Πέμπτη, 31 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Ξεχασμένο στοιχείο

Του είχε φύγει το έδαφος από τα πόδια. Για μια στιγμή, ήταν τόσο κοντά…
Περίμενε να ακούσει κάποιο όνομα. Κάποιο οποιοδήποτε όνομα. Ναι, ένα κοινό επίθετο θα ήταν εντάξει. Το Παπαδοπούλου, είναι ένα κοινό επίθετο. Μαριάνθη Παπαδοπούλου, όμως; Η γειτόνισσα της Ελένης Τιτάκου; Το θύμα του ανθρώπου που ψάχνει;
Είχε μαζέψει το κουράγιο του κι είχε ζητήσει από την Ρετζέκη να τον περιμένει. Εκείνη δέχτηκε απρόθυμα. Δεν περίμενε ότι ένας αστυνόμος θα άκουγε ένα επίθετο και θα αποκτούσε τη μορφή του νεκρού. Την άφησε στο γραφείο του, με τις απορίες της και περπάτησε, με βαριά βήματα, ως το γραφείο της γενικής αστυνομικής διευθύντριας. Η Κατερίνα περίμενε την επίσκεψή του, αλλά όχι αυτά που θα της έλεγε.
«Δηλαδή, ρε Κώστα, είμαστε πάλι στο μηδέν»;
«Και τι να κάνω ρε συ Κατερίνα; Να πάω να ανακρίνω τη νεκρή»;
«Ναι, αλλά τώρα είμαστε σίγουροι, ή σχεδόν σίγουροι –τέλος πάντων- ότι δράστης είναι αυτός ο… ο… ο Διαμαντής»…
«…Διονύσης…»
«…Διονύσης! Όπως σκατά τον λένε. Ο Διονύσης. Δεν έχουμε κάτι άλλο, από την Τιτάκου; Ένα επίθετο, μια διεύθυνση, ένα επάγγελμα»…
«Ό,τι έχουμε από την Τιτάκου το ξέρεις. Ήσουν μπροστά όταν μου τα έλεγε. Άκουσες τις ερωτήσεις μου. Τι λες εσύ; Ξέχασα τίποτα»;
«Κώστα, δε λέω ότι ξέχασες κάτι… Απλά, έχει γεμίσει ο τόπος πτώματα. Με το ζόρι το κρατάμε για να μην αρχίσουν οι συσχετισμοί από τον Τύπο. Πριν λίγο μιλούσα στο τηλέφωνο με τον Ακριτίδη»…
«Ποιόν Ακριτίδη; Αυτό το σίχαμα; Τον νεκροθάφτη; Ωραίες παρέες κάνεις, Κατερίνα»!
«Είναι δημοσιογράφος. Κι από τους πιο παλιούς. Έχει μείνει στο αστυνομικό ρεπορτάζ αν και άλλοι, στην ηλικία του, έγιναν διευθυντές. Αγαπάει τον κλάδο»…
«Αυτός δεν αγαπάει ούτε τα άντερά του. Δεν ξέρει αν η λέξη αστυνόμος γράφεται με ύψιλον ή με ήτα! Γαμούσε μια νεαρή ρεπόρτερ κι εκείνη του έγραφε όλα τα κείμενα! Έτσι έγινε δημοσιογράφος αυτή η κουράδα»!
«Αυτά είναι αρχαία ιστορία, σύντροφε…»
«Σωστά! Τώρα δε γαμάει καμία γκόμενα. Γαμάει την ψυχή του βοηθού του, στο σκατοκάναλο που δουλεύει. Εκείνου του πιτσιρίκου, που είχαμε πιάσει για ναρκωτικά και τον έβγαλε από το κρατητήριο με ‘άνωθεν’ παρέμβαση. Τον έχει για να του γράφει τα κείμενα και το παιδί δεν μπορεί να πει τίποτα»…
«Από πότε μας έγινες τόσο ευαίσθητος Κωστάκη; Να πας στην Ιθάκη! Εδώ είναι αστυνομία»!
«Κατερίνα, δεν το περίμενα ότι για τις δημόσιες σχέσεις θα μιλούσες σε Ακριτίδηδες… Εκτός κι αν σε συνδέει και τίποτε άλλο»!
«Δεν είναι δουλειά σου, πια, Θεοδωρίδη, ποιον βάζω στο κρεβάτι μου! Την έχουμε ξανακάνει την κουβέντα! Και τον Ακριτίδη τον χρειάζομαι. Χωρίς αυτόν όλοι θα συσχέτιζαν τους δύο φόνους. Για να μη σου πω ότι θα συσχέτιζαν όλους τους φόνους. Και τότε, να πήγαινες εσύ να συγκρατούσες τον κόσμο και την οργή του! Γιατί άλλο να έχουμε έναν δολοφόνο κι άλλο να κυκλοφορεί ελεύθερος ένας Δράκος»!
«Τι Δράκος και κουραφέξαλα… Αυτός σκοτώνει κι άνδρες»!
«Μόνον δύο Θεοδωρίδη! Τον Αλεξάνδρου, άγνωστο γιατί και τον δικό μας, προφανώς κατά λάθος. Τι με κοιτάς; Δεν το είχες σκεφτεί»;
Όχι, δεν το είχε σκεφτεί. Κι αν έβγαζες στην άκρη τον άτυχο τον Ευσταθίου, ως παράπλευρη απώλεια, ο μόνος άνδρας νεκρός σ αυτήν την ιστορία, ήταν ο Αλεξάνδρου! Το πρώτο θύμα! Μήπως τόσο καιρό έψαχνε σε λάθος μέρος»;


Συνεχίζεται


Τρίτη, 29 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Τόσο κοντά

Είχε γεμίσει βελάκια και κύκλους τον πίνακα. Πάνω-πάνω, είχε το όνομά της: Ελένη. Ένα βελάκι τη συνέδεε με τον Αλεξάνδρου κι άλλο ένα με τον Διονύση. Από τον κύκλο του Διονύση έφευγαν βελάκια προς τον Αλεξάνδρου, την Άννα, τη Νατάσσα, τη Μαριάνθη και τον Ευσταθίου. Ένα βελάκι συνέδεε τη Μαριάνθη με την Ελένη κι ένα άλλο την Ελένη με τον Ευσταθίου. Κρατούσε το μαρκαδόρο κι ήταν έτοιμος κάτι να γράψει όταν χτύπησε η πόρτα.
«Ναι»!
Η Σοφία μπήκε στο γραφείο του.
«Ο κ. Θεοδωρίδης»;
«Ο ίδιος»…
«Είμαι η Ρετζέκη»…
«Ναι! Σας περίμενα»…
Το βλέμμα της έπεσε στον πίνακα. Στον κύκλο της Άννας. Κι έπειτα, ακολούθησε το βελάκι κι έφθασε στον κύκλο του Διονύση.
«Ώστε τον πιάσατε»…
«Από πού σας ήρθε αυτό»;
Ακολούθησε το βλέμμα της στον πίνακα.
«Α, από αυτό. Όχι, όχι. Καμία σχέση. Κάνουμε κάποιες υποθέσεις, αλλά δυστυχώς, δεν έχουμε κανέναν στα χέρια μας. Εσείς; Πώς μπορείτε να μας βοηθήσετε; Την γνωρίζατε καλά την Δημητσάνου»;
«Την Άννα, ναι… Ήμασταν ζευγάρι»…
Ο Κώστας δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Του είχαν πει πως το θύμα και μια άλλη νοσοκόμα, η Σοφία, ήταν κολλητές. Αλλά δεν είχε βάλει τέτοια πράγματα με το νου του. Δε μίλησε.
«Σοκάρεστε»;
«Ε, όχι. Όχι. Το τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του, δε με ενδιαφέρει. Αν και δεν είναι κι εύκολο για κάποιον να το λέει έτσι, φόρα παρτίδα, όπως εσείς»…
«Αργά ή γρήγορα, θα το μαθαίνατε. Τα μέρη που συχνάζαμε είναι γνωστά στους γκέι. Αρκούσε μια βόλτα ως εκεί, για να καταλάβετε ότι δεν ήμασταν απλές φίλες. Κι ύστερα, θέλω να το πιάσετε το κάθαρμα. Και θέλω να μου δώσετε το σώμα της. Θέλω να την κλάψω και να την ετοιμάσω»…
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έπρεπε να πάρει ό,τι μπορούσε πριν η λογική της συντρόφου κάλυπτε τα πάντα στο μυαλό της Σοφίας.
«Ναι, θα γίνει κι αυτό, όμως, πρώτα, πρέπει να ξεμπερδέψουμε με τα βιογραφικά. Πείτε μου… Πού τη γνωρίσατε, πού συχνάζατε… Ξέρετε, το πιο πιθανό είναι ο δολοφόνος να την είδε κάπου εκεί. Ξέρω ότι είναι δύσκολο για σας, αλλά προσπαθήστε να θυμηθείτε».
Δεν της ήταν δύσκολο. Φαίνεται πως η Σοφία είχε πάρει την απόφαση να ξεμπερδεύει για να κηδέψει τη φιλενάδα της. Γνωρίστηκαν στο νοσοκομείο. Την παράτησε ο γκόμενος την ίδια περίοδο που η Σοφία χώρισε από την Ειρήνη, μια από τις αρκετές τις σχέσεις. Έπνιξαν παρέα τον καημό στο ποτό και, το ίδιο βράδυ, ζαλισμένες, βρήκαν παρηγοριά η μία στην αγκαλιά της άλλης. Την επομένη, η Σοφία, ως συνειδητοποιημένη λεσβία, προσπάθησε να πιάσει την κουβέντα με την Άννα, να της πει ότι αν δεν ήθελε, δεν θα την ξαναγκάλιαζε με τον ίδιο τρόπο. Αλλά η Άννα την πήρε στην αγκαλιά της, τη φίλησε και της είπε πως ό,τι έκανε, το έκανε επειδή το ήθελε κι όχι επειδή είχαν πιει. Από τότε ήταν ζευγάρι.
«Είχα, όμως, πάντα το φόβο, ότι μια μέρα θα φύγει όπως ήρθε. Κι όταν πριν έξι μήνες εξαφανίστηκε, αρχικά σκέφτηκα να την ψάξω, αλλά αργότερα πίστεψα πως είχε ξαναμπεί στον… στρέιτ δρόμο, αν με καταλαβαίνεις αστυνόμε».
Καταλάβαινε…
«Και δεν πήγατε στο σπίτι της, να την ψάξετε»;
«Τηλεφώνησα στους δικούς της, στην Καβάλα. Δεν ήθελαν να μου μιλήσουν –γνώριζαν για μένα, αφού ήμασταν με την Άννα περίπου έναν χρόνο κι εκείνη ήταν ατίθαση και ανεξάρτητη. Πίστεψα πως είχε επιστρέψει εκεί –τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση μου έδωσαν».
«Και στο σπίτι της; Δεν πήγατε στο σπίτι της»;
«Πήγα. Είχε μπει ενοικιαστήριο. Μια γειτόνισσα μου είπε πως ένας νεαρός είχε έρθει με τη σπιτονοικοκυρά και είχαν κανονίσει να πάρουν τα πράγματά της, επειδή θα μετακόμιζε. Εκείνη μου είπε πως ο νεαρός συμπεριφερόταν σαν άνδρας της, σαν αρραβωνιαστικός… Δεν ήθελα πολλά ακόμη για να παρατήσω κάθε έρευνα…»
Το μάτι του Κώστα άστραφτε. Επιτέλους, κάποιος που μπορεί να είχε δει το δολοφόνο! Γιατί δεν του το έβγαζες από το μυαλό, πως την Άννα, την είχε σκοτώσει ο «αρραβωνιαστικός». Αν η περιγραφή ταίριαζε στο Διονύση, είχε, πλέον, τον ύποπτό του. Σχεδόν διέκοψε τη Σοφία, για να πάρει αυτό που ήθελε:
«Μήπως θυμάστε το όνομα της σπιτονοικοκυράς»;
«Ναι… Πανεύκολο επίθετο. Παπαδοπούλου. Μαριάνθη Παπαδοπούλου! Μα, εσείς αστυνόμε ασπρίσατε…»


Συνεχίζεται...

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Σοφία

Κρέμασε την άσπρη ρόμπα στην ντουλάπα της κι έκλεισε την μεταλλική πόρτα. Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Ούτε που είχε δει την άλλη νοσοκόμα να μπαίνει στα αποδυτήρια και να την πλησιάζει.

«Σοφία»;

Πετάχτηκε ως επάνω. Έβαλε το χέρι στο στήθος κι έπνιξε μια κραυγή μ έναν αναστεναγμό.

«Συγνώμη, δεν ήθελα…»

«Εντάξει, το ξέρω. Εμένα συγχώρεσέ με. Αλλά δεν μπορώ να το πιστέψω ότι η Άννα είναι νεκρή…»

«Σοφία, η Άννα είναι νεκρή εδώ κι ένα εξάμηνο. Από τότε που εξαφανίστηκε…»

«Δεν είχα πάψει να ελπίζω…»

«Το καταλαβαίνω…»

«Όταν το έμαθα, σήμερα, συνειδητοποίησα ότι δεν θα την ξαναδώ. Το καταλαβαίνεις; Ως τώρα, που δεν είχαμε κανένα νέο της, ήλπιζα. Έλεγα, δεν μπορεί, βαρέθηκε μαζί σου και την έκανε με κανέναν γκόμενο. Παράτησε και τη δουλειά, τα παράτησε όλα, για να αλλάξει ζωή. Και τώρα μαθαίνω ότι κάποιος τη σκότωσε. Και πώς; Από έναν μπάτσο που δε μου λέει άλλη κουβέντα, αλλά απαντάει πως αν θέλω να μάθω λεπτομέρειες και να βοηθήσω την αστυνομία, πρέπει να πάω στα κεντρικά. Τι σκατά θέλω εγώ στα κεντρικά»;

«Πού να ξέρουν κι αυτοί τι συνέβαινε… Πήγαινε, πες τους για την Άννα κι όλο και κάτι θα μάθεις. Κι αν πιάσουν αυτόν τον αλήτη, θα ησυχάσει η ψυχούλα της»…

Δε μίλησε άλλο. Φορούσε, ήδη, τα ρούχα της. Με μάτια κόκκινα από το κλάμα, στράφηκε προς την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο. Ούτε κατάλαβε πως βρέθηκε στο ταξί κι από την έξοδο του νοσοκομείου, στην είσοδο με τον οπλισμένο αστυνομικό φρουρό. Τον πλησίασε.

«Ψάχνω τον κ. Θεοδωρίδη»…

«Λέγεστε»;

«Ρετζέκη! Σοφία Ρετζέκη. Είμαι…»

«Στον τρίτο θα πάτε. Από το δεξί ασανσέρ. Μόλις βγείτε από το ασανσέρ, ακριβώς απέναντί σας είναι ο υπασπιστής. Ρωτήστε και θα σας πουν»!

«Ευχαριστώ»!

Συνεχίζεται

Who's fat?


Είπα να κάνω ένα διάλειμμα.

Μη μου πείτε... Είναι εκπληκτικός!

Μην ξεχάσετε να βάλετε δυνατά την ένταση.

Διάλειμμα για διαφημίσεις

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Γιατί;

Έκλαιγε με λυγμούς… Όχι για κάποιον άλλον, ούτε για τον ίδιο της τον εαυτό. Ούτε επειδή είχε σοκαριστεί. Οι τελευταίες ημέρες είχαν κάνει την Ελένη αναίσθητη. Η ανθρώπινη ζωή είχε πάψει να έχει την ίδια αξία. Έκλαιγε για την αλήθεια. Δεν μπορούσε να την αντέξει.

Ήταν, πια, σίγουρη. Ο άνθρωπος που είχε κοιμηθεί μαζί της πολλές φορές, ο άνθρωπος που της είχε προσφέρει όσα κανείς άλλος, που της είχε δώσει απλόχερα συντροφιά, που την είχε κάνει να αισθανθεί γυναίκα, μετά από πολύ καιρό, ήταν αυτός που είχε σκοτώσει έναν άγνωστό της –κι άγνωστό του- επιχειρηματία, μια γειτόνισσά της, έναν αστυνομικό, μια, δυο πόρνες και ποιος ξέρει ποιον άλλον. Κι ήταν ο ίδιος που είχε προσπαθήσει να μπει στο διαμέρισμά της και να σκοτώσει και την ίδια.

Γιατί;

Συνεχίζεται…

Κυριακή, 20 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Κατάψυξη

Δυνατή τζαζ μουσική πλημμύριζε το δωμάτιο. Όλα ήταν τακτοποιημένα στο σαλόνι, εκτός από το εξώφυλλο του δίσκου που έπαιζε στο πικ απ. Το βυνίλλιο στριφογύριζε στο πλατό κι ο ασημένιος βραχίονας χάραζε τη μαύρη επιφάνεια. Η φωνή της Έλα, με τη βραχνή φωνή του Λούις, έκαναν υπέροχο ντουέτο.

Η σκιά στην κουζίνα τακτοποιούσε με επιδέξιες κινήσεις ένα δεξί γυναικείο χέρι, μέσα σε μία διάφανη σακούλα για κατεψυγμένα τρόφιμα. Την τύλιξε προσεκτικά, βγάζοντας τον αέρα. Την έσφιξε με ένα ειδικό συρματάκι. Στον ειδικό χώρο, με μαύρο μαρκαδόρο έγραψε: «Πάολα».

Άνοιξε την κατάψυξη. Ήταν γεμάτη τέτοια σακουλάκια. Κάθε σακουλάκι κι ένα χέρι. Κάθε χέρι και μία ψυχή. Έκανε χώρο κι έβαλε το χέρι της Πάολας μαζί με τα υπόλοιπα…

Συνεχίζεται…

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Εξομολόγηση

«Γνώρισα το Διονύση σε ένα μπαράκι. Ευπαρουσίαστος, φιλόζωος… Με πλησίασε, μου μίλησε. Ήμουν μοναχικός άνθρωπος. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι. Χωρίς παρέες. Χωρίς κάποιον άνθρωπο να μοιραστώ μαζί του την καθημερινότητά μου. Κι εκείνος ήταν τέλειος. Πριν σκεφτώ να του ζητήσω κάτι, ήταν εκεί να μου το δώσει. Τι άλλο θέλει κανείς»;

Η εξομολόγηση της Τιττάκου είχε αρχίσει απότομα. Η φωνή της έσβηνε, σιγά – σιγά, όχι από την ταλαιπωρία των ημερών, όπως είχε αρχικά υποθέσει ο Κώστας, αλλά από την παραδοχή της αλήθειας. Εκείνος την άκουγε προσεκτικά. Δεν απέφευγε τις συγκρίσεις. Ώστε μοναχική, λοιπόν; Γι αυτό κόλλησε πάνω του με το πρώτο; Οι σκέψεις του δεν εμπόδιζαν την Ελένη να συνεχίσει:

«Εκείνο το βράδυ, το βράδυ που βρήκα τον Αλεξάνδρου, δεν υπήρχε κανείς γύρω μου. Έτσι, τουλάχιστον, νόμιζα. Και ήμουν σίγουρη, έως ότου με ρώτησες επίμονα»…

Γύρισε και κοίταξε τον Κώστα μεσ’ στα μάτια. Κάτι στο βλέμμα της του έλεγε πως όλα αυτά ήταν αλήθεια.

«Ναι, είχα δει κάτι. Μέσα στην τρομάρα μου, την ώρα που ούρλιαζα, νόμισα ότι είδα το Διονύση, σε μια γωνιά, κρυμμένο στο σκοτάδι. Το βλέμμα του ήταν διαφορετικό, τρελό. Αλλά με το που άναψαν τα φώτα, από τα μπαλκόνια της γειτονιάς, σ εκείνη τη γωνία δεν υπήρχε τίποτα»…

«Μη μας μπερδεύεις παραπάνω, κυρία μου! Καλά ήμασταν ως τώρα»…

Η Πρήχα είχε διακόψει την εξομολόγηση της Τιττάκου. Η Ελένη, όμως, επέμενε:

«Αλήθεια λέω! Είχαμε μαλώσει πιο πριν, στο σπίτι, ήμουν συγχυσμένη και, με το που έκλεινα τα μάτια μου, τον έβλεπα μπροστά μου. Είχε αλλάξει, σας λέω. Και στον καβγά μας, ήταν αλλαγμένος. Άλλος άνθρωπος. Το βλέμμα του… Νόμιζα πως… Δεν ξέρω τι να πω! Είχα την εικόνα του συνέχεια μπροστά μου. Έτσι, όταν ο Ντικ βρήκε το πτώμα, δεν έδωσα σημασία στις σκιές, στα πρόσωπα πίσω από τις σκιές. Φοβόμουν! Δεν έχω ιδέα γιατί ούρλιαζα. Άνοιγα το στόμα μου να πω κάτι, να φωνάξω τον Ντικ κι έβγαιναν μόνον ουρλιαχτά»…

Φόβος… Ο Κώστας πολλές φορές είχε νοιώσει φόβο. Είχε ξεραθεί το στόμα του. Είχε κοπεί η μιλιά του. Κι είχε αναρωτηθεί πώς κάποιοι άνθρωποι βρίσκουν το κουράγιο να ουρλιάξουν μπροστά στο φόβο… Με μια κίνηση του κεφαλιού του προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις. Προσπάθησε να επικεντρώσει αλλού: Στις σκιές. Ήταν αληθινές ή όχι; Τον διέκοψε ο ήχος από το κινητό του τηλέφωνο. Το σήκωσε. Ήταν ο ιατροδικαστής…

«Κύριε Θεοδωρίδη, Ναστούλης εδώ. Έχουμε την ταυτότητα του τελευταίου θύματος. Ή, μάλλον, του πρώτου –προς το παρόν… Είναι η Άννα Δημητσάνου, νοσοκόμα στο Κεντρικό Νοσοκομείο. Σειρά σας, τώρα…»

«Ευχαριστώ»…

Ο Κώστας έκλεισε το κινητό του. Το έβαλε στην τσέπη του αργά και στράφηκε στην Πρήχα:

«Έχουμε να κάνουμε με μανιακό δολοφόνο. Το θύμα που βρήκαμε τελευταίο, είναι μία νοσοκόμα. Δε δένει τίποτα στην ιστορία μας»…

«Έλα έξω»…

Η Πρήχα βγήκε από το δωμάτιο κι άφησαν την Τιττάκου μόνη. Η διευθύντρια στράφηκε στον αστυνομικό φρουρό:

«Ειδοποιήστε τον Σταύρου. Να έρθει πρώτα από το γραφείο μου κι έπειτα στην Τιττάκου. Μια εξέταση ακόμη, ίσως μας δώσει κάτι»…

Τον Κώστα τον ενοχλούσε που την Ελένη θα την εξέταζε και πάλι ο ψυχολόγος της Ασφάλειας, λες και ήταν μια τρελή. Όμως ήθελε κι αυτός απαντήσεις. Τον διέκοψε η Πρήχα:

«Τι λες»;

«Έχουμε να κάνουμε με μανιακό δολοφόνο. Σκοτώνει γυναίκες με τον ίδιο τρόπο. Ούτε ξέρουμε πόσες, ποιες και γιατί. Την Τιττάκου την πλησίασε και πάτησε στις αδυναμίες της. Ελπίζω το ίδιο να έγινε με τις υπόλοιπες. Έτσι, ίσως κάποιος να τον είδε. Διαφορετικά, αν δηλαδή σκοτώνει ό,τι βρει μπροστά του, μόνον κατά τύχη θα πέσουμε πάνω του».

«Πρέπει να καλέσω τα κανάλια»…

«Ίσως όχι. Αν μάθει ότι είμαστε πίσω του, ότι περιμένουμε κάτι, ίσως να μην το κάνει ποτέ. Θυμήσου παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν: Άνθρωποι συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν, εκτελέστηκαν, για εγκλήματα άλλων. Και τα εγκλήματα κόπηκαν μαχαίρι! Ο μανιακός δολοφόνος δεν άγεται και φέρεται, πάντα, από την τρέλα του. Συνήθως θέλει να παίξει, να φανεί, γι αυτό και προκαλεί με τη συμπεριφορά και τα εγκλήματά του. Υπάρχουν, όμως και κάποιοι που ήθελαν να μείνουν στο σκοτάδι κι έμειναν. Δώσε μου λίγο χρόνο»…

«Χρόνο, χρόνο, χρόνο… Νομίζεις ότι έχω, για να σου δώσω; Σχεδόν κάθε μέρα βρίσκουμε κι ένα πτώμα. Κι αν αφήσω έτσι την ιστορία, θα βρίσκουμε και δυο πτώματα τη μέρα. Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν, Κώστα. Να γνωρίζουν… Να προφυλαχθούν. Μου ζητάς να αφήσω, χιλιάδες γυναίκες, ανυποψίαστες στους δρόμους. Έστω και μία ζωή αν χαθεί, Κώστα, έστω και μία, δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ ήσυχη… Κάνε γρήγορα…»


Συνεχίζεται...

Τρίτη, 8 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Υποθέσεις

Η Ελένη… Είχαν περάσει ώρες, μέρες ίσως. Κι εκείνη βρισκόταν εκεί, στα γραφεία της Ασφάλειας. Θα έπρεπε να ΄χει τα χάλια της. Κι όμως, αυτή η γεματούλα νεαρή γυναίκα είχε κάτι επάνω της, που την έκανε ερωτεύσιμη. Κάτι που είχε τραβήξει και τον Κώστα.
Την κοιτούσε πίσω από το τζάμι-καθρέφτη. Προσπαθούσε να βολευτεί, όπως – όπως, στην καρέκλα της. Ένας αστυνομικός της κρατούσε παρέα, στο ίδιο δωμάτιο. Φαίνεται, όμως, ότι είχαν συζητήσει όλα τα θέματα που θα μπορούσαν να αναλύσουν οι δυο τους. Ο αστυνομικός περιεργαζόταν το υπηρεσιακό του περίστροφο, καθισμένος στη μία γωνιά του δωματίου. Εκείνη, στην άλλη πλευρά, κοιτούσε χαμηλά, λες και ήθελε κάτι να αποφύγει.
Η Πρήχα πλησίασε τον Κώστα σχεδόν αθόρυβα.
«Πιστεύεις ότι η Τιτάκου έχει τον τρόπο να λύσει αυτόν τον γόρδιο δεσμό»;
«Πιστεύω ότι η Τιτάκου έχει πέσει σε έναν λάκκο που, ίσως, έσκαβε η ίδια».
«Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό»;
«Όταν την ανέκρινα για πρώτη φορά –μιλάμε για την κανονική ανάκριση τώρα, όχι τις πρώτες διευκρινιστικές ερωτήσεις- μετά τη δολοφονία Ευσταθίου, όταν τη ρώτησα αν, τη νύχτα του φόνου του Αλεξάνδρου είχε δει τίποτα, απάντησε αμέσως όχι. Σε δευτερόλεπτα, όμως, φάνηκε να διστάζει. Κάτι ήθελε να πει, για κάτι δεν ήταν σίγουρη…»
«Είχε δει, λοιπόν»;
«Ήμουν σίγουρος. Πίστευα ότι κάποιος πήγε να δολοφονήσει τον Αλεξάνδρου, για τους χι ψι λόγους που δεν ξέρουμε ακόμη, την ώρα της δολοφονίας πλησίασε η Τιτάκου, ο δολοφόνος κρύφτηκε και, όταν η Τιτάκου βρήκε, κατά λάθος, το πτώμα κι έμπηξε τις φωνές, εκείνος άφησε την κρυψώνα του και τότε, η Τιτάκου τον είδε. Πίστευα ότι ο δολοφόνος θέλησε να βγάλει από τη μέση την Τιτάκου, γι αυτό κρύφτηκε στο διπλανό διαμέρισμα, σκότωσε τη γριά για να μην την έχει στα πόδια του κι ήταν έτοιμος να μπουκάρει στο διαμέρισμα της Τιτάκου, να τη μακελέψει κι αυτήν και να ξεμπερδεύει. Ένας φόνος, αυτός του Αλεξάνδρου, για κάποιον λόγο, ένας αναγκαστικός, αυτός της Τιτάκου και δύο παράπλευρες απώλειες»…
«Μια χαρά θεωρία»!
«Απλώς θεωρία, Κατερίνα. Συγνώμη, κυρία γενική διευθύντρια… Μου περισσεύουν κάποια πτώματα. Της Νατάσσας και μιας γυναίκας που βρήκαμε σήμερα, στην πηγή Μπαρμπαγιώργη. Και η σειρά… Δε μου βγαίνει η σειρά! Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, πρώτα σκότωσαν την πόρνη. Ή, μάλλον, πρώτα σκότωσαν αυτήν που βρήκαμε τελευταία, μετά την πόρνη, μετά τη γριά, μετά τον Αλεξάνδρου και τελευταίο τον δικό μας. Τα πάνω-κάτω, δηλαδή»…
«Και»;…
«Και… Και! Και! Κι έχουμε να κάνουμε με έναν κατά συρροή δολοφόνο. Μ’ έναν σίριαλ κίλερ, που λένε και στην Αμερική. Κάποιον που σκοτώνει τον έναν πίσω από τον άλλον, χωρίς λογική σειρά. Ή, μάλλον, με τη δική του λογική σειρά».
«Δεν έχεις παρά να μπεις στο μυαλό του, Κώστα... Το ΄χεις ξανακάνει το σπορ»…
«Ναι, ρε συ, Κατερίνα. Αλλά τότε είχα ένα, δύο στοιχεία για το δράστη. Τώρα, το μόνο που ξέρω, είναι ότι παίρνει για σουβενίρ τα δεξιά χέρια των θυμάτων. Τίποτε άλλο»!
«Κι η Τιττάκου; Πώς θα σε βοηθήσει»;
«Δεν ξέρω. Αλλά είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει σχέση με τους τρεις από τους φόνους: Βρήκε τον Αλεξάνδρου, σκότωσαν τη γειτόνισσά της και τον φρουρό της. Άρα, έχει κάποια σχέση».
«Τι περιμένεις; Μπες και πες της το»…
Λες και είχε παγώσει ο χρόνος. Για πότε είχε ανοίξει την πόρτα, για πότε την είχε πλησιάσει, για πότε της το είχε πει…. Κι εκείνη, σα χαμένη, τον κοιτούσε μέσα στα μάτια και περίμενε…
Τη σιωπή έκοψε η Πρήχα, που είχε μπει από πίσω από τον Κώστα στο δωμάτιο:
«Είναι μια καλή θεωρία, κυρία Τιττάκου. Τη στηρίζω ανεπιφύλακτα. Και στρέφουμε τις έρευνές μας στον κύκλο σας. Ε, ψάξε – ψάξε, όλο και κάτι θα βρεις»!
«Θα βρείτε»…
Η φωνή της μόλις κι έβγαινε από τα στήθη της. Μόλις κι ακουγόταν. Ήταν ταλαιπωρημένη. Αλλά οι δυο λέξεις που ξεστόμισε ξεψυχισμένα, ήταν αρκετές για να τινάξουν, σαν ηλεκτρικό ρεύμα, και τον Κώστα και την Κατερίνα.


Συνεχίζεται...

Τρίτη, 1 Μαΐου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Η πέμπτη

Μπήκε στο αυτοκίνητο βιαστικά. Πάτησε γκάζι κι άφησε πίσω του τη βίλα του Σταύρου. Άνοιξε τη μοτορόλα –όπως ορίζει ο κανονισμός. Σκεφτόταν πώς να κάνει την Ελένη ν΄ ανοίξει το στόμα της. Άκουγε αδιάφορα τις μεταδόσεις του κέντρου. Μία για παράνομη στάθμευση, μία για μέθυσο άτομο, άλλη μία για επεισόδιο σε τετραώροφη οικοδομή, μεταξύ συγγενών. Το αυτί του, ιδιαίτερα εκπαιδευμένο στην παρακολούθηση των σημάτων, άκουγε και το μυαλό του έκανε, επιλεκτικά, συνδυασμούς. Τίποτα δεν ήταν άξιο λόγου. Ώσπου…
«Περιοχή πηγής Μπαρμπαγιάννη. Έχουμε έψιλον εννιά στο δασικό φυλάκιο. Ποιος σταθμός είναι κοντά»;
Ανθρωποκτονία… «Έχει γούστο», σκέφτηκε.
«Ζήτα 43»!
«Ζήτα 43, διενεργείστε ένα δεκατρία με το κέντρο».
Σκέφτηκε: «Ένα δεκατρία… Θα συνεννοηθούν με τα κινητά τους τηλέφωνα. Για να μην ακούν οι δημοσιογράφοι… Λες»;
Δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Το κινητό του χτύπησε. Το έβγαλε από την τσέπη. Κοίταξε την οθόνη. Πάγωσε… Ήταν «από την υπηρεσία». Πάτησε το πράσινο κουμπί.
«Ποιος»;
«Η γενική! Όπου κι αν βρίσκεσαι, πήγαινε στην πηγή Μπαρμπαγιάννη»…
Δεν την άφησε να ολοκληρώσει. Την έκοψε με φωνή βαριά:
«Το άκουσα! Πηγαίνω εκεί αμέσως. Κρατήστε την Τιτάκου εκεί. Μην την αφήσεις να φύγει, ακούς; Υπάρχει λόγος»!
«Εντάξει, εντάξει. Ελπίζω, μόνο, να τελειώνεις γρήγορα μ΄ αυτό. Είναι το πέμπτο πτώμα που αφήνει πίσω του»…
Έκλεισε το τηλέφωνο. Το πέταξε στο κάθισμα του συνοδηγού κι έβγαλε τη βεντούζα με το μπλε καρούμπαλο. Το κόλλησε στον ουρανό από το ανοικτό παράθυρο και πάτησε γκάζι, αποφεύγοντας από δεξιά, ένα Τογιότα, που του έκλεινε την αριστερή λωρίδα. Σε πέντε λεπτά, από την περιφερειακή, ήταν στο σημείο όπου κείτονταν το πέμπτο πτώμα.
Το σκηνικό γνωστό. Ο μόνος που έλειπε ήταν ο Μίλτος. Πλησίασε τον ιατροδικαστή. Εκείνος, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, άρχισε να μιλάει:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία, κ. Θεοδωρίδη. Είναι η πρώτη, από τη σειρά των θυμάτων. Είναι εδώ πολλές μέρες, πάνω από μήνα. Είναι γυναίκα, μετρίου αναστήματος. Δεν είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος για την αιτία του θανάτου, αλλά μπορώ με βεβαιότητα να σου πω ότι ο δράστης της έκοψε το δεξί χέρι από τον καρπό. Αν σου λέει κάτι αυτό»…
«Και γιατί δεν είσαι σίγουρος για την αιτία θανάτου»;
«Γιατί μερίμνησε η φύση»…
Ο ιατροδικαστής ανασήκωσε το σεντόνι που σκέπαζε το πτώμα της άτυχης γυναίκας. Ο Κώστας είδε το πτώμα, μισοφαγωμένο από τα σκυλιά. Έλειπε το κεφάλι της κι αρκετά κομμάτια του κορμού. Σίγουρα θα τα έβρισκαν στη χαράδρα, πίσω από το φυλάκιο δασοπυρόσβεσης, μέσα στο οποίο είχαν βρει το πτώμα.
«Καμία ιδέα για την ταυτότητά της»;
Απάντησε ένας νεαρός αστυνομικός με ατσαλάκωτη στολή:
«Καμία. Περιμένουμε τη σήμανση, για δακτυλοσκόπηση. Αν…»
«Αν είναι σεσημασμένη, θα μάθουμε όνομα και επώνυμο. Καλά», τον έκοψε ο Κώστας! Στράφηκε στον ιατροδικαστή:
«Δεν έχεις κάτι παραπάνω για μένα»;
«Θα πρέπει να την πάρω στο εργαστήριο. Με την πρώτη ματιά, για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι έχουμε να κάνουμε με τον ίδιο δράστη. Για τίποτε άλλο».
«Καλώς… Μπορείς να τελειώσεις σήμερα με τη νεκροτομή»;
«Με τη νεκροτομή, ναι! Έλα σε δυο ώρες στο εργαστήριο, να σου τα πω όλα. Μην περιμένεις και πολλά, όμως. Τα περισσότερα θα μας τα πει η τοξικολογική εξέταση σπλάχνων. Ή, ό,τι απέμεινε από τα σπλάχνα, τέλος πάντων… Κι αυτή θέλει 24 ώρες»…
«Καίγομαι»…
«Το ξέρω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, όμως. Εξάλλου, θες κι ένα όνομα, πέρα από το τι έγινε εδώ»…
Ο Κώστας στράφηκε στο νεαρό αστυνομικό:
«Πάρτε τον προϊστάμενο της σήμανσης. Να επιληφθεί προσωπικά! Θέλουμε απαντήσεις χθες! Κατάλαβες»;
Είχε καταλάβει. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι έτρεξε προς το περιπολικό του. Κάλεσε το κέντρο και ζήτησε να τον συνδέσουν.
Ο Κώστας κατηφόρισε προς το σημείο όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του. Δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει εκεί. Ήταν φως φανάρι πως δράστης ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Ποιο ήταν, όμως, το θύμα; Και, το κυριότερο: Ποια σχέση είχε αυτό το πτώμα με όλα τα προηγούμενα;
Μπήκε στο αυτοκίνητο και πάτησε γκάζι. Κατεύθυνσή του, τα κεντρικά. Εκεί όπου κρατούσαν την Ελένη.


Συνεχίζεται...