Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2006

Τα κάλαντα

Ήταν δειλός. «Συνεσταλμένο» τον έλεγαν ευγενικά. Αλλά όση ευγένεια κι αν βάλεις στις λέξεις, δεν αλλάζεις το αποτέλεσμα.

Ακόμη και παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς δεν ήθελε να λέει τα κάλαντα. Τα άλλα παιδιά της ηλικίας του έπαιρναν τους δρόμους από νωρίς. Αυτός, όλο κι έβρισκε μια δικαιολογία, για να καθυστερήσει, να ΄ρθει το μεσημέρι και να ΄χει το άλλοθι, ότι δεν πήγε πουθενά, επειδή δεν τον άφηναν οι δικοί του.

-Τώρα θα πας; Σε λίγο τρώμε!

Με το που άκουγε αυτήν την κουβέντα της μάνας του, ησύχαζε η ψυχή του. Η αποστολή είχε εκτελεστεί. Μετά το φαγητό είχε κάθε δικαιολογία να τεμπελιάσει λίγο, ίσως και να κοιμηθεί. Κι όταν ξυπνούσε το απόγευμα, αναλάμβανε ο πατέρας του:

-Τώρα θα πας; Έξω νύχτωσε! Κάνει ψοφόκρυο! Άσε μην μας αρρωστήσεις και τρέχουμε, που είσαι και φιλάσθενος…

Κι έτσι ο φιλάσθενος θεατρίνος έπαιρνε αυτό που ήθελε: Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιές, χωρίς κάλαντα! Για τα Φώτα δεν τίθεται λόγος… Λίγοι γνώριζαν –κι εκείνα τα χρόνια, λίγο πριν το 70- τα κάλαντα των Φώτων. Κι ελάχιστοι τα κάλαντα του Λαζάρου.

Τώρα, πώς είχε ξεκινήσει αυτή η φοβία, μυστήριο. Αν τον κάθιζε ο Φρόιντ στον καναπέ του, ο ακάλαντος θα είχε να εξιστορήσει πώς οι γονείς του τον πήγαιναν στις θείες του, όταν ήταν δυο, τριών χρονών, τεσσάρων, και τον έβαζαν με τα ζόρια να πει τα κάλαντα (στις γιορτές της Χριστιανοσύνης) και ποιήματα (στις επετείους εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων). Κι ύστερα χιμούσαν οι θειές του, τον φιλούσαν μ΄ εκείνα τα υγρά, σβουριχτά, σαλιωμένα φιλιά και τα κραγιόν της εποχής, που αφήναν βούλες ανεξίτηλες στα παιδικά μάγουλα. Και καταπιάνονταν, μετά, να σαλιώνουν τους αντίχειρες και να τρίβουν τα μάγουλά του, μ΄ εκείνες τις τσιρίδες:

-Αχ! Το ΄βαψα το αγοράκι μας!

Αυτά τα Χριστούγεννα, όμως, το είχε μετανιώσει που δεν είχε πάει για τα κάλαντα. Είχαν εκστρατεύσει, όλοι μαζί, Κώστας, Αντώνης, Θωμάς, Τάκης, ο άλλος ο Αντώνης κι ο Βαγγέλης. Χορωδία ολόκληρη, η τσακαλοπαρέα. Κι είχαν μαζέψει του κόσμου τα τάλιρα και τα δεκάρικα, πάρα πολλά δίφραγκα και μερικά εικοσάρικα, από εκείνα τα ασημένια, που έκαναν διαφορετικό θόρυβο όταν έπεφταν κάτω. Ένας, μάλιστα, τους είχε δώσει πενηντάρικο! Πραγματικό, χάρτινο, βαθύ μπλε, με εκείνο το γυναικείο κεφάλι και τα δελφίνια. Κι έπειτα πήγαν όλοι μαζί, στο βιβλιοπωλείο του Χρηστίδη κι αγόρασαν τη Μονόπολη. Κι έπαιζαν αυτές τις μέρες, ανάμεσα σε Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Τον έπαιζαν κι εκείνον, αλλά ήταν διαφορετικά. Ήταν το παιχνίδι ΤΟΥΣ κι αυτός ο καλεσμένος. Ο ξένος.

Δε θα άφηνε την Πρωτοχρονιά να φύγει έτσι. Ήταν αποφασισμένος να πάει να πει τα κάλαντα. Κι όταν τον ρωτούσαν οι άλλοι αν είχε πελάτες να φέρει, δήλωνε με καμάρι:

-Τους καλύτερους!

Έτσι κι έγινε. Για πρώτη φορά, στη δεκάχρονη ζωή του, ξύπνησε από το άγριο χάραμα. Ακόμη κανείς δεν τους είχε χτυπήσει το κουδούνι, για «να τους τα πει» κι εκείνος ήταν στο πόδι, ντυμένος, πλυμένος, με μια χωρίστρα λεωφόρο, με ρούχα καθαρά, το τρίγωνο στα χέρια, τις τσέπες μανταρισμένες (μην έχουμε και κανένα ατύχημα και κυλήσουν τα ψιλά και τα ψάχνουμε στις κατηφόρες της γειτονιάς), το πανοφώρι κουμπωμένο ίσαμε πάνω, στο λαιμό.

Θυμίζοντας κρεμμύδι βγήκε στο δρόμο και βρήκε τους άλλους, μια ώρα μετά, γιατί ο Θωμάς δεν έβρισκε το κασκόλ του κι η μάνα του δεν τον άφηνε να βγει «έτσι σα λέτσος στο δρόμο». Κι έπειτα, ξεχύθηκαν στις γειτονιές. Τα ΄παν στον περιπτερά, στον φούρναρη, στο μπακάλη, στο μανάβη, στον παπά της εκκλησίας (γαλαντόμος ο παπα-Βασίλης, έδωσε την ευλογία του κι από ένα σοκολατάκι, που φαγώθηκε επί τόπου, στην αυλή, κάτω από το καμπαναριό), στο νεωκόρο(που έδωσε από έναν άρτο στον καθένα, λες και είχαμε, ακόμη, Κατοχή), στην ψιλικατζού και στη γαλατού (κι εκείνη, έσκυβε πίσω από τον πάγκο, να βρει κανένα ψιλό και κανέναν κουραμπιέ και φαινόταν το ένωμα των βυζιών της, που ήταν άσπρα, σαν τα γάλατα, όπως τα είχε περιγράψει ο Νόβας, σε κείνο το περίφημο ποίημα –κι η τσακαλοπαρέα έπαιρνε μάτι, κρυφά, άλλος χαζογελώντας κι άλλος με το στόμα ανοιχτό, με κίνδυνο να καταπιεί κανα πετούμενο κι όλοι, γενικά, να θέλουν να τα γαργαλήσουν, να τα χαϊδέψουν, να τα γευτούν).

Κι ήρθε η ώρα των πελατών. Και, καθώς ήταν ο νέος στην παρέα, έπρεπε να ΄ναι κι ο πρώτος που θα προτείνει ακροατές. Τους πήρε, λοιπόν, και τους πήγε στο νονό του αδελφού του, στον κυρ-Αντώνη. Κι εκείνος έδωσε σε όλους από ένα δεκάρικο. Και τους πήγε και στον θείο του τον Κώστα κι εκείνος έδωσε σε όλη την παρέα ένα πενηντάρικο. Κι έπειτα, τους πήγε στον πατέρα του. Μουδιασμένα το πρότεινε, αλλά δεν είχε κανέναν άλλον να προτείνει κι η όρεξη της τσακαλοπαρέας είχε ανοίξει και δεν έκλεινε με τίποτα…

Όταν χτυπήσανε την πόρτα του διαμερίσματος, ήθελε να το σκάσει. Να το βάλει στα πόδια, να γίνει καπνός. Από τη μια ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνε μέρος σε τέτοιου είδους χορωδία, από την άλλη ο πατέρας του δεν τα ΄βγαζε τα χρήματα με ευκολία και ήταν σφικτοχέρης, του ΄ρθε μια ζαλάδα, μια τάση φυγής… Αλλά πού να πάει; Να τρέχει αυτός, να φοβηθούν κι οι άλλοι και να το βάλουν, όλοι μαζί, στα πόδια, σαν τους κλέφτες; Κι αντί για καλανταδόροι να γίνουν… κυνηγημένοι σαλταδόροι; Εποίησε, λοιπόν, την ανάγκην φιλοτιμίαν, στάθηκε στην πίσω σειρά και άφησε τον Κώστα να χτυπήσει το κουδούνι.

Η πόρτα άνοιξε και το καφασωτό γέμισε από τη σιλουέτα του πατέρα. Εκεί δίπλα του, στρίμωξε το κεφάλι του κι ο μικρός του αδελφός, που ακόμη δεν μιλούσε καθαρά κι ούτε μπορούσε να τραγουδήσει τα κάλαντα (είχαν μεγάλη διαφορά, αλλά αγαπιόντουσαν λες και ήταν δίδυμα).

-Να τα πούμε;

Τα ουρλιαχτά της τσακαλοπαρέας λες και τον τρόμαξαν τον πατέρα του! Πισωπάτησε λίγο, ξαφνιάστηκε που ανάμεσα στους υπόλοιπους ήταν κι ο νέος χορωδός, ο γιος του ο μεγάλος, έκανε κανα δίλεπτο να απαντήσει. Τόσο άργησε που όλοι άρχισαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον.

Λες και κατάλαβε εκείνος ότι υπήρχε αυτό το κενό, μίλησε γρήγορα και επανέφερε την τάξη:

-Πείτε τα.

-Αρχιμινιά κι αρχιχρονιά, ψιλή μου δενδρολιβανιά, κι αρχή… κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με το Άγιο Θρόνος…

Οι ακαταλαβίστικοι στίχοι από τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς γέμισαν το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Ο πατέρας του στράφηκε και ξαναμπήκε μέσα στο διαμέρισμα, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Έμεινε ο αδελφός του στην πόρτα κι εκείνος από έξω, μαζί με τους υπόλοιπους, να ψέλνει με την απορία. Γιατί έφυγε;

-Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται, από, από την Καισαρεία, ζήσ΄ αρχό… ζήσ΄ αρχόντισσα κυρία…

Ο ένας στίχος μετά τον άλλον, η μία στροφή μετά την άλλη, τα κάλαντα έφθαναν στο τέλος. Κι ο πατέρας του, ακόμη χαμένος στα δωμάτια. Ο μικρός, στην πόρτα, γελούσε, κουνούσε τα χεράκια, το διασκέδαζε. Κι εκείνος, στην τελευταία σειρά, είχε αρχίσει να ψάχνει… δρόμο διαφυγής. Δεν ήξερε τι θα γινόταν, δεν καταλάβαινε την εξαφάνιση, αλλά ο φόβος είχε φωλιάσει στην καρδιά του.

-Σ΄ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε, πέτρα, πέτρα να μη ραγίσει. Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια, χίλια χρόνια να ζήσει. Και του χρόνου!

Περίμενε –κι αυτός δεν ήξερε τι περίμενε. Αυτό που έγινε όμως… Ο πατέρας του εμφανίστηκε στην πόρτα, με μάτια κόκκινα, άπλωσε τα χέρια του κι έδωσε σε όλους, μα σε όλους, από ένα κατοστάρικο!

-Και του χρόνου, τους είπε!

Έμεινε η τσακαλοπαρέα, με το στόμα ανοικτό. Να κοιτάνε, όλοι, τα κατοστάρικα, ο καθένας το δικό του και μετά, ο ένας του αλλουνού!

-Ευχαριστούμε θείοοοοοο!!!!!!

Όρμησαν έξω, πάτα κιούτα τις σκάλες, τις ροβόλησαν σαν τους αρματωλούς και τους κλέφτες, τις πλαγιές με τα πουρνάρια! Σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν έξω κι άρχισαν να μετράνε. Μόνον εκείνος βγήκε με βήμα αργό κι ένα χαμόγελο στο πρόσωπο.

Εκείνη τη μέρα περπατούσε τριάντα πόντους πάνω από τη γη.



Στις φωτογραφίες: 1. Πίνακας του Ν. Λύτρα "Τα Κάλαντα". 2. Από το αρχείο του Θ. Φάκα, κάλαντα παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1964 στην Πρώτη Σερρών. 3. Παιδιά του δημοτικού σχολείου Σαππών Ροδόπης ψέλνουν τα κάλαντα από τη γιορτή του σχολείου τους (φωτογραφία από την ιστοσελίδα του σχολείου). 4. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα.

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Εφιάλτης μετά τα Χριστούγεννα


Ξύπνησα κάθιδρος. Τέτοιον εφιάλτη δεν είχα ξαναδεί. Κατατρόμαξα. Τι νερό ήπια (τρεις μικρές γουλιές, όπως λέει η μάνα μου), τι ζάχαρη μάσησα, τι τεχνικές ινδικές εφάρμοσα… Πού να φύγει η τρομάρα.

Είδα, λοιπόν, ότι είχε νυχτώσει. Κι εγώ έπρεπε να πάω να αγοράσω τηλεκάρτα. Βγήκα στο δρόμο. Σκοτεινιά! Παγωνιά! Ψυχή ζώσα δεν περνούσε. Κι άρχισα να περπατώ προς το απέναντι ψιλικατζίδικο, της Ναβρίλα, από την Ουκρανία. Και περπατούσα και δεν έφθανα…

Σε κάποια στιγμή, άκουσα πίσω μου μια φωνή. Φωνή τραχιά, ανδρική. Γύρισα κι είδα έναν μπρούτο τύπο, με μούσια και σγουρά λαδωμένα μαλλιά. Είχε μάτια κόκκινα, σαν τη φωτιά. Γλώσσα πύρινη, διχαλωτή. Κρατούσε στο χέρι τρίαινα, λες κι ήταν ο Ποσειδώνας. Ή ο Εξαποδίτης.

-Πού πας;

Πιότερο φώναξε, παρά ρώτησε. Ρίγη με διαπέρασαν. Ιδρώτας κρύος μ΄ έκοψε και κοιτούσα, με την άκρη του ματιού μου, πόσο μακριά ήταν, ακόμη, το ψιλικατζίδικο κι αν ήταν απ΄ έξω ο γιος της Ναβρίλα, ο Σεργκέι. Του κάκου. Μόνος ήμουν κι ούτε πεζός, ούτε αυτοκίνητο δε φαινόταν.

-Δε σε ξέρω, δε σου μιλάω!

Αυτό βρήκα να πω, αυτό είπα! Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο:

-Με ξέρεις –και μάλιστα κι απ΄ την καλή κι απ΄ την ανάποδη. Και καλά θα κάνεις να μου πεις πού πας, για να σ΄ αφήσω να επιστρέψεις. Γιατί είμαι αυτός που ψυχές μαζεύει και στον Άδη τις στέλνει.

-Και θέλεις την ψυχή μου;

-Αυτό θα το δείξει η κουβέντα μας.

-Μα κάνει κρύο… Πού να τα λέμε εδώ έξω… Δε θες να ΄ρθεις στο σπίτι, να τα πούμε;

-Οι δικές μου οι βεγγέρες, δεν είναι ευχάριστες. Κανένας δε με βάζει στο σπίτι του, ειδικά Δεύτερη Μέρα Χριστουγέννων.

-Μα δεν είναι, πια, μέρα… Νύχτα είναι!

-Ακόμη χειρότερα. Όλοι σταυροκοπιούνται, όταν με συναντάνε νύχτα. Κι όλοι παρακαλάνε να χαράξει, λες και θα λιώσω, σα βαμπίρ, με το φως του ήλιου… Α, ρε κατακαημένοι! Χαμπάρι δεν έχετε πάρει. Μυρωδιά δε νοιώσατε από αυτόν τον κόσμο!

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά, μπας και κατάφερνα να ξεφύγω. Μα με κατάλαβε.

-Τι ψάχνεις; Άστα αυτά! Ήρθε η ώρα σου!

-Η ώρα μου; Η δική μου η ώρα; Για ποιο πράγμα;

-Ξέρεις καλά!

-Η ώρα να… να πεθάνω;

-Τι τρέμεις ρε; Σιγά μην πεθάνεις από τώρα. Χειρότερα σε περιμένουν. Θα ζήσεις. Και τώρα, θα βάλεις κάτω τι έκανες και τι είπες, ως τα τώρα, στη μίζερη ζωή σου. Κι έπειτα, θα δούμε αν θα πεθάνεις και με ποιον τρόπο!

Το ΄χα χαμένο το παιχνίδι. Τούτος ο δαίμονας, ήταν αποφασισμένος να μου πάρει την ψυχή. Τι έκανα; Τίποτα! Ούτε αδίκησα, ούτε και βοήθησα, όμως, κανέναν ιδιαίτερα. Τι είπα; Πάλι τίποτα. Ούτε ψέματα, ούτε αλήθεια που θα μπορούσε να δώσει χαρά. Τι να του έλεγα, λοιπόν;

-Δυσκολεύεσαι;

-Απλά, δε σε καταλαβαίνω…

Λες και είχα πει μια λέξη μαγική, ο προσωπικός μου δράκος εξαφανίστηκε! Σα να ήταν απειλή μόνο για όσους τον κατανοούν και τον πιστεύουν. Και για τους άλλους, σα να μην υπάρχει!

Κι εκεί που έλεγα ότι ησύχασα, άρχισε νέα περιπέτεια. Βάλθηκα να τρέχω, αλλά να μη φθάνω πουθενά. Λες κι έτρεχα πάνω σε βαμβάκι, στην αρχή. Πατήματα δεν ακούγονταν κι εγώ βούλιαζα. Κι έπειτα, σα να έτρεχα στην άμμο. Βάρυναν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να φύγω, να χαθώ.

Κι έγινε, έπειτα, η άμμος, άχνη ζάχαρη. Κι άρχισα να βουλιάζω, σαν τον κουραμπιέ Καρβάλης. Βρέθηκα, έτσι, στο πάνω μέρος μιας κλεψύδρας. Μιας κλεψύδρας που αντί για άμμο, είχε άχνη ζάχαρη. Και με ρούφηξε. Κι έπεσα στο κάτω μέρος, το άλλο μισό.

Εκεί βρήκα μια πόρτα. Την άνοιξα. Ήταν σαν την πόρτα από το ψιλικατζίδικο. Αλλά όταν μπήκα μέσα, είδα ότι ήταν σκοτεινό και άδειο. Δεν είχε τίποτα στα ράφια. Λες και κάποιος κλέφτης είχε μπει πριν από μένα και τα είχε πάρει όλα, όσα βρήκε εκεί.

Χωρίς λόγο, άνοιξα το συρτάρι της ταμειακής μηχανής. Ήταν άδειο.

-Γέμισέ το!

Αυτός που με πρόσταζε, ήταν ο ίδιος δαίμονας, που πριν λίγο είχε γίνει μπουχός! Σκιάχτηκα… Το ΄βαλα στα πόδια. Βγήκα έξω από την πόρτα που μπήκα κι έτρεξα απέναντι στο δρόμο, στο μανάβικο. Αλλά κι εκεί δεν ήταν κανείς.

-Όσο κι αν τρέξεις, όπου και να πας –και στου βοδιού το κέρατο να χωθείς- θα σε βγάλω!

Ήταν πάλι εκείνος. Ο Εξαποδίτης. Κι εκεί ήταν που ένοιωσα μια δύσπνοια, μια ζάλη, ιδρώτα να με λούζει και ένα μούδιασμα στο αριστερό μου χέρι. Κι εκεί που ετοιμαζόμουνα να πέσω κάτω, θήραμα στα νύχια του κυνηγού μου, άκουσα τη φωνή της.

-Πέρασε η ώρα… Σήκω!

Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν στο κρεβάτι μου. Ούτε στο δρόμο, ούτε στο κρύο. Δίπλα μου δεν ήταν κανένας δαίμονας. Μόνον ένας άγγελος, μελαχρινός, με μάτια τεράστια, να με κοιτάζει με αγάπη. Σηκώθηκα –κι εκεί άρχισε η διήγησή μου.

Είχα πιει, πλέον, νερό, είχα μασήσει τη ζάχαρή μου, είχα ηρεμήσει κάπως. Είπα να επιστρέψω δίπλα της. Έσυρα τα βήματά μου, μια αθλιότητα, πρωί πρωί, με τις πιτζάμες, τις παντούφλες και την ανυπόφορη πρωινή αναπνοή. Κι εκεί που χαμογέλασα, εκεί που πήγα να ανοίξω το στόμα μου, να της πω «αγάπη μου», με το που διάβηκα την πόρτα, είδα, πάνω στο κρεβάτι, στη θέση της, δίπλα μου, εκείνον τον Εξαποδίτη! Με τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου, τη διχαλωτή του γλώσσα, την τρίαινα… Με κοιτούσε και χαμογελούσε. Κι άρχισε, πάλι, να μουδιάζει το χέρι μου, να ιδρώνει το μέτωπό μου, να ξεραίνεται ο λαιμός μου…

Στράφηκα να φύγω και είδα το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Είχα ξεχάσει να ανάψω τα λαμπάκια! Έσκυψα, τα άναψα, γύρισα και τον είδα εκεί. Δε χαμογελούσε πια.

-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.

Μόνον αυτό είπε κι έφυγε όπως και πριν. Εξαφανίστηκε.

Τώρα αν αυτός ο εφιάλτης δεν έχει ειρμό και δε βγάζει νοήματα, είναι γιατί είναι όνειρο κακό. Και τα όνειρα, για να τα καταλάβεις, θέλουν ονειροκρίτη. Αλλά ένα πράμα με τρώει: Κι αν επιστρέψει απόψε;

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2006

Εις μνήμην

Δεν είναι από τη συναυλία της Θεσσαλονίκης, αλλά έτσι το είχε τραγουδήσει.
Ήταν να πάω σε κάποιες συναυλίες αλλά μετά το συγκεκριμένο περιστατικό, το ξανασκέπτομαι. Δεν είναι καιρός για απώλειες...

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2006

Ινδιάνικα Κάλαντα


Έκανα το λάθος. Κατέβηκα στην αγορά, παραμονή Χριστουγέννων. Όπερ μεθερμηνευόμενο, για μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, ατέλειωτη ταλαιπωρία.

Διότι, η Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, δεν έχει και πολλούς δρόμους. Ούτε πολλά μέσα μαζικής μεταφοράς. Έτσι, ή θα πάρεις το λεωφορείο και θα αισθανθείς ως sardines Portugal in oil with pepper, ή θα πάρεις το αυτοκίνητο και θα αισθανθείς ως malakas whowent to hell with his car.

Έκανα το δεύτερο. Όχι επειδή δεν έχω οικολογική συνείδηση. Αλλά επειδή ζω σε απόσταση 25 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης, όπου ΕΠΡΕΠΕ να πάω για δουλειά (κι όχι για να αγοράσω κουραμπιέδες, ή τα δώρα τα οποία άφησα για την τελευταία στιγμή).

Όταν έφθασα στους δρόμους του κέντρου μ έπιασε μια απελπισία (και δύο να μη σας πω…). Τα αυτοκίνητα είχαν μετατραπεί σε α-κίνητα! Η ελληνική συνήθεια του «μπαίνω πρώτος στη διασταύρωση και κάθομαι εκεί ως κουραμπιές, έως ότου ανοίξει ο δρόμος» σε πρώτη γραμμή! Κάθισα στη σειρά μου, αν και είχε ανάψει πράσινο, περιμένοντας να ανοίξει η διασταύρωση για να μην ενοχλώ όσους ερχόταν από τον κάθετο δρόμο. Ω! Τι ήταν αυτό! Ο Βάγκνερ ωχριούσε μπροστά στον καταιγισμό ήχων από κόρνες που ακολούθησαν την ακινησία μου. Όλοι μαζί οι από πίσω κόρναραν δαιμονιωδώς, για να πάω δέκα εκατοστά πιο μπροστά, κλείνοντας τη διασταύρωση, άγνωστο για ποιον άλλο λόγο.

Οι έξυπνοι του κάθετου δρόμου, με το που με είδαν να μην κινούμαι, όρμησαν να καλύψουν αυτοί τα δέκα εκατοστά δρόμου που είχαν ανοιχθεί μπροστά μου, κάνοντας ακόμη χειρότερη την κατάσταση.

Οι –πιο- έξυπνοι πεζοί όρμησαν στη διασταύρωση κι ας είχαν κόκκινο, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να παρασυρθούν από μοτοσικλέτες οι οδηγοί των οποίων γέμιζαν, με περισσές δεξιοτεχνίες, τα κενά σημεία.

Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να βρω μια γωνίτσα να παρκάρω (διπλός, εννοείται), αλλά επειδή είχα να πάρω εκατό σελίδες από έναν εκδοτικό οίκο και να φύγω (δουλειά πέντε λεπτών, δηλαδή), είπα να παρανομήσω κι εγώ.

Και τότε τους είδα. Πρώτα τον έναν: Φερνάντο Χοσέ Γουάιρα. Μουσικός. Ινδιάνος από το Περού. Χόρευε το δικό του χορό της βροχής κάτω από τον ελληνικό ήλιο. Ήρθε στη χώρα μας πριν 12 χρόνια και… κόλλησε. Τραγουδούσε και πουλούσε τα cd του (έχει βγάλει, ήδη, τέσσερα!). Το τελευταίο, Γιουράι Άνκα, τιμάται μόλις 10 ευρώ. Τα έδωσα και πήγα παρακάτω.

Κλασσική μουσική. Ένα μικρό μουσικό σύνολο εγχόρδων, από νέους, έπαιζε Βιβάλντι. Τέσσερις εποχές. Μαθητές ιδιωτικής σχολής, προτίμησαν να δώσουν μια μίνι συναυλία, στους περαστικούς, παρά να πουν τα κάλαντα, για να μαζέψουν χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Πιο κάτω ήταν το γνωστό (έχουν χρόνια κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη) τριμελές συγκρότημα Ινδιάνων από τις Άνδεις. Γι αυτούς έχουν γραφτεί πολλά κι έτσι δε θα δώσω στοιχεία.

Μετά τρύπωσε η αμφιβολία στο μυαλό. Τόσοι Ινδιάνοι στη Θεσσαλονίκη; Από Περού, Χιλή, Μάτσου Πίτσου και δε συμμαζεύεται; Κι όλοι βγήκαν να χαρούν τον ήλιο παραμονή Χριστουγέννων; Παρέα με δίμετρες μελαχρινές Ινδιάνες που πλασάρουν τα cd τους; Άντε καλά, με το μουσικό σύνολο που μετέτρεψε σε Βιέννη την ηλιόλουστη Θεσσαλονίκη. Αλλά τόσοι Μάγιας και Ίνκας, πού βρέθηκαν;

Είπα να μην το σκεφτώ παραπάνω, λόγω της ημέρας, πήρα το αυτοκίνητό μου και μπήκα στη διαδικασία της επιστροφής. Άκουσα και το cd του Γουάιρα (έχει τρία δικά του τραγούδια και τα υπόλοιπα είναι διασκευές γνωστών ροκ τραγουδιών, σε… ινδιάνικο στιλ, ενδιαφέρουσα προσέγγιση, αλλά απλώς ενδιαφέρουσα) και, μετά, περπάτησα ως το διπλανό dvd club, για ένα σωστό ρεβεγιόν: Κώδικας ντα Βίντσι, Πειρατές της Καραϊβικής 2, Ο Ροζ Πάνθηρ ξαναχτυπά και Ντακ Σουπ, ό,τι πρέπει γι απόψε. Κριτικές εν καιρώ.

Καλά Χριστούγεννα.

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2006

Στολίζω δενδράκι!


Επειδή οι μέρες πέρασαν και -γνωστός ανεπρόκοπος- δεν κατάφερα, ακόμη, να βάλω ούτε μια μπάλα, να ανάψω ούτε ένα λαμπάκι, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αφήσω κατά μέρος τα σχόλια για τον στολισμό των γειτόνων και να κάνω κάτι με το σπίτι μου.
Αρχή από το μπλογκ: Αριστερά στολίζω δενδράκι.
Και του χρόνου!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2006

Και καλά Χριστούγεννα!

Κυρίες και κύριοι!
Ήρθε η ώρα για τον μεγάλο μας διαγωνισμό! Εδώ ο καλός ο στολισμός! Εδώ το πιο φωτεινό μπαλκόνι κι η πιο στολισμένη αυλή!
Εμείς τηρούμε τις υποσχέσεις μας. Κι έτσι βγήκαμε, μαύρα μεσάνυχτα, έξω, με τη μηχανή (τη φωτογραφική) στο χέρι, για να αποτυπώσουμε τη χαρούμενη ατμόσφαιρα της Κάτω Περαίας, ενόψει Χριστουγέννων.
Έχουμε και λέμε:

Εδώ έβαλε το χεράκι του ο δήμος: Χριστουγεννιάτικο δένδρο αποτελούμενο από... πασχαλιάτικα κεριά!

Παλιό καλό στολισμένο έλατο. Παραδοσιακές αξίες.
Και τώρα τα θαύματα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας:

Να μπορούσα στα σύννεφα να ΄χα εγώ μικρό γκαζάδικο...

Το πρώτο έλατο(μέση στο βάθος) το στολίσαμε με κάθε μεγαλοπρέπεια. Στο δεύτερο(αριστερά) ρίξαμε εκατοντάδες λαμπάκια ως πλίνθους και κεράμους ατάκτως εριμμένους. Το τρίτο(δεξιά) προσπαθήσαμε να το δέσουμε με φωτεινά δεσμά, αλλά μας ξέφυγε το άτιμο! (Είχε περάσει κι η ώρα...)
Τέλος, μια προσπάθεια δημιουργίας ανεμόσκαλας για μελλοντικούς δραπέτες φυλακών. Και του χρόνου, να είστε όλοι γεροί, να ξαναστολίσετε (να ξαναφωτογραφήσω). Και -προς Θεού- μην πάρετε στα σοβαρά την κριτική μου κι αρχίσετε τα παράπονα (και τις μηνύσεις). Χρονιάρες μέρες είναι. Χαμογελάστε. Καλές οι προσπάθειές σας να γεμίσετε με φως τη γειτονιά σας. Γιατί , δηλαδή; Οι άλλοι που δεν κρέμασαν ούτε λαμπιόνι φέρος, είναι καλύτεροι; Μούχλες είναι. Τουλάχιστον εσείς, είστε όξω καρδιά!
.

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006

Viva Las Vegas


Ποιός Πρίσλεϊ και πιο Βέγκας! Μία δεν πιάνει το όλο σκηνικό, μπροστά στο Τσίρκο Μεντράνο των γιορτών, την Κάτω Περαία!
Μιλάμε τώρα για γειτονιά αγνώριστη! Έχει γεμίσει φωτάκι και λαμπάκι! Δενδράκι και και γκυ! Αφού πιστεύω ότι, από λεπτό σε λεπτό, θα βγάλουν τα αδέσποτα κέρατα και θα τριγυρνάνε σαν τους τάρανδους του Άι - Βασίλη! Ο Ρούντολφ κι η παρέα του!
Καλά που δε χιόνισε. Γιατί αν έριχνε και χιόνι, λίγο θα ήθελε να το μπερδέψω και να πιστέψω ότι είμαι σε καμία Φιλανδία, σε καμία βόρεια χώρα, τέλος πάντων, εκεί που ο Αϊ Βασίλης είναι χοντρούλης, με κόκκινα ρούχα κι άσπρη γενιάδα.
Γιατί, εδώ που τα λέμε, ο αυθεντικός Άγιος, ο δικός μας, καμία σχέση! Πέρασε και δεν ακούμπησε. Ασκητής κι όχι υπέρβαρος. Ντυμένος σεμνά κι όχι σα θυρωρός στο Χάγιατ! Με σανδάλι κι όχι με μπότα μαύρη και γουνάκι.
Αλλά έτσι όπως έγινε η γειτονιά, σκιάχτηκα! Γέμισαν τα μπαλκόνια λωποδύτες Αϊ Βασίληδες! Πάνω σε μια σκάλα όλοι, με το σακούλι γεμάτο, σα Ρουμάνοι μπουκαδόροι που το σκάνε πριν τους πιάσει η Άμεσος Δράση, με το ζεμπίλι γεμάτο κλοπιμαία!
Μερικοί μάλιστα είναι τόσο καλοφτιαγμένοι, που λίγο έλειψε να τους πάρουν στο κυνήγι τα σκυλιά-τάρανδοι της περιοχής.
Γι αυτό σας λέω. Μύρισε Χριστούγεννα. Από την 1η Δεκεμβρίου τα στόλισαν όλοι οι καβλωμένοι, λες και είναι μαγαζάτορες στην Ερμού ή την Τσιμισκή κι αν δε βάλουν μπάλες και λαμπιόνια δίπλα στα σώβρακα και τις ζαρτιέρες δε θα πουλήσουν μία.
Έχουμε και τα ζαχαροπλαστεία της γειτονιάς, να συναγωνίζονται το ένα το άλλο πιο θα κάνει το πιο νόστιμο νηστίσιμο: μηλόπιτες, χαλβαδοπιτάκια και... κουραμπιέδες. Τώρα πώς έγιναν νηστίσιμοι οι κουραμπιέδες, γλυκό στο οποίο το κατ΄ εξοχήν συστατικό είναι το φρέσκο και παχιό παχιό βούτυρο, μυστήριο. Τρέχουν οι γιαγιάδες και αγοράζουν τους νηστίσιμους κουραμπιέδες, τρώνε και μετά αναρωτιούνται: λες να αρτηθήκαμε;
Πάντως, προσωπικά, αυτά τα γλυκά τα υποτιθέμενα νηστίσιμα, τα αποφεύγω. Μια φορά δοκίμασα ένα (τώρα νηστίσιμο ήταν, για διαβητικούς ήταν, θα σας γελάσω) και πέρασα μια βδομάδα στην τουαλέτα. Καθάρισε, όμως, το αντεράκι μου. Να μην έχω παράπονο...
Λοιπόν, για το διάκοσμο, θα τα ξαναπούμε. Θα κάνω διαγωνισμό για το πιο κιτς στόλισμα. Κάποιος γείτονας, που στόλισε χριστουγεννιάτικο δένδρο με κάτι μπάλες κόκκινες σα μήλα το χειμώνα, έχει βάλει υποψηφιότητα. Λέω να τραβάω και φωτογραφίες, να τις ποστάρω, να πάρω και γνώμες. Πώς τη βλέπετε την ιδέα;
Μέχρι να τα κάνω όλα αυτά (κι αν δε βαρεθώ) να σας θυμίσω ότι αν φιλήσετε κάποιον κάτω από το γκυ (ή το ου, αυτά πάντα τα μπέρδευα) θα τον παντρευτείτε. Γι αυτό και η φωτογραφία.

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2006

Πανταγοραστές



-Πάμε ΙΚΕΑ;
Τα μάτια της άστραφταν, όταν ξεστόμιζε αυτές τις δυο λέξεις. Κάτι σαν τη νύφη του Τσάκι, στο ομώνυμο Β μούβι. Φρίκη με κυρίευσε. Μεγαλύτερη κι από εκείνη που ένοιωσα όταν η μικρή πρωταγωνίστρια του πρώτου Εξορκιστή ξέρασε μπιζελόζουμο στον παπά. Ήταν Σάββατο μεσημέρι. Και ήθελε να πάμε ΙΚΕΑ!
Μουσική υπόκρουση από τη Ψυχώ. Τα βιολιά στριγκλίζουν. Περπατάει αργά, αλλά σταθερά προς το μέρος μου. Είμαι στο μπάνιο. Σηκώνει αργά το χέρι της. Μου δίνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Ξαναρωτάει:
-Πάμε ΙΚΕΑ;
Τα λόγια της μαχαιριά στην καρδιά. Δυο λέξεις, δυο μαχαιριές. Είμαι έτοιμος να σωριαστώ στα πλακάκια του μπάνιου και να σβήσω σαν την Τζάνετ Λι. Θα κρατηθώ, όμως, και θα κάνω το λάθος:
-Πάμε!
Ω, μοίρα τραγική! Ω, ανόητε, άνου, μη σώφρονα άνθρωπε! Ω, ηλιθιότερε των ηλιθίων, που εμπίπτεις στα κελεύσματα των Σειρήνων ως Οδυσσέας άφρων, λυτός -κι όχι δεμένος από το κεντρικό κατάρτι. Αυτά που ακολούθησαν ήταν δικό σου λάθος...
Μόλις φθάσαμε στο πάρκινγκ του ΙΚΕΑ, είχα βεβαιωθεί πως είχα διαπράξει μαλακίαν. Το ήξερα απο΄την πρώτη στιγμή, βέβαια, αλλά πλέον είχα σιγουρευθεί. Πάρκινγκ, θέσεις 1.500. Κενές θέσεις 0! Μηδέν! Νάδα! Νέμα! Νάν!
Μαζί με άλλους 100-200 περιμέναμε, ως αντάρτες στο καραούλι, να αδειάσει μια θέση, για να ξεχυθούμε, πατώντας γκάζι και να προλάβουμε να την καταλάβουμε, όπως ο Άρης τα φυλάκια των Γερμανών κατακτητών. Κι όταν, κάποια στιγμή, κατάφερα να φθάσω πρώτος, το πανηγύρισα όπως θα πανηγυρίσει ο Τόργκελε δικό του γκολ στην Τούμπα(για τους μη μυημένους στο άθλημα, ο Τόρκγελε είναι κάτι σταν τον Φόρεστ Γκαμπ. Παίρνει τη μπάλα, τριπλάρει όποιον βρει μπορστά του, αλλά χρειάζεται επιγραφή για να καταλάβει πότε πρέπει να σουτάρει και πότε να σεντράρει. Τα δε οικονομικά του ΠΑΟΚ δεν επιτρέπουν, ακόμη, την αγορά κατάλληλης επιγραφής. Άρα, όταν ο συγκεκριμένςο παίκτη πετύχει, τελικά, γκολ, οι πανηγυρισμοί του θα είναι ανάλογοι των Ρουμάνων όταν έπεσε ο Τσαουσέσκου).
Κι έπειτα ήρθε η ιερή στιγμή που περάσαμε την κυλινδρική -τουρνικέ- πόρτα. Επί μιάμιση ώρα περιδιαβαίναμε τους διαδρο΄μους, αναζητώντας το Γκράαλ: μια στήλη για τα dvd μας. Η οποία, όμως, έπρεπε να έχει χωρητικότητα τουλάχιστον 400 dvd. Με την κίτρινη τσάντα στα χέρια, το γνωστό μολυβάκι και το δελτίο παραγγελίας, τη χάρτινη μεζούρα και ατέλειωτη υπομονή, μετρήσαμε, μετακινήσαμε, σημειώσαμε, σημαδέψαμε, σχολιάσαμε και καταλήξαμε: αυτή η στήλη, σ αυτό το χρώμα, ποσότης 3.
Μετά από σόυντομο διάλειμμα στο κατάμεστο φαστ φουντάδικο του εσωτερικού του καταστήαμτος, για ένα τσιγάρο και μια ανάσα, πήραμε το καροτσάκι μας και βαδίσαμε προς την αποθήκη. Διάδρομος δύο, ράφι Κ.
Οι σύγχρονοι κυνηγοί της χαμένης κιβωτού βρήκαμε το μαγικό πακέτο, μετά απο΄μία ώρα. Το ζαλωθήκαμε, τραγουδήσαμε "μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες, το γιαπί το πιλοφόρι το μυστρί", αναπολήσαμε τα χρόνια του καρνάγιου, που γυρνούσαμε γυμνόστηθοι κάτω από τον ήλιο, με το ματσακόνι στα χέρια, τρώγωντας ντομάτα και κρεμμύδι και κινήσαμε προς τα ταμεία.
Τότε έγινε το κακό. Περνώντας από την έξοδο της αποθήκης, είδαμε τη στήλη που τόσο αγαπήσαμε, στημμένη χωρίς άλλα έπιπλα γύρω της. Είχε ύψος 2,20, πλάτος μόλις 12 εκατοστά και βάθος άλλα 12! Ως οβελίσκος υψωνόταν προς τον ουρανό και μας γέμισε απορία: Πώς διάολο στέκεται όρθια, χωρίς να καταρρέει στο παραμικρό φύσημα του ανέμου; Έδειχνε έτοιμη να καταρρεύσει ακόμη και με την κλανιά του αρσενικού γάτου μας -του Σαγιονάρα!
Πλησιάσαμε και είδαμε το μυστικό: Τη στήριζαν στο έδαφος ειδικές μεταλλικές λάμες! Έλα, όμως, που εμείς δε θα μπορούσαμε να τρυπήσουμε το πάτωμα του σπιτιού που νοικιάζουμε, για να στερεώσουμε τις στήλες του Ολυμπίου Διός! Έτσι παρατήσαμε τα πακέτα και κινήσαμε για την έξοδο.
Αφήσαμε πίσω μας το ΙΚΕΑ με δυο λούτρινους ταράνδους των επτά ευρώ (δωράκια για παιδάκια) και τρεις κουρελούδες, για να κατουράει ο Σαγιονάρας... Είχαν περάσει τρεισίμι ώρες... Είχαμε γίνει αγοραστές των πάντων, όσων δεν χρειαζόμασταν.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2006

Philadelphia


Ήταν η τρίτη φορά που έβλεπα το Philadelphia. Ταινιάρα! Καταπληκτικό σενάριο, εκρηκτικές ερμηνείες. Αλλά και μια σκηνοθετική ματιά χωρίς προηγούμενο.

Όταν είχε προβληθεί είχε τύχει της προσοχής, αλλά ίσως όχι τόσο όσο θα έπρεπε. Ήρθε, όμως, η απονομή του Όσκαρ στον Τομ Χανκς και η ταινία επαναπροβλήθηκε γνωρίζοντας την αναγνώριση που έπρεπε.

Υπόθεση: Γκέι μεγαλοδικηγόρος απομονώνεται από τους στρέιτ συνεργάτες του και πέφτει θύμα πλεκτάνης, για να απολυθεί χωρίς αποζημίωση. Επιστρατεύει νέγρο δικηγόρο, μάτσο και αντιγκέι, για να κερδίσει τη δίκη. Το AIDS θα βάλει τέρμα στη ζωή του και θα αλλάξει τη ζωή του δικηγόρου του.

Οι σκηνές στο δικαστήριο ανεπανάληπτες. Αλλά η σκηνή όπου, ο Χανκς, στηριζόμενος στο στατήρα του ορού του, εξηγεί στον Ουάσιγκτον μια άρια της Κάλας, ήταν όλα τα λεφτά.

Όσο για τη σκηνοθετική ματιά του Τζόναθαν Ντέμι, είναι ντροπή και να προσπαθήσουμε να κρίνουμε. Τα πλάνα από πάνω, στην προηγούμενη σκηνή, τα μακρινά στο δικαστήριο, στην πτώση του εξαντλημένου Χανκς, οι αρχικές τοποθετήσεις των δικηγόρων face to camera και το απόσπασμα των ταινιών 9 mm στο τέλος, έχουν μείνει στην ιστορία. Όταν το Hollywood αποφασίσει να κάνει μια τιμητική στον Ντέμι, θα πρέπει να τις βάλει στο –προς τιμήν του- κλιπάκι.

Τέλος, οι ερμηνείες. Ο Χανκς άξιζε όχι μόνον όσκαρ, αλλά και χρυσή σφαίρα και χρυσό Αλέξανδρο και χρυσή άρκτο και χρυσό φοίνικα κι ό,τι υπάρχει σε χρυσό. Από την πρώτη στιγμή σε πείθει ότι είναι η αδελφή που κρατά κρυφές τις σεξουαλικές της επιθυμίες, για να πετύχει, στη συνέχεια σε πείθει ότι είναι η ξεφωνημένη Party maniac και τέλος είναι ο καλύτερος ετοιμοθάνατος από καταβολής Hollywood. Παίζει με τα βλέμματα, με τις κινήσεις, με τη φωνή, με τα πάντα. Ο Ουάσιγκτον αλλάζει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό –όπως ακριβώς τα συναισθήματά του και οι απόψεις του στην ταινία. Ο Μπαντέρας είναι ο σύντροφος που θα ήθελες να φιλήσεις τρυφερά και να κοιμηθείς αγκαλιά μαζί του. Η Στίνμπεργκεν είναι η σκύλα δικηγόρος που θα πατήσει επί πτωμάτων για μια νίκη, άσχετα με το δίκιο ή το άδικο. Τα «αφεντικά», ο ένας μετά τον άλλο, σου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν από ένα μπαστούνι στον κώλο. Εκπληκτικό κάστινγκ.

Αιδώς στις μεγάλες αλυσίδες videoclub που δεν το έχουν στα ράφια τους, επειδή «είναι στενάχωρη ταινία». Με φοβερή αφέλεια, ξανθή υπάλληλος μου είπε, με ορθάνοιχτα μάτια: «Ξέρετε, σ αυτήν την ταινία πεθαίνει ο πρωταγωνιστής»!

Μπράβο στο Mega για την επιλογή, για τη Μέρα Kατά του AIDS. Να το δείχνουν κάθε χρόνο, μπας και ασχοληθούμε ποτέ με το θέμα.