Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Ξανά στους δρόμους

Μου ήρθε με email και κάνω copy-paste. (Μου το έστειλε και η Μαριλένα, λίγα λεπτά αργότερα, στο σχόλιό της):

Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, στην μνήμη των νεκρών και των χαμένων, στην ελπίδα μιας διαρκούς και μόνιμης διαμαρτυρίας για προστασία και αναγέννηση.
Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, οχημάτων, εργασιών, σκέψεων, θορύβων όρθιοι και σιωπηλοί όπου βρεθούμε να αφουγκραστούμε τους ήχους της γης.
Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, όλου του συστήματος, οικονομικού, πολιτικού, εργασιακού, επικοινωνιακού να δείξουμε ότι δεν είμαστε πολλοί, είμαστε όλοι, που πενθούμε, ελπίζουμε και συμπαραστεκόμαστε ενεργά.
Την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου στις 12 το μεσημέρι για τρία λεπτά να προκαλέσουμε μαζική α-κινητοποίηση, να παγκοσμιοποιήσουμε το δικό μας μήνυμα σε όλο το πλανήτη στέλνοντας το μήνυμα για συμμετοχή την ίδια ώρα Ελλάδας σε όλο τον κόσμο σε όλες τις γλώσσες.


Το παραθέτω αυτούσιο κι όποιος θέλει, ακολουθεί.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Τώρα!

Αντιγράφω, αυτούσια, από τη Ρενάτα:

1) Λίστα με χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις δασικές πυρκαγιές: μέτρα προστασίας, τηλέφωνα άμεσης ανάγκης, πρώτες βοήθειες για εγκαύματα, αίτηση για όσους θέλουν να προσφέρουν σαν εθελοντές πυροσβέστες.

  • Τηλεφωνικός Αριθμός Κλήσης Πυροσβεστικής : 199
  • Ανοικτή γραμμή ενημέρωσης και στήριξης των πυρόπληκτων λειτουργεί στο Κέντρο Υποστήριξης Πυροπαθών και στον αριθμό 1555 από τις 8 το πρωί έως τις 10 το βράδυ.
  • Χρήσιμα τηλέφωνα άμεσης ανάγκης
  • Τι πρέπει να κάνετε αν θέλετε να γίνεται εθελοντής πυροσβέστης : αίτηση, σχετική νομοθεσία κλπ
  • Ιστοσελίδες εθελοντικών οργανώσεων και άλλα sites πυροσβεστικού περιεχομένου
  • Χάρτης της Ελλάδας. Κάνετε κλίκ στη περιοχή που σας ενδιαφέρει και εμφανίζονται όλες οι πυροσβεστικές υπηρεσίες της περιοχής με τα τηλέφωνα κλπ
  • Τι να κάνετε αν εμπλακείτε σε συμβάν πυρκαγιάς ή άλλης έκτακτης ανάγκης
  • Πρώτες βοήθειες για εγκαύματα
  • Οδηγίες προστασίας από δασικές πυρκαγιές: (Αποτροπή εκδήλωσης πυρκαγιάς, Αν το σπίτι σας βρίσκεται κοντά σε δάσος, Πώς πρέπει να ενεργήσετε μόλις αντιληφθείτε πυρκαγιά, Αν η πυρκαγιά πλησιάζει, Αν η πυρκαγιά είναι στο κατώφλι σας, Μόλις περάσει η πυρκαγιά)
  • Οι πυρόπληκτοι του νομού Ηλείας για βοήθεια μπορούν να επικοινωνούν στα τηλέφωνα 26210 23911, 37187 και 23822.
  • Έκκληση για εθελοντική προσφορά βοήθειας απευθύνει η Νομαρχία Ηλείας σε όσους μπορούν να συνεισφέρουν για την αντιμετώπιση της καταστροφής. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να επικοινωνούν στο 26210 37187 .
  • Για μεταφορά σε ξενοδοχεία όπου παρέχεται σίτιση και περίθαλψη αλλά και για μεταφορά σε νοσοκομείο οι πυρόπληκτοι του νομού Αρκαδίας μπορούν να απευθύνονται στο ειδικό γραφείο της Νομαρχίας 2710 223001 και 222243.
  • Στη Μεσσηνία οι άστεγοι απευθύνονται στη Νομαρχία όπου ειδικά συνεργεία τους κατευθύνουν. Η Πυροσβεστική καλεί τους κατοίκους και όσους μπορούν να βοηθήσουν με οποιοδήποτε τρόπο να επικοινωνούν με την Πυροσβεστική Διεύθυνση Καλαμάτας στο τηλέφωνο 27210 92100 .
  • Ομάδα υποδοχής πληροφοριών, παραπόνων και αιτημάτων για τους πολίτες συγκροτήθηκε και λειτουργεί στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής , με αφορμή τις πυρκαγιές σ’ όλη την Ελλάδα. Η ομάδα θα είναι στη διάθεση των πολιτών όλο των 24ωρο. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν στο 2106476686 και 2106443689 (φαξ).
  • Χρηστικές πληροφορίες βρήκαμε στην ιστοσελίδα της ΕΡΤ
  • Σχετική ενημέρωση των πολιτών ανά 15 ‘ γίνεται από τη Δημόσια Ραδιοφωνία

Πηγή : Whispering planet

2) Η Νομαρχία Ηλείας ζητά βοήθεια. Ζητάει πόσιμο νερό και τρόφιμα. Tηλέφωνα επικοινωνίας : 26210 23911, 26210 37187, 26210 31106

e-mail nomarxis@nailias.gr

Έχουν ήδη ανοιχτεί λογαριασμοί
Τράπεζα Ελλάδος 2341103053
Eθνική υποκατάστημα Πύργου 45154509009
Πειραιώς 5508033405636


Οι Δήμοι


Ο Δήμος Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει τη φιλοξενία μικρών παιδιών από τις πληγείσες οικογένειες. Ο Εμπορικός Σύλλογος προσφέρει ρούχα και παπούτσια για την ένδυσή τους. Η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής προσφέρει δωμάτια για τη φιλοξενία τους. Η Ομοσπονδία Τουρισμού Βορείου Ελλάδος προσφέρει λεωφορεία για τη μετακίνησή τους, ενώ πολλοί είναι οι εκπρόσωποι των φορέων που εξέφρασαν τη βούλησή τους να θέσουν στα Δ.Σ. αυτών προτάσεις οικονομικής υποστήριξης των πληγέντων.

Τραπεζικό λογαριασμό υπέρ των πυρόπληκτων από τις πυρκαγιές του 2007 ανοίγει ο Δήμος Τριανδρίας, μετά από πρόταση της Δημάρχου Τριανδρίας, Πολυξένης Δρίτσα, την οποία ομόφωνα ενέκρινε το Δημοτικό Συμβούλιο στη συνεδρίασή του τη Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007. Ο αριθμός λογαριασμού στην ALPHA BANK είναι 481002002004274 και μπορεί ο καθένας να προσφέρει το ποσό που επιθυμεί.

Στον χώρο του Δημαρχείου Ωραιοκάστρου ξεκίνησε η συγκέντρωση βοήθειας, η οποία θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. Ειδικότερα, η συγκέντρωση της βοήθειας γίνεται στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Ωραιοκάστρου καθημερινά από τις 8.00 το πρωί έως και τις 2.00 μετά το μεσημέρι. Τα είδη, τα οποία συγκεντρώνονται, είναι: α. αδιάβροχες σκηνές, β. σκεπάσματα (κουβέρτες – σεντόνια), γ. παιδικές τροφές (γάλα σε σκόνη και γάλα εβαπορέ), δ. τρόφιμα μακράς διάρκειας (ζάχαρη, όσπρια, ρύζι μπασμάτι), και ε. είδη ένδυσης και υπόδησης.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία

1. Στην Highsiding A.E. (εκδίδει τα περιοδικά 0300, 2 Τροχοί), Γαρδένιας 30, Αχαρναί, συγκεντρώνουν βοήθεια. Χρειάζονται ρούχα, κουβέρτες, παπούτσια, αδιάβροχα και από τρόφιμα μακαρόνια, ρύζι, γάλα κονσέρβα. Χρειάζονται και υλικά για να τα πακετάρουν όλα αυτά. Πρώτη αποστολή μάλλον Πέμπτη.



Εμπρός, μαρς! Βοήθεια τώρα!

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Προτάσεις

  1. Να γραφτούμε εθελοντές πυροπροστασίας.
  2. Να πάρουμε μέρος σε αναδασώσεις.
  3. Να ανακυκλώσουμε.
  4. Να αλλάξουμε με ενεργειακές τις λάμπες του σπιτιού μας.
  5. Να κλείσουμε τα έιρ κοντίσιον.
  6. Να φροντίσουμε τα μπαλκόνια μας.
  7. Να καθαρίσουμε τα ξερά χόρτα από τα εξοχικά μας.
  8. Να σταματήσουμε να πετάμε αποτσίγαρα και πακέτα στους δρόμους.
  9. Να απαιτήσουμε από το δήμο της περιοχής σας να διαθέσει τα κεφάλαια που πηρε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τα προγράμματα πυροπροστασίας και περιβάλλοντος.
  10. Να απαιτήσουμε να αγοράσουν υδροφόρες -κι ας τις χρησιμοποιήσουν μια φορά τα πέντε χρόνια.
  11. Να φροντίσουμε να ελευθερωθούν οι έξοδοι κινδύνου στους χώρους εργασίας μας.
  12. Να φροντίσουμε να έχουμε πυροσβεστήρες στο σπίτι, στο εξοχικό, στο αυτοκίνητο.
  13. Να κόψουμε τα -πολύ όμορφα, αλλά επικίνδυνα- κλαδιά που κρέμονται εν είδη δαμοκλείου σπάθης πάνω από τα κεραμίδια μας.
  14. Μην αγοράσουμε εξοχικά σε χώρους όπου φωνάζουν πως πριν οικοπεδοποιηθούν ήταν δάσος, ή ρέμα.
  15. Να απαιτήσουμε από τις νομαρχίες μας να καθαρίσουν τα φρεάτια των όμβριων υδάτων.
  16. Να διαβάσουμε και μάθουμε τι προβλέπει το σχέδιο Ξενοκράτης (το οποίο ξεχάστηκε στα συρτάρια των νομαρχιών).
Κι έπειτα να κάνουμε και πορεία και διαμαρτυρία και χάπενιγκ κι ό,τι άλλο κατεβάσει το -ξερό μας το- κεφάλι.
Προσωπικά -γιατί θα βρεθούν και κακοήθεις- κάποια από αυτά τα έκανα. Κάποια τα έκανε ένας από τους δήμους της περιοχής μου και πιέζω -με κάθε τρόπο- να τα κάνει και κανένας άλλος. Συνεχίζω. Κι έτσι έχω, κάθε δικαίωμα, να ουρλιάζω για την κρατική μέριμνα(;).

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2007

Απορίες...

  1. Ποιο χέρι βάζει -απερίσκεπτα- φωτιά στο μέλλον του παιδιού του;
  2. Πώς βρίσκονται 143 (τόσες ήταν οι σημερινές φωτιές στη χώρα, αν άκουσα καλά) τρελοί να πυρπολήσουν τη χώρα;
  3. Πώς να προλάβεις τις φωτιές όταν πρέπει να καθαρίσεις χιλιόμετρα δασικών δρόμων σε όλη τη χώρα, να μοιράσεις ελάχιστες δυνάμεις της Πυροσβεστικής κι -ακόμη πιο- ελάχιστα Πυροσβεστικά αεροσκάφη;
  4. Πώς αντέχουν κάποιοι να μετατρέπουν σε κάρβουνο ένα θαύμα, όπως η περιοχή του Καϊάφα, για να "σηκώσουν" πέντε βίλες με γκαζόν, τρεις φοίνικες, μια πισίνα και πέντε λευκές πλαστικές ομπρέλες με ξαπλώστρες;
  5. Τι ποινή να επιβάλεις στον απλό πολίτη που ζει δίπλα στο δάσος και, παρόλα αυτά, ποτέ δεν καθάρισε το κοινόχρηστο οικόπεδο δίπλα στο φράχτη του;
  6. Ποιος μπορεί, τελικά, να οργανώσει μια ουσιώδη αντιπυρική προστασία;

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Διακοπές(;) 4

Περίληψη προηγουμένων:Ο Διαστήματας με την Κατερίνα, ένα φιλικό ζευγάρι, τα δυο τους παιδιά, τη θεία των παιδιών, τον παππού των παιδιών και την υπέργηρη θεία Ρίτσα, έκαναν το πρώτο μπάνιο τους στην Κεφαλλονιά. Καθώς κανείς δεν καταγόταν από τους Φρονίμους, ο μοναδικός που είχε προνοήσει για ένα ελαφρύ σνακ στην παραλία ήταν ο Διαστήματας, ο οποίος μετουσιώθηκε σε Ιησού: Ευλόγησε τα λιγοστά του σάντουιτς και τάισε μια ολόκληρη παραλία γεμάτη κόσμο.

Όπως καταλαβαίνετε, οι μέρες περνούσαν στον ίδιο ρυθμό: Πρωινό στο μπαλκόνι μετά του λόχου, οδήγηση στους φιδίσιους δρόμους της Κεφαλλονιάς με τα ΚΑΠΗ στο αυτοκίνητο (όπου, πρέπει να σας πω ότι ο παππούς Εμπεδοκλής το είχε αδιαμφισβήτητο δικαίωμά του να κάθεται στη θέση του συνοδηγού και να σχολιάζει καθ όλη τη διάρκεια τον τρόπο οδήγησής μου, αλλά γι αυτό θα τα πούμε παρακάτω), μπάνιο σε όποια ακτή βόλευε τη θεία Ρίτσα και βραδινό σε όποιο εστιατόριο βόλευε τη Μάχη.

Ώσπου, μια μέρα, έπεσε η ιδέα:

«Θα πάμε στον Αίνο»!

Για τους μη γνωρίζοντες: Αίνος είναι το ψηλότερο βουνό της Κεφαλλονιάς, λίγο κάτω από τα 2.000 μέτρα, στεφανωμένο από έναν Εθνικό Δρυμό από έλατα, χάρμα οφθαλμών, μεν, αλλά ψηλό και κακοτράχαλο δε. Δεν είχα και πολύ μεγάλη όρεξη να κάνω το ευμεγέθες κρι-κρι κι ήμουν έτοιμος να πω «όχι», αλλά με πρόλαβε ο παππούς Εμπεδοκλής:

«Εις τον Αίνον! Ε, όχι αγαπητέ μου υιέ! Εις τα όρη ημπορούμεν να υπάγομεν και τας υπολοίπους εποχάς! Εν τω θέρει θα υπάγωμεν»;

Σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είχα αποφασίσει: Θα πηγαίναμε στον Αίνο.

Έτσι βρεθήκαμε, μεσημέρι, εγώ, η Κατερίνα, τα δυο παιδιά και η Δάφνη με το Θανάση, να ανεβαίνουμε στο βουνό. Ως γνωστόν, η τρέλα δεν πάει στα βουνά. Εμείς, πήγαμε… Κατακαλόκαιρο, με τον τζίτζικα να σκάει, βρεθήκαμε στο χωματόδρομο που οδηγούσε από τα ριζά, στην κορυφή του βουνού.

Η αρχική σκέψη ήταν να περπατήσουμε.

«Τι είναι; Μερικά χιλιόμετρα μόνον»!

«Μερικά χιλιόμετρα συνεχούς ανόδου! Τρελός είσαι; Θα σκάσω»!

Επικράτησε η άποψή μου αυτής του Θανάση και πήραμε το τζιπ. Suv, δηλαδή, όχι τίποτα σπουδαίο, αλλά ικανό για να φθάσει, χωρίς προβλήματα, στην κορυφή. Και, φυσικά, όχι δικό μου. Για να ξηγιόμασε! Εγώ έχω μια τσέχικη μερτσέντες, εννέα ετών. Πού να ανέβει το βουνό. Εδώ, καλά – καλά, δεν ανεβαίνει στην Άνω Πόλη.

Στριμωχθήκαμε, λοιπόν και ξεκινήσαμε. Την κουβέντα άνοιξε ο Θανάσης:

«Στον Αίνο έχει άλογα».

«Ωραία. Θα καβαλήσω ένα, να γυρίσω άνετα πίσω»…

«Σοβαρά μιλάω! Άγρια άλογα. Τα έχουν δει να καλπάζουν στα πλατώματα του βουνού».

«Θα είδαν τη Ρίτσα να έρχεται…»

Το αστείο μου δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την ομήγυρη και συνεχίσαμε, για λίγο, αμίλητοι. Ο δρόμος, όμως, δεν έλεγε να τελειώσει κι έτσι ανέλαβε η Δάφνη:

«Θανάση, έχει κι άλλη στροφή»;

«Βουνό είναι Δάφνη, στροφές έχει»…

«Ναι, αλλά το παιδί ανακατεύεται».

«Να σταματήσω»;

«Σταμάτα καλύτερα»…

Σταματήσαμε. Κι ο μικρός Ευκλής τάισε τα μικρά ζωντανά του δάσους, μακαρόνια με κιμά, που είχε φάει νωρίς το μεσημέρι. Και μετά, συνεχίσαμε.

Ο διάλογος επαναλήφθηκε copy paste:

«Θανάση, έχει κι άλλη στροφή»;

«Βουνό είναι Δάφνη, στροφές έχει»…

«Ναι, αλλά το παιδί ανακατεύεται».

«Να σταματήσω»;

«Σταμάτα καλύτερα»…

Ήταν η σειρά του μεγάλου Εμπεδοκλή να προσφέρει λίγη μασημένη τροφή στα κάπως μεγαλύτερα ζωάκια του δάσους. Βλέπετε, ο μεγάλος γιος της οικογένειας, είχε φάει χωριάτικο λουκάνικο. Με πιπεριά. Και μετά, συνεχίσαμε.

Πέντε στροφές αργότερα, ήταν η σειρά του μικρού Ευκλή να συνεχίσει τη δράση υπέρ του WWF.

Είκοσι λεπτά και τέσσερα ξερατά αργότερα είχαμε φθάσει στην κορυφή.

Ούρα!

Ανοίξαμε τις πόρτες του τζιπ. Τις ξανακλείσαμε. Αστραπιαία. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Μείναμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον. Τη σιωπή έσπασε η Κατερίνα:

«Φυσεί έξω»!

Όλοι είχαμε να προσθέσουμε κάτι:

«Κάνει κρύο»!

«Παγωνιά»!

«Θα δαγκώσουμε το καβλί μας»!

Αυτό το τελευταίο δεν άφησε ασυγκίνητο το Θανάση, που έσπευσε να μου ρίξει μια αγκωνιά λίγο πάνω από το συκώτι και να μου θυμίσει ότι μαζί μας είχαμε και δυο ανήλικα. Αλλά ο μικρός Ευκλής, πρόλαβε τον πατέρα:

«Μόνο το καβλί μας; Θα κατουράμε παγάκια»!

Η συνέχεια θυμίζει ταινία του Μπάστερ Κίτον: Με ταχύτητα βωβής ταινίας βγήκαμε από το αυτοκίνητο, τραβήξαμε πέντε φωτογραφίες τα σύννεφα από τον Αίνο, τις ακτές της Κεφαλλονιάς από τον Αίνο κι άλλες τρεις Εγώ με την Κατερίνα, ο Θανάσης με τη Δάφνη, τα παιδιά με το Θανάση και τη Δάφνη και μπήκαμε τρέχοντας στο αυτοκίνητο. Ανοίξαμε το καλοριφέρ και αρχίσαμε να ροβολάμε την πλαγιά.

Όταν συναντήσαμε το ηλιοβασίλεμα, κανείς γενναίος δε βγήκε έξω να φωτογραφίσει. Κατεβάσαμε τα παράθυρα και βγάλαμε υπέροχες φωτογραφίες από μέσα. Η σκέψη να γραφτούμε στους προσκόπους, είχε πέσει στο κενό. Όσο για την ανάβαση του Ολύμπου, ή για την εκδρομή στο Γκντάνσκ, το αφήσαμε για κάποια άλλη παρέα.

Στο επόμενο αναλυτικές περιγραφές από τις συναντήσεις μας με τα μη ποιμνιόμενα ερίφια και τον ολοκληρωτικό αφανισμό τους. Γιατί το υπέροχο πόνημα…


...συνεχίζεται...

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007

Διακοπές(;) 3

Περίληψη προηγουμένων: Ο Διαστήματας με την Κατερίνα, ένα φιλικό ζευγάρι, τα δυο τους παιδιά, τη θεία των παιδιών, τον παππού των παιδιών και την υπέργηρη θεία Ρίτσα, διακοπεύουν στην Κεφαλλονιά. Ο Διαστήματας έχει μετατραπεί σε οδηγό εκδρομής ΚΑΠΗ και περιδιαβαίνει από σπήλαιο σε σπήλαιο. Τη θάλασσα τη βλέπει με το μακαρόνι και για πρώτο μπάνιο βαπτίστηκε σε πισίνα.

Και ήρθε η επόμενη μέρα... Και ξαναήρθαν για πρωινό. Και ήθελαν να πάνε να δουν κάτι μουσεία. Και κατάφερα, με χίλια ζόρια, να πάμε θάλασσα.
Όσοι ξέρουν από Κεφαλλονιά, τώρα, κουνάνε το κεφάλι. Γιατί το νησί διαθέτει άμμο στα νότια. Κι εμείς μέναμε στη Σάμη, στα ανατολικά. Και οι αποστάσεις στο νησί είναι μεγάλες -δεν είναι Ελαφόνησος η Κεφαλλονιά.
Έχεις, λοιπόν, να διαλέξεις: Ή θα πας κοντά, προς την Αγία Ευφημία, ή μακριά, προς τον Πλατύ ή τον Μακρύ Γιαλό. Διαλέξαμε τα κοντά: Αγία Ευφημία.
Φανταστείτε, τώρα, τον Διαστήματα, έναν κύριο κάποιων κιλών (το βιογραφικό δεξιά τα λέει όλα) να προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε πέτρες-κροκάλες, διαστάσεων αβγού στρουθοκαμήλου, για να απλώσει το κορμάκι του στον ήλιο. Να ξεροψήνεται χωρίς αντηλιακό (ε, όχι και να αλειβόμαστε σαν πεχλιβάνηδες έτοιμοι να παλέψουμε) και να αναζητά ρωγμή στο πετρώδες έδαφος για να τοποθετήσει ομπρέλα.

Κι όμως, τα είχα σχεδιάσει όλα: Πήρα μαζί μου ομπρέλα με ειδική βάση, αυτήν που γεμίζει με νερό και στηρίζεται άνετα στην ακρογιαλιά, χωρίς να ανατρέπεται. Δυο καρέκλες πτυσσόμενες, μαζί με τραπεζάκι. Θερμός για να διατηρείται το νερό δροσερό. Ψάθινο καπέλο αυστραλέζικου στιλ. Μαγκούρα από κρανιά. Παπουτσάκια πλαστικά, για να μην γίνουμε σχοινοβάτες στα βράχια της -Πειραϊκής, κοιμάτ΄ ο Γιάννης ο μπεκρής- Κεφαλλονιάς. Φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσουμε το πρώτο μπάνιο του πρίγκιπα, αλλά και για να κρατήσουμε στιγμές από φλογερές ιταλίδες των διπλανών παρεών (εμ, να πάει τζάμπα ολόκληρος τηλεφακός;). Το βιβλίο μου(δες πρώτο σχετικό ποστ). Στικ για δαγκώματα μελισσών και τσουχτρών(διότι έχουμε κι ευαίσθητο δερματάκι). Τάβλι (καθόσον κάναμε -όχι φυλακή, με τον Καπετανάκη, που έχει ντούκλα το μουστάκι, αλλά- φυλάκιο κατά τη στρατιωτική μας θητεία -πράγμα που είναι, πάνω κάτω, το ίδιο, όσον αφορά την εκμάθηση του αθλήματος). Δυο τρία (τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ... εικοσιεννέα, τριάντα, τριανταένα, τριανταδύο...) σαντουϊτσάκια, μήπως και με πιάσει λιγούρα. Μερικά (κιλά) φρούτα εποχής. Φραπεδιέρα. Κεφτεδάκια (της μαμάς). Ένα φουσκωτό στρώμα, ρακέτες, μπάλα του πόλο (για την ώρα της άθλησης -όπερ μεθερμηνευόμενον δίνεις τις ρακέτες στα παιδιά και τη μπάλα στη διπλανή παρέα με την σιλικονάτη, τύπου Πάμελα Άντερσον, γκόμενα κι εσύ τους βλέπεις να ιδροκοπάνε χτυπώντας το μπαλάκι με τις ξύλινες ρακέτες και προσπαθώντας να αλλάξουν δύο (αριθμός 2) πάσες βόλεϊ, με την μπάλα του πόλο). Και, τέλος, τασάκι! Για τους καπνίζοντες, που πετάνε εδώ κι εκεί τις άθλιες γόπες τους κι εσύ, αμέριμνος, τις πατάς και τσουρουφλίζεσαι -κι όταν είναι στην παρέα σου δεν μπορείς να πεις κουβέντα.
Τα είχα σκεφτεί όλα. Όλα; Ε, όχι κι όλα... Ποιος θα τα κουβαλούσε όλα αυτά;
"Τρελός θα είσαι"!

Ο Θανάσης το ξέκοψε. Πήρε ένα καπελάκι τζόκεϊ, μια πετσέτα και τα γυαλιά ηλίου και ροβόλησε την πλαγιά. Τον ακολούθησε η Δάφνη, με μια πετσέτα, το μαγιό της, γυαλιά ηλίου και χωρίς καπελάκι. Από πίσω τα παιδιά, μόνο με το μαγιό τους. Η Μάχη ακολούθησε με παρεό, πετσέτα, βιβλίο και καπελάκι. Ο παππούς Εμπεδοκλής πήγε στο διπλανό καφενεδάκι. Κι η θεία Ρίτσα άρχισε να κατηφορίζει με τρεμάμενο βήμα, ασταθή πόδια, βλέμμα φόβου και τρόμου και ακατάσχετη επιθυμία να βουτήξει στα παγωμένα νερά που "κάνουν καλό στην επιδερμίδα". Την ίδια επιδερμίδα που, εδώ και δυο τρεις δεκαετίες, είχε μετατραπεί σε κάτι ακαθόριστο, που τύλιγε το σκελετό της.
Έμεινα να κοιτάω με παράπονο την Κατερίνα. Κι εκείνη πρόσθεσε στις αποσκευές τα δυο μας Mp3, ένα περίεργο πλαστικό πραματάκι που μοιάζει με πολυθρόνα σκηνοθέτη και πάνω στο οποίο βάζει το κεφάλι της όταν ξαπλώνει για ηλιοθεραπεία, τριών ειδών αντηλιακά, το λαπ τοπ και με βοήθησε να κατεβάσω, σε έξι δόσεις, τα προικιά μου στην παραλία.

Ήμουν κάθιδρος, καθισμένος σα τη μέδουσα, ροδαλός κι ευαίσθητος, στην αλουμινένια πτυσσόμενη πολυθρόνα μου. Μπορούσα, πλέον, να απολαύσω το φραπέ μου, που είχα ακουμπήσει στο πτυσσόμενο τραπεζάκι μου. Άνοιξα το βιβλίο μου, φόρεσα τα ακουστικά του mp3 και είδα όρθιο μπροστά μου το Θανάση:
¨Πότε θα φύγουμε¨;
"Τι θα πει 'πότε θα φύγουμε'; Μόλις ήρθαμε"...
"Εσύ μόλις ήρθες. Εμείς είμαστε εδώ δύο ώρες. Αλλά εσύ, μέχρι να στρώσεις την προίκα της νύφης, νομίζεις ότι μόλις ήρθαμε"...
Έπεσαν τα μεγάλα μέσα (λέγε με Κατερίνα, που ήθελε να κάνει ηλιοθεραπεία) κι ο Θανάσης πείστηκε να μείνουμε.

Εντός ολίγου, η ομπρέλα μου είχε γίνει καντίνα της παραλιακής. Καθώς κανείς δεν είχε εφοδιαστεί με τα απαραίτητα (τι θα πει "δεν είναι απαραίτητο το σαντουϊτσάκι; Είναι και παραείναι! Εμένα το κολύμπι μου ανοίγει την όρεξη!) άρχισαν να με επισκέπτονται με μάτια Μπαγκς Μπάνι και φωνή Τζέσικα Ράμπιτ:
"Έχεις τίποτα φαγώσιμο";
Είχα, που να μην είχα... Και έδωσα. Και μεταδόθηκε, με ταχύτητα αστραπής, σε όλη την παραλία, ότι ο χοντρός με το καπέλο και το βιβλίο μοιράζει σάντουιτς. Τάισα το Θανάση, τη Μάχη, τη Δάφνη, τη θεία Ρίτσα, τα παιδιά (καλώς), επτά Ιταλούς, έξι Ιταλίδες, έναν Ιταλό που δεν μπορώ να τον κατατάξω ούτε στους Ιταλούς, ούτε στις Ιταλίδες, ένα ζευγάρι Λιβανέζων, τρεις ξέμπαρκες Αγγλίδες (χοντρές, σα γουρούνες, που έφαγαν περισσότερο από όλους), έναν νέγρο που δήλωνε αμερικανός, αν και τα αγγλικά του ήταν χειρότερα από τα γιαπωνέζικά μου και μια Κινέζα μασέζ. Και, το χειρότερο, όλοι αυτοί, μετά, αφού μου τέλειωσαν ακόμη και τα κριτσίνια (ολικής, παρακαλώ, επειδή προσέχουμε τη σιλουέτα μας), ΗΘ
ΕΛΑΝ ΚΑΙ ΝΕΡΟ! Οι δε Ιταλοί, έκαναν και παράπονα επειδή δεν είχα κόκα κόλα λάιτ!
Αφού τάισα τους πεινασμένους, ως νέος Χριστός, ευλογώντας το μίλνερ και το γερμανικό μαύρο ψωμί (άλλοι καιροί, άλλα ήθη, Κύριε) είδα από μακριά να πλησιάζει ο παππούς Εμπεδοκλής. Προσπάθησα να σηκωθώ να φύγω, αλλά είχα βγάλει τα πλαστικά παπουτσάκια, οπότε οι προσπάθειές μου δε στέφθηκαν με επιτυχία, καθώς θύμιζα περισσότερο εξωγήινο με βεντούζες στα άκρα, που προσπαθεί να τρέξει, κάνει φλοπ φλοπ και διανύει ένα μέτρο κάθε ένα λεπτό. Με πρόφτασε:
"Δημήτριε, πότε θα αναχωρήσωμεν; Τι προβλέπει το πρόγραμμά μας";

"Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ λέω να βουτήξω πρώτα"...
Και βούτηξα (μόνον η δίοδος προς τη θάλασσα είχε απομείνει ως οδός διαφυγής). Και πάγωσα. Αισθάνθηκα το ευμεγέθες γεννητικό μου όργανο να ζαρώνει και να μετατρέπεται από περήφανη μπανάνα (αράπικη, όχι από εκείνες τις αναιμικές τις Κρητικές) σε κατάπτυστη μπάμια (χωρίς τις μύξες)... Είπα να βγω από το νερό, αλλά νίκησε η ντροπή το κρύο κι έμεινα κι άλλο. Κι όταν άρχισε το χειλάκι μου να γίνεται μαβί, περπάτησα προς τα έξω...
Για κολύμπι, ούτε κουβέντα. Ούτε απλωτή δεν έκανα. Περπάτησα δεξιά αριστερά, κούνησα τα χέρια μου, πραγματοποίησα και μία από τις απορριπτικές λειτουργίες του οργανισμού κι έξω από την πόρτα!
Όσοι ξέρουν, κατανοούν: Τα Επτάνησα έχουν κρύα θάλασσα. Πολύ κρύα. Που μπορεί να κάνουν ευπαρουσίαστα τα γυναικεία στήθη, αλλά ντροπιάζουν ακόμη και τον Τζον Χολμς, ή τον Πίτερ Νορθ. Αν, λοιπόν, προτιμάτε τις θάλασσες-σούπες, να πάτε στη Χαλκιδική. Διαφορετικά, κάντε υπομονή.
Λίγο αργότερα, είχα την τύχη να δω τη θεία Ρίτσα να προσπαθεί να μπει στη θάλασσα. Η οποία, εκτός από κρύα, είχε και κύμα. Τη χτύπησαν, την καημένη, τα τύπου τσουνάμι κύματα κι ήρθε και μπατάρισε -μα την κρατούσε λύπη μεγάλη! Ευτυχώς βρέθηκαν δυο νταβραντισμένοι Ιταλοί, την έπιασαν από τα μπράτσα και την μετέφεραν στο νερό. Τότε επενέβη η Δάφνη:
"Καλέ! Πού την πάτε τη θεία; Ναι! Δική μας είναι"!
Αφού δόθηκαν οι απαιτούμενες εξηγήσεις (ότι τη βοηθούσανε και δεν προσπαθούσαν να την απαγάγουν) αφήσαμε Έλληνες και Ιταλοί, τη Ρίτσα να μουλιάσει, πιάσαμε μια κουβέντα για τις εκλογές που -τότε- φαίνονταν μακρινές και την κρατήσαμε ως τη δύση του ήλιου.
Ήταν τότε που μας ειδοποίησαν, από την Ακτοφυλακή, ότι τη Ρίτσα την είχε πάρει το ρεύμα και την είχε βγάλει Ιθάκη -σώα και αβλαβή...
Για την ορεινή Κεφαλλονιά και την αποστολή διάσωσης στον Αίνο, θα τα πούμε στο επόμενο. Διότι τούτο το ποστ...

...συνεχίζεται...

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2007

Ενημέρωση

Βαριέμαι...
Μ έχει πιάσει μια βαρεμάρα, άλλο πράμα. Άρχισα να γράφω το νέο μέρος των Σκέψεων του Καφέ, αλλά δεν κατάφερα να ολοκληρώσω ούτε παράγραφο.
Διαπίστωσα, ακόμη, ότι δεν πήρατε χαμπάρι ότι εδώ, υπάρχει νέο επεισόδιο στο ζόρι μου. Θα σας μαλώσω...
Υπόσχομαι ότι, το βράδυ, θα κρεμάσω το τρίτο μέρος των διακοπών, άλλο ένα επεισόδιο στο ζόρι και κάτι φωτογραφιούλες στο wordpress. Θα κάνω και το moderation των σχολίων που έχουν έρθει -μια διαδικασία που με κουράζει και δεν ξέρω γιατί τη συνεχίζω.
Έχω βρει κι ένα blog με διάφορα για τη δημοσιογραφική Θεσσαλονίκη εδώ και διαβάζω και δε χορταίνω.

Τα λέμε...

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2007

Διακοπές(;) 2

Περίληψη προηγουμένων: Ο Διαστήματας, η Κατερίνα κι ένα φιλικό ζευγάρι με δυο παιδιά, αποφασίζουν να πάνε διακοπές στην Κεφαλλονιά. Ο Διαστήματας διαπιστώνει, την τελευταία στιγμή, ότι μαζί με το ζευγάρι και τα –αναγκαία, αφού ο Ηρώδης πέθανε- παιδιά, τις διακοπές ακολουθούν ο γηραιός παππούς των παιδιών, η γηραιότερη θεία –παντελώς άγνωστή του ως τότε- και μια αδελφή (κανονική, όχι της Συγγρού). Φθάνει στο νησί μέσω Κορίνθου κι εκεί τον περιμένει άλλη μία έκπληξη…

Αλλά όταν φθάσαμε, μας περίμενε δεύτερη έκπληξη (μ΄ αρέσουν οι εκπλήξεις, τρελαίνομαι, αλλά μόνον αν έχουν να κάνουν με δώρα: Βιβλία, dvd, cd, δονητές, μαστίγια, πλαστικές κούκλες, ακόμη κι επιτραπέζια παιχνίδια, μπορεί να γίνουν δεκτά με ενθουσιασμό, ακόμη και με ιαχές όπως «ουουουουου», «ααααααααα», «τι ωραίοοοοοο», «μωρεεεεεεε, τι γλυκόόόόό» κι άλλα τέτοια): Δεν είχαμε κλείσει δωμάτιο ως την τελευταία ημέρα που θα ήμασταν στο νησί! Όχι όλοι… Εγώ κι η Κατερίνα.
«Μα είχαμε πει ως την Παρασκευή, 17 του μήνα»…
Με αποστόμωσε η Μάχη:
«Μα, εμείς θα μείνουμε μόνον ως τις 12»!
«Ναι, αλλά εγώ έχω άδεια ως τις 20 και είπα να μείνω μερικές ημέρες ακόμη»…
«Ναι, αλλά εγώ δεν το ήξερα»…
«Ναι, αλλά εγώ το είπα στον αδελφό σου»!
«Ναι, αλλά εκείνος ξέχασε να μου το πει»!
(Ταυτοχρόνως αμφότεροι):
«Θανάσηηηηηη!!!!!!!!!»
Ο Θανάσης είπε ότι είχα δίκιο. Μετά είπε και στην αδελφή του ότι είχε δίκιο. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη βρήκαμε το δίκιο μας. Το χειρότερο ήταν ότι εγώ δεν βρήκα ούτε δωμάτιο. Η ευγενική ξενοδόχα, όμως, έδωσε τη λύση, με την υπόσχεση ότι θα μας μετέφερε.
«Υπάρχει δωμάτιο»;
«Έχω κάτι στο ημιυπόγειο»…
«Αμάν, για το Θεό! Μην μου το κάνετε αυτό… Να κατεβαίνω για να βρω το κρεβάτι μου»…
«Τέλος πάντων, κάτι θα κάνω»…
Κι έκανε. Μας έδωσε –κι ας ζημιωνόταν- ένα διαμέρισμα δύο δωματίων, με τηλεόραση, έιρ κοντίσιον, ψυγείο, κουζίνα, καλοριφέρ(!), θερμοσίφωνο κ.λπ.! Μη βιαστείτε, όμως, να πείτε, ότι ήμουν κερδισμένος! Γιατί το διαμέρισμα έγινε κέντρο διερχομένων, από το επόμενο πρωί.
Γιατί ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του και, πριν ανοίξω το μάτι μου, το δεξί με την τσίμπλα, έστησα αυτί. Μέσα από την κυψελίδα έπιασα ήχους περίεργους. Κάτι σαν κουβεντούλα, σα συζήτηση, κάτι σα να ήταν κι άλλοι στο διαμέρισμα, εκτός της Κατερίνας, που, λογικά, έπρεπε να κοιμόταν. Άπλωσα το χεράκι μου να πιάσω το κορμάκι της κι έπιασα το άδειο σεντόνι.
Με τρεμάμενα πόδια περπάτησα ως την κουζίνα και βρήκα στο μπαλκόνι τους Θανάση, Δάφνη, Εμπεδοκλή, Ευκλή, τον παππού Εμπεδοκλή, τη θεία Ρίτσα και την Μάχη. Η Κατερίνα ήταν στην κουζίνα κι ετοίμαζε πρωινό για το λόχο. Οι άλλοι έπιναν, ήδη, γάλα και καφέ.
«Βρε, καλώς τα παιδιά»…
«Άντε ρε υπναρά! Θα πάμε για μπάνιο»!
«Στο καλό κι αν βρείτε καμία καλή παραλία, στείλτε sms να ΄ρθούμε κι εμείς».
«Τι, δε θα φύγουμε μαζί»;
«Γιατί; Είχαμε υπογράψει κανένα συμβόλαιο»;
«Ναι, αλλά η Ρίτσα πρέπει να πηγαίνει στη θάλασσα νωρίς, γιατί την πειράζει ο ήλιος»…
«Κι εμένα με πειράζει το φεγγάρι και πρέπει να βγαίνω έξω ντάλα μεσημέρι. Αλλά για κάτσε μισό λεπτό, για να ΄χουμε καλό ρώτημα: Τι με νοιάζει εμένανε για τη Ρίτσα»;
«Αφού θα έρχεται με το αυτοκίνητό σου»…
«Γιατί»;
«Γιατί η Μάχη δεν οδηγεί και στο δικό μου δε χωράμε όλοι».
«Μα, η Μάχη έχει αυτοκίνητο. Και καλά, στην εθνική φοβάται να πατήσει γκάζι, αλλά τώρα μιλάμε για δρόμο νησιού, για απόσταση πέντε λεπτών κι άλλα τέτοια»…
«Α, δε θα πάμε για μπάνιο εδώ κοντά»…
«Γιατί; Είμαστε μαλωμένοι με τους κατοίκους»;
«Δεν έχει άμμο»…
«Δε με πειράζει, κάθομαι και στις πέτρες»…
«Ναι, αλλά η Ρίτσα»…
«Άσε, κατάλαβα! Η Ρίτσα πρέπει να κάθεται στην άμμο, επειδή την πειράζουν οι πέτρες στον απαυτό της»!
«Ε, τώρα φαίνεται πως πειράχτηκες»…
«Όχι! Γιατί να πειραχτώ; Όλα πάνε πρίμα! Λοιπόν, ντύνομαι, πλένομαι και σε δέκα λεπτά φεύγουμε»!
«Ε, όχι και σε δέκα λεπτά»…
«Γιατί»;
«Γιατί η Ρίτσα πρέπει να τρώει καλά, επειδή έχει ένα πρόβλημα με το στομάχι της»…
Σαπάκι η Ρίτσα. Κανονικά, δηλαδή, έπρεπε να την έχουνε χώσει σε ένα ανήλιαγο δωμάτιο του γηροκομείου και να περιμένουνε απ έξω να διαβάσουνε τη διαθήκη της. Αλλά αυτοί την πήραν βόλτα, στην Κεφαλλονιά.
Κι έτσι έγινε. Έφαγαν, ήπιαν (έφαγα κι εγώ, τι, στο πηγάδι κατούρησα;) και κινήσαμε. Όχι για την παραλία, αλλά για τα βουνά!
«Και γιατί στα βουνά»;
«Ο παππούς θέλει να δει το σπήλαιο της Μελισσάνης».
Τσιμέντο να γίνει (όχι το σπήλαιο)! Η σπηλιά περικλείει μια υπόγεια λίμνη μοναδικής ομορφιάς και είπα «ας πάει και το παλιάμπελο». Κι αντί για την παραλία βρέθηκα σε μια λίμνη, στο κέντρο της γης, ως νέος Ιούλιος Βέρνιος (για να μην ξεχνάμε και τον παππού Εμπεδοκλή). Επτά νομά σ ένα δωμά κι άλλοι τόσοι σε μια βαρκά. Να ψάχνω να βρω κέρματα για το βαρκάρη και να μη βρίσκω και να με πιάνει κρύος ιδρώτας, καθώς ομοίαζε με τον Άδη στον «Ηρακλή» της Ντίσνεϊ –στα καλύτερά του. Και όταν η βάρκα πήρε τη στροφή στο σκοτάδι, με κοίταξε άγρια κι αναγκάστηκα να του δώσω πενηντάρικο, αφού αυτό έπιασα κι εκείνη την ώρα και δεν ήταν ώρα για παζάρια.
Το ζόρι, ήταν στην έξοδο. Καλά κατέβαινες στα έγκατα, σιγά σιγά και πιασμένος από το κάγκελο. Στην επιστροφή; Είχα ποντάρει –κακώς- στον παππού. Και στη Ρίτσα. Το ΄παιξα δίδυμο, φορκάστ κι είπα: «δεν μπορεί, πού να πάρουν τα πόδια τους… Θα τους προλάβω στην ανάβαση, θα βγω και πρώτος, θα γλιτώσω το ρεζίλεμα».
Αμ δε… Ντούρασελ κι η θεία, ντούρασελ κι ο παππούς. Μόνον εγώ είχα βάλει Μπέρεκ (εκείνες τις παλιές, που έκαναν θραύση στη δεκαετία του ’60). Σαν τα κουνελάκια με τις καινούργιες μπαταρίες, συνέχιζαν, συνέχιζαν, συνέχιζαν, συνέχιζαν, συνέχιζαν… Κι εγώ σταματούσα, περπατούσα, ξεφυσούσα, σταματούσα, περπατούσα, ξεφυσούσα…
Δυο ώρες και δέκα λεπτά αργότερα, έφθασα στην κορυφή. Ούρα! Το πλήρωμα του ασθενοφόρου έτρεξε, μου μέτρησε πίεση, θερμοκρασία κι έκανε δειγματοληψία για το σάκχαρο. Ήταν, λίγο, ανεβασμένο, η πίεση (η μεγάλη) κυμαίνονταν μεταξύ 16 και 24 (σα θερμοκρασία στο λεκανοπέδιο το φθινόπωρο), αλλά άντεξα. Απλά, αποφάσισα να μην πάω στο άλλο σπήλαιο της Κεφαλλονιάς, στου Δρογκαράτη. Είχε μια πισίνα έξω από το σπήλαιο. Άφησα, λοιπόν, τους υπόλοιπους, έδωσα εντολή να φωτογραφίσουν τους καλύτερους σταλακτίτες και σταλαγμίτες κι έπεσα στα χλωριωμένα νερά.
Λεπτομέρειες από το πρώτο θαλάσσιο μπάνιο, αύριο.

Συνεχίζεται…

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

Ενημέρωση

Απόψε δεν έχω όρεξη να συνεχίσω τις ταξιδιωτικές εμπειρίες. Ίσως το πρωί της Κυριακής. Στη Θεσσαλονίκη βρέχει, στην Καλαμαριά Αφρικανοί λαθρομετανάστες και μπάτσοι συμπλέκονται μετά το θάνατο Νιγηριανού που πουλούσε σι ντι, στο σαλόνι η Κατερίνα πολεμάει με το μόνιμο εφιάλτη της και μοναδικό μου ζόρι.
Γι αυτό κρεμάω ένα νέο ζόρι εδώ -είναι μόλις το πρώτο επεισόδιο από όσα έγιναν με αυτό το θέμα στις διακοπές μας- αλλά και περισσότερες σκέψεις του καφέ εδώ, γιατί σας έχω αφήσει καιρό χωρίς νέο επεισόδιο.
Τα λέμε το πρωί. Ελπίζω να έχω βρει το χαμόγελό μου.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2007

Διακοπές(;) 1


Στο τηλέφωνο με το Θανάση είχαμε συνεννοηθεί εδώ και μήνες: Θα πάμε Κεφαλλονιά! Εγώ, εκείνος, η Κατερίνα και η γυναίκα του, η Δάφνη. Α, και τα δυο παιδιά του –αγόρια- ο Εμπεδοκλής κι ο Ευκλής (ο μικρός), λάτρεις του σκάκι, της κολύμβησης και του ποδοσφαίρου –όπερ μεθερμηνευόμενον, οι πιτσιρικάδες φυτεύονται μπροστά στην τηλεόραση για να δουν αγώνες και δε στα πρήζουν ζητώντας κάθε τόσο και κάτι διαφορετικό, ή ξημεροβραδιάζονται στην παραλία και ως δεινοί κολυμβητές προσομοιάζουν με ψάρια και δε βγαίνουν από το νερό ώσπου να βγάλουν λέπια και σ αφήνουν να τελειώνεις ένα βιβλίο κάθε διήμερο, ή παίζουν σκάκι αντίπαλοι και σκέφτονται μισή ώρα την κίνηση και σ αφήνουν να απολαύσεις το φρέντο και την Ιταλίδα τουρίστρια στη διπλανή ξαπλώστρα, που θέλει να μαυρίζει και το τελευταίο τετραγωνικό χιλιοστό του κορμιού της.

Αμ δε! Γιατί, αρχικά, ο Θανάσης είχε τη φαεινή ιδέα να φορτωθούν, συν γυναιξί και τέκνοις, σε φιλικό ζευγάρι από την Πάτμο. Και ως εδώ καλά. Πήγαν στο νησί της Αποκάλυψης για εννιά μέρες, έφαγαν μια θαλασσοταραχή που τους έκανε να δουν και το Θηρίο και τις πύρινες ρομφαίες των επτά Αγγέλων, έπαιξαν τα παιδιά σκάκι με τα παιδιά του φιλικού ζευγαριού και γύρισαν πριν έρθει η δική μας ώρα για διακοπές. Από εδώ, άρχισαν τα δύσκολα.

Γιατί ο μεν Θανάσης ήθελε να πάει στην Κεφαλλονιά. Έχει ρίζες στο νησί κι ήθελε να αναρριγήσει βλέποντας το πατρογονικό του σπίτι (που γκρεμίστηκε στο μεγάλο σεισμό ενώ το είχαν, ήδη, παρατήσει για να ζήσουν στην Αίγυπτο –but thats another story. Αλλά και η Δάφνη ήθελε να πάει στην Κεφαλλονιά, γιατί έχει τακιμιάσει με την Κατερίνα και φυτεύονται στην άμμο, πάνω στις ψάθες, ώσπου να ηχήσει ο φούρνος μικροκυμάτων ότι το φαγητό είναι well done και δεν έχει μείνει ασπράδι ούτε στο αβγό, όχι στο κορμί τους! Αλλά και οι πιστιρικάδες ήθελαν τις κοινές διακοπές, επειδή γουστάρουν τις συζητήσεις «με τον κ. Διαστήματα, που τα λέει τόσο ωραία και ξέρει χιλιάδες ανέκδοτα και ιστορίες ποδοσφαίρου από την Πλειστόκαινο Εποχή, όταν έπαιζαν κάποιος Δομάζος, κάποιος Παπαϊωάννου –ο Μίμης, όχι ο Λάκης- και κάποιος Κούδας, που έγινε μετά και τραγούδι, από τον κ. Μανώλη».

Όλοι τις ήθελαν τις διακοπές στην Κεφαλλονιά. Κι όταν μου τηλεφώνησε ο Θανάσης να μου πει «τι θα γίνει, ρε, με την Κεφαλλονιά; Θα πάμε;» ήταν ήδη μια βδομάδα πριν την άδειά μου. Και δεν είχαμε κλείσει –όχι δωμάτιο- ούτε θέση σε παγκάκι στο Αργοστόλι.

Εκεί ανέλαβε ο πατέρας του Κώστα, ο κυρ-Εμπεδοκλής (που έχει ίδιο όνομα με τον εγγονό, όπως συνηθίζεται σ αυτήν τη γωνία της Μεσογείου). Έδωσε εντολή στην κόρη του, Μάχη κι εκείνη βρήκε δωμάτιο «στο ξενοδοχείο που θα είναι η ίδια».

Ευχαριστήσαμε τη Μάχη, το Θεό και τον Άγιο Γεράσιμο, βάλαμε ΤΑ μέσα να κλείσουμε θέση στο καράβι και η επιβεβαίωση ήρθε –πάλι τηλεφωνικά- από τον Θανάση:

«Εντάξει. Έκλεισα εισιτήρια για σένα και την Κατερίνα και θέση για το αυτοκίνητό σου. Φεύγουμε στις 8.30 το βράδυ, από την Πάτρα»!

«Πάτρα; Γιατί Πάτρα κι όχι από Λευκάδα, που, από Θεσσαλονίκη, μου έρχεται πιο κοντά»;

«Γιατί εμείς θα είμαστε στην Κόρινθο, στο εξοχικό μας».

Δίκαιο. Οι άνθρωποι ξεσκίστηκαν να μου βρουν δωμάτιο, έπειτα θέση στο καράβι και τώρα θέλω και ήβη τη θέλω και ξυρισμένη; Θα πάω από Θεσσαλονίκη-Αθήνα-Κόρινθο-Πάτρα-Σάμη. Γι αυτό και θα ξεκινούσα χαράματα (4) για να είμαι Κόρινθο στις 11 (με στάση στα Τέμπη για καφέ και αγιασμό και στου Λεβέντη για τυρόπιττα), να φαρμακώσουμε μια μπουκιά φαί στη 1 το μεσημέρι, να πάρουμε το δρόμο για την Πάτρα στις 6, αφού ρημαδοξεραθώ κάνα δύωρο για να στανιάρω, να είμαστε στο λιμάν-ι-ι οκτώ, να μπούμε με την ησυχία μας στο πλοίο, να φθάσουμε 11.30 στη Σάμη, να μπούμε στα δωμάτια, να ξαναξεραθώ ως την άλλη μέρα το απόγευμα.

Μου ήρθε μια φλασιά, για τη Μάχη, τι να σήμαινε άραγε αυτό το «που θα είναι και η ίδια». Τη θυμόμουν με έναν γκόμενο επί σειρά ετών, να τον σέρνει δεξιά κι αριστερά και υπέθεσα ότι ήταν, ήδη, στο νησί μαζί του. Επλανήθην πλάνην οικτράν…

Πρώτα απ΄ όλα, δεν ξεκινήσαμε στις 4. Η Κατερίνα, η οποία ανέλαβε το δύσκολο έργο της διευθέτησης ειδών (εγώ είχα αναλάβει τη λύση-αρμολόγηση των laptop) ήρθε και τα ΄παιξε γύρω στις 3. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, μουρμούρισε ένα «ωχ Θεέ μου, ωχ Παναγία μου, ωχ Άγιε μου Γεράσιμε» κι έπεσε σε ύπνο βαθύ. Εμένα με πήρε ο ύπνος στον καναπέ και, γύρω στις 7, ξαναξυπνήσαμε, πακετάραμε και τα τελευταία (τελικά, τον ηλιακό θερμοσίφωνα τον αφήσαμε στην Καλαμαριά) και στις 8 το πρωί χαιρετούσαμε τη Σαλονίκη.

Μετά από στάση για κατούρημα στα Τέμπη, για καφέ στη Στυλίδα, για νέο κατούρημα στο σταθμό της Ελευσίνας, φθάσαμε, στις 3 στην Κόρινθο. Α! Να μην το ξεχάσω: Είχαμε προλάβει να ξοδέψουμε 100 ευρώ σε βενζίνη και άλλα 18 ευρώ σε διόδια –όπου, πλέον, σου χαμογελούν και σου λένε καλημέρα, εκτός από εκείνον τον μουντρούχο στο Σχηματάρι, που μάλλον πρέπει να του σκότωσαν, πρωί – πρωί, τη μάνα, ή να του έκαψαν το εξοχικό στου Καρέα. Επίσης είχαμε εισπράξει γέλωτας και αστεϊσμούς όταν ΤΟΛΜΗΣΑΜΕ να ρωτήσουμε αν στα βενζινάδικα που σταματήσαμε υπήρχε κανένας χάρτης –της Ελλάδας, όχι καμιάς εξωτικής χώρας, όπως η Ζουαζιλάνδη, ή η Γουαδελούπη, για παράδειγμα. Μα κι εμείς, χάρτη στα βενζινάδικα ψάχναμε; Δεν αγοράζαμε τόσον καιρό τον Ελεύθερο Τύπο, που κατάφερε να μοιράσει την Ελλάδα στη διάρκεια ενός καλοκαιριού; Προφανώς για να τον έχουμε του χρόνου.

Και να ΄μαστε στην Κόρινθο. Όπου μας περίμεναν Ο Θανάσης, η Δάφνη, ο Εμπεδοκλής κι ο Ευκλής, ο παππούς Εμπεδοκλής, η Μάχη και η θεία Ρίτσα!

«Τι έγινε, ρε παιδιά; Θα μείνουν παππούς και θεία να φυλάνε το εξοχικό»;

«Γιατί να το φυλάνε; Τι θα πάθει»;

«Ε, τότε τι πήραν τους δρόμους, μέσα στον καύσωνα, από το Παγκράτι στην Κόρινθο; Γέροι άνθρωποι, να πάθουν και καμιά θερμοπληξία, να το έχετε κρίμα στο λαιμό σας»;

«Πρώτον τους έφερε η Δάφνη με το 4Χ4, δεύτερον θα έρθουν μαζί μας».

Γύρισα και κοίταξα τη Δάφνη. Είχε το βλέμμα της απόγνωσης. Σα να της είχαν μόλις δώσει το κόκκινο χάπι, είχε κάνει το ταξίδι της στο Μάτριξ κι είχε επιστρέψει κάθιδρη.

«Θα είναι η κουνιάδα σου, ο πεθερός σου και αυτή η μακρινή θεία την οποία πρώτη φορά βλέπω μαζί μας, Δάφνη»;

«Εγώ τους έφερα και από την Αθήνα. Εσύ σκιάχτηκες»;

Εποίησα την ανάγκην φιλοτιμίαν, φαρμάκωσα τη μπουκιά το φαγί που λέγαμε, αλλά δεν υπήρχε χρόνος για να ρημαδοξεραθώ, έστω για λίγα λεπτά. Ο παππούς Εμπεδοκλής, φανατικός φιλοτελιστής και κάθε είδους συλλέκτης, ήθελε να μάθει πως τα πήγαινα. Προσπάθησα να τον αποφύγω με κάθε τρόπο, κυρίως λέγοντας ότι, πλέον, πλην των βιβλίων, συλλέγω ταινίες σε dvd, αλλά εις μάτην:

«Ποίο βιβλίον θα αναγνώσεις κατά τας διακοπάς Δημήτριε»;

Αφού περίμενα κανένα δίλεπτο να πέσουν από κάτω οι υπότιτλοι –κι αφού δεν έπεσαν- αναγκάστηκα να απαντήσω:

«Τη Νεκροφόρα με τις Ρίγες»

«Δεν το γνωρίζω»

«Καθόσον είναι αστυνομικό»…

«Μα, ήμην εραστής της αστυνομικής λογοτεχνίας. Διαθέτω τα άπαντα του Σερ Αρθούρου Κόνανος Δοήλιος, με τας ιστορίας του Σερλόκιου Χόλμου»!

«Ναι, αλλά αυτός που το έγραψε είναι της σχολής Τσάντλερ»…

«Ο συγγραφεύς του Ιέρακος της Μαλτός… Καλός, καλός. Αλλά δεν διαθέτει την λάμψιν ενός Έδγαρ Άλαν Πόου»…

«Ε, ας το τελειώσω πρώτα και το συζητάμε»…

«Εγώ θα αναγνώσω τους Αθλίους, του Βίκτορος Ουγιδίου»…

Εκεί ήταν που φόρεσα τα ακουστικά του mp3 και βάλθηκα να ακούω Λοΐδιο τον Διαβασμένο…

Φυσικά, δεν ξεκινήσαμε στην ώρα μας. Με αποτέλεσμα να τρέχουμε, σα δαιμονισμένοι, σ εκείνο τον απαράδεκτο δρόμο Κορίνθου Πατρών, που αποκαλείται και εθνική οδός –τρομάρα της! Θα ΄θελα να ΄ξερα, επί 20 χρόνια ΥΠΕΧΩΔΕ ήταν ένας Πελοποννήσιος, ο Λαλιώτης, ένα δρόμο της προκοπής δεν έφτιαξε κι ήθελε να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ; Αλλά ας μην το πάμε στα πολιτικά, μετά τα σημερινά.

Με τα χίλια φθάσαμε στο λιμάν-ι-ι της Πάτρας και διαπίστωσα για ποιον λόγο σκοτώνονται οι νότιοι: Τρέχουν με 140 σε έναν δρόμο που σηκώνει δε σηκώνει τα 110 κι όπου το όριο ταχύτητας είναι 90. Αν τηρούσαν όλοι το όριο ταχύτητας, ίσως να παρέμεναν ζωντανοί. Αντ΄ αυτού, τα εκκλησάκια δεξιά κι αριστερά του οδοστρώματος γίνονται, χρόνο με το χρόνο, περισσότερα.

Από εκεί, αρχίσαν τα δύσκολα. Πρώτα, το καράβι ήρθε με μισή ώρα καθυστέρηση. Κι άρχισε το στοίβαγμα των ταξιδιωτών. Ποια όπισθεν και ποιες μανούβρες. Μπες όπως να ΄ναι τώρα, να φύγουμε κι έχει ο Θεός μετά πώς θα βγούμε. Έπειτα ανεβήκαμε στο εσωτερικό του πλοίου και καθίσαμε σε μια γωνίτσα. Κοντά στις τουαλέτες. Γιατί η θεία Ρίτσα έχει συχνοουρία. Και μακριά από το έιρ κοντίσιον, γιατί ο παππούς Εμπεδοκλής πλευριτώνεται εύκολα. Και με την πλάτη στον τοίχο, επειδή η Μάχη έχει κάτι φοβίες από παλιά –το Σύνδρομο του Τιτανικού, τίποτα το σοβαρό, απλά βάζει τις φωνές όταν το πλοίο κλυδωνίζεται.

Και το πλοίο φεύγει. Κι ευτυχώς δεν κλυδωνίστηκε. Κι αποφασίζω να βγω στο κατάστρωμα, να φωτογραφίσω την Πάτρα εκ του μακρόθεν κι εντός της νυχτός. Και γίνομαι μαύρος –ας είναι καλά τα φουγάρα του συγκεκριμένου πλοίου, που θύμιζαν ποταμόπλοιο στην Αμερική μετά τον Εμφύλιο, τον καιρό του Μάβερικ. Και ξαναμπαίνω μέσα. Στη θέση χωρίς έιρ κοντίσιον. Με τη θεία να επισκέπτεται κάθε 10λεπτο την τουαλέτα. Κι εμάς να μας έρχονται όλες οι μυρωδιές του κόσμου.

Και φθάσαμε…

Και η συνέχεια στο επόμενο...

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2007

Προβλήματα

Ζήτω η Ελλάδα της ευρυζωνικότητας!
Στην Κεφαλλονιά δεν κατάφερα να συνδεθώ στο Ίντερνετ. Πρώτη προσπάθεια μέσω κινητού τηλεφώνου. Αποτυχία. Το νησί δε διαθέτει 3G.
Δεύτερη προσπάθεια μέσω μόντεμ κινητού. Αδύνατο. Τα bluetooth δε λειτούργησαν με τίποτα.
Τρίτη προσπάθεια με κάρτα από σταθερό τηλέφωνο. Το 801-... δεν επικοινώνησε ποτέ με το μόντεμ μου.
Τέταρτη προσπάθεια από Internet cafe. Το Pc του καφέ δεν διάβασε ποτέ τον φορητό σκληρό μου δίσκο.
Πέμπτη προσπάθεια για ασύρματο δίκτυο. Χα! Εδώ δε συνδεθήκαμε με καλώδιο. Θα συνδεόμασταν με ασύρματο; Κι όμως, ασύρματο δίκτυο υπήρχε -δωρεάν- από τον ΟΤΕ, σε απόσταση 200 μέτρων από το ξενοδοχείο. Αλλά η σύνδεση... ήταν αδύνατη. Όταν ρώτησα στον ΟΤΕ μου είπαν ότι, προφανώς, βρίσκομαι μακριά. Κι όταν έδειξα το ξενοδοχείο, έξυσαν το κεφάλι τους, αλλά απάντηση δε μου έδωσαν. Κανονικά θα έπρεπε να μπορούσα να συνδεθώ.
Έκτη προσπάθεια δεν υπήρξε. Ξεχύθηκα στις παραλίες και αποφάσισα να επικοινωνήσω μαζί σας από την επιστροφή μου και μετά. Από φίλο έμαθα ότι, από το Αργοστόλι συνδέθηκε χωρίς πρόβλημα. Ε, εγώ ήμουν ο καντέμης!
Επέστρεψα και από το βράδυ θα έχουμε ενημερώσεις επί όλων των μετώπων!

Καλό Χειμώνα παίδες!

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2007

Δύο και ξημέρωσε

Ε, ναι! Λέμε να πάμε διακοπές! Θα σας κρατώ ενήμερους, αφού -όπως πάντα- θα έχω και το laptop μαζί.
Προς το παρόν, νέες σκέψεις για το ζόρι μου, εδώ.

Επίσης, υπάρχουν νέες -και ωραίες- φωτογραφιούλες εδώ. Μου ήρθαν με email και είπα να τις μοιραστώ. Αν θελήσετε να σχολιάσετε, θα πρέπει να υπομείνετε ένα άνευ προηγουμένου Moderation. Αξίζει τον κόπο, όμως.