
Θα μου πείτε: Καλώς τα παιδιά… Τώρα ξύπνησες; Μωρέ ξυπνητός ήμουν, αλλά περίμενα ένα όνειρο, για ν΄ αρχίσω να τραγουδάω κι εγώ.
Το όνειρο ήρθε σήμερα το μεσημέρι. Άρρωστος καθώς είμαι εδώ και μερικές ημέρες και σέρνω τις πανάθλιες παντούφλες μου από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα κι από εκεί στην κουζίνα, ανάμεσα από στοίβες χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα και άπλυτα φλιτζάνια με τσάι, καφέ κι άλλα αφεψήματα και γιατροσόφια, έγειρα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος. Και τότε το είδα!
Ήμασταν, λέει, όλη η τσακαλοπαρέα. Εγώ, ο Αντώνης, ο αδελφός του ο Θωμάς, ο Κώστας κι ο μικρός του αδελφός, ο Δημήτρης. Με κοντά παντελόνια, καθότι ακόμη Σεπτέμβριος. Γιατί τότε, το ¨70, το Φεστιβάλ Τραγουδιού γινόταν κατά τη διάρκεια της Έκθεσης. Ο Αντώνης έμενε σε μονοκατοικία, με εξωτερική σκάλα. Εκεί ήταν η θέση μας. Μόλις σκοτείνιαζε, λίγο πριν οι μανάδες μας βγουν στα μπαλκόνια κι αρχίσουν τις φωνές («Δημητράάάάάάκηηηηη!!!!!!!! Έλα γρήγοραααα!!!!!!») καθόμασταν στα σκαλιά και συζητούσαμε. Ήταν η κατάληξη της μέρας, με διπλό σκοπό: να κουτσομπολέψουμε (καθότι οι άντρες πάντα ήταν πιο κουτσομπόληδες από τις γυναίκες) και να ΄χουμε και άλλοθι για να μείνουμε λίγο παραπάνω έξω («Έλα ρε μαμά! Εδώ είμαστε. Δεν παίζουμε, συζητάμε! Να, δέκα λεπτά θα τα πούμε και θ΄ανέβω»!).
Εκεί στα σκαλιά, πέρα από το ποιος αγαπάει ποιαν, πέρα από τις περιγραφές των καλύτερων γκολ της ομάδας μας, πέρα από αποκαλυπτικές εξομολογήσεις για το αν φίλησε κανείς μας καμία συμμαθήτρια («Έλα ρε! Στο στόμα; Με γλώσσα; Κανονικά»;), με τον ερχομό της Έκθεσης, ήταν η ώρα του Φεστιβάλ.
Ποιος μουσικοκριτικός κι αηδίες! Το χρυσό φτυάρι! Δεν αφήναμε κανέναν ήσυχο. Ούτε τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Τώνη Βαβάτσικο («Πίσω από το Ποτάμι που Τρέχει»), ούτε την Άννα – θέλω – να – γίνω – σταρ – Βίσση («Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή), ούτε τον άρχοντα της νύχτας Τόλη (ένας είναι ο Τόλης) που ανέβηκε τύφλα μεθυσμένος στη σκηνή, με μάτι βαμμένο για να μην τον καταλάβουν και τραγούδησε (τι τραγούδησε! Χτυπιόταν έτσι που τύφλα να ΄χει ο Μόρισσον στις μεγάλες ντούκλες) «Ξανθή, Αγαπημένη Παναγιά» κι από κάτω τον χαίρονταν και η Ζωίτσα Λάσκαρη και η Μαρινέλλα. Κι όλοι μαζί να τραγουδάμε, στα σκαλιά, «Σαν Ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη» και «Δεν έχεις τέλος Μπαρμπα-Λιά».
Κι ύστερα άλλαζε το ρεπερτόριο. Αναλάμβανα εγώ με την κουλτούρα μου «Να ΄τανε το 21» και «Άπονη Ζωή» και «Φτωχολογιά». Τραγούδια που άρεζαν στον πατέρα μου, τον μπάτσο, που ποτέ δεν κατάφερε ν ακούσει το «Τάκα τάκα τάκα τακατάκα τα», κι ας επέμενε «η Υπηρεσία» ότι ήταν καλύτερο άκουσμα. Κι άνοιγε το ραδιόφωνο, κι έπιανε μεσαία (πού FM τότε, μόνον δυο τρεις πειρατές τα ξέρανε) κι άκουγε τις εκπομπές της Κολούμπια και του Μίνωα Μάτσα και Υιού. Και Καζαντζίδη. Και δώστου «Πικρό σα δηλητήριο είναι το διαβατήριο» και «Νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου» και «Τώρα ο Σκύλος έφυγε». Κι όταν έφθανα στο «21» βγαίναν οι πατεράδες μας στα μπαλκόνια και μας μάζευαν μέσα, με φωνές και φασαρίες και λόγια, για να μην το ξανατραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι. Και δάκρυζαν όπως μας τα λέγανε.
Αυτά ονειρεύτηκα. Τα μικράτα μου. Το Φεστιβάλ του 70, στο Παλέ, με τις πράσινες πλαστικές κουρτίνες για σκηνικό και τον Άλκη Στέα, που μας ευχόταν συνέχεια να ευτυχούμε. Κι όταν ξύπνησα οργίστηκα με όλους αυτούς που το κράζανε το φετινό Φεστιβάλ, για τα τραγούδια του. Γιατί τους χάλασε το πάρτι. Γιατί όλοι αυτοί (με πρώτους εκείνους τους εκδότες-δημοσιογράφους στο Θέμα) θέλουνε τραγουδάκια χαρωπά, πάνω τα χεράκια, κάτω τα χεράκια και γκόμενες πλαστικές να τραγουδάνε «Γλύκα γλύκα» και τη Θώδη να εκτελεί την Γκέινορ κι όλοι να γελάνε και κανείς να μην αρπάζει μια βρεμένη σανίδα να της κάνει τον ποπό μαύρο, που ασελγεί επί του πενταγράμμου. Για να γεμίζουν τις εκπομπές τους με κώλους και βυζιά και τις εφημερίδες τους με σκάνδαλα παντός είδους και παντός καιρού.
Και βρίσκουν άλλοθι στο ότι στην Ελλάδα, δυστυχώς, η ποιότητα έγινε συνώνυμο της κλάψας. Και ξεχνούν δημιουργούς τεράστιους, που έκαναν τέχνη με τα τσιφτετέλια. Που δημιούργησαν τα Τραγούδια της Χαρούλας, όπως ο Ρασούλης κι ο Νικολόπουλος κι ο Βαγιόπουλος, που έβαλε μουσική στα τσιτάτα του Μανώλη κι έφτιαξαν μαζί το ΚΟΡΥΦΑΙΟ τσιφτετέλι που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα (αλλά και η γείτων Τουρκία), το «Πότε Βούδας Πότε Κούδας» -που, σημειωτέων, δεν το ακούσαμε στην τελετή λήξης της Ολυμπιάδας, μάλλον το ξέχασε ο Διονύσης. Και γίναν και παραγωγοί σε δίσκους νέων, όπως οι Κατσιμιχαίοι, που όμορφα τραγούδησαν και τον γεροντοέρωτα και τον έρωτα χωρίς απόκριση.
Όμως η μανία τους αυτή, να ισοπεδώσουν το σύμπαν, να κάνουν πλάκα στον καθένα, να προωθούν το κούφιο και το κενό, γυρνάει μπούμεραγκ. Και νοιώθουν στο πετσί τους αυτά που οι ίδιοι έκαναν σε άλλους, πια. Κι η Ελλάδα αρχίζει να ξυπνά. Και να ζητά.
Γιατί δεν έχει πιει «της Άρνης το Νερό».
Σχόλια
Το συγκεκριμένο τραγούδι, ούτε που το έχω ακούσει -ούτε, πιστεύω, να το ακούσω και ποτέ. Αλλά για το αν μπορείς να γράψεις δημώδες στο 2006, φυσικά και μπορείς. Διαφορετικά ο Γκέρσουιν δε θα έγραφε ποτέ τη Γαλάζια Ραψωδία -κλασσική μουσική με έντονες επιρροές από την αγαπημένη του τζαζ. Βέβαια, για να γράψεις -αν και σύγχρονος- κλασσική, πρέπει να είσαι Γκέρσουιν και δημοτικό στα 2000, λίγο κάτω από Σκαλκώτας. Και για τον "θριαμβευτή" του Φεστιβάλ, δεν το πιστεύω. Αλλά από αυτό, έως το να θες σώνει και καλά χαρωπό τραγούδι, ε...
Όσο για τον 13χρονο Καζαντζακικό, συμφωνώ μαζί σου.
Γιατί δεν έχει πιει «της Άρνης το Νερό»."
Μακάρι! Για να ξεδιψάσει και η Μαρουλίτα, την προσκαλώ ν' ακούσει τον ΠετροΛούκα τον δεκαπενταύγουστο στην Πίνδο... :)