
Ήταν δειλός. «Συνεσταλμένο» τον έλεγαν ευγενικά. Αλλά όση ευγένεια κι αν βάλεις στις λέξεις, δεν αλλάζεις το αποτέλεσμα.
Ακόμη και παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς δεν ήθελε να λέει τα κάλαντα. Τα άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιρναν τους δρόμους από νωρίς. Αυτός, όλο κι έβρισκε μια δικαιολογία, για να καθυστερήσει, να ΄ρθει το μεσημέρι και να ΄χει το άλλοθι, ότι δεν πήγε πουθενά, επειδή δεν τον άφηναν οι δικοί του.
-Τώρα θα πας; Σε λίγο τρώμε!
Με το που άκουγε αυτήν την κουβέντα της μάνας του, ησύχαζε η ψυχή του. Η αποστολή είχε εκτελεστεί. Μετά το φαγητό είχε κάθε δικαιολογία να τεμπελιάσει λίγο, ίσως και να κοιμηθεί. Κι όταν ξυπνούσε το απόγευμα, αναλάμβανε ο πατέρας του:
-Τώρα θα πας; Έξω νύχτωσε! Κάνει ψοφόκρυο! Άσε μην μας αρρωστήσεις και τρέχουμε, που είσαι και φιλάσθενος…
Κι έτσι ο φιλάσθενος θεατρίνος έπαιρνε αυτό που ήθελε: Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές, χωρίς κάλαντα! Για τα Φώτα δεν τίθεται λόγος… Λίγοι γνώριζαν –κι εκείνα τα χρόνια, λίγο πριν το 70- τα κάλαντα των Φώτων. Κι ελάχιστοι τα κάλαντα του Λαζάρου.
Τώρα, πώς είχε ξεκινήσει αυτή η φοβία, μυστήριο. Αν τον κάθιζε ο Φρόιντ στον καναπέ του, ο ακάλαντος θα είχε να εξιστορήσει πώς οι γονείς του τον πήγαιναν στις θείες του, όταν ήταν δυο, τριών χρονών, τεσσάρων, και τον έβαζαν με τα ζόρια να πει τα κάλαντα (στις γιορτές της Χριστιανοσύνης) και ποιήματα (στις επετείους εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων). Κι ύστερα χιμούσαν οι θειές του, τον φιλούσαν μ΄ εκείνα τα υγρά, σβουριχτά, σαλιωμένα φιλιά και τα κραγιόν της εποχής, που αφήναν βούλες ανεξίτηλες στα παιδικά μάγουλα. Και καταπιάνονταν, μετά, να σαλιώνουν τους αντίχειρες και να τρίβουν τα μάγουλά του, μ΄ εκείνες τις τσιρίδες:
-Αχ! Το ΄βαψα το αγοράκι μας!
Αυτά τα Χριστούγεννα, όμως, το είχε μετανιώσει που δεν είχε πάει για τα κάλαντα. Είχαν εκστρατεύσει, όλοι μαζί, Κώστας, Αντώνης, Θωμάς, Τάκης, ο άλλος ο Αντώνης κι ο Βαγγέλης. Χορωδία ολόκληρη, η τσακαλοπαρέα. Κι είχαν μαζέψει του κόσμου τα τάλιρα και τα δεκάρικα, πάρα πολλά δίφραγκα και μερικά εικοσάρικα, από εκείνα τα ασημένια, που έκαναν διαφορετικό θόρυβο όταν έπεφταν κάτω. Ένας, μάλιστα, τους είχε δώσει πενηντάρικο! Πραγματικό, χάρτινο, βαθύ μπλε, με εκείνο το γυναικείο κεφάλι και τα δελφίνια. Κι έπειτα πήγαν όλοι μαζί, στο βιβλιοπωλείο του Χρηστίδη κι αγόρασαν τη Μονόπολη. Κι έπαιζαν αυτές τις μέρες, ανάμεσα σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Τον έπαιζαν κι εκείνον, αλλά ήταν διαφορετικά. Ήταν το παιχνίδι ΤΟΥΣ κι αυτός ο καλεσμένος. Ο ξένος.
Δε θα άφηνε την Πρωτοχρονιά να φύγει έτσι. Ήταν αποφασισμένος να πάει να πει τα κάλαντα. Κι όταν τον ρωτούσαν οι άλλοι αν είχε πελάτες να φέρει, δήλωνε με καμάρι:
-Τους καλύτερους!
Έτσι κι έγινε. Για πρώτη φορά, στη δεκάχρονη ζωή του, ξύπνησε από το άγριο χάραμα. Ακόμη κανείς δεν τους είχε χτυπήσει το κουδούνι, για «να τους τα πει» κι εκείνος ήταν στο πόδι, ντυμένος, πλυμένος, με μια χωρίστρα λεωφόρο, με ρούχα καθαρά, το τρίγωνο στα χέρια, τις τσέπες μανταρισμένες (μην έχουμε και κανένα ατύχημα και κυλήσουν τα ψιλά και τα ψάχνουμε στις κατηφόρες της γειτονιάς), το πανοφώρι κουμπωμένο ίσαμε πάνω, στο λαιμό.
Θυμίζοντας κρεμμύδι βγήκε στο δρόμο και βρήκε τους άλλους, μια ώρα μετά, γιατί ο Θωμάς δεν έβρισκε το κασκόλ του κι η μάνα του δεν τον άφηνε να βγει «έτσι σα λέτσος στο δρόμο». Κι έπειτα, ξεχύθηκαν στις γειτονιές. Τα ΄παν στον περιπτερά, στον φούρναρη, στο μπακάλη, στο μανάβη, στον παπά της εκκλησίας (γαλαντόμος ο παπα-Βασίλης, έδωσε την ευλογία του κι από ένα σοκολατάκι, που φαγώθηκε επί τόπου, στην αυλή, κάτω από το καμπαναριό), στο νεωκόρο(που έδωσε από έναν άρτο στον καθένα, λες και είχαμε, ακόμη, Κατοχή), στην ψιλικατζού και στη γαλατού (κι εκείνη, έσκυβε πίσω από τον πάγκο, να βρει κανένα ψιλό και κανέναν κουραμπιέ και φαινόταν το ένωμα των βυζιών της, που ήταν άσπρα, σαν τα γάλατα, όπως τα είχε περιγράψει ο Νόβας, σε κείνο το περίφημο ποίημα –κι η τσακαλοπαρέα έπαιρνε μάτι, κρυφά, άλλος χαζογελώντας κι άλλος με το στόμα ανοιχτό, με κίνδυνο να καταπιεί κανα πετούμενο κι όλοι, γενικά, να θέλουν να τα γαργαλήσουν, να τα χαϊδέψουν, να τα γευτούν).
Κι ήρθε η ώρα των πελατών. Και, καθώς ήταν ο νέος στην παρέα, έπρεπε να ΄ναι κι ο πρώτος που θα προτείνει ακροατές. Τους πήρε, λοιπόν, και τους πήγε στο νονό του αδελφού του, στον κυρ-Αντώνη. Κι εκείνος έδωσε σε όλους από ένα δεκάρικο. Και τους πήγε και στον θείο του τον Κώστα κι εκείνος έδωσε σε όλη την παρέα ένα πενηντάρικο. Κι έπειτα, τους πήγε στον πατέρα του. Μουδιασμένα το πρότεινε, αλλά δεν είχε κανέναν άλλον να προτείνει κι η όρεξη της τσακαλοπαρέας είχε ανοίξει και δεν έκλεινε με τίποτα…
Όταν χτυπήσανε την πόρτα του διαμερίσματος, ήθελε να το σκάσει. Να το βάλει στα πόδια, να γίνει καπνός. Από τη μια ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε μέρος σε τέτοιου είδους χορωδία, από την άλλη ο πατέρας του δεν τα ΄βγαζε τα χρήματα με ευκολία και ήταν σφικτοχέρης, του ΄ρθε μια ζαλάδα, μια τάση φυγής… Αλλά πού να πάει; Να τρέχει αυτός, να φοβηθούν κι οι άλλοι και να το βάλουν, όλοι μαζί, στα πόδια, σαν τους κλέφτες; Κι αντί για καλανταδόροι να γίνουν… κυνηγημένοι σαλταδόροι; Εποίησε, λοιπόν, την ανάγκην φιλοτιμίαν, στάθηκε στην πίσω σειρά και άφησε τον Κώστα να χτυπήσει το κουδούνι.
Η πόρτα άνοιξε και το καφασωτό γέμισε από τη σιλουέτα του πατέρα. Εκεί δίπλα του, στρίμωξε το κεφάλι του κι ο μικρός του αδελφός, που ακόμη δεν μιλούσε καθαρά κι ούτε μπορούσε να τραγουδήσει τα κάλαντα (είχαν μεγάλη διαφορά, αλλά αγαπιόντουσαν λες και ήταν δίδυμα).
-Να τα πούμε;
Τα ουρλιαχτά της τσακαλοπαρέας λες και τον τρόμαξαν τον πατέρα του! Πισωπάτησε λίγο, ξαφνιάστηκε που ανάμεσα στους υπόλοιπους ήταν κι ο νέος χορωδός, ο γιος του ο μεγάλος, έκανε κανα δίλεπτο να απαντήσει. Τόσο άργησε που όλοι άρχισαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον.
Λες και κατάλαβε εκείνος ότι υπήρχε αυτό το κενό, μίλησε γρήγορα και επανέφερε την τάξη:
-Πείτε τα.
-Αρχιμινιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δενδρολιβανιά, κι αρχή… κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με το Άγιο Θρόνος…
Οι ακαταλαβίστικοι στίχοι από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς γέμισαν το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Ο πατέρας του στράφηκε και ξαναμπήκε μέσα στο διαμέρισμα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Έμεινε ο αδελφός του στην πόρτα κι εκείνος από έξω, μαζί με τους υπόλοιπους, να ψέλνει με την απορία. Γιατί έφυγε;
-Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται, από, από την Καισαρεία, ζήσ΄ αρχό… ζήσ΄ αρχόντισσα κυρία…
Ο ένας στίχος μετά τον άλλον, η μία στροφή μετά την άλλη, τα κάλαντα έφθαναν στο τέλος. Κι ο πατέρας του, ακόμη χαμένος στα δωμάτια. Ο μικρός, στην πόρτα, γελούσε, κουνούσε τα χεράκια, το διασκέδαζε. Κι εκείνος, στην τελευταία σειρά, είχε αρχίσει να ψάχνει… δρόμο διαφυγής. Δεν ήξερε τι θα γινόταν, δεν καταλάβαινε την εξαφάνιση, αλλά ο φόβος είχε φωλιάσει στην καρδιά του.
-Σ΄ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε, πέτρα, πέτρα να μη ραγίσει. Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια, χίλια χρόνια να ζήσει. Και του χρόνου!
Περίμενε –κι αυτός δεν ήξερε τι περίμενε. Αυτό που έγινε όμως… Ο πατέρας του εμφανίστηκε στην πόρτα, με μάτια κόκκινα, άπλωσε τα χέρια του κι έδωσε σε όλους, μα σε όλους, από ένα κατοστάρικο!
-Και του χρόνου, τους είπε!
Έμεινε η τσακαλοπαρέα, με το στόμα ανοικτό. Να κοιτάνε, όλοι, τα κατοστάρικα, ο καθένας το δικό του και μετά, ο ένας του αλλουνού!
-Ευχαριστούμε θείοοοοοο!!!!!!
Όρμησαν έξω, πάτα κιούτα τις σκάλες, τις ροβόλησαν σαν τους αρματωλούς και τους κλέφτες, τις πλαγιές με τα πουρνάρια! Σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν έξω κι άρχισαν να μετράνε. Μόνον εκείνος βγήκε με βήμα αργό κι ένα χαμόγελο στο πρόσωπο.
Εκείνη τη μέρα περπατούσε τριάντα πόντους πάνω από τη γη.
Στις φωτογραφίες: 1. Πίνακας του Ν. Λύτρα "Τα Κάλαντα". 2. Από το αρχείο του Θ. Φάκα, κάλαντα παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1964 στην Πρώτη Σερρών. 3. Παιδιά του δημοτικού σχολείου Σαππών Ροδόπης ψέλνουν τα κάλαντα από τη γιορτή του σχολείου τους (φωτογραφία από την ιστοσελίδα του σχολείου). 4. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα.
Σχόλια
κι εγώ πέρυσι δεν άνοιξα σε κανένα παιδάκι αφενός γιατί βαριόμουν να σηκωθώ από το κρεβάτι (απ' τ'άγρια χαράματα ξυπνάνε κι αυτά) και αφετέρου διότι την προηγούμενη χρονιά (πρόπερσι) μόλις άνοιξα είδα τρία ντερέκια (μπορεί και να ήταν 15 χρονών) να μου τραγουδάνε... πολύ embarassing! Φέτος θα διαλέξω σε ποιους θα ανοίξω.
Καλή Χρονιά
Αγαπητέ Νοέμβριε,
δεν χρειάζεται να μου κρύβεσαι. Γνωρίζω πολύ καλά ότι το απωθημένο σου είναι να σου πει τα κάλαντα νταβραντισμένος Πολωνός οικονομικός μετανάστης!
Καλή Χρονιά!
Καλώς ήρθες στην παρέα. Όταν έχουμε μια φοβία, καλά είναι. Όταν έχουμε πολλές, τι γίνεται; Τις τακτοποιούμε ανά ύψος, ή κατά σπουδαιότητα;
Αυτό για τα κάλαντα!
Σ ευχαριστώ. Είσαι να πάρουμε τα τρίγωνα να βγούμε, παραμονή των Φώτων;
;-)
σε παρακαλώ επικοινώνησε μαζί μου το συντομότερο δυνατό.
πρόκειται για το κείμενό σου εδώ.
σε ευχαριστώ.
dkarolini@gmail.com