Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Διακοπές(;) 1


Στο τηλέφωνο με το Θανάση είχαμε συνεννοηθεί εδώ και μήνες: Θα πάμε Κεφαλλονιά! Εγώ, εκείνος, η Κατερίνα και η γυναίκα του, η Δάφνη. Α, και τα δυο παιδιά του –αγόρια- ο Εμπεδοκλής κι ο Ευκλής (ο μικρός), λάτρεις του σκάκι, της κολύμβησης και του ποδοσφαίρου –όπερ μεθερμηνευόμενον, οι πιτσιρικάδες φυτεύονται μπροστά στην τηλεόραση για να δουν αγώνες και δε στα πρήζουν ζητώντας κάθε τόσο και κάτι διαφορετικό, ή ξημεροβραδιάζονται στην παραλία και ως δεινοί κολυμβητές προσομοιάζουν με ψάρια και δε βγαίνουν από το νερό ώσπου να βγάλουν λέπια και σ αφήνουν να τελειώνεις ένα βιβλίο κάθε διήμερο, ή παίζουν σκάκι αντίπαλοι και σκέφτονται μισή ώρα την κίνηση και σ αφήνουν να απολαύσεις το φρέντο και την Ιταλίδα τουρίστρια στη διπλανή ξαπλώστρα, που θέλει να μαυρίζει και το τελευταίο τετραγωνικό χιλιοστό του κορμιού της.

Αμ δε! Γιατί, αρχικά, ο Θανάσης είχε τη φαεινή ιδέα να φορτωθούν, συν γυναιξί και τέκνοις, σε φιλικό ζευγάρι από την Πάτμο. Και ως εδώ καλά. Πήγαν στο νησί της Αποκάλυψης για εννιά μέρες, έφαγαν μια θαλασσοταραχή που τους έκανε να δουν και το Θηρίο και τις πύρινες ρομφαίες των επτά Αγγέλων, έπαιξαν τα παιδιά σκάκι με τα παιδιά του φιλικού ζευγαριού και γύρισαν πριν έρθει η δική μας ώρα για διακοπές. Από εδώ, άρχισαν τα δύσκολα.

Γιατί ο μεν Θανάσης ήθελε να πάει στην Κεφαλλονιά. Έχει ρίζες στο νησί κι ήθελε να αναρριγήσει βλέποντας το πατρογονικό του σπίτι (που γκρεμίστηκε στο μεγάλο σεισμό ενώ το είχαν, ήδη, παρατήσει για να ζήσουν στην Αίγυπτο –but thats another story. Αλλά και η Δάφνη ήθελε να πάει στην Κεφαλλονιά, γιατί έχει τακιμιάσει με την Κατερίνα και φυτεύονται στην άμμο, πάνω στις ψάθες, ώσπου να ηχήσει ο φούρνος μικροκυμάτων ότι το φαγητό είναι well done και δεν έχει μείνει ασπράδι ούτε στο αβγό, όχι στο κορμί τους! Αλλά και οι πιστιρικάδες ήθελαν τις κοινές διακοπές, επειδή γουστάρουν τις συζητήσεις «με τον κ. Διαστήματα, που τα λέει τόσο ωραία και ξέρει χιλιάδες ανέκδοτα και ιστορίες ποδοσφαίρου από την Πλειστόκαινο Εποχή, όταν έπαιζαν κάποιος Δομάζος, κάποιος Παπαϊωάννου –ο Μίμης, όχι ο Λάκης- και κάποιος Κούδας, που έγινε μετά και τραγούδι, από τον κ. Μανώλη».

Όλοι τις ήθελαν τις διακοπές στην Κεφαλλονιά. Κι όταν μου τηλεφώνησε ο Θανάσης να μου πει «τι θα γίνει, ρε, με την Κεφαλλονιά; Θα πάμε;» ήταν ήδη μια βδομάδα πριν την άδειά μου. Και δεν είχαμε κλείσει –όχι δωμάτιο- ούτε θέση σε παγκάκι στο Αργοστόλι.

Εκεί ανέλαβε ο πατέρας του Κώστα, ο κυρ-Εμπεδοκλής (που έχει ίδιο όνομα με τον εγγονό, όπως συνηθίζεται σ αυτήν τη γωνία της Μεσογείου). Έδωσε εντολή στην κόρη του, Μάχη κι εκείνη βρήκε δωμάτιο «στο ξενοδοχείο που θα είναι η ίδια».

Ευχαριστήσαμε τη Μάχη, το Θεό και τον Άγιο Γεράσιμο, βάλαμε ΤΑ μέσα να κλείσουμε θέση στο καράβι και η επιβεβαίωση ήρθε –πάλι τηλεφωνικά- από τον Θανάση:

«Εντάξει. Έκλεισα εισιτήρια για σένα και την Κατερίνα και θέση για το αυτοκίνητό σου. Φεύγουμε στις 8.30 το βράδυ, από την Πάτρα»!

«Πάτρα; Γιατί Πάτρα κι όχι από Λευκάδα, που, από Θεσσαλονίκη, μου έρχεται πιο κοντά»;

«Γιατί εμείς θα είμαστε στην Κόρινθο, στο εξοχικό μας».

Δίκαιο. Οι άνθρωποι ξεσκίστηκαν να μου βρουν δωμάτιο, έπειτα θέση στο καράβι και τώρα θέλω και ήβη τη θέλω και ξυρισμένη; Θα πάω από Θεσσαλονίκη-Αθήνα-Κόρινθο-Πάτρα-Σάμη. Γι αυτό και θα ξεκινούσα χαράματα (4) για να είμαι Κόρινθο στις 11 (με στάση στα Τέμπη για καφέ και αγιασμό και στου Λεβέντη για τυρόπιττα), να φαρμακώσουμε μια μπουκιά φαί στη 1 το μεσημέρι, να πάρουμε το δρόμο για την Πάτρα στις 6, αφού ρημαδοξεραθώ κάνα δύωρο για να στανιάρω, να είμαστε στο λιμάν-ι-ι οκτώ, να μπούμε με την ησυχία μας στο πλοίο, να φθάσουμε 11.30 στη Σάμη, να μπούμε στα δωμάτια, να ξαναξεραθώ ως την άλλη μέρα το απόγευμα.

Μου ήρθε μια φλασιά, για τη Μάχη, τι να σήμαινε άραγε αυτό το «που θα είναι και η ίδια». Τη θυμόμουν με έναν γκόμενο επί σειρά ετών, να τον σέρνει δεξιά κι αριστερά και υπέθεσα ότι ήταν, ήδη, στο νησί μαζί του. Επλανήθην πλάνην οικτράν…

Πρώτα απ΄ όλα, δεν ξεκινήσαμε στις 4. Η Κατερίνα, η οποία ανέλαβε το δύσκολο έργο της διευθέτησης ειδών (εγώ είχα αναλάβει τη λύση-αρμολόγηση των laptop) ήρθε και τα ΄παιξε γύρω στις 3. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, μουρμούρισε ένα «ωχ Θεέ μου, ωχ Παναγία μου, ωχ Άγιε μου Γεράσιμε» κι έπεσε σε ύπνο βαθύ. Εμένα με πήρε ο ύπνος στον καναπέ και, γύρω στις 7, ξαναξυπνήσαμε, πακετάραμε και τα τελευταία (τελικά, τον ηλιακό θερμοσίφωνα τον αφήσαμε στην Καλαμαριά) και στις 8 το πρωί χαιρετούσαμε τη Σαλονίκη.

Μετά από στάση για κατούρημα στα Τέμπη, για καφέ στη Στυλίδα, για νέο κατούρημα στο σταθμό της Ελευσίνας, φθάσαμε, στις 3 στην Κόρινθο. Α! Να μην το ξεχάσω: Είχαμε προλάβει να ξοδέψουμε 100 ευρώ σε βενζίνη και άλλα 18 ευρώ σε διόδια –όπου, πλέον, σου χαμογελούν και σου λένε καλημέρα, εκτός από εκείνον τον μουντρούχο στο Σχηματάρι, που μάλλον πρέπει να του σκότωσαν, πρωί – πρωί, τη μάνα, ή να του έκαψαν το εξοχικό στου Καρέα. Επίσης είχαμε εισπράξει γέλωτας και αστεϊσμούς όταν ΤΟΛΜΗΣΑΜΕ να ρωτήσουμε αν στα βενζινάδικα που σταματήσαμε υπήρχε κανένας χάρτης –της Ελλάδας, όχι καμιάς εξωτικής χώρας, όπως η Ζουαζιλάνδη, ή η Γουαδελούπη, για παράδειγμα. Μα κι εμείς, χάρτη στα βενζινάδικα ψάχναμε; Δεν αγοράζαμε τόσον καιρό τον Ελεύθερο Τύπο, που κατάφερε να μοιράσει την Ελλάδα στη διάρκεια ενός καλοκαιριού; Προφανώς για να τον έχουμε του χρόνου.

Και να ΄μαστε στην Κόρινθο. Όπου μας περίμεναν Ο Θανάσης, η Δάφνη, ο Εμπεδοκλής κι ο Ευκλής, ο παππούς Εμπεδοκλής, η Μάχη και η θεία Ρίτσα!

«Τι έγινε, ρε παιδιά; Θα μείνουν παππούς και θεία να φυλάνε το εξοχικό»;

«Γιατί να το φυλάνε; Τι θα πάθει»;

«Ε, τότε τι πήραν τους δρόμους, μέσα στον καύσωνα, από το Παγκράτι στην Κόρινθο; Γέροι άνθρωποι, να πάθουν και καμιά θερμοπληξία, να το έχετε κρίμα στο λαιμό σας»;

«Πρώτον τους έφερε η Δάφνη με το 4Χ4, δεύτερον θα έρθουν μαζί μας».

Γύρισα και κοίταξα τη Δάφνη. Είχε το βλέμμα της απόγνωσης. Σα να της είχαν μόλις δώσει το κόκκινο χάπι, είχε κάνει το ταξίδι της στο Μάτριξ κι είχε επιστρέψει κάθιδρη.

«Θα είναι η κουνιάδα σου, ο πεθερός σου και αυτή η μακρινή θεία την οποία πρώτη φορά βλέπω μαζί μας, Δάφνη»;

«Εγώ τους έφερα και από την Αθήνα. Εσύ σκιάχτηκες»;

Εποίησα την ανάγκην φιλοτιμίαν, φαρμάκωσα τη μπουκιά το φαγί που λέγαμε, αλλά δεν υπήρχε χρόνος για να ρημαδοξεραθώ, έστω για λίγα λεπτά. Ο παππούς Εμπεδοκλής, φανατικός φιλοτελιστής και κάθε είδους συλλέκτης, ήθελε να μάθει πως τα πήγαινα. Προσπάθησα να τον αποφύγω με κάθε τρόπο, κυρίως λέγοντας ότι, πλέον, πλην των βιβλίων, συλλέγω ταινίες σε dvd, αλλά εις μάτην:

«Ποίο βιβλίον θα αναγνώσεις κατά τας διακοπάς Δημήτριε»;

Αφού περίμενα κανένα δίλεπτο να πέσουν από κάτω οι υπότιτλοι –κι αφού δεν έπεσαν- αναγκάστηκα να απαντήσω:

«Τη Νεκροφόρα με τις Ρίγες»

«Δεν το γνωρίζω»

«Καθόσον είναι αστυνομικό»…

«Μα, ήμην εραστής της αστυνομικής λογοτεχνίας. Διαθέτω τα άπαντα του Σερ Αρθούρου Κόνανος Δοήλιος, με τας ιστορίας του Σερλόκιου Χόλμου»!

«Ναι, αλλά αυτός που το έγραψε είναι της σχολής Τσάντλερ»…

«Ο συγγραφεύς του Ιέρακος της Μαλτός… Καλός, καλός. Αλλά δεν διαθέτει την λάμψιν ενός Έδγαρ Άλαν Πόου»…

«Ε, ας το τελειώσω πρώτα και το συζητάμε»…

«Εγώ θα αναγνώσω τους Αθλίους, του Βίκτορος Ουγιδίου»…

Εκεί ήταν που φόρεσα τα ακουστικά του mp3 και βάλθηκα να ακούω Λοΐδιο τον Διαβασμένο…

Φυσικά, δεν ξεκινήσαμε στην ώρα μας. Με αποτέλεσμα να τρέχουμε, σα δαιμονισμένοι, σ εκείνο τον απαράδεκτο δρόμο Κορίνθου Πατρών, που αποκαλείται και εθνική οδός –τρομάρα της! Θα ΄θελα να ΄ξερα, επί 20 χρόνια ΥΠΕΧΩΔΕ ήταν ένας Πελοποννήσιος, ο Λαλιώτης, ένα δρόμο της προκοπής δεν έφτιαξε κι ήθελε να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ; Αλλά ας μην το πάμε στα πολιτικά, μετά τα σημερινά.

Με τα χίλια φθάσαμε στο λιμάν-ι-ι της Πάτρας και διαπίστωσα για ποιον λόγο σκοτώνονται οι νότιοι: Τρέχουν με 140 σε έναν δρόμο που σηκώνει δε σηκώνει τα 110 κι όπου το όριο ταχύτητας είναι 90. Αν τηρούσαν όλοι το όριο ταχύτητας, ίσως να παρέμεναν ζωντανοί. Αντ΄ αυτού, τα εκκλησάκια δεξιά κι αριστερά του οδοστρώματος γίνονται, χρόνο με το χρόνο, περισσότερα.

Από εκεί, αρχίσαν τα δύσκολα. Πρώτα, το καράβι ήρθε με μισή ώρα καθυστέρηση. Κι άρχισε το στοίβαγμα των ταξιδιωτών. Ποια όπισθεν και ποιες μανούβρες. Μπες όπως να ΄ναι τώρα, να φύγουμε κι έχει ο Θεός μετά πώς θα βγούμε. Έπειτα ανεβήκαμε στο εσωτερικό του πλοίου και καθίσαμε σε μια γωνίτσα. Κοντά στις τουαλέτες. Γιατί η θεία Ρίτσα έχει συχνοουρία. Και μακριά από το έιρ κοντίσιον, γιατί ο παππούς Εμπεδοκλής πλευριτώνεται εύκολα. Και με την πλάτη στον τοίχο, επειδή η Μάχη έχει κάτι φοβίες από παλιά –το Σύνδρομο του Τιτανικού, τίποτα το σοβαρό, απλά βάζει τις φωνές όταν το πλοίο κλυδωνίζεται.

Και το πλοίο φεύγει. Κι ευτυχώς δεν κλυδωνίστηκε. Κι αποφασίζω να βγω στο κατάστρωμα, να φωτογραφίσω την Πάτρα εκ του μακρόθεν κι εντός της νυχτός. Και γίνομαι μαύρος –ας είναι καλά τα φουγάρα του συγκεκριμένου πλοίου, που θύμιζαν ποταμόπλοιο στην Αμερική μετά τον Εμφύλιο, τον καιρό του Μάβερικ. Και ξαναμπαίνω μέσα. Στη θέση χωρίς έιρ κοντίσιον. Με τη θεία να επισκέπτεται κάθε 10λεπτο την τουαλέτα. Κι εμάς να μας έρχονται όλες οι μυρωδιές του κόσμου.

Και φθάσαμε…

Και η συνέχεια στο επόμενο...

5 σχόλια:

Ρενάτα είπε...

Είσαι το λιγότερο απαράδεκτος! :)
Έριξα το γέλιο της ζωής μου στο πώς σ αντιμετωπίζουν οι πιτσιρικάδες (Πλειστόκαινο εποχή κλπ) και στο διάλογο με τον παππού.
Μου πήρε 3' να καταλάβω πως μιλούσες για τον Λου Ριντ! Λοοοοοοοοοοοοολ

november είπε...

Αντί να αφήνεις βλάχικα σχόλια στο μαγαζί μου, δεν κοιτάς τα χάλια σου; Καλύτερα να πήγαινες διακοπές με το ΚΑΠΗ του Δ' Δημοτικού Διαμερίσματος!

(Ναι, είμαι ακόμη διακοπές, σε παρακολουθώ, ωστόσο!)

iris είπε...

Μα γιατί διαμαρτύρεσαι; Καλά ξεκίνησες !!! Σκέψου πόοοοοσα πολλάαα έχεις τώρα να μας πεις !!!

An-Lu είπε...

Πω-πωωωωωωω! Πάω να διαβάσω τις συνέχειες!

diastimata είπε...

@ ρενάτα
Το "Διαβασμένος" δεν είναι δικό μου, αλλά του Πανούση. Ώρες-ώρες, αυτό το παιδί, με ξεπερνάει...

@ november
Ρε... ρε... ρε... άντε να χαρείς τις διακοπές σου, που αντί να λιάζεσαι στη θάλασσα (και να σε χαίρονται όσοι είναι τριγύρω) κάθεσαι μπροστά από μία οθόνη και διαβάζεις blog... Get a swim!

@ iris
Αν έχω, λέει...

@ an-lu
Έρχονταιαιαιαιαι!!!!!!!