δεν έχετε πάρει. Μυρωδιά δε νοιώσατε από αυτόν τον κόσμο!

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά, μπας και κατάφερνα να ξεφύγω. Μα με κατάλαβε.

-Τι ψάχνεις; Άστα αυτά! Ήρθε η ώρα σου!

-Η ώρα μου; Η δική μου η ώρα; Για ποιο πράγμα;

-Ξέρεις καλά!

-Η ώρα να… να πεθάνω;

-Τι τρέμεις ρε; Σιγά μην πεθάνεις από τώρα. Χειρότερα σε περιμένουν. Θα ζήσεις. Και τώρα, θα βάλεις κάτω τι έκανες και τι είπες, ως τα τώρα, στη μίζερη ζωή σου. Κι έπειτα, θα δούμε αν θα πεθάνεις και με ποιον τρόπο!

Το ΄χα χαμένο το παιχνίδι. Τούτος ο δαίμονας, ήταν αποφασισμένος να μου πάρει την ψυχή. Τι έκανα; Τίποτα! Ούτε αδίκησα, ούτε και βοήθησα, όμως, κανέναν ιδιαίτερα. Τι είπα; Πάλι τίποτα. Ούτε ψέματα, ούτε αλήθεια που θα μπορούσε να δώσει χαρά. Τι να του έλεγα, λοιπόν;

-Δυσκολεύεσαι;

-Απλά, δε σε καταλαβαίνω…

Λες και είχα πει μια λέξη μαγική, ο προσωπικός μου δράκος εξαφανίστηκε! Σα να ήταν απειλή μόνο για όσους τον κατανοούν και τον πιστεύουν. Και για τους άλλους, σα να μην υπάρχει!

Κι εκεί που έλεγα ότι ησύχασα, άρχισε νέα περιπέτεια. Βάλθηκα να τρέχω, αλλά να μη φθάνω πουθενά. Λες κι έτρεχα πάνω σε βαμβάκι, στην αρχή. Πατήματα δεν ακούγονταν κι εγώ βούλιαζα. Κι έπειτα, σα να έτρεχα στην άμμο. Βάρυναν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να φύγω, να χαθώ.

Κι έγινε, έπειτα, η άμμος, άχνη ζάχαρη. Κι άρχισα να βουλιάζω, σαν τον κουραμπιέ Καρβάλης. Βρέθηκα, έτσι, στο πάνω μέρος μιας κλεψύδρας. Μιας κλεψύδρας που αντί για άμμο, είχε άχνη ζάχαρη. Και με ρούφηξε. Κι έπεσα στο κάτω μέρος, το άλλο μισό.

Εκεί βρήκα μια πόρτα. Την άνοιξα. Ήταν σαν την πόρτα από το ψιλικατζίδικο. Αλλά όταν μπήκα μέσα, είδα ότι ήταν σκοτεινό και άδειο. Δεν είχε τίποτα στα ράφια. Λες και κάποιος κλέφτης είχε μπει πριν από μένα και τα είχε πάρει όλα, όσα βρήκε εκεί.

Χωρίς λόγο, άνοιξα το συρτάρι της ταμειακής μηχανής. Ήταν άδειο.

-Γέμισέ το!

Αυτός που με πρόσταζε, ήταν ο ίδιος δαίμονας, που πριν λίγο είχε γίνει μπουχός! Σκιάχτηκα… Το ΄βαλα στα πόδια. Βγήκα έξω από την πόρτα που μπήκα κι έτρεξα απέναντι στο δρόμο, στο μανάβικο. Αλλά κι εκεί δεν ήταν κανείς.

-Όσο κι αν τρέξεις, όπου και να πας –και στου βοδιού το κέρατο να χωθείς- θα σε βγάλω!

Ήταν πάλι εκείνος. Ο Εξαποδίτης. Κι εκεί ήταν που ένοιωσα μια δύσπνοια, μια ζάλη, ιδρώτα να με λούζει και ένα μούδιασμα στο αριστερό μου χέρι. Κι εκεί που ετοιμαζόμουνα να πέσω κάτω, θήραμα στα νύχια του κυνηγού μου, άκουσα τη φωνή της.

-Πέρασε η ώρα… Σήκω!

Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν στο κρεβάτι μου. Ούτε στο δρόμο, ούτε στο κρύο. Δίπλα μου δεν ήταν κανένας δαίμονας. Μόνον ένας άγγελος, μελαχρινός, με μάτια τεράστια, να με κοιτάζει με αγάπη. Σηκώθηκα –κι εκεί άρχισε η διήγησή μου.

Είχα πιει, πλέον, νερό, είχα μασήσει τη ζάχαρή μου, είχα ηρεμήσει κάπως. Είπα να επιστρέψω δίπλα της. Έσυρα τα βήματά μου, μια αθλιότητα, πρωί πρωί, με τις πιτζάμες, τις παντούφλες και την ανυπόφορη πρωινή αναπνοή. Κι εκεί που χαμογέλασα, εκεί που πήγα να ανοίξω το στόμα μου, να της πω «αγάπη μου», με το που διάβηκα την πόρτα, είδα, πάνω στο κρεβάτι, στη θέση της, δίπλα μου, εκείνον τον Εξαποδίτη! Με τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, τη διχαλωτή του γλώσσα, την τρίαινα… Με κοιτούσε και χαμογελούσε. Κι άρχισε, πάλι, να μουδιάζει το χέρι μου, να ιδρώνει το μέτωπό μου, να ξεραίνεται ο λαιμός μου…

Στράφηκα να φύγω και είδα το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Είχα ξεχάσει να ανάψω τα λαμπάκια! Έσκυψα, τα άναψα, γύρισα και τον είδα εκεί. Δε χαμογελούσε πια.

-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.

Μόνον αυτό είπε κι έφυγε όπως και πριν. Εξαφανίστηκε.

Τώρα αν αυτός ο εφιάλτης δεν έχει ειρμό και δε βγάζει νοήματα, είναι γιατί είναι όνειρο κακό. Και τα όνειρα, για να τα καταλάβεις, θέλουν ονειροκρίτη. Αλλά ένα πράμα με τρώει: Κι αν επιστρέψει απόψε;

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2006

Εις μνήμην

Δεν είναι από τη συναυλία της Θεσσαλονίκης, αλλά έτσι το είχε τραγουδήσει.
Ήταν να πάω σε κάποιες συναυλίες αλλά μετά το συγκεκριμένο περιστατικό, το ξανασκέπτομαι. Δεν είναι καιρός για απώλειες...

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2006

Ινδιάνικα Κάλαντα


Έκανα το λάθος. Κατέβηκα στην αγορά, παραμονή Χριστουγέννων. Όπερ μεθερμηνευόμενο, για μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, ατέλειωτη ταλαιπωρία.

Διότι, η Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, δεν έχει και πολλούς δρόμους. Ούτε πολλά μέσα μαζικής μεταφοράς. Έτσι, ή θα πάρεις το λεωφορείο και θα αισθανθείς ως sardines Portugal in oil with pepper, ή θα πάρεις το αυτοκίνητο και θα αισθανθείς ως malakas whowent to hell with his car.

Έκανα το δεύτερο. Όχι επειδή δεν έχω οικολογική συνείδηση. Αλλά επειδή ζω σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης, όπου ΕΠΡΕΠΕ να πάω για δουλειά (κι όχι για να αγοράσω κουραμπιέδες, ή τα δώρα τα οποία άφησα για την τελευταία στιγμή).

Όταν έφθασα στους δρόμους του κέντρου μ έπιασε μια απελπισία (και δύο να μη σας πω…). Τα αυτοκίνητα είχαν μετατραπεί σε α-κίνητα! Η ελληνική συνήθεια του «μπαίνω πρώτος στη διασταύρωση και κάθομαι εκεί ως κουραμπιές, έως ότου ανοίξει ο δρόμος» σε πρώτη γραμμή! Κάθισα στη σειρά μου, αν και είχε ανάψει πράσινο, περιμένοντας να ανοίξει η διασταύρωση για να μην ενοχλώ όσους ερχόταν από τον κάθετο δρόμο. Ω! Τι ήταν αυτό! Ο Βάγκνερ ωχριούσε μπροστά στον καταιγισμό ήχων από κόρνες που ακολούθησαν την ακινησία μου. Όλοι μαζί οι από πίσω κόρναραν δαιμονιωδώς, για να πάω δέκα εκατοστά πιο μπροστά, κλείνοντας τη διασταύρωση, άγνωστο για ποιον άλλο λόγο.

Οι έξυπνοι του κάθετου δρόμου, με το που με είδαν να μην κινούμαι, όρμησαν να καλύψουν αυτοί τα δέκα εκατοστά δρόμου που είχαν ανοιχθεί μπροστά μου, κάνοντας ακόμη χειρότερη την κατάσταση.

Οι –πιο- έξυπνοι πεζοί όρμησαν στη διασταύρωση κι ας είχαν κόκκινο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να παρασυρθούν από μοτοσικλέτες οι οδηγοί των οποίων γέμιζαν, με περισσές δεξιοτεχνίες, τα κενά σημεία.

Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να βρω μια γωνίτσα να παρκάρω (διπλός, εννοείται), αλλά επειδή είχα να πάρω εκατό σελίδες από έναν εκδοτικό οίκο και να φύγω (δουλειά πέντε λεπτών, δηλαδή), είπα να παρανομήσω κι εγώ.

Και τότε τους είδα. Πρώτα τον έναν: Φερνάντο Χοσέ Γουάιρα. Μουσικός. Ινδιάνος από το Περού. Χόρευε το δικό του χορό της βροχής κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Ήρθε στη χώρα μας πριν 12 χρόνια και… κόλλησε. Τραγουδούσε και πουλούσε τα cd του (έχει βγάλει, ήδη, τέσσερα!). Το τελευταίο, Γιουράι Άνκα, τιμάται μόλις 10 ευρώ. Τα έδωσα και πήγα παρακάτω.

Κλασσική μουσική. Ένα μικρό μουσικό σύνολο εγχόρδων, από νέους, έπαιζε Βιβάλντι. Τέσσερις εποχές. Μαθητές ιδιωτικής σχολής, προτίμησαν να δώσουν μια μίνι συναυλία, στους περαστικούς, παρά να πουν τα κάλαντα, για να μαζέψουν χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Πιο κάτω ήταν το γνωστό (έχουν χρόνια κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη) τριμελές συγκρότημα Ινδιάνων από τις Άνδεις. Γι αυτούς έχουν γραφτεί πολλά κι έτσι δε θα δώσω στοιχεία.

Μετά τρύπωσε η αμφιβολία στο μυαλό. Τόσοι Ινδιάνοι στη Θεσσαλονίκη; Από Περού, Χιλή, Μάτσου Πίτσου και δε συμμαζεύεται; Κι όλοι βγήκαν να χαρούν τον ήλιο παραμονή Χριστουγέννων; Παρέα με δίμετρες μελαχρινές Ινδιάνες που πλασάρουν τα cd τους; Άντε καλά, με το μουσικό σύνολο που μετέτρεψε σε Βιέννη την ηλιόλουστη Θεσσαλονίκη. Αλλά τόσοι Μάγιας και Ίνκας, πού βρέθηκαν;

Είπα να μην το σκεφτώ παραπάνω, λόγω της ημέρας, πήρα το αυτοκίνητό μου και μπήκα στη διαδικασία της επιστροφής. Άκουσα και το cd του Γουάιρα (έχει τρία δικά του τραγούδια και τα υπόλοιπα είναι διασκευές γνωστών ροκ τραγουδιών, σε… ινδιάνικο στιλ, ενδιαφέρουσα προσέγγιση, αλλά απλώς ενδιαφέρουσα) και, μετά, περπάτησα ως το διπλανό dvd club, για ένα σωστό ρεβεγιόν: Κώδικας ντα Βίντσι, Πειρατές της Καραϊβικής 2, Ο Ροζ Πάνθηρ ξαναχτυπά και Ντακ Σουπ, ό,τι πρέπει γι απόψε. Κριτικές εν καιρώ.

Καλά Χριστούγεννα.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2006

Στολίζω δενδράκι!


Επειδή οι μέρες πέρασαν και -γνωστός ανεπρόκοπος- δεν κατάφερα, ακόμη, να βάλω ούτε μια μπάλα, να ανάψω ούτε ένα λαμπάκι, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αφήσω κατά μέρος τα σχόλια για τον στολισμό των γειτόνων και να κάνω κάτι με το σπίτι μου.
Αρχή από το μπλογκ: Αριστερά στολίζω δενδράκι.
Και του χρόνου!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2006

Και καλά Χριστούγεννα!

Κυρίες και κύριοι!
Ήρθε η ώρα για τον μεγάλο μας διαγωνισμό! Εδώ ο καλός ο στολισμός! Εδώ το πιο φωτεινό μπαλκόνι κι η πιο στολισμένη αυλή!
Εμείς τηρούμε τις υποσχέσεις μας. Κι έτσι βγήκαμε, μαύρα μεσάνυχτα, έξω, με τη μηχανή (τη φωτογραφική) στο χέρι, για να αποτυπώσουμε τη χαρούμενη ατμόσφαιρα της Κάτω Περαίας, ενόψει Χριστουγέννων.
Έχουμε και λέμε:

Εδώ έβαλε το χεράκι του ο δήμος: Χριστουγεννιάτικο δένδρο αποτελούμενο από... πασχαλιάτικα κεριά!

Παλιό καλό στολισμένο έλατο. Παραδοσιακές αξίες.
Και τώρα τα θαύματα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας:

Να μπορούσα στα σύννεφα να ΄χα εγώ μικρό γκαζάδικο...

Το πρώτο έλατο(μέση στο βάθος) το στολίσαμε με κάθε μεγαλοπρέπεια. Στο δεύτερο(αριστερά) ρίξαμε εκατοντάδες λαμπάκια ως πλίνθους και κεράμους ατάκτως εριμμένους. Το τρίτο(δεξιά) προσπαθήσαμε να το δέσουμε με φωτεινά δεσμά, αλλά μας ξέφυγε το άτιμο! (Είχε περάσει κι η ώρα...)
Τέλος, μια προσπάθεια δημιουργίας ανεμόσκαλας για μελλοντικούς δραπέτες φυλακών. Και του χρόνου, να είστε όλοι γεροί, να ξαναστολίσετε (να ξαναφωτογραφήσω). Και -προς Θεού- μην πάρετε στα σοβαρά την κριτική μου κι αρχίσετε τα παράπονα (και τις μηνύσεις). Χρονιάρες μέρες είναι. Χαμογελάστε. Καλές οι προσπάθειές σας να γεμίσετε με φως τη γειτονιά σας. Γιατί , δηλαδή; Οι άλλοι που δεν κρέμασαν ούτε λαμπιόνι φέρος, είναι καλύτεροι; Μούχλες είναι. Τουλάχιστον εσείς, είστε όξω καρδιά!
.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006

Viva Las Vegas


Ποιός Πρίσλεϊ και πιο Βέγκας! Μία δεν πιάνει το όλο σκηνικό, μπροστά στο Τσίρκο Μεντράνο των γιορτών, την Κάτω Περαία!
Μιλάμε τώρα για γειτονιά αγνώριστη! Έχει γεμίσει φωτάκι και λαμπάκι! Δενδράκι και και γκυ! Αφού πιστεύω ότι, από λεπτό σε λεπτό, θα βγάλουν τα αδέσποτα κέρατα και θα τριγυρνάνε σαν τους τάρανδους του Άι - Βασίλη! Ο Ρούντολφ κι η παρέα του!
Καλά που δε χιόνισε. Γιατί αν έριχνε και χιόνι, λίγο θα ήθελε να το μπερδέψω και να πιστέψω ότι είμαι σε καμία Φιλανδία, σε καμία βόρεια χώρα, τέλος πάντων, εκεί που ο Αϊ Βασίλης είναι χοντρούλης, με κόκκινα ρούχα κι άσπρη γενιάδα.
Γιατί, εδώ που τα λέμε, ο αυθεντικός Άγιος, ο δικός μας, καμία σχέση! Πέρασε και δεν ακούμπησε. Ασκητής κι όχι υπέρβαρος. Ντυμένος σεμνά κι όχι σα θυρωρός στο Χάγιατ! Με σανδάλι κι όχι με μπότα μαύρη και γουνάκι.
Αλλά έτσι όπως έγινε η γειτονιά, σκιάχτηκα! Γέμισαν τα μπαλκόνια λωποδύτες Αϊ Βασίληδες! Πάνω σε μια σκάλα όλοι, με το σακούλι γεμάτο, σα Ρουμάνοι μπουκαδόροι που το σκάνε πριν τους πιάσει η Άμεσος Δράση, με το ζεμπίλι γεμάτο κλοπιμαία!
Μερικοί μάλιστα είναι τόσο καλοφτιαγμένοι, που λίγο έλειψε να τους πάρουν στο κυνήγι τα σκυλιά-τάρανδοι της περιοχής.
Γι αυτό σας λέω. Μύρισε Χριστούγεννα. Από την 1η Δεκεμβρίου τα στόλισαν όλοι οι καβλωμένοι, λες και είναι μαγαζάτορες στην Ερμού ή την Τσιμισκή κι αν δε βάλουν μπάλες και λαμπιόνια δίπλα στα σώβρακα και τις ζαρτιέρες δε θα πουλήσουν μία.
Έχουμε και τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς, να συναγωνίζονται το ένα το άλλο πιο θα κάνει το πιο νόστιμο νηστίσιμο: μηλόπιτες, χαλβαδοπιτάκια και... κουραμπιέδες. Τώρα πώς έγιναν νηστίσιμοι οι κουραμπιέδες, γλυκό στο οποίο το κατ΄ εξοχήν συστατικό είναι το φρέσκο και παχιό παχιό βούτυρο, μυστήριο. Τρέχουν οι γιαγιάδες και αγοράζουν τους νηστίσιμους κουραμπιέδες, τρώνε και μετά αναρωτιούνται: λες να αρτηθήκαμε;
Πάντως, προσωπικά, αυτά τα γλυκά τα υποτιθέμενα νηστίσιμα, τα αποφεύγω. Μια φορά δοκίμασα ένα (τώρα νηστίσιμο ήταν, για διαβητικούς ήταν, θα σας γελάσω) και πέρασα μια βδομάδα στην τουαλέτα. Καθάρισε, όμως, το αντεράκι μου. Να μην έχω παράπονο...
Λοιπόν, για το διάκοσμο, θα τα ξαναπούμε. Θα κάνω διαγωνισμό για το πιο κιτς στόλισμα. Κάποιος γείτονας, που στόλισε χριστουγεννιάτικο δένδρο με κάτι μπάλες κόκκινες σα μήλα το χειμώνα, έχει βάλει υποψηφιότητα. Λέω να τραβάω και φωτογραφίες, να τις ποστάρω, να πάρω και γνώμες. Πώς τη βλέπετε την ιδέα;
Μέχρι να τα κάνω όλα αυτά (κι αν δε βαρεθώ) να σας θυμίσω ότι αν φιλήσετε κάποιον κάτω από το γκυ (ή το ου, αυτά πάντα τα μπέρδευα) θα τον παντρευτείτε. Γι αυτό και η φωτογραφία.

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2006

Πανταγοραστές



-Πάμε ΙΚΕΑ;
Τα μάτια της άστραφταν, όταν ξεστόμιζε αυτές τις δυο λέξεις. Κάτι σαν τη νύφη του Τσάκι, στο ομώνυμο Β μούβι. Φρίκη με κυρίευσε. Μεγαλύτερη κι από εκείνη που ένοιωσα όταν η μικρή πρωταγωνίστρια του πρώτου Εξορκιστή ξέρασε μπιζελόζουμο στον παπά. Ήταν Σάββατο μεσημέρι. Και ήθελε να πάμε ΙΚΕΑ!
Μουσική υπόκρουση από τη Ψυχώ. Τα βιολιά στριγκλίζουν. Περπατάει αργά, αλλά σταθερά προς το μέρος μου. Είμαι στο μπάνιο. Σηκώνει αργά το χέρι της. Μου δίνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ξαναρωτάει:
-Πάμε ΙΚΕΑ;
Τα λόγια της μαχαιριά στην καρδιά. Δυο λέξεις, δυο μαχαιριές. Είμαι έτοιμος να σωριαστώ στα πλακάκια του μπάνιου και να σβήσω σαν την Τζάνετ Λι. Θα κρατηθώ, όμως, και θα κάνω το λάθος:
-Πάμε!
Ω, μοίρα τραγική! Ω, ανόητε, άνου, μη σώφρονα άνθρωπε! Ω, ηλιθιότερε των ηλιθίων, που εμπίπτεις στα κελεύσματα των Σειρήνων ως Οδυσσέας άφρων, λυτός -κι όχι δεμένος από το κεντρικό κατάρτι. Αυτά που ακολούθησαν ήταν δικό σου λάθος...
Μόλις φθάσαμε στο πάρκινγκ του ΙΚΕΑ, είχα βεβαιωθεί πως είχα διαπράξει μαλακίαν. Το ήξερα απο΄την πρώτη στιγμή, βέβαια, αλλά πλέον είχα σιγουρευθεί. Πάρκινγκ, θέσεις 1.500. Κενές θέσεις 0! Μηδέν! Νάδα! Νέμα! Νάν!
Μαζί με άλλους 100-200 περιμέναμε, ως αντάρτες στο καραούλι, να αδειάσει μια θέση, για να ξεχυθούμε, πατώντας γκάζι και να προλάβουμε να την καταλάβουμε, όπως ο Άρης τα φυλάκια των Γερμανών κατακτητών. Κι όταν, κάποια στιγμή, κατάφερα να φθάσω πρώτος, το πανηγύρισα όπως θα πανηγυρίσει ο Τόργκελε δικό του γκολ στην Τούμπα(για τους μη μυημένους στο άθλημα, ο Τόρκγελε είναι κάτι σταν τον Φόρεστ Γκαμπ. Παίρνει τη μπάλα, τριπλάρει όποιον βρει μπορστά του, αλλά χρειάζεται επιγραφή για να καταλάβει πότε πρέπει να σουτάρει και πότε να σεντράρει. Τα δε οικονομικά του ΠΑΟΚ δεν επιτρέπουν, ακόμη, την αγορά κατάλληλης επιγραφής. Άρα, όταν ο συγκεκριμένςο παίκτη πετύχει, τελικά, γκολ, οι πανηγυρισμοί του θα είναι ανάλογοι των Ρουμάνων όταν έπεσε ο Τσαουσέσκου).
Κι έπειτα ήρθε η ιερή στιγμή που περάσαμε την κυλινδρική -τουρνικέ- πόρτα. Επί μιάμιση ώρα περιδιαβαίναμε τους διαδρο΄μους, αναζητώντας το Γκράαλ: μια στήλη για τα dvd μας. Η οποία, όμως, έπρεπε να έχει χωρητικότητα τουλάχιστον 400 dvd. Με την κίτρινη τσάντα στα χέρια, το γνωστό μολυβάκι και το δελτίο παραγγελίας, τη χάρτινη μεζούρα και ατέλειωτη υπομονή, μετρήσαμε, μετακινήσαμε, σημειώσαμε, σημαδέψαμε, σχολιάσαμε και καταλήξαμε: αυτή η στήλη, σ αυτό το χρώμα, ποσότης 3.
Μετά από σόυντομο διάλειμμα στο κατάμεστο φαστ φουντάδικο του εσωτερικού του καταστήαμτος, για ένα τσιγάρο και μια ανάσα, πήραμε το καροτσάκι μας και βαδίσαμε προς την αποθήκη. Διάδρομος δύο, ράφι Κ.
Οι σύγχρονοι κυνηγοί της χαμένης κιβωτού βρήκαμε το μαγικό πακέτο, μετά απο΄μία ώρα. Το ζαλωθήκαμε, τραγουδήσαμε "μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες, το γιαπί το πιλοφόρι το μυστρί", αναπολήσαμε τα χρόνια του καρνάγιου, που γυρνούσαμε γυμνόστηθοι κάτω από τον ήλιο, με το ματσακόνι στα χέρια, τρώγωντας ντομάτα και κρεμμύδι και κινήσαμε προς τα ταμεία.
Τότε έγινε το κακό. Περνώντας από την έξοδο της αποθήκης, είδαμε τη στήλη που τόσο αγαπήσαμε, στημμένη χωρίς άλλα έπιπλα γύρω της. Είχε ύψος 2,20, πλάτος μόλις 12 εκατοστά και βάθος άλλα 12! Ως οβελίσκος υψωνόταν προς τον ουρανό και μας γέμισε απορία: Πώς διάολο στέκεται όρθια, χωρίς να καταρρέει στο παραμικρό φύσημα του ανέμου; Έδειχνε έτοιμη να καταρρεύσει ακόμη και με την κλανιά του αρσενικού γάτου μας -του Σαγιονάρα!
Πλησιάσαμε και είδαμε το μυστικό: Τη στήριζαν στο έδαφος ειδικές μεταλλικές λάμες! Έλα, όμως, που εμείς δε θα μπορούσαμε να τρυπήσουμε το πάτωμα του σπιτιού που νοικιάζουμε, για να στερεώσουμε τις στήλες του Ολυμπίου Διός! Έτσι παρατήσαμε τα πακέτα και κινήσαμε για την έξοδο.
Αφήσαμε πίσω μας το ΙΚΕΑ με δυο λούτρινους ταράνδους των επτά ευρώ (δωράκια για παιδάκια) και τρεις κουρελούδες, για να κατουράει ο Σαγιονάρας... Είχαν περάσει τρεισίμι ώρες... Είχαμε γίνει αγοραστές των πάντων, όσων δεν χρειαζόμασταν.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2006

Philadelphia


Ήταν η τρίτη φορά που έβλεπα το Philadelphia. Ταινιάρα! Καταπληκτικό σενάριο, εκρηκτικές ερμηνείες. Αλλά και μια σκηνοθετική ματιά χωρίς προηγούμενο.

Όταν είχε προβληθεί είχε τύχει της προσοχής, αλλά ίσως όχι τόσο όσο θα έπρεπε. Ήρθε, όμως, η απονομή του Όσκαρ στον Τομ Χανκς και η ταινία επαναπροβλήθηκε γνωρίζοντας την αναγνώριση που έπρεπε.

Υπόθεση: Γκέι μεγαλοδικηγόρος απομονώνεται από τους στρέιτ συνεργάτες του και πέφτει θύμα πλεκτάνης, για να απολυθεί χωρίς αποζημίωση. Επιστρατεύει νέγρο δικηγόρο, μάτσο και αντιγκέι, για να κερδίσει τη δίκη. Το AIDS θα βάλει τέρμα στη ζωή του και θα αλλάξει τη ζωή του δικηγόρου του.

Οι σκηνές στο δικαστήριο ανεπανάληπτες. Αλλά η σκηνή όπου, ο Χανκς, στηριζόμενος στο στατήρα του ορού του, εξηγεί στον Ουάσιγκτον μια άρια της Κάλας, ήταν όλα τα λεφτά.

Όσο για τη σκηνοθετική ματιά του Τζόναθαν Ντέμι, είναι ντροπή και να προσπαθήσουμε να κρίνουμε. Τα πλάνα από πάνω, στην προηγούμενη σκηνή, τα μακρινά στο δικαστήριο, στην πτώση του εξαντλημένου Χανκς, οι αρχικές τοποθετήσεις των δικηγόρων face to camera και το απόσπασμα των ταινιών 9 mm στο τέλος, έχουν μείνει στην ιστορία. Όταν το Hollywood αποφασίσει να κάνει μια τιμητική στον Ντέμι, θα πρέπει να τις βάλει στο –προς τιμήν του- κλιπάκι.

Τέλος, οι ερμηνείες. Ο Χανκς άξιζε όχι μόνον όσκαρ, αλλά και χρυσή σφαίρα και χρυσό Αλέξανδρο και χρυσή άρκτο και χρυσό φοίνικα κι ό,τι υπάρχει σε χρυσό. Από την πρώτη στιγμή σε πείθει ότι είναι η αδελφή που κρατά κρυφές τις σεξουαλικές της επιθυμίες, για να πετύχει, στη συνέχεια σε πείθει ότι είναι η ξεφωνημένη Party maniac και τέλος είναι ο καλύτερος ετοιμοθάνατος από καταβολής Hollywood. Παίζει με τα βλέμματα, με τις κινήσεις, με τη φωνή, με τα πάντα. Ο Ουάσιγκτον αλλάζει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό –όπως ακριβώς τα συναισθήματά του και οι απόψεις του στην ταινία. Ο Μπαντέρας είναι ο σύντροφος που θα ήθελες να φιλήσεις τρυφερά και να κοιμηθείς αγκαλιά μαζί του. Η Στίνμπεργκεν είναι η σκύλα δικηγόρος που θα πατήσει επί πτωμάτων για μια νίκη, άσχετα με το δίκιο ή το άδικο. Τα «αφεντικά», ο ένας μετά τον άλλο, σου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν από ένα μπαστούνι στον κώλο. Εκπληκτικό κάστινγκ.

Αιδώς στις μεγάλες αλυσίδες videoclub που δεν το έχουν στα ράφια τους, επειδή «είναι στενάχωρη ταινία». Με φοβερή αφέλεια, ξανθή υπάλληλος μου είπε, με ορθάνοιχτα μάτια: «Ξέρετε, σ αυτήν την ταινία πεθαίνει ο πρωταγωνιστής»!

Μπράβο στο Mega για την επιλογή, για τη Μέρα Kατά του AIDS. Να το δείχνουν κάθε χρόνο, μπας και ασχοληθούμε ποτέ με το θέμα.

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

Ο ΚΟΚ της Καπελίας


Πρωί. Πρωί για μένα, δηλαδή, γιατί για τους άλλους, ήταν μεσημεράκι. Οδηγούσα. Πίσω από το τιμόνι, στους δρόμους της πόλης.
Πρώτη, δευτέρα, νεκρά, πρώτη, νεκρά, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, όχι τρίτη, νεκρά, πρώτη, νεκρά. Φρένο. Πρώτη, δευτέρα, νεκρά, πρώτη, νεκρά, πρώτη, δευτέρα, νεκρά. Φρένο.
Σε τέτοιες οδικές συνθήκες δοκιμάζονται οι υποψήφιοι οδηγοί, παίρνουν το δίπλωμα και ξεχύνονται στους δρόμους να μάθουν να οδηγούν.
Κι εκεί τον συνάντησα. Ο ιδιοκτήτης του δρόμου. Οδηγούσε ακριβώς στη μέση. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Και δεν οδηγούσε κανένα smartάκι, να βλέπουμε και τι γίνεται, εμείς οι πισινοί. Μπετονιέρα οδηγούσε! Μπετονιέρα, πρωινιάτικα, στους δρόμους μιας πόλης πολύ κοντά στο έμφραγμα.
Θα μου πείτε, τώρα: Κι αυτοί που θέλουν να ρίξουν μπετά στο σπίτι τους, ρε φίλε, πώς θα εξυπηρετηθούν, αν όχι με μπετονιέρα;
Αυτό σκέφτηκα κι εγώ κι έκανα υπομονή. Μπήκα πίσω από το Χάρο και προσευχόμουν να στρίψει σε κάποια στιγμή, να γλιτώσω.
Κατά μία διαβολική σύμπτωση, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ογκώδες όχημα το οποίο θέλεις να αποφύγεις, έχει την ίδια αφετηρία και τον ίδιο προορισμό με ΄σένα. Έτσι, από κοντά κι αγαπημένοι, εκείνος μπροστά κι εγώ πίσω, φθάσαμε στη Βενιζέλου... Όταν, δε, άναψε φλας δεξιά για Τσιμισκή, μου ήρθε ν΄ ανοίξω σαμπάνιες.
Αλλά κάποιος εκεί πάνω, μου την είχε φυλαγμένη. Γιατί μόλις γλίτωσα από τη Μπετονιέρα (τη γράφω επίτηδες με κεφαλαίο, για να έχει όγκο η λέξη, όπως και το όχημα) έπεσα σε γέρο με καβουράκι.
Η συγκεκριμένη συνομοταξία οδηγών έχει τους δικούς της κανόνες και ακολουθεί δικό της κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Παρατηρήστε το! Όλοι οι οδηγοί κάποιας ηλικίας, που φορούν καπέλο την ώρα που οδηγούν (λες και κρυώνουν επειδή τους χάλασε το αερόθερμο, ή φοβούνται πως η ηλιακή ακτινοβολία θα διαπεράσει τον ουρανό του αυτοκινήτου και θα τους προκαλέσει, αρχικά, εγκαύματα και, στη συνέχεια, καρκίνο του δέρματος, οδηγούν με τον ίδιο, ακριβώς, τρόπο, λες και έχουν έρθει από μία μυστηριώδη χώρα, την Καπελία.
Αρ. 1: Στην Καπελία, τα φλας είναι άχρηστα. Όποιος θέλει να στρίψει, απλά στρίβει! Ο πίσω μαντεύει την πρόθεση του μπροστά και τον αποφεύγει (εξάλλου ο πίσω έχει, πάντα, άδικο).
Αρ. 2: Στην Καπελία, ο εξερχόμενος κυκλικής πλατείας έχει προτεραιρότητα, αρκεί να φορά καπέλο μέσα στο αυτοκίνητο. Επίσης και ο εισερχόμενος κυκλικής πλατείας έχει προτεραιότητα, αρκεί -και πάλι- να φορά καπέλο. Λες και το καβουράκι ή το τζόκεϊ έχουν μια μαγική δύναμη και δίνουν την ιδιότητα στον οδηγό του οχήματος να μπει και να βγει από την πλατεία όποτε θέλει, όπως θέλει και χωρίς να πάθει το παραμικρό.
Αρ. 3: Στην Καπελία, οι καθρέπτες είναι παντελώς άχρηστοι! Μου έχει τύχει ν' ανέβω από Βόλο Μακρυνίτσα, με υπήκοο Καπελίας μπροστά καθ΄ όλη τη διαδρομή, ο οποίος είχε διπλωμένους ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΚΑΘΡΕΠΤΕΣ, λες και ήταν παρκαρισμένος κι όχι σε κίνηση σε δρόμο που θυμίζει αλλεπάλληλα οκτάρια!
Αρ. 4: Στην Καπελία, η κόρνα είναι προγραμματισμένη να ηχεί ανά πέντε δευτερόλεπτα. Κάθε πέντε δευτερόλεπτα ακούς: Μπιπ μπιπ! Δις. Βλέπεις το φανάρι σου, είναι κόκκινο. Ακούς τον ήχο, στρέφεις το βλέμμα ξανά στο φανάρι, το ξαναβλέπεις κόκκινο. Ακούς ξανά τον ήχο, γυρνάς πίσω και ο υπήκοος Καπελίας σου δείχνει το πράσινο, πλέον, φανάρι σου.
Αρ. 5: Στην Καπελία, το ανώτατο όριο ταχύτηας είναι τα 20 χιλιόμετρα. Και μέσα στην πόλη κι έξω από την πόλη. Εκεί, σταθερά. Λες και όλα τα οχήματα έχουν σύστημα κρούιζιν, ρυθμισμένο στα 20.
Αρ. 6: Στην Καπελία, οδηγείς ΠΑΝΤΑ, στην αριστερή λωρίδα. Ασχέτως με την ταχύτητά σου (η οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο του ΚΟΚ Καπελίας, είναι τα 20 χιλιόμετρα).
Αρ. 7: Στην Καπελία, τα αυτοκίνητα έχουν καλή ηχομόνωση. Όσο και να κορνάρεις τον υπήκοο Καπελίας, που κινείται με 20 στην αριστερή λωρίδα, εκείνος συνεχίζει απαθής το δρόμο του.
Αρ. 8: Στην Καπελία, τα φώτα των αυτοκινήτων ανάβουν μόνον σε έκτακτη ανάγκη. Με συννεφιά, δε χρειάζονται φώτα. Με βροχή, δε χρειάζονται φώτα. Σε δρόμους φωτισμένους, δε χρειάζονται φώτα. Φαίνεται ότι η ΔΕΗ είναι ακριβή στην Καπελία.
Αρ. 9: Στην Καπελία, καταλαμβάνεις τη μεσαία λωρίδα σε δρόμους πολλαπλής κίνησης, άσχετα αν δεν θες να πας ίσια, αλλά να στρίψεις δεξιά ή αριστερά. Επίσης, καταλαμβάνεις τη δεξιά λωρίδα όταν θες να πας ίσια ή αριστερά και την αριστερή, όταν θες να πας ίσια ή δεξιά. Το Άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγει εκπληκτικά αποτελέσματα.
Αρ. 10: Στην Καπελία, οι ζώνες ασφαλείας αποτελούν διακοσμητικό του εσωτερικού του αυτοκινήτου.

Θα μπορούσα να γράφω ώρες. Καταθέτω τον ειδικό ΚΟΚ της Καπελίας, ως δεκάλογο. Δεκτά σχόλια και προσθήκες.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006

Φεστιβάλ και Φεσιβάλ

Τέτοιο κράξιμο δεν ξαναείδα. Το Φεστιβάλ της νύστας, το Φεστιβάλ της κλάψας, το Φεστιβάλ ωδή στον Καρυωτάκη…. Και τι δεν γράφτηκε –και τι δεν ειπώθηκε…

Θα μου πείτε: Καλώς τα παιδιά… Τώρα ξύπνησες; Μωρέ ξυπνητός ήμουν, αλλά περίμενα ένα όνειρο, για ν΄ αρχίσω να τραγουδάω κι εγώ.

Το όνειρο ήρθε σήμερα το μεσημέρι. Άρρωστος καθώς είμαι εδώ και μερικές ημέρες και σέρνω τις πανάθλιες παντούφλες μου από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα κι από εκεί στην κουζίνα, ανάμεσα από στοίβες χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα και άπλυτα φλιτζάνια με τσάι, καφέ κι άλλα αφεψήματα και γιατροσόφια, έγειρα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος. Και τότε το είδα!

Ήμασταν, λέει, όλη η τσακαλοπαρέα. Εγώ, ο Αντώνης, ο αδελφός του ο Θωμάς, ο Κώστας κι ο μικρός του αδελφός, ο Δημήτρης. Με κοντά παντελόνια, καθότι ακόμη Σεπτέμβριος. Γιατί τότε, το ¨70, το Φεστιβάλ Τραγουδιού γινόταν κατά τη διάρκεια της Έκθεσης. Ο Αντώνης έμενε σε μονοκατοικία, με εξωτερική σκάλα. Εκεί ήταν η θέση μας. Μόλις σκοτείνιαζε, λίγο πριν οι μανάδες μας βγουν στα μπαλκόνια κι αρχίσουν τις φωνές («Δημητράάάάάάκηηηηη!!!!!!!! Έλα γρήγοραααα!!!!!!») καθόμασταν στα σκαλιά και συζητούσαμε. Ήταν η κατάληξη της μέρας, με διπλό σκοπό: να κουτσομπολέψουμε (καθότι οι άντρες πάντα ήταν πιο κουτσομπόληδες από τις γυναίκες) και να ΄χουμε και άλλοθι για να μείνουμε λίγο παραπάνω έξω («Έλα ρε μαμά! Εδώ είμαστε. Δεν παίζουμε, συζητάμε! Να, δέκα λεπτά θα τα πούμε και θ΄ανέβω»!).

Εκεί στα σκαλιά, πέρα από το ποιος αγαπάει ποιαν, πέρα από τις περιγραφές των καλύτερων γκολ της ομάδας μας, πέρα από αποκαλυπτικές εξομολογήσεις για το αν φίλησε κανείς μας καμία συμμαθήτρια («Έλα ρε! Στο στόμα; Με γλώσσα; Κανονικά»;), με τον ερχομό της Έκθεσης, ήταν η ώρα του Φεστιβάλ.

Ποιος μουσικοκριτικός κι αηδίες! Το χρυσό φτυάρι! Δεν αφήναμε κανέναν ήσυχο. Ούτε τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Τώνη Βαβάτσικο («Πίσω από το Ποτάμι που Τρέχει»), ούτε την Άννα – θέλω – να – γίνω – σταρ – Βίσση («Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή), ούτε τον άρχοντα της νύχτας Τόλη (ένας είναι ο Τόλης) που ανέβηκε τύφλα μεθυσμένος στη σκηνή, με μάτι βαμμένο για να μην τον καταλάβουν και τραγούδησε (τι τραγούδησε! Χτυπιόταν έτσι που τύφλα να ΄χει ο Μόρισσον στις μεγάλες ντούκλες) «Ξανθή, Αγαπημένη Παναγιά» κι από κάτω τον χαίρονταν και η Ζωίτσα Λάσκαρη και η Μαρινέλλα. Κι όλοι μαζί να τραγουδάμε, στα σκαλιά, «Σαν Ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη» και «Δεν έχεις τέλος Μπαρμπα-Λιά».

Κι ύστερα άλλαζε το ρεπερτόριο. Αναλάμβανα εγώ με την κουλτούρα μου «Να ΄τανε το 21» και «Άπονη Ζωή» και «Φτωχολογιά». Τραγούδια που άρεζαν στον πατέρα μου, τον μπάτσο, που ποτέ δεν κατάφερε ν ακούσει το «Τάκα τάκα τάκα τακατάκα τα», κι ας επέμενε «η Υπηρεσία» ότι ήταν καλύτερο άκουσμα. Κι άνοιγε το ραδιόφωνο, κι έπιανε μεσαία (πού FM τότε, μόνον δυο τρεις πειρατές τα ξέρανε) κι άκουγε τις εκπομπές της Κολούμπια και του Μίνωα Μάτσα και Υιού. Και Καζαντζίδη. Και δώστου «Πικρό σα δηλητήριο είναι το διαβατήριο» και «Νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου» και «Τώρα ο Σκύλος έφυγε». Κι όταν έφθανα στο «21» βγαίναν οι πατεράδες μας στα μπαλκόνια και μας μάζευαν μέσα, με φωνές και φασαρίες και λόγια, για να μην το ξανατραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι. Και δάκρυζαν όπως μας τα λέγανε.

Αυτά ονειρεύτηκα. Τα μικράτα μου. Το Φεστιβάλ του 70, στο Παλέ, με τις πράσινες πλαστικές κουρτίνες για σκηνικό και τον Άλκη Στέα, που μας ευχόταν συνέχεια να ευτυχούμε. Κι όταν ξύπνησα οργίστηκα με όλους αυτούς που το κράζανε το φετινό Φεστιβάλ, για τα τραγούδια του. Γιατί τους χάλασε το πάρτι. Γιατί όλοι αυτοί (με πρώτους εκείνους τους εκδότες-δημοσιογράφους στο Θέμα) θέλουνε τραγουδάκια χαρωπά, πάνω τα χεράκια, κάτω τα χεράκια και γκόμενες πλαστικές να τραγουδάνε «Γλύκα γλύκα» και τη Θώδη να εκτελεί την Γκέινορ κι όλοι να γελάνε και κανείς να μην αρπάζει μια βρεμένη σανίδα να της κάνει τον ποπό μαύρο, που ασελγεί επί του πενταγράμμου. Για να γεμίζουν τις εκπομπές τους με κώλους και βυζιά και τις εφημερίδες τους με σκάνδαλα παντός είδους και παντός καιρού.

Και βρίσκουν άλλοθι στο ότι στην Ελλάδα, δυστυχώς, η ποιότητα έγινε συνώνυμο της κλάψας. Και ξεχνούν δημιουργούς τεράστιους, που έκαναν τέχνη με τα τσιφτετέλια. Που δημιούργησαν τα Τραγούδια της Χαρούλας, όπως ο Ρασούλης κι ο Νικολόπουλος κι ο Βαγιόπουλος, που έβαλε μουσική στα τσιτάτα του Μανώλη κι έφτιαξαν μαζί το ΚΟΡΥΦΑΙΟ τσιφτετέλι που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα (αλλά και η γείτων Τουρκία), το «Πότε Βούδας Πότε Κούδας» -που, σημειωτέων, δεν το ακούσαμε στην τελετή λήξης της Ολυμπιάδας, μάλλον το ξέχασε ο Διονύσης. Και γίναν και παραγωγοί σε δίσκους νέων, όπως οι Κατσιμιχαίοι, που όμορφα τραγούδησαν και τον γεροντοέρωτα και τον έρωτα χωρίς απόκριση.

Όμως η μανία τους αυτή, να ισοπεδώσουν το σύμπαν, να κάνουν πλάκα στον καθένα, να προωθούν το κούφιο και το κενό, γυρνάει μπούμεραγκ. Και νοιώθουν στο πετσί τους αυτά που οι ίδιοι έκαναν σε άλλους, πια. Κι η Ελλάδα αρχίζει να ξυπνά. Και να ζητά.

Γιατί δεν έχει πιει «της Άρνης το Νερό».

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2006

Εγώ κι ο Τάισον


Είχα μια περιπέτεια μαζί της. Ασκούμενη δικηγόρος εκείνη, φαν των δικαστηρίων εγώ, είχαμε ειδωθεί στα υπέροχα ασανσέρ του δικαστικού μεγάρου της Θεσσαλονίκης. Σκοτεινά και στενόμακρα –όπως ήταν πριν πέντε-έξι χρόνια.

Μη βιάζεστε! Η περιπέτεια δεν άρχισε μέσα σε ασανσέρ. Αν και τότε ήταν πολύ της μόδας το Love in an elevator, των Aerosmith, δεν ακολουθήσαμε τη συμβουλή. Δεν είναι και το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο εκεί που χαμουρεύεσαι στο ασανσέρ να ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα κοτζάμ πρόεδρος Πρωτοδικών, η ολόκληρος εισαγγελέας εφετών! Μπορεί οι ματιές μας να ανταμώθηκαν, τα χέρια να μάκρυναν, όμως κρατήσαμε τα προσχήματα.

Η πρώτη εντύπωση μετράει πάντα. Θετικά, ή αρνητικά. Στην περίπτωσή μας μέτρησε θετικά. Και, από το ασανσέρ, βρεθήκαμε σε γυράδικο, για κάτι στα όρθια. Και από το εστιατόριο στο σπίτι της, για κάτι στα γρήγορα. Το όρθιο, με πείραξε στο στομάχι. Το γρήγορο ήταν σαφώς καλύτερο.

Κι εκεί που και οι δυο πιστεύαμε ότι αυτό ήταν και τέλειωσε, μπλεχτήκαμε. Την ξαναείδα την επομένη. Πάλι στο ασανσέρ. Μίλησε πρώτη:

-Το κάνεις επίτηδες;

-Ήταν τυχαίο…

-Μήπως με ακολουθείς;

-Θα το ΄θελα πολύ.

-Και ποιος σ΄ εμποδίζει;

-Δε θέλω να το παρεξηγήσεις.

-Δεν το παρεξηγώ. Ίσα-ίσα, με κολακεύει.

-Αχά!

-Ποια γυναίκα δεν κολακεύεται όταν γίνεται αρεστή;

-Δεν κατάλαβες… Δε γίνεσαι, απλά αρεστή. Θέλω να σε βάλω κάτω, ή να με βάλεις από κάτω. Να με βαλσαμώσεις και να σηκωθούμε από το κρεβάτι τα Χριστούγεννα.

-Είναι ήδη 20 Νοεμβρίου. Θέλεις να τη βγάλεις φτηνά…

Μετά από τέτοιο διάλογο, δεν κρατιέσαι και ιδιαίτερα. Από το ασανσέρ βρεθήκαμε στο υπόγειο. Πίσω από ένα βουνό φακέλους του πρωτοδικείου, στα όρθια, κάναμε έρωτα με τέτοιο ρυθμό και ένταση, που ήρθε ο σεκιουριτάς να βρει πού είναι το ζώο και ποιος το σφάζει. Ντροπιασμένοι (αλλά κι ευχαριστημένοι) μαζέψαμε σώβρακα και κιλότες, σηκώσαμε παντελόνια, κατεβάσαμε φούστες και βγήκαμε από το κτίριο κακήν κακώς.

Το πράγμα πήγαινε έτσι, σε γενικές γραμμές. Βρισκόμασταν στο ασανσέρ, πηδιόμασταν όπου βρίσκαμε. Καμία φορά πήγαινα βράδυ στο σπίτι της, καμία φορά ερχόταν στο δικό μου. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη, μέναμε ως το πρωί. Με το που τελειώναμε, χαλαρώναμε για λίγο, κάναμε ένα τσιγάρο στα γρήγορα και φεύγαμε. Ο καθένας στο σπίτι του και στο κρεβατάκι του.

Η ιστορία θα έληγε κάποια στιγμή λόγω βαρεμάρας των εραστών, αν δεν φρόντιζα να τα κάνω όλα άνω κάτω, από την υπερβολική μαλακία και τον ανείπωτο εγωισμό μου. Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, μόλις είχαμε ξαλαφρώσει στις τουαλέτες του τρίτου ορόφου του δικαστικού μεγάρου και βγαίναμε παρέα, την ώρα που δυο γραμματίνες της έδρας μας κοιτούσαν μάλλον με ζήλια, παρά με σιχασιά. Αυτήν τη φορά, άνοιξα εγώ την κουβέντα:

-Τι κάνεις το βράδυ;

-Κοιμάμαι.

-Μόνη;

-Σήμερα ναι.

-Αύριο;

-Αύριο με παρέα.

Όταν σας πουν κάτι τέτοιο κι η σχέση είναι ιδιαίτερα ελεύθερη, όπως ήταν η δική μας, διευκρινίστε τι εννοεί. Για να αποφύγετε τα δύσκολα. Εγώ, δεν διευκρίνισα. Θεώρησα ότι η παρέα ήμουν εγώ και, Σάββατο βράδυ, τράβηξα γραμμή για το σπίτι της.

Χτύπησα το κουδούνι κι άκουσα τη φωνή της.

-Νίκο μου, άνοιξε λίγο που δεν μπορώ…

Άνοιξε ο Νίκος. Ένα κεφάλι πιο ψηλός από μένα, με μπράτσα στο μέγεθος των μηρών μου.

-Τι έγινε ρε φιλαράκι;

Τι να γίνει; Τίποτα δε θα γίνει. Αν προλάβω να το σκάσω, δε θα γίνει τίποτα. Αν δεν προλάβω, όμως, θα γίνει φονικό.

Δεν πρόλαβα. Με το που γύρισα πλάτη, άπλωσε το κουπί του και με σταμάτησε.

-Για ένα λεπτό! Ποιος είσαι και τι θες εδώ;

-Για τα κοινόχρηστα ήρθα, αλλά βλέπω ότι έχετε δουλειά… Θα ξαναπεράσω!

Δεν έπιασε. Το πάτωμα απομακρύνθηκε από τις πατούσες μου. Πετούσα, παράλληλα με το παρκέ. Προσγειώθηκα λίγο άτσαλα, δίπλα στο τραπεζάκι του καφέ, διαλύοντας ένα παλιό σκαμπό. Ο νόμος της βαρύτητας είχε επιβληθεί.

-Μισό λεπτό, ρε φίλε, να σου πω…

-Άσε! Μου λες αργότερα!

Μπουσούλισα ως το μπάνιο. Με πρόλαβε. Με έσυρε πάλι στο χολ. Σκούπισα μια έκταση μερικών τετραγωνικών. Ευτυχώς, η κυρία του σπιτιού είχε κάνει παρκέ και δε λέρωσα τα ρούχα μου, από τη σκόνη. Είμαι και αλλεργικός στην οικιακή σκόνη… Στο αίμα, ομολογουμένως, δεν έχω εκδηλώσει αλλεργία.

-Ρε φίλε, να εξηγήσω…

Ήταν φανερό ότι έπασχε από μία βαριά ασθένεια των ακουστικών νεύρων. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά… Ήταν κουφός. Αλλά με ιδιαίτερα βαρύ χέρι.

Αδυνατώ να θυμηθώ το παραμικρό, μετά τον έντονο καβγά μας. Τα μόνα που θυμάμαι είναι ότι του δωσα μία με τη μύτη μου στη δεξιά του γροθιά και μία με τα αρχίδια μου στο αριστερό του γόνατο. Πρέπει να τον πλήγωσα άσχημα, γιατί κι εγώ δεν πήγα πίσω.

Έναν μήνα μετά, ξαναπήγα στα δικαστήρια. Οι ενδιάμεσες τέσσερις εβδομάδες είχαν περάσει γρήγορα κι ευχάριστα. Απέφευγα το κρέας και κάθε τι στέρεο. Αντιθέτως, το γλέντησα με κρέμες μωρών και χυμούς. Ο γύψος στο πόδι μου έδινε έναν σπορτίφ τόνο. Τα μαύρα μάτια προσέθεταν στον τύπο μου. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ και μπήκε μέσα εκείνη, μου γεννήθηκε μια τεράστια λαχτάρα να κατέβω σ εκείνο τον όροφο. Την επομένη, αποφάσισα να αποφεύγω και τα δικαστήρια.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2006

Μηχανήματα του διαόλου


Η αλήθεια είναι ότι πολύ σπάνια παρκάρω σε θέση ελεγχόμενη. Συνήθως η τύχη μου θυμίζει τον Γκαστόνε και, εκεί που θέλω να βρω παρκάρισμα, εκεί βρίσκω, ακόμη κι αν χρειαστεί να τριγυρνάω μισή ώρα. Κι όποτε πάρκαρα σε θέση με παρκόμετρο, ποτέ δεν έτυχε να με γράψουν(όχι, δεν κοιμάμαι με τον μητροπολίτη - είναι μεγάλος για τα γούστα μου, άσε που με γαργαλάει το γενάκι).
Σήμερα το πρωί, όμως, καθώς είχα αργήσει υπέρ του δέοντος για την πρωινή μου εργασία (διότι, για να συγκεντρώσω ένα συμπαθητικό ποσόν για τα προς το ζην έχω και μεσημβρινή ΚΑΙ βραδινή δουλειά -θα είχα και νυχτερινή, αλλά δε μου βγαίνουν οι ώρες), αποφάσισα να παρκάρω σε θέση με κάρτες ελέγχου.
Στη συγκεκριμένη θέση ένας τρόπος υπήρχε να αποκτήσω κάρτα: να απευθυνθώ στο κοντινό -είναι η αλήθεια- μηχάνημα έκδοσης. Χωρίς δεύτερη σκέψη (αφού, ίσως λόγω της συνεχούς τύχης στο θέμα παρκάρισμα δεν παρανομώ), κατευθύνθηκα στο μηχάνημα για να βγάλω εισιτήριο.
Διάβασα προσεκτικά τις οδηγίες:
1. Σχηματίσατε τον αριθμό κυκλοφορίας, χωρίς τα γράμματα.
Το έκανα. Στην οθόνη είδα τον αριθμό μου και αμέσως μετά την ένδειξη: Αριθμός αδύνατος. Σκέφτηκα να τον ταΐσω κάτι -ήταν η ώρα της τυρόπιττας- αλλά μετά αποφάσισα να ξαναπληκτρολογήσω. Το ξαναέκανα. Τα ίδια. Πρώτα ο αριθμός κι αμέσως μετά, ηχητικό σήμα και "αριθμός αδύνατος". Χρειάστηκε η επιμονή μου και πέντε προσπάθειες για να αλλάξει το ηχητικό σήμα και να μου δώσει το μηχάνημα τη δυνατότητα να προχωρήσω στο δεύτερο βήμα.
2. Ρίψατε το αντίτοιμον. Μία ώρα 1,40, δύο ώρες 2,20. Κοίταξα τα ψιλά. Είχα δίευρο και 50λεπτο. Η επιγραφή ανέγραφε σαφέστατα: Το μηχάνημα δε δίνει ρέστα. Αποφάσισα να ενισχύσω οικονομικώς το δήμο με 30 λεπτά επιπλέον. Έριξα τα κέρματα. Το μηχάνημα τα έφτυσε, από την ειδική σχισμή. Ξαναπροσπάθησα. Ντινγκ ντινγκ από πάνω, ντλονγκ ντλονγκ από κάτω. Είχα, ξανά, στα χέρια μου, τα κέρματά μου. Τα κοίταξα προσεκτικά μήπως ήταν χτυπημένα, μήπως ήταν κίβδηλα και προσπαθούσα να καταλάβω για ποιον λόγο τα χρήματά μου δεν περνούσαν στο συγκεκριμένο μηχάνημα. Δεν βρήκα άκρη κι επανέλαβα: Ντινγκ Ντινγκ, ντλονγκ ντλονγκ. Την απορία μου έλυσε ο λαχειοπώλης της γωνίας: "Πρέπει να ρίξεις το ακριβές αντίτοιμο", μου είπε. Και μου έδωσε ένα 20λεπτο. Τον ευχαρίστησα, προσπάθησα να του δώσω το 50λεπτο, αλλά ήταν υπερβολικά περήφανος για να το δεχτεί. Που είχαμε μείνει; Α, ναι:
2. Ρίψατε το αντίτοιμον. Μία ώρα 1,40, δύο ώρες 2,20. Έριξα τα 2,20.
3. Πατήσατε το πράσινο κομβίον. Το πάτησα. Ουδεμία αντίδρασις. Το μηχάνημα στέκονταν παγερά αδιάφορο στις ενέργειες των ακροδακτύλων μου. Ξαναπάτησα. Τα ίδια. Τρίτο πάτημα και, ξανά, ο ίδιος μισητός ήχος: Ντλονγκ Ντλονγκ!
Επανέλαβα τα βήματα 1-3. Αυτήν τη φορά, μετά το πάτημα του πράσινου κομβίου, ακούστηκε νέο ηχητικό σήμα. Μπιμπ μπιμ μπιμπ μπιμπ. Από την ειδική σχισμή ξεπρόβαλε το εισιτήριό μου. Το πήρα βιαστικά, επειδή πίσω μου είχε σχηματιστεί ουρά από άλλους ταλαίπωρους κυνηγούς του χαμένου ακριβούς αντιτοίμου.
4. Τοποθετήστε το εισιτήριο στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, έτσι ώστε να είναι ορατό από έξω. Πήγα στο αυτοκίνητό μου. Ακούμπησα το εισιτήριο στο πάνω μέρος του ταμπλό και διαπίστωσα ότι ήταν ένα λευκό χαρτάκι. Το γύρισα από την ανάποδη, αλλά η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε: Παρέμενε ένα λευκό χαρτάκι.
Ο από μηχανής θεός (λαχειοπώλης), εξήγησε: "Συμβαίνει καμία φορά. Τελειώνει το μελάνι". Η προσπάθειά μου να παραμείνω νομοταγής ήταν καλή, αλλά δεν τελεσφόρησε. Άφησα το άγραφο χαρτάκι (tabula rasa) στο ταμπλό και πήγα στη δουλειά μου. Όταν γύρισα βρήκα στο παρπρίζ και μία κλήση για παράνομο παρκάρισμα.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να τοποθετήσει ο δήμος, δίπλα σε κάθε μηχάνημα του εξαπωδώ έναν ενυδρείο με σουπιές. Έτσι δε θα μένουμε ποτέ από μελάνη.

Στη φωτογραφία: Παλιό, καλό και σίγουρο μηχάνημα παρκομέτρησης.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2006

Οι AC/DC στη Θεσσαλονίκη; Όχι βέβαια...



Το δελτίο τύπου το οποίο έλαβα, δε δεχόταν αμφισβήτηση. Το έλεγε ξεκάθαρα: Οι AC/DC στη Θεσσαλονίκη!
Έτριψα τα μάτια μου. "Ο Agnus Young και η παρέα του...", μπλα μπλα, μπλα μπλα... Ξαναέτριψα τα μάτια μου.
Ήμουν έτοιμος να αρπάξω το τηλέφωνο και να προαγοράσω εισιτήριο. Τότε το βλέμμα μου καρφώθηκε στο κάτω μέρος του δελτίου τύπου. Με μικρότερα γράμματα αναφερόταν: "Παίζει το συγκρότημα τάδε"...
Με ζώσανε τα φίδια. Τι είναι αυτό; Suport group; Ξαναδιάβασα το δελτίο τύπου από την αρχή ως το τέλος. Ήταν, πλέον, φανερό, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Πήρα τηλέφωνο. Ρώτησα για εισιτήρια. Υπήρχαν. Ήθελα να κλείσω θέση; Ναι, αλλά... Και τότε αποφάσισα να ζητήσω πληροφορίες:
-Ξέρετε, είμαι θαυμαστής του γκρουπ, μέλος του fun club και θέλω να στείλω κάποια κρασιά στα μέλη του συγκροτήματος, γιατί τους το είχα υποσχεθεί κάποτε...
Σιγή. Ιχθύος. Η κοπέλλα ή είχε πεθάνει, ή τόση ώρα μιλούσα σε ηχογραφημένο αποδέκτη. Και τότε, μου έσκασε το παραμύθι.
Δεν θα ερχόταν το γκρουπ στη Θεσσαλονίκη. Θα οργανωνόταν μια βραδιά προς τιμήν τους, με βιντεοπροβολές, dj's κι ένα συγκρότημα (αυτό με τα μικρά γράμματα), που θα έπαιζε τραγούδια τους.
Συγχίστηκα. Η ευγενική μου φύση εξαφανίστηκε. Ο δρ. Τζέκιλ έγινε κ. Χάιντ.
Και γιατί, παρακαλώ, το δελτίο τύπου ανέφερε όσα ανέφερε;
-Μα το γράφουμε πως παίζει ένα άλλο συγκρότημα.
Ναι, με μικρά γράμματα. Για να τσιμπήσει το κοινό;
-Όχι, βέβαια. Το ΄χουμε ξανακάνει και με άλλα συγκροτήματα και η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία.
Δεν αμφέβαλα. Το πρόβλημα είναι ότι μου αρέσουν οι ξεκάθαρες εξηγήσεις. Καλή η προσπάθεια, αλλά άλλο να περιμένεις το αγαπημένο σου συγκρότημα κι άλλο να βλέπεις κάποιους τυχαίους -καλούς, έστω- μουσικούς, να παίζουν τα αγαπημένα σου τραγούδια. Σωστά;
Και για να αποδίδουμε τα του Καίσσαρος τω Καίσσαρι, ο ίδιος πολυχώρος είχε οργανώσει συναυλία των Wailers, ως φόρο τιμής στον Bob Marley. Το δελτίο τύπου ανέγραφε ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ξεκάθαρα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, από πιτσιρικάδες (ήμουν -μαζί με δυο τρεις άλλους σα τη μύγα μες στο γάλα) κι όλοι το καταευχαριστήθηκαν. Ήξεραν τι πήγαν να δουν, είδαν αυτό που τους είπαν κι έφυγαν φτιαγμένοι, χορεύοντας και τραγουδώντας. Σωστά;

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2006

Ολυμπιακοί εκτός Αθηνών


Διάβασα σε ποστ γνωστού (δε μου αρέσει η λέξη «επώνυμοθ», αφού όλοι επώνυμοι είμαστε) για τα Ολυμπιακά έργα. Με αφορμή το Blog του άρχισε μια κουβέντα χωρίς τέλος, για τα έργα στην Αθήνα. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας διαμαρτύρονταν για την ολυμπιακή προίκα.

Έγραψα το παρακάτω σχόλιο, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Ένοιωσα σα να ζω σε άλλη χώρα. Να τι είχα γράψει:

«Και πού να δείτε τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη. Όμηροι ενός και μοναδικού ΟΑΣΘ, αστικών λεωφορείων, δηλαδή. ΔΙπλών, αρθρωτών, που στριμώχνονται σε δρόμος όπως η Ερμού, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Για να βρεθείς από τα ανατολικά στο κέντρο (μια απόσταση 25 χιλιομέτρων) αλλάζεις τρία αστικά λεωφορεία.
Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν -και πολεμούν, για- να μην υπάρξει μετρό, άλλη περιφερειακή, υποθαλάσσια, άλλος δρόμος. Που προτείνουν να κλείσει το κέντρο (με αυτές τις αστικές γραμμές) για τα αυτοκίνητα.
Η πόλη έχει ένα γήπεδο (για να φθάσουμε στο θέμα μας), το Καυτανζόγλειο, ανακαινισμένο για τους Ολυμπιακούς, χτισμένο το 1950 (το εγκαινίασε ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής)!
Τα Ολυμπιακά έργα στην Τούμπα περιορίστηκαν στην κατασκευή στεγάστρου και πολυόροφου κτίσματος κολλητά με το γήπεδο. Οι Τεχνικές Υπηρεσίες ΔΕΝ δίνουν άδεια διεξαγωγής αγώνων -κι όμως, ο ΠΑΟΚ αγωνίζεται εκεί κάθε, περίπου, 15 μέρες.

Το Ολυμπιακό Προπονητήριο Χαριλάου (ή Κλεάνθης Βικελίδης) είναι το παμπάλαιο γήπεδο του Άρη, χτισμένο μέσα σε πυκνοκατοικημένη περιοχή κι όποτε γίνεται αγώνας οι δρόμοι κλείνουν και ο κόσμος ταλαιπωρείται.
Το γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς έμεινε στη μέση. Έμεινε η μία κερκίδα, να ατενίζει έναν... μαντρότοιχο από την απέναντι πλευρά. Κι όμως, το γήπεδο είναι χτισμένο δίπλα ακριβώς στο στρατόπεδο Κόδρα, το οποίο έχει ονομαστεί "Πολυχώρος Πολιτισμού".

Κολυμβητήρια; Δύο: το Ποσειδώνιο (ανακαινίστηκε κι αυτό για τους Ολυμπιακούς, χτίστηκε το 1975) και το Εθνικό, δίπλα στο Καυτανζόγλειο (χτίστηκε κι αυτό το 1974 και διαθέτει... 25άρα κλειστή πισίνα), κατάλληλο μόνον για πόλο. Στην Περαία, αντίθετα, η ιδιωτική πρωτοβουλία δημιούργησε πισίνα με όζον -κι όχι χλώριο- αλλά για να πας εκεί πρέπει να έχεις... αυτοκίνητο (αφού η αστική συγκοινωνία προβλέπει ΜΙΑ γραμμή λεωφορείου, με σταθμό μετεπιβίβασης και δρομολόγια ανά 15 λεπτά).

Γήπεδα μπάσκετ, δύο: Το Αλεξάνδρειο, που δόθηκε για χρήση από τον Άρη. Χτίστηκε το '50 και χωρά 3.700 ανθρώπους. Ανακαινίστηκε για τους Ολυμπιακούς. Το "παλατάκι" (κλειστό ΠΑΟΚ). Χτίστηκε από την πολιτεία και χαρίστηκε στον ΠΑΟΚ, που ήταν η πρώτη ομάδα μπάσκετ η οποία κατέκτησε ευρωπαϊκό κύπελλο (μετά την ΑΕΚ του εξηντακάτι) το 1995.

Γήπεδα Βόλεϊ. Ο Ηρακλής, με συμμετοχές σε φάιναλ φορ, παίζει στο φοβερό Κατσάνειο (θυμίζει το Παπαστράτειο, για τους πιο παλιούς νοτιοελλαδίτες).

Κωπηλατοδρόμιο: Κάποτε υπήρχε αυτό της Βόλβης, στη λίμνη (γνωστή για τους σεισμούς και την ενδονεοδημοκρατική πολιτική κίνηση). Τώρα ούτε κι αυτό υπάρχει, αφού η λίμνη... πέθανε. Οι κωπηλάτες κάνουν προπόνηση στον ανοικτό Θερμαϊκό Κόλπο -κι όταν έχει μπορίνι, βγαίνει το Λιμενικό και τους μαζεύει πριν θαλασσοπνιγούν.

Μπορώ να γράφω μέχρι αύριο. Έχω μια απάντηση για κάθε θέμα. Εν κατακλείδι: να είστε κι ευχαριστημένοι για όσα έγιναν. Αν ζούσατε εκτός λεκανοπεδίου, ακόμη και στη ΣΥΜ-πρωτεύουσα (τρομάρα της, ας όψεται ο τίτλος συμβασιλεύουσα) Θεσσαλονίκη, θα πηγαίνατε στη δουλειά σας με το αστικό (και μόνον με αυτό), ή με τα πόδια, ή θα παραμένατε ακίνητοι στους τρεις, όλους κι όλους, δρόμους που, κατ εφημισμόν αποκαλούμε "ταχείας κυκλοφορίας".
Και Δόξα Τω Θεώ, που τραγουδούσε κι ο αείμνηστος Μπιθικότσης».

Αλλά έτσι είναι. Κράτος των Αθηνών. Έχουν δίκιο, τελικά, οι οπαδοί, ασπρόμαυροι και κιτρινόμαυροι.

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2006

Πώς να κρυφτείς απ τα παιδιά...


To κείμενο που ακολουθεί το βρήκα στο email μου. Το βρήκα ιδιαίτερα έξυπνο και, καθώς είναι η πρώτη μέρα της βδομάδας, είπα να ξεκινήσουμε με χαμόγελο. Και το αντιγράφω:

Το γραφείο της μαμάς
Το γραφείο της Μαμάς είναι στον τρίτο όροφο. Έχει μεγάλα παράθυρα και φαίνεται η θάλασσα. Κι είναι τυραννικό αυτό. Να βλέπεις τη θάλασσα σε ένα γκρίζο κτίριο κλεισμένος…
Η Μαμά δουλεύει μαζί με την κυρία Μαρία, που με αγαπάει πολύ και κάνει πολλές χαρές όταν με βλέπει.Η κυρία Μαρία είναι πολύ όμορφη. Έχει κίτρινα μαλλιά, μπλε μάτια, πάντα φοράει χρωματιστά ρούχα με μεγάλα λουλούδια και κολόνια που μυρίζει πολύ όμορφα. Την αγαπάω και θέλω μια μέρα να πάω σπίτι της.
Νομίζω πως η κυρία Μαρία είναι παντρεμένη με τον Άγιο Βασίλη. Κάτι έλεγαν ένα μεσημέρι η Μαμά και ο Μπαμπάς για την κυρία Μαρία, τον άντρα της κι έναν τάρανδο που «το κέρατό του έχει φτάσει απέναντι». Κι εγώ που είμαι πολύ έξυπνος, κατάλαβα πως η κυρία Μαρία είναι η γυναίκα του Άγιου Βασίλη, γιατί μόνο αυτός έχει ταράνδους.
Αν ο άντρας της κυρίας Μαρίας είναι ο Άγιος Βασίλης θα του κάνω παράπονα, γιατί πέρυσι δεν μου έφερε το ωραίο μεγάλο αυτοκινητάκι να μπαίνω μέσα.

Ο διευθυντής
Στο γραφείο της μαμάς υπάρχει κι ένας Διευθυντής. Μόλις τον είδα…
-«Καλημέρα, μικρέ», μου είπε.

-«Έχετε τρίχες στη μύτη», του είπα εγώ.
Ο Διευθυντής έγινε κόκκινος και δεν είπε τίποτα. Η Μαμά έγινε κόκκινη και δεν είπε τίποτα.
-«Έχετε τρίχες και στ
α αυτιά», είπα πάλι.
Ο Διευθυντής έγινε μελιτζανής και δεν είπε τίποτα. Η Μαμά έγινε μελιτζανιά και δεν είπε τίποτα.
-«Και ο Μπαμπάς, που είναι ο πιο όμορφος και πιο έξυπνος μπαμπάς του κόσμου και τα ξέρει όλα, λέει πως κάτι έχετε
μικρό για αυτό δεν χωνεύετε τις γυναίκες», συμπλήρωσα εγώ.
Ο Διευθυντής έγινε μαύρος και είπε στη Μαμά να πάει στο γραφείο του.

Η Μαμά έγινε μαύρη και ψέλλισε ένα «μωρό είναι, δεν ξέρει τι λέει, κ. Διευθυντά»…και περνώντας από δίπλα μου,
μου έκατσε μια τσιμπιά στο μπράτσο (άουτς!!!).
Κι έπειτα η Μαμά είχε δουλειά στο γραφείο του Διευθυντή κι εμένα με πήρε η κυρία Μαρία να με δείξει στα άλλα γραφεία,
που όλοι ήξεραν για την κουβεντούλα μου με το διευθυντή. «Ο γιος της Άννας», έλεγε και όλοι έλεγαν «τι όμορφο» και «τι χαριτωμένο».
Εκείνη τη μέρα μου έδωσαν: -τρεις σοκολάτες μπλε -τέσσερις σοκολάτες, κόκκινες με αμύγδαλα -δύο σακουλάκια καραμέλες χρωματιστές -δύο καραμέλες μεγάλες, χωρίς σακουλάκι, άσπρες και κόκκινες -ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι -ένα βιβλίο με παραμύθια που το είχα -ένα βιβλίο με παραμύθια που δεν το είχα -μπογιές και βιβλίο ζωγραφικής…

Οι συνάδελφοι
Αυτά μου τα έδωσαν οι «συνάδελφοι» της Μαμάς.
Οι συνάδελφοι είναι άνθρωποι κανονικοί, όπως εμείς. Δουλεύουνε με τη Μαμά ή τον Μπαμπά, σε βρίσκουν όμορφο και χαριτωμένο και σου αγοράζουν σοκολάτες.
Μερικοί από αυτούς σου τσιμπάνε δυνατά το μάγουλο (άουτς, πια, σήμερα) κι άλλοι σου ανακατεύουν τα μαλλιά.

Κανά-δυο (γυναίκες συνάδελφες κυρίως) σε παίρνουν αγκαλιά, σε γαργαλάνε, σε ζουπάνε και σου γεμίζουν κραγιόν τα μαγουλάκια. Μετά λένε «αχ, το λέρωσα το παιδί» και αρχίζουν να στα τρίβουν με σάλιο για να φύγει το κραγιόν...

Μετά ρωτάω την κυρία Μαρία για τον Άγιο Βασίλη και τον τάρανδο και της εξηγώ τι έλεγαν η Μαμά και ο Μπαμπάς.

H
κυρία Μαρία κλαίει. Βγαίνει η Μαμά από το γραφείο του Διευθυντή κι αυτή κλαίει.
Μαλώνουν (η κυρία Μαρία με τη Μαμά) κι εγώ τις κοιτάζω…

Μετά έρχεται στο γραφείο τους ο Μπαμπάς να μας πάρει και μαλώνουν.

Λέω στην κυρία Μαρία: «Μην κλαίτε, σας αγαπάω πολύ κι ας «το πάτε το γράμμα», όπως λέει ο Μπαμπάς»…
…Μετά με βγάζουν σηκωτό απ
ό το γραφείο κι ακούω τη φωνή του μπαμπά να λέει:
«Έννοια σου, του χρόνου που θα πάει σχολείο θα στρώσει»... κι αναρωτιέμαι για ποιόν μιλάνε και τι στρώνουν στα σχολεία...