
Ξύπνησα κάθιδρος. Τέτοιον εφιάλτη δεν είχα ξαναδεί. Κατατρόμαξα. Τι νερό ήπια (τρεις μικρές γουλιές, όπως λέει η μάνα μου), τι ζάχαρη μάσησα, τι τεχνικές ινδικές εφάρμοσα… Πού να φύγει η τρομάρα.
Είδα, λοιπόν, ότι είχε νυχτώσει. Κι εγώ έπρεπε να πάω να αγοράσω τηλεκάρτα. Βγήκα στο δρόμο. Σκοτεινιά! Παγωνιά! Ψυχή ζώσα δεν περνούσε. Κι άρχισα να περπατώ προς το απέναντι ψιλικατζίδικο, της Ναβρίλα, από την Ουκρανία. Και περπατούσα και δεν έφθανα…
Σε κάποια στιγμή, άκουσα πίσω μου μια φωνή. Φωνή τραχιά, ανδρική. Γύρισα κι είδα έναν μπρούτο τύπο, με μούσια και σγουρά λαδωμένα μαλλιά. Είχε μάτια κόκκινα, σαν τη φωτιά. Γλώσσα πύρινη, διχαλωτή. Κρατούσε στο χέρι τρίαινα, λες κι ήταν ο Ποσειδώνας. Ή ο Εξαποδίτης.
-Πού πας;
Πιότερο φώναξε, παρά ρώτησε. Ρίγη με διαπέρασαν. Ιδρώτας κρύος μ΄ έκοψε και κοιτούσα, με την άκρη του ματιού μου, πόσο μακριά ήταν, ακόμη, το ψιλικατζίδικο κι αν ήταν απ΄ έξω ο γιος της Ναβρίλα, ο Σεργκέι. Του κάκου. Μόνος ήμουν κι ούτε πεζός, ούτε αυτοκίνητο δε φαινόταν.
-Δε σε ξέρω, δε σου μιλάω!
Αυτό βρήκα να πω, αυτό είπα! Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο:
-Με ξέρεις –και μάλιστα κι απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη. Και καλά θα κάνεις να μου πεις πού πας, για να σ΄ αφήσω να επιστρέψεις. Γιατί είμαι αυτός που ψυχές μαζεύει και στον Άδη τις στέλνει.
-Και θέλεις την ψυχή μου;
-Αυτό θα το δείξει η κουβέντα μας.
-Μα κάνει κρύο… Πού να τα λέμε εδώ έξω… Δε θες να ΄ρθεις στο σπίτι, να τα πούμε;
-Οι δικές μου οι βεγγέρες, δεν είναι ευχάριστες. Κανένας δε με βάζει στο σπίτι του, ειδικά Δεύτερη Μέρα Χριστουγέννων.
-Μα δεν είναι, πια, μέρα… Νύχτα είναι!
-Ακόμη χειρότερα. Όλοι σταυροκοπιούνται, όταν με συναντάνε νύχτα. Κι όλοι παρακαλάνε να χαράξει, λες και θα λιώσω, σα βαμπίρ, με το φως του ήλιου… Α, ρε κατακαημένοι! Χαμπάρι δεν έχετε πάρει. Μυρωδιά δε νοιώσατε από αυτόν τον κόσμο!
Κοίταξα δεξιά κι αριστερά, μπας και κατάφερνα να ξεφύγω. Μα με κατάλαβε.
-Τι ψάχνεις; Άστα αυτά! Ήρθε η ώρα σου!
-Η ώρα μου; Η δική μου η ώρα; Για ποιο πράγμα;
-Ξέρεις καλά!
-Η ώρα να… να πεθάνω;
-Τι τρέμεις ρε; Σιγά μην πεθάνεις από τώρα. Χειρότερα σε περιμένουν. Θα ζήσεις. Και τώρα, θα βάλεις κάτω τι έκανες και τι είπες, ως τα τώρα, στη μίζερη ζωή σου. Κι έπειτα, θα δούμε αν θα πεθάνεις και με ποιον τρόπο!
Το ΄χα χαμένο το παιχνίδι. Τούτος ο δαίμονας, ήταν αποφασισμένος να μου πάρει την ψυχή. Τι έκανα; Τίποτα! Ούτε αδίκησα, ούτε και βοήθησα, όμως, κανέναν ιδιαίτερα. Τι είπα; Πάλι τίποτα. Ούτε ψέματα, ούτε αλήθεια που θα μπορούσε να δώσει χαρά. Τι να του έλεγα, λοιπόν;
-Δυσκολεύεσαι;
-Απλά, δε σε καταλαβαίνω…
Λες και είχα πει μια λέξη μαγική, ο προσωπικός μου δράκος εξαφανίστηκε! Σα να ήταν απειλή μόνο για όσους τον κατανοούν και τον πιστεύουν. Και για τους άλλους, σα να μην υπάρχει!
Κι εκεί που έλεγα ότι ησύχασα, άρχισε νέα περιπέτεια. Βάλθηκα να τρέχω, αλλά να μη φθάνω πουθενά. Λες κι έτρεχα πάνω σε βαμβάκι, στην αρχή. Πατήματα δεν ακούγονταν κι εγώ βούλιαζα. Κι έπειτα, σα να έτρεχα στην άμμο. Βάρυναν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να φύγω, να χαθώ.
Κι έγινε, έπειτα, η άμμος, άχνη ζάχαρη. Κι άρχισα να βουλιάζω, σαν τον κουραμπιέ Καρβάλης. Βρέθηκα, έτσι, στο πάνω μέρος μιας κλεψύδρας. Μιας κλεψύδρας που αντί για άμμο, είχε άχνη ζάχαρη. Και με ρούφηξε. Κι έπεσα στο κάτω μέρος, το άλλο μισό.
Εκεί βρήκα μια πόρτα. Την άνοιξα. Ήταν σαν την πόρτα από το ψιλικατζίδικο. Αλλά όταν μπήκα μέσα, είδα ότι ήταν σκοτεινό και άδειο. Δεν είχε τίποτα στα ράφια. Λες και κάποιος κλέφτης είχε μπει πριν από μένα και τα είχε πάρει όλα, όσα βρήκε εκεί.
Χωρίς λόγο, άνοιξα το συρτάρι της ταμειακής μηχανής. Ήταν άδειο.
-Γέμισέ το!
Αυτός που με πρόσταζε, ήταν ο ίδιος δαίμονας, που πριν λίγο είχε γίνει μπουχός! Σκιάχτηκα… Το ΄βαλα στα πόδια. Βγήκα έξω από την πόρτα που μπήκα κι έτρεξα απέναντι στο δρόμο, στο μανάβικο. Αλλά κι εκεί δεν ήταν κανείς.
-Όσο κι αν τρέξεις, όπου και να πας –και στου βοδιού το κέρατο να χωθείς- θα σε βγάλω!
Ήταν πάλι εκείνος. Ο Εξαποδίτης. Κι εκεί ήταν που ένοιωσα μια δύσπνοια, μια ζάλη, ιδρώτα να με λούζει και ένα μούδιασμα στο αριστερό μου χέρι. Κι εκεί που ετοιμαζόμουνα να πέσω κάτω, θήραμα στα νύχια του κυνηγού μου, άκουσα τη φωνή της.
-Πέρασε η ώρα… Σήκω!
Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν στο κρεβάτι μου. Ούτε στο δρόμο, ούτε στο κρύο. Δίπλα μου δεν ήταν κανένας δαίμονας. Μόνον ένας άγγελος, μελαχρινός, με μάτια τεράστια, να με κοιτάζει με αγάπη. Σηκώθηκα –κι εκεί άρχισε η διήγησή μου.
Είχα πιει, πλέον, νερό, είχα μασήσει τη ζάχαρή μου, είχα ηρεμήσει κάπως. Είπα να επιστρέψω δίπλα της. Έσυρα τα βήματά μου, μια αθλιότητα, πρωί πρωί, με τις πιτζάμες, τις παντούφλες και την ανυπόφορη πρωινή αναπνοή. Κι εκεί που χαμογέλασα, εκεί που πήγα να ανοίξω το στόμα μου, να της πω «αγάπη μου», με το που διάβηκα την πόρτα, είδα, πάνω στο κρεβάτι, στη θέση της, δίπλα μου, εκείνον τον Εξαποδίτη! Με τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, τη διχαλωτή του γλώσσα, την τρίαινα… Με κοιτούσε και χαμογελούσε. Κι άρχισε, πάλι, να μουδιάζει το χέρι μου, να ιδρώνει το μέτωπό μου, να ξεραίνεται ο λαιμός μου…
Στράφηκα να φύγω και είδα το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Είχα ξεχάσει να ανάψω τα λαμπάκια! Έσκυψα, τα άναψα, γύρισα και τον είδα εκεί. Δε χαμογελούσε πια.
-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.
Μόνον αυτό είπε κι έφυγε όπως και πριν. Εξαφανίστηκε.
Τώρα αν αυτός ο εφιάλτης δεν έχει ειρμό και δε βγάζει νοήματα, είναι γιατί είναι όνειρο κακό. Και τα όνειρα, για να τα καταλάβεις, θέλουν ονειροκρίτη. Αλλά ένα πράμα με τρώει: Κι αν επιστρέψει απόψε;
Σχόλια
Έφαγες πολλούς κουραμπιέδες Καρβάλης αυτές τις μέρες και η συνεπακόλουθη βαρυστομαχιά σε συνδυασμό με απωθημένο κρυφό καημό για τη Ναβρίλα απέναντι που οδηγεί σκοπίμως σε λήξη των τηλεκαρτών σε ώρες που μπορείς να την ξεμοναχιάσεις, σου προκαλούν τον Εφιάλτη της ένοχης συνείδησής σου που σου παρουσιάζεται ως ...Εξαποδίτης. :)
Κάτι ξέρεις, εσύ... Κάτι ξέρεις...