Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2006

74 years old sex machine

O Τζέιμς Μπράουν στη σκηνή του Θεάτρου Γης, στην Τριανδρία. Όταν άκουγα τα τραγούδια του, σε ηλικία 16 χρόνων, ούτε περίμενα ότι κάποτε θα τον έβλεπα να τραγουδάει εκεί όπου παιδιά παίζαμε πόλεμο, στα νταμάρια. Εξάλλου, από τη σόουλ του Τζέιμς, προτιμούσα τις ροκιές του Ίαν (Γκίλαν)
Εδώ και μέρες θέλω να ποστάρω κάτι για το νονό της Σόουλ. Προβληματιζόμουν, όμως, αν με το ποστ θα τον αδικούσα. Τελικά το αποφάσισα. Στο κάτω – κάτω της γραφής, θεατής σε ένα σόου ήμουν και έχω κάθε δικαίωμα να μιλάω γι αυτό.
Ο Τζέιμς Μπράουν πέρασε από τη Θεσσαλονίκη, μας γέμισε ένα από τα βράδια μας κι έφυγε.
Πέρασε κι ακούμπησε τις καρδιές μας, παρά το ότι είναι, πλέον, 74 χρονών. Κι εμείς, εξάλλου, δε μείναμε στα 24… Περάσαμε στα 42 (τσε βάλε…). Αλλά τι είναι τα 42 αν όχι τα 24 όταν τα κοιτάς στον καθρέπτη; Με την ίδια λογική και τα 74 του Τζέιμς είναι τα 47.
Το πρόβλημα με τον μίστερ Σεξ Μασίν είναι ότι μια μηχανή του Σεξ, μετά από μία ηλικία, δε δουλεύει μόνον με απλή βενζίνη. Θέλει και την ενισχυμένη αμόλυβδη, θέλει και αλλαγή στις τσιμούχες, θέλει και κανα καινούργιο δυναμό. Έτσι κι ο νονός.
Είχα την τύχη να δω τον Τζέιμς Μπράουν εν έτει 1986, όταν είχε ξανάρθει στη Θεσσαλονίκη. Τότε η συναυλία είχε δοθεί σ΄ έναν άθλιο, από πλευράς ακουστικής, χώρο, στο Παλέ Ντε Σπορ. Τα μηχανήματα του ήχου ήταν, εξίσου, άθλια. Καμία σχέση ο τότε χώρος με το Θέατρο Γης, στα νταμάρια της Τριανδρίας, αλλά κι ο ήχος του 86 και τα φωτιστικά εφέ, με αυτά του 2006.
Δυστυχώς, ο Τζέιμς Μπράουν του 2006 δεν είχε –κι αυτός- καμία σχέση με τον Τζέιμς Μπράουν του 1986. Τα 20 χρόνια πέρασαν από πάνω του κι άφησαν σημάδια. Το πρόγραμμά του σαφώς μειωμένο σε χρόνο, άφησε απ’ έξω τραγούδια δύσκολα, η κίνησή του βαριά. Φυσικά, για το γνωστό σόου του τέλους, όπου ο νονός «δαιμονίζεται» από τη σόουλ μουσική του και τρέμει μπροστά στο κοινό, οι «μπράβοι» τον καλύπτουν με μια αμερικανική σημαία και τον απομακρύνουν σιγά – σιγά κι αυτός όλο και επανέρχεται, όλο και ξαναπιάνει το μικρόφωνο και συνεχίζει να τραγουδάει, ούτε κουβέντα. Στη συναυλία του 2006, ο Μπράουν άφησε για το τέλος το Σεξ Μασίν. Το τραγούδησε με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσε. Έδειξε ότι είναι από τους καλλιτέχνες που πεθαίνουν στο σανίδι. Κι ότι σε 20 χρόνια ίσως ξανάρθει στη Θεσσαλονίκη, αφού, αν είναι γερός, σίγουρα θα τραγουδάει.
Ο τύπος γέρασε. Απέδειξε, όμως, ότι έχει πολύ σόουλ μέσα του…Ο τύπος γέρασε. Απέδειξε, όμως, ότι έχει πολύ σόουλ μέσα του…

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2006

Η αλήθεια κι ο Ιανός



Αφορμή για το σημερινό blog πήρα από μία επίσκεψη στο blog του Νίκου Δήμου. Με το γνωστό του τρόπο μας έδειξε, για άλλη μία φορά, ότι η αλήθεια έχει δύο όψεις: αυτήν που εμείς θεωρούμε αλήθεια κι αυτήν που οι άλλοι δέχονται ως αλήθεια. Ο λόγος για τη σφαγή στο Λίβανο.
Είχα πάντα την απορία: Πώς ένας λαός, που διώχθηκε όπως οι Εβραίοι, που τριγυρνούσε στις επτά θάλασσες, που είδε χιλιάδες να οδηγούνται στα κρεματόρια, στα Άουσβιτς και στα Μπούχεβαλντ, κατάφερε να αναπαράγει με τέτοιον τρόπο τόση βία...
Η απορία μου λύθηκε από έναν αδελφικό φίλο -και επί χρόνια συμμαθητή. Από έναν από τα παιδιά εκείνα που, την ώρα των θρησκευτικών, δεν ήταν στην τάξη. Ο Τζάκος είχε τα δικά του πιστεύω.
Τα ακολούθησε ως τα κιμπούτς του Τελ Αβίβ. Κι επέστρεψε, κάποια στιγμή, στη Θεσσαλονίκη του. Υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό. Παντρεύτηκε χριστιανή (με πολιτικό γάμο). Εργάστηκε σε επιχείρηση χριστιανού κι έχει για φίλους ακόμη και μουσουλμάνους.
Ο Τζάκος θα γινόταν ραβίνος. Τελικά, μπλέχτηκε με επιχειρήσεις. Ήταν ο άνθρωπος που μου έδειξε μια άλλη αλήθεια.
Προσέξτε: Η υπερβολή των Ισραηλινών στο Λίβανο άρχισε μετά από επίθεση της Χεζμπολά σε φυλάκειο, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν επτά ισραηλινοί στρατιώτες και απήχθησαν δύο. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, πάλι πριν την υπερβολή των Ισραηλινών, στις πόλεις του Βόρειου Ισραήλ έπεσαν 2.700 ρουκέτες της Χεζμπολά. Το Ισραήλ ήταν αυτό που αποχώρησε από το νότιο Λίβανο, για να υλοποιηθεί το ένα μέρος της σχετικής συμφωνίας. Το δεύτερο μέρος προέβλεπε την αποχώρηση της Χεζμπολά. Η Χεζμπολά είναι ακόμη εκεί.
Προσέξτε: Οι Ισραηλινοί γνωρίζουν καλά ότι στα κτίρια τα οποία βομβαρδίζουν, οι αντάρτες της Χεζμπολά χρησιμοποιούν παιδιά, ως ανθρώπινη ασπίδα. Αυτό δεν σταματά το βομβαρδισμό. Οι Ισραηλινοί γνωρίζουν ότι και οι Παλαιστίνιοι πρέπει να έχουν μια πατρίδα. Αυτό δεν τους έκανε να απλώσουν πρώτοι το χέρι. Οι Ισραηλινοί συνεχίζουν να αρέσκονται στο ρόλο του χωροφύλακα της περιοχής. Πότε να χτίζουν τείχη -του Αίσχους- πότε να ορίζουν δρόμους. Για να περάσει ένας παλαιστίνιος από το ένα μέρος της Γάζας στο άλλο, πρέπει να υποβληθεί σε δημόσιο εξευτελισμό, με σωματική έρευνα, κι ας πηγαινοέρχεται δυο φορές τη μέρα από το σπίτι του στη δουλειά, αναγκασμένος να περάσει από το ίδιο φυλάκειο.
Γι αυτό σας λέω. Η αλήθεια έχει, τελικά, δύο πρόσωπα. Όπως κι εκείνος ο αρχαίος Θεός των Ρωμαίων, ο Ιανός. Ρωτήστε και τον Τζάκο...

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2006

Funeral Musical


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 1985. Τον είχε αποκαλέσει μιούζικαλ! Ο φίλος του, ήθελε με αυτόν τον τρόπο να δείξει πόσο κεφάτος άνθρωπος είναι. Έπαιζαν εκείνο το ηλίθιο παιχνίδι, που ο ένας προσπαθεί να βρει ποιον από την παρέα εννοεί ο άλλος, χρησιμοποιώντας διάφορες λέξεις.

Τον είχαν ρωτήσει: «Αν ήταν ταινία, ποια ταινία θα ήταν»; Κι εκείνος, χωρίς σκέψη, είχε απαντήσει «μιούζικαλ»…

-Ποιο μιούζικαλ;

Η Χαρά επέμενε. Ήθελε, σώνει και καλά, να βρει ποιον εννοούσε ο Στέφανος (ο φίλος). Τον γούσταρε τον Στέφανο η Χαρά. Και, όπως κάθε μετέφηβος, της την έδινε όταν ο Στέφανος έβγαινε πιο έξυπνος.

-Όλα τα μιούζικαλ μαζί!

Ο Στέφανος έδωσε μια απάντηση που η χαρά δεν την περίμενε. Κρυφοχαμογέλασε ο Στέφανος. Κι αυτός τη γούσταρε τη Χαρά. Κι αυτός, όπως κάθε μετέφηβος, ήθελε να εκνευρίσει αυτούς που αγαπούσε. Του άρεζαν και οι αντιδράσεις της… Πώς σούφρωνε τα φρύδια της, όταν εκνευριζόταν και μιλούσε με το στόμα της να στραβώνει ελαφρά προς τα δεξιά.

-Αυτό δεν είναι απάντηση!

Η Χαρά σούφρωσε τα φρύδια της και στράβωσε ελαφρώς το στόμα της προς τα δεξιά. Ήταν σίγουρο. Είχε εκνευριστεί. Το είχε καταλάβει όλη η παρέα. Κι εκείνος μαζί τους. Και δεν μπορούσε να συνταιριάξει το χαρακτηρισμό «μιούζικαλ» με κανέναν από τους υπόλοιπους. Ήταν σίγουρος ότι ο Στέφανος εννοούσε εκείνον. Αλλά δεν ήθελε να σηκωθεί μπροστά σε όλα τα παιδιά και να φωνάξει.: «Εγώ! Εμένα εννοείς»! Δεν είπε τίποτα.

Το είπαν όλοι οι άλλοι… Τον έδειξαν, με το δάχτυλο, αναιδέστατα. Κι εκείνος θυμήθηκε που η μάνα του, όταν έδειχνε με το δάχτυλο, πιτσιρίκι, στους δρόμους της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσε, τον μάλωνε. Κι όλοι οι άλλοι φώναζαν: «Αυτόν! Αυτόν εννοείς Στέφανε»! Όλοι! Μα καλά… Τόσο αναγνωρίσιμος ήταν;

-Καλά, το «μιούζικαλ» πώς σου ήρθε;

Μόνον εκείνος –ο άνθρωπος μιούζικαλ- είχε την απορία.

-Το κέφι σου, ρε παιδί μου! Όλοι έχουμε τις μαύρες μέρες μας. Εσύ, λες και δεν τις έχεις ποτέ…

Τάδε έφη Στέφανος. Κι εκείνος χαμογέλασε.

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2005. Τον είχε αποκαλέσει «κηδεία»! Ο ίδιος φίλος. Τον ίδιο άνθρωπο. Είκοσι χρόνια μετά. Είχαν βρεθεί στο δρόμο, είπαν ένα «γεια» με μισό στόμα. Κι ο Στέφανος είχε γυρίσει και του ’χε πει: «Πώς είσαι έτσι, σαν κηδεία…»

Τι είχε συμβεί; Ένας γάμος, ένα παιδί, ένα διαζύγιο, δυο φορές στην ανεργία, ένα καταναλωτικό δάνειο, ένα στεγαστικό δάνειο που δεν αποπληρώθηκε, δύο πλειστηριασμοί ακινήτων (το δικό του και του πατέρα του), ένα τετραπλό μπάι πας (του πατέρα του), μια επέμβαση κήλης για τον ίδιο, απανωτοί θάνατοι συγγενών, ο θάνατος του πατέρα του Στέφανου, το διαζύγιο του Στέφανου με τη Χαρά, πιο πριν ο γάμος τους κι ένα παιδί, μια νέα συμβία, ένα πρόβλημα αλκοολισμού, ένας υποβιβασμός στη δουλειά, διπλάσια καθημερινά έξοδα από ό,τι έσοδα.

Μαύρο μιούζικαλ. Τα φώτα σβήσανε. Η αυλαία έπεσε. Κυρίες και κύριοι, χειροκροτήστε!

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2006

Μαγγανοπήγαδο


Τελικά τι είναι, στην πραγματικότητα, οι σχέσεις; Ένα ατέλειωτο μαγγανοπήγαδο. Όπως εκείνο που έσπρωχνε ο Κόναν ο Βάρβαρος, στη μαλακία του Ρίτσαρντ Φλάισερ (σενάριο Όλιβερ Στόουν) με πρωταγωνιστή τον Σβαρτζενέγκερ (το μόνο καλό σε αυτήν την ταινία ήταν ότι ο Άρνι δεν μιλούσε -πολύ).
Όπως ο ιδιαίτερα σωματώδης Κόναν έσπρωχνε, ασταμάτητα, το μαγγανοπήγαδο, εκεί που ήταν αιχμάλωτος, από παιδάκι, έφηβος, άνδρας, έτσι κι αυτός (ή αυτή) που είναι το ένα μέλος της σχέσης σπρώχνει. Με την ελπίδα ότι θα βγει νερό. Κι όταν βγει νερό συνεχίζεις να σπρώχνεις. Γιατί χρειάζεσαι κι άλλο.
Ο Κόναν έσπρωχνε. Το νερό έβγαινε. Ξεδίψασαν οι άνθρωποι. Αλλά ο Κόναν έπρεπε να συνεχίσει να σπρώχνει. Για να ποτιστούν τα χωράφια. Μετά για να πάει το νερό στα σπίτια. Μετά για να φθάσει ως το διπλανό χωριό. Και να ποτιστούν κι εκεί τα χωράφια. Κι όταν τον ελευθέρωσαν από τα δεσμά του μαγγανοπήγαδου, τον έστειλαν στην αρένα: ή να φάει την καρδιά των αντιπάλων του, ή να φάνε εκείνοι τη δική του καρδιά.
Δηλαδή, ποια είναι η διαφορά από τις ανθρώπινες στενές σχέσεις; Μήπως κι εκεί την καρδιά σου δεν τρώνε; Κι αν δεν προλάβεις να φας την καρδιά του αλλουνού, βρίσκεσαι με τη δική σου δαγκωμένη.
Τώρα θα μου πεις, σταμάτα να σπρώχνεις. Άσε τους να διψάσουν, να δουν τι σημαίνει βερίκοκο. Μήπως, όμως, σε τελική ανάλυση, σου αρέσει που βρίσκεσαι στο μαγγανοπήγαδο; Μήπως αν σταματήσεις να σπρώχνεις δεν θα έχεις τι άλλο να κάνεις;
Φαύλος κύκλος... Λες και είσαι σε ένα μαγγανοπήγαδο.
Σπρώχνε, με την ελπίδα πως θα μπεις και στην αρένα. Γιατί πολλοί ήταν αυτοί που ξεψύχησαν ενώ, ακόμη, έσπρωχναν. Με την ελπίδα να σταματήσουν μια μέρα. Πού να ΄ξεραν...

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2006

Προσοχή στο δρόμο

Καλό ταξίδι σε όσους φεύγουν διακοπές και:
Μην ξεχνάτε: οι ζώνες σώζουν ζωές.

Ειδικά όταν είναι σωστά τοποθετημένες

H Όλγα μετακόμισε


Δεν ξέρω πόσοι από σας διαβάσατε τα πρώτα κεφάλαια της περιπέτειας της Όλγας. Επειδή έχω την αμυδρά εντύπωση ότι δεν σας έκανε ιδιαίτερα κούκου, αποφάσισα να μεταφέρω την όλη φάση σε άλλο blog. Έτσι, όποιος θέλει να μάθει τα μυστικά του "τράγου" και το ποιος είναι, τελικά, ο Νικοδήμου και η Όλγα, μπορεί να περνάει από το
Τα διαστήματα θα παραμείνουν κενά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2006

Περπατώ εις το δάσος

Σκοτάδι... Δηλαδή, απορρόφηση του φωτός. Δηλαδή, άπλετο φως. Πάντα τα μπέρδευε αυτά. Του έμαθαν ότι το σκοτάδι είναι η απορρόφηση του φωτός. Άρα, όταν έχουμε σκοτάδι, πάλι έχουμε φως. Και σκοτάδι, πότε έχουμε;
Παιδικές απορίες. Ένας προτοετής φοιτητής του φυσικομαθηματικού τις έχει λυμένες. Εκείνος βάδιζε στην όγδοη δεκαετία της ζωής του κι ακόμα κάτι τέτοια του ήταν άγνωστα. Κινέζικα. Ήταν κι από εκείνους τους ανθρώπους, που ακούει πολλά, συγκρατεί κάποια από αυτά και τα γνωρίζει από λίγο.
Θυμόταν τους καθηγητές του. «Η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας» του έλεγαν, κουνώντας τον δείκτη μπροστά στα μούτρα του. Κάλλιο αμαθής, παρά ημιμαθής, δηλαδή. Ωραία παροιμία.
Τέλος πάντων, αρκετά με τις παρενθέσεις. Όταν άνοιγε μία, δεν ήξερε πού να την κλείσει. Σημασία είχε ότι το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Μαύρο σκότος. Μαύρος Σκότος. Δεν έβλεπε ούτε τη μύτη του. Είπε να βγει μια βόλτα, στο διπλανό δάσος, να θαυμάσει τη δύση του ήλιου. Για πότε μαζεύτηκαν εκείνα τα σύννεφα, για πότε έδυσε ο ήλιος, ούτε κατάλαβε. Τον είχαν συνεπάρει κι οι σκέψεις του...
Η αλήθεια είναι ότι είχε προβλήματα. Ειδικά στη δουλειά. Τόσα χρόνια ανώτερο στέλεχος της πολυεθνικής, ήταν η μοναδική του ευκαιρία να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρίας στην Ελλάδα, για δυο χρόνια. Και μετά να αποχωρήσει, δόξη και τιμή, για τη σύνταξή του. Θα του έκαναν και πάρτι, θα του χάριζαν ένα καλό ρολόι, όπως βλέπει στις αμερικάνικες ταινίες... Αλλά τα πράγματα δεν πήγαν έτσι ακριβώς. Εκείνος ο Γεωργίου, ο 45άρης, έγλειφε όποιον κώλο έβρισκε μπροστά του. Ε, γλείψε γλείψε, έφθασε και στου Μάντισον, αυτουνού του τρελοαμερικάνου επιχειρηματία, που αγόρασε τις μετοχές εν μία νυκτί κι έγινε η εταιρία από «Σιγαρέττα Αναβύσσου», «Ολντ Χέλενικ Ταμπάκο Κόμπανι». Του άρεσε του Μάντισον η γλώσσα του Γεωργίου και βρέθηκε ο μικρός ένα βήμα έξω από το μεγάλο γραφείο, στον τελευταίο όροφο. Κι εκείνος, λίγο πριν την έξοδο.
Βέβαια, είχε καταστρώσει την αντεπίθεσή του. Ο Μάντισον σκόπευε να κόψει την ελληνική παραγωγή καπνού. Να αγοράζει καπνό από άλλες χώρες και να αφήσει εδώ μόνον το εργοστάσιο συσκευασίας. Ο Γεωργίου του είχε φουσκώσει τα μυαλά, ότι αυτό είναι πανεύκολο και είχε βάλει κάτι νεούδια, συνεργάτες του, να ψάξουν άκρες στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Αλλά ο παλιός, είναι αλοιώς. Εκείνος είχε άκρες στις Βρυξέλλες. Ξέθαψε κάτι πανάρχαιες οδηγίες της πάλαι ποτέ ΕΟΚ, έβαλε κι έναν ευρωβουλευτή, που του ήταν υποχρεωμένος, και το θέμα θα το συζητούσαν, πλέον, στο Ευρωκοινοβούλιο. Για να εισάγεις καπνό από τρίτες χώρες, θα πρέπει να εξασφαλίσεις εξαγωγή στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Κι εκείνος είχε έτοιμο το πλάνο, αλλά και τους πελάτες στο περίμενε... Θα εμφανιζόταν ως σωτήρας!
Σταμάτησε το περπάτημα. Γύρισε δεξιά αριστερά, να δει που βρισκόταν. Τίποτα. Σκοτάδι και μόνο σκοτάδι. Έχει γούστο να είχε χαθεί. Πεντακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια κι αυτός να μην ξέρει προς τα πού να πάει. Δεν είχε και αστέρια, να προσανατολιστεί...
Κοίταξε την οθόνη του κινητού του. Πιο καλό σήμα θα είχε σ ένα πηγάδι, παρά εκεί. «Πούστηδες! Τόσα λεφτά παίρνετε και πιο το αποτέλεσμα; Όταν θες το κινητό, δεν το έχεις!», σκέφτηκε...
Πατούσε πάνω σε ξερά φύλλα, σε λάσπες, σε μυτερές πέτρες. Τα ακριβά δερμάτινα παπούτσια του είχαν γίνει χάλια. Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευε, αφού αισθανόταν να γλιστράει σε κάθε του βήμα. Δεν μπορούσε, όμως, να δει το παραμικρό.
-Κώστα!
Άκουσε μια γνωστή φωνή. Δεν μπορεί... Δεν γίνεται... Κι όμως... Ήταν, δεν υπήρχε αμφιβολία, ο Γεωργίου.
«Τι στα κομμάτια ζητάει αυτός εδώ; Ούτε να χαθεί στο δάσος δεν μπορεί κανείς», αναρωτήθηκε;
Ήταν, όμως, μια καλή ευκαιρία να γλιτώσει.
-Από δω, φώναξε!
Ανάμεσα από τα δένδρα είδε ένα φως. Ο Γεωργίου είχε μαζί του φακό.
-Έρχομαι ρε γέρο!
Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Άκου γέρο...
-Τι σου ήρθε και χώθηκες στο δάσος νυχτιάτικα; Α, ρε Κώστα... Μωραίνει ο Κύριος...
Άντε και τα ρητά και τα διδάγματα...
«Αν ήθελα σοφιστίες, θα πήγαινα στο Κατηχητικό», σκέφτηκε...
Ο Γεωργίου τον πλησίασε. Θα ήταν καμιά δεκαριά βήματα μακριά του. Σε λίγο θα βρισκόταν δίπλα του και θα περπατούσαν μαζί, σαν δυο καλοί φίλοι, προς το σπίτι του. Αλλά κι αυτό το κωλόπαιδο τί ήθελε τέτοια ώρα εκεί; Λες να έμαθε για ό,τι ετοίμαζε; Και γιατί δεν τον περίμενε στο σπίτι και χώθηκε στο δάσος να τον βρει; Τόσο σημαντικό ήταν αυτό που ήθελε να του πει; Και έφθασε στα προάστεια άγρια μεσάνυχτα; Μήπως...
-Τι γυρεύεις εδώ;
Η φωνή του Γεωργίου του έκοψε τη σκέψη στη μέση.
«Εγώ τι γυρεύω εδώ, ή εσύ»;
Ο Γεωργίου βρισκόταν δυο βήματα μπροστά του. Προσπαθούσε να δει τη σιλιουέτα του, αλλά το φως του φακού έπεφτε στα μάτια του.
-Δε λες που θα σε βγάλω από δω μέσα... Τρεις ώρες σε περίμενα στο σπίτι σου. Έλα...
Έριξε το φως του φακού στο άλλο του χέρι. Κρατούσε ένα ραβδί. Του το έδινε.
Το πήρε. Περπατούσε δίπλα στον Γεωργίου τώρα. Εκείνος φώτιζε ένα μονοπάτι.
-Έμαθα ότι έβαλες κάποιον στις Βρυξέλλες, να ψάξει για το θέμα του καπνού...
Ώστε έτσι. Αυτό ήταν λοιπόν.
«Ε, και»;
-Τι και, ρε Κώστα... Μου την έφερες πισώπλατα. Δεν κάνεις πίσω ρε γέρο, με τίποτα. Άσε και κανέναν νέο να προκόψει, ρε...
Μιλούσε νευρικά. Γρήγορα. Η αναπνοή του... Ήταν κι αυτή γρήγορη και κοφτή. Σαν τα λόγια του. Κάτι είχε στο μυαλό του ο Γεωργίου.
Δεν είχε ώρα για πολλά - πολλά. Σήκωσε το ραβδί. Το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του Γεωργίου. Εκείνος διπλώθηκε στα δύο. Μούγκρισε. Παραπάτησε. Γλίστρησε. Του ΄πεσε ο φακός. Έσπασε. Βρέθηκαν στο σκοτάδι...
Ησυχία...
«Ρε Γεωργίου»...
Κανείς δεν αποκρίθηκε. Τι είχε κάνει... Άρχισε να τρέχει. Όσο κρατούσαν τα πόδια του. Παραπατούσε. Έπεφτε. Ξανασηκωνόταν. Ξανάτρεχε. Με όση δύναμη είχε. Τα πνευμόνια του τον έκαιγαν. Καλά του είχαν πει να κόψει το τσιγάρο...

Την άλλη μέρα, η αστυνομία χτένιζε την περιοχή. Τον βρήκαν ξαπλωμένο σε μια χαράδρα. Το σώμα του είχε μια περίεργη στάση. Λες και είχε σπάσει στα δύο. Οι συνεργάτες του έδιναν συνέντευξη στα κανάλια.
«Λίγο έλειψε να χάσουμε και τον Γεωργίου, που πήγε να τον βρει. Γλίστρησε κι εκείνος κι έπεσε κάτω. Έχασε τον φακό που είχε και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Όχι, δεν έπαθε τίποτα. Μόνον ένα καρούμπαλο είχε, από το πέσιμο», έλεγε η Ελένη. Κι έκλαιγε. Δέκα χρόνια γραμματέας του Κώστα, μόνον καλές στιγμές είχε να θυμηθεί.

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2006

Η Ελένη κι η πολυθρόνα

Δεν ήταν ρομαντική φύση. Δε σκάλωνε ποτέ μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα. Αλλά το αποψινό ήταν ηλιοβασίλεμα από καρτ ποστάλ. Καρτ ποστάλ της νέας εποχής, βέβαια. Χωρίς βουνά και λαγκάδια, χωρίς θάλασσες. Κόκκινος ήλιος χανόταν πίσω από πολυκατοικίες. Όμως... Όμως εκείνος ο ουρανός ήταν όλα τα λεφτά. Κόκκινος, άσπρος, μπλε, γκρίζος, χρυσός σε μερικές γωνίες, κίτρινος, πορτοκαλί. Τέτοια πανδαισία. Άντε μετά, να μην τον κοιτάξεις.
Κι εκείνος τον κοίταζε. Έστρεψε ψηλά το βλέμμα και τον κοίταζε. Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες. Ανάμεσα από κεραίες επίγειες και δορυφορικές.
Τότε ήταν που έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά. Είχε καιρό να χαμογελάσει. Μέρες, βδομάδες, μήνες. Ίσως κι έναν χρόνο. Αλλά τώρα, να! Χαλάρωσε το στόμα του και φάνηκαν τα δόντια του. Χαμογελούσε...
Ξαφνικά, του ήρθε η επιθυμία να μοιραστεί το υπερθέαμα. Κοίταξε δεξιά, αριστερά. Ήταν μόνος στο δωμάτιο, αυτό ήταν σίγουρο. Στο σπίτι, όμως;
-Ελένη, φώναξε!
Καμία απάντηση. Αποφάσισε να επιμείνει.
-Ελένη, τρέξε! Θα χάσεις!
Περίμενε ν' ακούσει τα βιαστικά της βήματα. Ησυχία. Δεν ακούστηκε το παραμικρό, στο σαλόνι, στο χολ, στο δωμάτιο.
-Πάντα τα ίδια, μονολόγησε... Εκεί. Καρφωμένη στην πολυθρόνα.
Αποφάσισε να πάει ο ίδιος. Όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό... Μπήκε στο σαλόνι. Εκεί, μπροστά από την τηλεόραση, η πολυθρόνα της Ελένης. Δίπλα ήταν η δική του. Λίγο διαγώνια από την οθόνη. Για να μπορεί να ξαπλώνει. Έβαζε το κεφάλι στο ένα μπράτσο, κρεμούσε τα πόδια στο άλλο και έβλεπε μαζί της τηλεόραση, έτσι ξαπλωμένος. Εκείνη προτιμούσε να βλέπει στα ίσια την οθόνη.
-Άντε σήκω! Θα χάσεις, της είπε... Δεν πήρε απάντηση.
Τα ίδια... Κάθε φορά τα ίδια. Ακόμη και για το φαγητό, δεν έπαιρνε απόκριση. Κουβέντα δεν του έλεγε. Εκεί, καρφωμένη στην πολυθρόνα, με το τραπεζομάχαιρο κατευθείαν στην καρδιά. Από τότε που τον πρόδωσε. Πριν μέρες. Βδομάδες. Μήνες. Ίσως κι έναν χρόνο.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2006

Οδηγός... Μακρυνίτσας

Την αγαπάω ιδιαίτερα. Καλά την είπαν «μπαλκόνι του Πηλίου». Αυτό είναι η Μακρυνίτσα. Βρέθηκα για 48 ώρες στα καλντερίμια της κι ανακάλυψα πάλι κάτι καινούργιο. Γιατί η Μακρυνίτσα το έχει αυτό το καλό. Δε σου δείχνει, αμέσως, όλες τις ομορφιές της. Είναι έξυπνη γυναίκα. Σου εμφανίζει, σε κάθε σου επίσκεψη και κάτι διαφορετικό.
Δεν πρόκειται να σας πω τι βρήκα αυτήν τη φορά. Σημασία έχει να κάνετε τις δικές σας ανακαλύψεις. Πάντως, με την πρώτη ευκαιρία, να πάτε.
Πρωί, πάρτε το καλντερίμι δεξιά από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (την εκκλησία της πλατέιας). Αφήστε δεξιά σας το καφενείο του Θεόφιλου και περπατήστε λίγο ακόμη. Το δρόμο θα σας κλείσει ένα αρχοντικό, με φοβερό μπαλκόνι στο Βόλο. Φάτε εκεί πρωινό. Καταπληκτική ομελέτα, φιλόξενος ιδιοκτήτης. Και η μαρμελάδα το κάτι άλλο.
Για μεσημέρι, προτιμήστε το γνωστό εστιατόριο στην πλατεία. Αν έχει δροσιά, είναι ό,τι πρέπει να τσίπουρο, σπεντζοφάι και φασόλια φούρνου. Από πάνω γλυκό του κουταλιού (αυτήν την εποχή προτιμήστε καρυδάκι, τριαντάφυλλο ή λεμόνι).
Το απόγευμα φροντίστε να έχετε κρατήσει ελιόψωμο και τυρόψωμο από το φούρνο δίπλα στο ξενοδοχείο Αχιλλέας. Α! Κι ένα μυστικό. Ο ιδιοκτήτης δε λέγεται Αχιλλέας. Κι ένα δεύτερο μυστικό: Είναι από τον Άγιο Αθανάσιο Δράμας!
Το βράδυ κατεβείτε στο Βόλο. Για τσίπουρο στην παραλία (ο «Γιώργος» στην αρχή του λιμανιού είναι καλή λύση). Μην οδηγήσετε στην επιστροφή. Τα τσίπουρα κουράζουν και νυστάζουν. Πάρτε ταξί. Το πρωί δεν θα σας πονάει το κεφάλι -η Μακρυνίτσα έχει υγρασία «μηδέν».
Σε άλλο ποστ, λεπτομέρειες για άλλες γωνιές του Πηλίου (και προσωπικές φωτογραφίες, γιατί τώρα ακόμη μαθαίνω τα τερτίπια της νέας ψηφιακής).

Για τους καλοφαγάδες, προσφέρω μια μερίδα κοντοσούβλι(στη φωτογραφία). Το έψησε φίλος (ο Σπύρος) στην αυλή του σπιτιού του, στην Κουκουράβα. Είχε μέρες το κρέας στο κρεμμύδι, για να μαλακώσει και το έψηνε σε χαμηλή φωτιά, επί τέσσερις ώρες. Φάγαμε και τα πιάτα.
Α! Ο Σπύρος κάνει καταπληκτική κοπανιστή (σε κάνει δράκο με τις φωτιές που θα βγάλεις από το στόμα σου, αλλά έτσι είναι η σωστή κοπανιστή) και θανατηφόρο τζατζίκι (να φάει και η/ο σύντροφος, γιατί διαφορετικά κάποιος θα κοιμηθεί στον καναπέ).

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2006

Το –τετράωρο- κενό

Πόσο θέλει να πιστέψει… Είναι απίθανα απίστευτο το πόσο ψάχνει να βρει και το παραμικρό, να πιστέψει. Ψάχνει ανάμεσα στις λέξεις της. Τις περιμένει μία μία, να τις ξεστομίσει και να τις πάρει στα χέρια του. Να τις ζυγίσει, να τις ψαχουλέψει. Μπας και βρει κάτι, να στηριχθεί.

Γιατί τι είναι η πίστη; Στήριγμα. Και δε μιλάμε, τώρα, για την πίστη σε Θεό, όπως κι αν λέγεται αυτό. Μιλάμε για πίστη σε ανθρώπους. Στους δικούς μας ανθρώπους. Στον άνθρωπό μας.

Τα σκεφτόταν όλα αυτά όσο την άκουγε. Υπήρχε ένα κενό χρόνου. Περίπου τέσσερις ώρες. Δηλαδή, μια ζωή. Άντε, καλά. Όχι μία, μισή ζωή. Υπάρχει μια πεταλούδα στην Ασία, που ζει, όλο κι όλο, ένα οκτάωρο. Από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Άρα, αυτό το κενό των τεσσάρων ωρών, ήταν μισή ζωή.

Δεν ήταν ποτέ πρόθυμη να δικαιολογηθεί. Μισούσε τις δικαιολογίες. Κι ας άφηνε κενά. Ήταν σα να αδιαφορεί για τις ανάγκες του άλλου.

Έτσι κι εκείνος. Αισθανόταν λες και αδιαφορούσε για τις δικές του αγωνίες. Και ήθελε να την πιστέψει. Να πει, «ναι, έτσι είναι, όπως τα λες». Όμως υπήρχε αυτό το τετράωρο κενό

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2006

Οι περιπέτειες του Νίκι Λάουντα 1


Εγώ με τα μηχανήματα (που κινούνται πάνω σε ρόδες) δεν τα πάω και πολύ καλά. Να οδηγώ γνωρίζω -αυτό έλειπε, μετά από 25 χρόνια πίσω από το τιμόνι. Αλλά όταν ακούω κάποιους φίλους να κάνουν λόγο για εκκεντροφόρους, ροπές, προσφύσεις, μπουζί και πλατίνες, τους κοιτάζω με το βλέμμα του ψημένου ψαριού. Μόνον για πλατίνες έχω ακούσει κάτι κι αυτές όταν τις ονομάτιζε η πρώην γυναίκα μου (πάντα ήθελε μία δεμένη με λευκόχρυσο).

Όταν, λοιπόν, άναψαν τα δυο λαμπάκια στο ταμπλό, έκανα ό,τι και η ξανθιά οδηγός: άνοιξα το μάνιουαλ. Λαμπάκια, λαμπάκια, λαμπάκια… σελίδα 45. Λαμπάκι φλας δεξιά, λαμπάκι φλας αριστερά, λαμπάκι αλάρμ, λαμπάκι EDS, λαμπάκι ABS (όπα, αυτό ανάβει, για να βρούμε και το άλλο), λαμπάκι ζώνης ασφαλείας, λαμπάκι για φώτα ομίχλης μπροστά, λαμπάκι για φώτα ομίχλης πίσω (όταν περνάς από το αεροδρόμιο Μακεδονία είναι πολύ χρήσιμα), λαμπάκι για τα μεγάλα φώτα, λαμπάκι για τα μικρά φώτα, λαμπάκι χειρόφρενου (όχι, όχι αυτό), λαμπάκι φρένων(ΓΙΕΣ!!!).
«Όταν τα δύο αυτά λαμπάκια ανάψουν ταυτόχρονα, ακινητοποιήστε το όχημα και απευθυνθείτε στην αντιπροσωπεία». Μήνυμα σαφές. Πιο σαφές κι από αυτό που έδωσαν στην Κανέλλη οι διαρρήκτες του γραφείου της. Ακινητοποίησα, λοιπόν, το όχημα και πήγα στην αντιπροσωπεία.
-Τι, έτσι ήρθατε;
Δηλαδή πώς να ερχόμουνα; Ο βλοσυρός μουτζουρωμένος μηχανικός δεν άφηνε περιθώρια να την κάνω την ερώτηση. Έσκυψα το κεφάλι και, μισή ώρα αργότερα, επέστρεφα με το αυτοκίνητο.
-Ε, τώρα δεν ανάβουν!
Ντρεπόμουν. Τα λαμπάκια μου δεν άναβαν. Από την ώρα που ξανάναψα τη μηχανή, ως την ώρα που βρέθηκα (για δεύτερη φορά) στο συνεργείο της αντιπροσωπείας, τα λαμπάκια ήταν ερμητικά σβηστά. Σαν τίτλο ταινίας του Κιούμπρικ. Λάμπες ερμητικά σβηστές. Και τώρα τι κάνουμε;
-Θα πάτε στο καλό κι όταν ξανανάψουν θα έρθετε εδώ, με αναμμένη μηχανή, να το βάλουμε στον κομπιούτερ, να δούμε τι θα μας πει.
Εμένα προσωπικά, ο δικός μου κομπιούτερ, με τον οποίο έχουμε μια σχέση χρόνων (μέσω συνεχών αναβαθμίσεων) δεν μου έχει πει ποτέ τίποτα. Τώρα πώς ένας κομπιούτερ που δεν τον γνωρίζω θα μου ‘πιανε κουβέντα, μυστήριο…
Τα λαμπάκια ξανάναψαν μια βδομάδα μετά. Ακολούθησα τις οδηγίες.
-Τι, τώρα ήρθατε; Τώρα έχουμε δουλειά. Δυο αυτοκίνητα στις ράμπες κι άλλα τρία περιμένουν.
Κι εγώ, με αναμμένη μηχανή, ντροπιασμένος για δεύτερη φορά(ή, μήπως, για τρίτη;) πήρα το δρόμο του γυρισμού, του αποχωρισμού, κλαίω για την ώρα που δεν θα ‘χω πια ψυχή να σου πω σ΄αγαπώ…
Ο Θεός μ αγαπάει. Τα λαμπάκια ξανάναψαν όταν πήγαινα το αυτοκίνητο για σέρβις.
-Τώρα μάλιστα… Όχι σαν την άλλη φορά που θα μας κόβατε από τη δουλειά μας…
Αισθάνθηκα περήφανος για τα εύσημα που μου απέδωσαν. Προβληματίστηκα, όμως, όταν πήγα να παραλάβω το αυτοκίνητο και μου ανακοίνωσαν πως το μόνο πρόβλημα ήταν τα υγρά των φρένων.
Πήρα το αυτοκίνητο κι έφυγα. Την επόμενη μέρα, τα λαμπάκια μου, ήταν πάλι αναμμένα. Πήγα να διαμαρτυρηθώ.
-Α, δεν ξέρω τι σας είπε ο Κώστας, αλλά καλά θα κάνετε να αφήσετε το αυτοκίνητο εδώ, να το ψάξουμε. Αυτά τα πράγματα είναι επικίνδυνα.Ο Κώστας έλειπε σε άδεια. Την επομένη της επισκευής, έφυγε για Θάσο. Μπροστά μου ήταν ο Γιάννης. Και πίσω μου γκρεμός. Εδώ και τέσσερις μέρες είμαι χωρίς αυτοκίνητο. Ούτε να ποστάρω δεν είχα όρεξη. Περιμένω τη διάγνωση. Γιατρέ μου, θα ζήσω;

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2006

Εσείς Ευρώπη, εμείς στο Νευροκόπι

Αστέρια (της ροκ, της ποπ και του R and B παρελαύνουν -λέει- από το Καραϊσκάκη. Όπως παλιά οι αθλητές του στίβου (πριν το γκρεμίσει ο Κόκαλης και το κάνει το μεγαλύτερο τηγάνι της Ελλάδας).
Αλλά κι εδώ, στη μακρινή επαρχία, ο ένας μετά τον άλλον, οι καλλιτέχνες με διεθνή καριέρα, σπεύδουν για συναυλίες. Αψευδής μάρτυς η φωτογραφία.
Ε, ρε, γλέντια...