
Είχα μια περιπέτεια μαζί της. Ασκούμενη δικηγόρος εκείνη, φαν των δικαστηρίων εγώ, είχαμε ειδωθεί στα υπέροχα ασανσέρ του δικαστικού μεγάρου της Θεσσαλονίκης. Σκοτεινά και στενόμακρα –όπως ήταν πριν πέντε-έξι χρόνια.
Μη βιάζεστε! Η περιπέτεια δεν άρχισε μέσα σε ασανσέρ. Αν και τότε ήταν πολύ της μόδας το Love in an elevator, των Aerosmith, δεν ακολουθήσαμε τη συμβουλή. Δεν είναι και το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο εκεί που χαμουρεύεσαι στο ασανσέρ να ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα κοτζάμ πρόεδρος Πρωτοδικών, η ολόκληρος εισαγγελέας εφετών! Μπορεί οι ματιές μας να ανταμώθηκαν, τα χέρια να μάκρυναν, όμως κρατήσαμε τα προσχήματα.
Η πρώτη εντύπωση μετράει πάντα. Θετικά, ή αρνητικά. Στην περίπτωσή μας μέτρησε θετικά. Και, από το ασανσέρ, βρεθήκαμε σε γυράδικο, για κάτι στα όρθια. Και από το εστιατόριο στο σπίτι της, για κάτι στα γρήγορα. Το όρθιο, με πείραξε στο στομάχι. Το γρήγορο ήταν σαφώς καλύτερο.
Κι εκεί που και οι δυο πιστεύαμε ότι αυτό ήταν και τέλειωσε, μπλεχτήκαμε. Την ξαναείδα την επομένη. Πάλι στο ασανσέρ. Μίλησε πρώτη:
-Το κάνεις επίτηδες;
-Ήταν τυχαίο…
-Μήπως με ακολουθείς;
-Θα το ΄θελα πολύ.
-Και ποιος σ΄ εμποδίζει;
-Δε θέλω να το παρεξηγήσεις.
-Δεν το παρεξηγώ. Ίσα-ίσα, με κολακεύει.
-Αχά!
-Ποια γυναίκα δεν κολακεύεται όταν γίνεται αρεστή;
-Δεν κατάλαβες… Δε γίνεσαι, απλά αρεστή. Θέλω να σε βάλω κάτω, ή να με βάλεις από κάτω. Να με βαλσαμώσεις και να σηκωθούμε από το κρεβάτι τα Χριστούγεννα.
-Είναι ήδη 20 Νοεμβρίου. Θέλεις να τη βγάλεις φτηνά…
Μετά από τέτοιο διάλογο, δεν κρατιέσαι και ιδιαίτερα. Από το ασανσέρ βρεθήκαμε στο υπόγειο. Πίσω από ένα βουνό φακέλους του πρωτοδικείου, στα όρθια, κάναμε έρωτα με τέτοιο ρυθμό και ένταση, που ήρθε ο σεκιουριτάς να βρει πού είναι το ζώο και ποιος το σφάζει. Ντροπιασμένοι (αλλά κι ευχαριστημένοι) μαζέψαμε σώβρακα και κιλότες, σηκώσαμε παντελόνια, κατεβάσαμε φούστες και βγήκαμε από το κτίριο κακήν κακώς.
Το πράγμα πήγαινε έτσι, σε γενικές γραμμές. Βρισκόμασταν στο ασανσέρ, πηδιόμασταν όπου βρίσκαμε. Καμία φορά πήγαινα βράδυ στο σπίτι της, καμία φορά ερχόταν στο δικό μου. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη, μέναμε ως το πρωί. Με το που τελειώναμε, χαλαρώναμε για λίγο, κάναμε ένα τσιγάρο στα γρήγορα και φεύγαμε. Ο καθένας στο σπίτι του και στο κρεβατάκι του.
Η ιστορία θα έληγε κάποια στιγμή λόγω βαρεμάρας των εραστών, αν δεν φρόντιζα να τα κάνω όλα άνω κάτω, από την υπερβολική μαλακία και τον ανείπωτο εγωισμό μου. Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, μόλις είχαμε ξαλαφρώσει στις τουαλέτες του τρίτου ορόφου του δικαστικού μεγάρου και βγαίναμε παρέα, την ώρα που δυο γραμματίνες της έδρας μας κοιτούσαν μάλλον με ζήλια, παρά με σιχασιά. Αυτήν τη φορά, άνοιξα εγώ την κουβέντα:
-Τι κάνεις το βράδυ;
-Κοιμάμαι.
-Μόνη;
-Σήμερα ναι.
-Αύριο;
-Αύριο με παρέα.
Όταν σας πουν κάτι τέτοιο κι η σχέση είναι ιδιαίτερα ελεύθερη, όπως ήταν η δική μας, διευκρινίστε τι εννοεί. Για να αποφύγετε τα δύσκολα. Εγώ, δεν διευκρίνισα. Θεώρησα ότι η παρέα ήμουν εγώ και, Σάββατο βράδυ, τράβηξα γραμμή για το σπίτι της.
Χτύπησα το κουδούνι κι άκουσα τη φωνή της.
-Νίκο μου, άνοιξε λίγο που δεν μπορώ…
Άνοιξε ο Νίκος. Ένα κεφάλι πιο ψηλός από μένα, με μπράτσα στο μέγεθος των μηρών μου.
-Τι έγινε ρε φιλαράκι;
Τι να γίνει; Τίποτα δε θα γίνει. Αν προλάβω να το σκάσω, δε θα γίνει τίποτα. Αν δεν προλάβω, όμως, θα γίνει φονικό.
Δεν πρόλαβα. Με το που γύρισα πλάτη, άπλωσε το κουπί του και με σταμάτησε.
-Για ένα λεπτό! Ποιος είσαι και τι θες εδώ;
-Για τα κοινόχρηστα ήρθα, αλλά βλέπω ότι έχετε δουλειά… Θα ξαναπεράσω!
Δεν έπιασε. Το πάτωμα απομακρύνθηκε από τις πατούσες μου. Πετούσα, παράλληλα με το παρκέ. Προσγειώθηκα λίγο άτσαλα, δίπλα στο τραπεζάκι του καφέ, διαλύοντας ένα παλιό σκαμπό. Ο νόμος της βαρύτητας είχε επιβληθεί.
-Μισό λεπτό, ρε φίλε, να σου πω…
-Άσε! Μου λες αργότερα!
Μπουσούλισα ως το μπάνιο. Με πρόλαβε. Με έσυρε πάλι στο χολ. Σκούπισα μια έκταση μερικών τετραγωνικών. Ευτυχώς, η κυρία του σπιτιού είχε κάνει παρκέ και δε λέρωσα τα ρούχα μου, από τη σκόνη. Είμαι και αλλεργικός στην οικιακή σκόνη… Στο αίμα, ομολογουμένως, δεν έχω εκδηλώσει αλλεργία.
-Ρε φίλε, να εξηγήσω…
Ήταν φανερό ότι έπασχε από μία βαριά ασθένεια των ακουστικών νεύρων. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά… Ήταν κουφός. Αλλά με ιδιαίτερα βαρύ χέρι.
Αδυνατώ να θυμηθώ το παραμικρό, μετά τον έντονο καβγά μας. Τα μόνα που θυμάμαι είναι ότι του δωσα μία με τη μύτη μου στη δεξιά του γροθιά και μία με τα αρχίδια μου στο αριστερό του γόνατο. Πρέπει να τον πλήγωσα άσχημα, γιατί κι εγώ δεν πήγα πίσω.
Έναν μήνα μετά, ξαναπήγα στα δικαστήρια. Οι ενδιάμεσες τέσσερις εβδομάδες είχαν περάσει γρήγορα κι ευχάριστα. Απέφευγα το κρέας και κάθε τι στέρεο. Αντιθέτως, το γλέντησα με κρέμες μωρών και χυμούς. Ο γύψος στο πόδι μου έδινε έναν σπορτίφ τόνο. Τα μαύρα μάτια προσέθεταν στον τύπο μου. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ και μπήκε μέσα εκείνη, μου γεννήθηκε μια τεράστια λαχτάρα να κατέβω σ εκείνο τον όροφο. Την επομένη, αποφάσισα να αποφεύγω και τα δικαστήρια.
Σχόλια
προς γνώσην και συμμόρφωσιν, αγαπητέ μου!
Όπως λέει και το τραγούδι "ελεύθερε μου έρωτα πονάς ...".