
Εδώ και τρεις μέρες κάθομαι και γράφω ατέλειωτα κείμενα. Κι έπειτα, με μια κίνηση, τα σβήνω. Δεν έχω να καταθέσω το παραμικρό. Θέλω να γράψω κάτι που να βγάζει γέλιο. Να γίνω, για λίγο, λούνα παρκ. Αλλά δεν τα καταφέρνω. Όλο λυπητερά κομμάτια μου βγαίνουν. Κι ούτε, καν, νοσταλγικά.
Αρνούμαι, όμως, να καταγράψω κι άλλη κλάψα. Θέλω κάτι ευχάριστο. Τώρα! Έτσι, με το ζόρι! Θέλω να αρχίσω να γράφω και να μου βγει ένα κείμενο που θα το διαβάζουν οι φίλοι και θα τρέχουν στην τουαλέτα. Και δεν θα προλαβαίνουν να φθάσουν στην τουαλέτα. Αλλά τίποτα...
Αποφάσισα να το συζητήσω με μια φίλη. Σήκωσα το τηλέφωνο, κάλεσα το κινητό της και στρογγυλοκάθισα. Την πέτυχα στο δρόμο, αγχωμένη. Όμως, επειδή είναι και λίγο psycho, μόλις άκουσε το "πρόβλημα", ξέχασε και το πού βρισκόταν και πού είχε να πάει.
-Σώπα! Δε σου βγαίνει τίποτε αστείο;
-Ούτε ανέκδοτο μπορώ να πω. Να σκεφτείς, είπα προχθές, σε μια παρέα, εκείνο με τα τρία αβγά και δεν έσκασαν ούτε χαμόγελο.
-Μήπως επειδή όπου και να βρεθείς λες πάντα το ανέκδοτο με τα τρία αβγά;
-Δεν έχεις δίκιο. Λέω κι εκείνο με την Κοκινοσκουφίτσα.
-Ε, δε θα έλεγα ότι έχεις και μεγάλη γκάμα... Μήπως να ανανέωνες λίγο το ρεπερτόριο; Κάποτε έλεγες καλά ανέκδοτα.
-Να! Αυτό σου λέω! Ούτε να τα θυμηθώ δεν μπορώ.
-Άλλο το Αλτσχάιμερ, άλλο η έλλειψη έμπνευσης. Εσύ, μάλλον πάσχεις από Αλτσχάιμερ.
Έκλεισα το τηλέφωνο προβληματισμένος. Δεν μπορούσα να θυμηθώ από τι έπασχα. Την ξαναπήρα και μου το θύμισε. Και συνέχισε με μία συμβουλή:
-Να πας σε γιατρό. Καλά τα Blogs, δε λέω, αλλά δε θα σου λύσουν το πρόβλημα.
-Μα το Αλτσχάιμερ είναι ασθένεια των γερόντων...
-Από κάτι λεπτομέρειες που πιάνεσαι, καημένε...
-Και με ένα χάπι θα καταφέρω να γράψω κάτι αστείο;
-Ίσως να χρειαστεί και καμία ένεση...
Μπρος στο χιούμορ, τι είναι ο πόνος... Το αποφάσισα και πήγα στο γιατρό.
-Γδύσου!
-Επειδή ξεχνάω και δεν έχω χιούμορ; Μήπως υπερβάλετε γιατρέ μου λιγουλάκι;
-Μα τώρα, τη δουλειά μου θα μου υποδείξεις; Γδύσου!
-Τα πάντα;
-Όπως σε γέννησε η μάνα σου.
Άφησα τις κάλτσες. Ήταν κρύο το πάτωμα...
-Έτσι σε γέννησε εσένα η μάνα σου; Με κάλτσες; Σιγά μη σε γέννησε και με ζαρτιέρες!
-Κρυώνω...
-Θα σε ζεστάνω εγώ!
Δε μου φάνηκε καθόλου αστείο. Ο γιατρός, πάντως, κάθε τόσο, μουρμούριζε "θα σε ζεστάνω εγώ" και έσκαγε στα γέλια. Όλη την ώρα με ψαχούλευε, πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε στο σημείο της σκωληκοειδίτιδας.
-Πονάς;
Ε, τώρα, αν σε ζουπάνε κάτω από την κοιλιά, λες και είσαι ζυμάρι που πρέπει να σε κάνουνε ψωμί, δε θα πονάς; Αλλά ποιείς την ανάγκη φιλοτιμίαν και απαντάς:
-Πονάνε, ωρέ, τα παλικάρια;
Κι όσο εσύ δεν πονάς, τόσο εκείνος πατάει, ζουπάει, τσιμπάει. Κι έπειτα, φωνάζει κι έναν δεύτερο γιατρό.
-Τι λες;
-Μμμμ
-Είναι δυνατόν;
-Τόσο μεγάλο!
Εσύ, ο ασθενής, αγχώνεσαι -αρχικά. Κάνεις υπομονή, όμως. Περιμένεις τη γνωμάτευση. Και, μετά από τέτοια σχόλια, ενώ περιμένεις κάτι τρομακτικό, ακούς:
-Όλα καλά!
-Τι θα πει "όλα καλά"; Εδώ μια ώρα κάνατε ιατρικό συμβούλιο, με τα φιλαράκια σας, κουνούσατε τα κεφάλια σας και με κοιτούσατε με ένα ύφος λες και είχατε μπροστά σας το φάντασμα της Όπερας και τώρα μου λέτε "όλα καλά";
-Δεν είναι και για θάνατο βρε παιδί. Να, θα παίρνεις αυτό το χαπάκι (μισό κάθε μεσημέρι) κι όλα θα πάνε καλά.
-Και πώς θα θυμάμαι να παίρνω αυτό το χαπάκι; Αφού το πρόβλημά μου είναι, όπως λέτε, πρόβλημα μνήμης...
-Θα παίρνεις κάθε πρωί αυτό το χαπάκι κι έτσι θα θυμάσαι να παίρνεις το χαπάκι του μεσημεριού...
Ζήσε Μάη μου να φας χαπάκι... Πάρε το πρωινό χαπάκι, να θυμάσαι το μεσημεριανό, πάρε το μεσημεριανό για να θυμάσαι γενικώς -κι όλα αυτά επειδή ήθελα να ποστάρω κάτι να βγάζει γέλιο. Ρε, αν πάει έτσι, θα σας κάνω να πλαντάξετε στο κλάμα!
ΥΓ. Για σήμερα, ακούστε Μουσικές Ταξιαρχίες:
Πάρε το χαπάκι σου
κι ένα μηχανάκι
κι έλα νύχτα να με βρεις
στο Καραϊσκάκη.
Αρνούμαι, όμως, να καταγράψω κι άλλη κλάψα. Θέλω κάτι ευχάριστο. Τώρα! Έτσι, με το ζόρι! Θέλω να αρχίσω να γράφω και να μου βγει ένα κείμενο που θα το διαβάζουν οι φίλοι και θα τρέχουν στην τουαλέτα. Και δεν θα προλαβαίνουν να φθάσουν στην τουαλέτα. Αλλά τίποτα...
Αποφάσισα να το συζητήσω με μια φίλη. Σήκωσα το τηλέφωνο, κάλεσα το κινητό της και στρογγυλοκάθισα. Την πέτυχα στο δρόμο, αγχωμένη. Όμως, επειδή είναι και λίγο psycho, μόλις άκουσε το "πρόβλημα", ξέχασε και το πού βρισκόταν και πού είχε να πάει.
-Σώπα! Δε σου βγαίνει τίποτε αστείο;
-Ούτε ανέκδοτο μπορώ να πω. Να σκεφτείς, είπα προχθές, σε μια παρέα, εκείνο με τα τρία αβγά και δεν έσκασαν ούτε χαμόγελο.
-Μήπως επειδή όπου και να βρεθείς λες πάντα το ανέκδοτο με τα τρία αβγά;
-Δεν έχεις δίκιο. Λέω κι εκείνο με την Κοκινοσκουφίτσα.
-Ε, δε θα έλεγα ότι έχεις και μεγάλη γκάμα... Μήπως να ανανέωνες λίγο το ρεπερτόριο; Κάποτε έλεγες καλά ανέκδοτα.
-Να! Αυτό σου λέω! Ούτε να τα θυμηθώ δεν μπορώ.
-Άλλο το Αλτσχάιμερ, άλλο η έλλειψη έμπνευσης. Εσύ, μάλλον πάσχεις από Αλτσχάιμερ.
Έκλεισα το τηλέφωνο προβληματισμένος. Δεν μπορούσα να θυμηθώ από τι έπασχα. Την ξαναπήρα και μου το θύμισε. Και συνέχισε με μία συμβουλή:
-Να πας σε γιατρό. Καλά τα Blogs, δε λέω, αλλά δε θα σου λύσουν το πρόβλημα.
-Μα το Αλτσχάιμερ είναι ασθένεια των γερόντων...
-Από κάτι λεπτομέρειες που πιάνεσαι, καημένε...
-Και με ένα χάπι θα καταφέρω να γράψω κάτι αστείο;
-Ίσως να χρειαστεί και καμία ένεση...
Μπρος στο χιούμορ, τι είναι ο πόνος... Το αποφάσισα και πήγα στο γιατρό.
-Γδύσου!
-Επειδή ξεχνάω και δεν έχω χιούμορ; Μήπως υπερβάλετε γιατρέ μου λιγουλάκι;
-Μα τώρα, τη δουλειά μου θα μου υποδείξεις; Γδύσου!
-Τα πάντα;
-Όπως σε γέννησε η μάνα σου.
Άφησα τις κάλτσες. Ήταν κρύο το πάτωμα...
-Έτσι σε γέννησε εσένα η μάνα σου; Με κάλτσες; Σιγά μη σε γέννησε και με ζαρτιέρες!
-Κρυώνω...
-Θα σε ζεστάνω εγώ!
Δε μου φάνηκε καθόλου αστείο. Ο γιατρός, πάντως, κάθε τόσο, μουρμούριζε "θα σε ζεστάνω εγώ" και έσκαγε στα γέλια. Όλη την ώρα με ψαχούλευε, πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε στο σημείο της σκωληκοειδίτιδας.
-Πονάς;
Ε, τώρα, αν σε ζουπάνε κάτω από την κοιλιά, λες και είσαι ζυμάρι που πρέπει να σε κάνουνε ψωμί, δε θα πονάς; Αλλά ποιείς την ανάγκη φιλοτιμίαν και απαντάς:
-Πονάνε, ωρέ, τα παλικάρια;
Κι όσο εσύ δεν πονάς, τόσο εκείνος πατάει, ζουπάει, τσιμπάει. Κι έπειτα, φωνάζει κι έναν δεύτερο γιατρό.
-Τι λες;
-Μμμμ
-Είναι δυνατόν;
-Τόσο μεγάλο!
Εσύ, ο ασθενής, αγχώνεσαι -αρχικά. Κάνεις υπομονή, όμως. Περιμένεις τη γνωμάτευση. Και, μετά από τέτοια σχόλια, ενώ περιμένεις κάτι τρομακτικό, ακούς:
-Όλα καλά!
-Τι θα πει "όλα καλά"; Εδώ μια ώρα κάνατε ιατρικό συμβούλιο, με τα φιλαράκια σας, κουνούσατε τα κεφάλια σας και με κοιτούσατε με ένα ύφος λες και είχατε μπροστά σας το φάντασμα της Όπερας και τώρα μου λέτε "όλα καλά";
-Δεν είναι και για θάνατο βρε παιδί. Να, θα παίρνεις αυτό το χαπάκι (μισό κάθε μεσημέρι) κι όλα θα πάνε καλά.
-Και πώς θα θυμάμαι να παίρνω αυτό το χαπάκι; Αφού το πρόβλημά μου είναι, όπως λέτε, πρόβλημα μνήμης...
-Θα παίρνεις κάθε πρωί αυτό το χαπάκι κι έτσι θα θυμάσαι να παίρνεις το χαπάκι του μεσημεριού...
Ζήσε Μάη μου να φας χαπάκι... Πάρε το πρωινό χαπάκι, να θυμάσαι το μεσημεριανό, πάρε το μεσημεριανό για να θυμάσαι γενικώς -κι όλα αυτά επειδή ήθελα να ποστάρω κάτι να βγάζει γέλιο. Ρε, αν πάει έτσι, θα σας κάνω να πλαντάξετε στο κλάμα!
ΥΓ. Για σήμερα, ακούστε Μουσικές Ταξιαρχίες:
Πάρε το χαπάκι σου
κι ένα μηχανάκι
κι έλα νύχτα να με βρεις
στο Καραϊσκάκη.
Σχόλια
τρέχω στην τουαλέτα και επανέρχομαι να σχολιάσω!!! :ΡΡΡΡΡΡ
Το ξέχασα! Το μεσημέρι παίρνω το μισό ή το μπλε;
Κρύβε λόγια...
Καλημέρα, ευχαριστώ. Πήρα και τα δύο, για σιγουριά!
Καλησπέρα (πήγε, ήδη, βράδυ)! Το παίδεψα λίγο, αλλά ΟΚ!