Κυριακή, 13 Αυγούστου 2006

Όνειρα διακοπών


Οι διακοπές του άρχιζαν το επόμενο πρωινό. Περίμενε όλο το χρόνο, κλεισμένος μέσα σε ένα γραφείο, αυτήν την απόδραση.
Ονειρευόταν τροπικές παραλίες. Ξέρετε δα εσείς: Εκείνες με την άσπρη άμμο, τους φοίνικες, τα τυρκουάζ νερά. Που είναι ρηχά στην ακτή και όσο περπατάς βαθαίνουν.
Ονειρευόταν μια αιώρα και τα βιβλία του. Διάβαζε πολλά βιβλία στις διακοπές. Είχε κι ένα προσόν: Να διαβάζει πολύ γρήγορα. Δε στεκόταν σε νοήματα το καλοκαίρι. Διάλεγε βιβλία ευκολοχώνευτα, μπεστ σέλερς και τέτοια. Χάμετ, Κινγκ, το πολύ - πολύ κανέναν Μπουκόφσκι. Προτιμούσε, επίσης, βιβλία που έγιναν ταινίες, για να μην έχει να θυμάται την υπόθεση και να βλέπει τις διαφορές ανάμεσα στο γραπτό λόγο και την εικόνα. Και πάντα, μα πάντα, έβρισκε τα βιβλία πολύ πιο ενδιαφέροντα κι έχανε όποια καλή γνώμη είχε σχηματίσει για τις ταινίες.
Ονειρευόταν κι εκείνην. Παρούσα. Δίπλα του. Να ξεροψήνεται από τον ήλιο, όπως της αρέσει. Να κάθεται αμίλητη, να ξεπερνάει την κούραση μιας χρονιάς. Να συζητάνε για πράγματα εντελώς διαφορετικά με την καθημερινότητά τους. Για το νερό. Για το αν ήταν ζεστό ή κρύο. Πόσο επιθυμούσε μια συζήτηση για το νερό...
Ετοίμαζε τα πράγματά του, όταν είπε να πάρει τηλέφωνο. Να δει αν ετοιμαζόταν κι εκείνη. Τι το ήθελε... Το τηλέφωνο χτυπούσε, αλλά κανείς δεν το σήκωνε.
Ξαναπήρε. Ξαναπήρε. Ξαναπήρε. Ξαναπήρε...
Ένα κενό. Πάλι υπήρχε ένα κενό ωρών. Όταν, τελικά, απάντησε, όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνος, όμως, γνώριζε...
Θυμήθηκε τα όνειρά του. Την αιώρα, τα βιβλία, εκείνην. Για την αιώρα και τα βιβλία, δεν είχε δυσκολίες. Τα έφερε αμέσως στο νου του. Εκείνην, όμως, δυσκολεύτηκε να τη δει δίπλα του, στην παραλία του μυαλού του. Την έβλεπε κάπου μακρυά, μέσα σ ένα σύννεφο ομίχλης. Ντυμένη με ρούχα χειμωνιάτικα, να κρυώνει, να τουρτουρίζει. Προσπάθησε να σηκωθεί από την αιώρα του, να αφήσει το βιβλίο, να περπατήσει στην καυτή άμμο προς το μέρος της. Η άμμος έγινε κινούμενη. Τον κατάπιε μέσα σε δευτερόλεπτα. Κανείς δε βρέθηκε ν αρπάξει το χέρι του, το μόνο πράγμα που έμεινε να ξεπροβάλει πάνω στην άμμο. Σε λίγο βούλιαξε κι αυτό. Χάθηκε. Κι εκείνη, ήταν εκεί, στο σύννεφό της, μόνη της, να τουρτουρίζει.
Βάλε κάτι πάνω σου αγάπη μου...

1 σχόλιο:

November είπε...

Να σου πω... αυτά δε θα έπρεπε να τα γράφεις στο ζόρι σου; ;-Ρ