Τρίτη, 27 Ιουνίου 2006

Η γυναίκα της διπλανής (μπαλκονό)πορτας




Ζούσε απέναντι. Ήταν μια μικροσκοπική φιγούρα, πίσω από τις κουρτίνες. Δεν την είχε δει ποτέ κατά πρόσωπο. Είχε προσπαθήσει, είναι η αλήθεια. Αλλά λίγο η έμφυτη ντροπαλότητά του, λίγο ο φόβος ότι θα τον παρεξηγήσει, έσκυβε το κεφάλι, χαμήλωνε τα μάτια. Σαν τις κορασίδες του 50. Αν και πάντα πίστευε ότι οι κορασίδες εκείνες δε χαμήλωναν μόνον τα μάτια, αλλά και τα τεραστίων διαστάσεων εσώρουχά τους, όταν τους γυάλιζε κάποιος λιμοκοντόρος της εποχής -λιμοκοντόρους δεν τους έλεγαν τότε;

Τα χαρακτηριστικά της, πάντως, τα γνώριζε καλά. Αλίμονο τώρα... Τόσους μήνες την παρακολουθούσε. Πότε πίσω από τις γρίλιες, πότε ανάμεσα από τα φυτά του μπαλκονιού. Περίμενε πώς και πώς, πότε θα βγει στο μπαλκόνι, να απλώσει τα ρούχα.
Αν ήταν άλλος στη θέση του, θα της είχε, ήδη, μιλήσει. Αλλά εκείνος δεν ήταν καλός σε αυτά. Θαύμαζε τους φίλους του (τριαντακάτι όλοι) που τριγυρνούσαν στα μπαράκια κι είχαν μια απίστευτη ευκολία στο να μιλούν στην κάθε άγνωστη. Άνοιγαν το στόμα τους, έλεγαν τη μεγαλύτερη κοινοτυπία κι εκείνες απαντούσαν αμέσως, κοιτάζοντάς τους κατάματα. Λες κι είχαν δει μπροστά τους τον πιο έξυπνο, τον πιο εμφανίσημο και τον πιο παντελονάτο θερτισάμθινγκ.
Να πεις ότι ήταν άσχημος; Κάθε άλλο. Μια χαρά νέος. «Νέος ετών τριάντα», αναρωτήθηκε; Νέος. Κατάνεος. Τι, δηλαδή; Αν δεν είναι νέος κάποιος στα τριάντα του, τι είναι στα σαράντα του και -πολύ περισσότερο- στα πενήντα. Νέος.
Νέος, νέος, αλλά μούγκα μόλις έβλεπε κάποιαν ενδιαφέρουσα. Κοιτούσε δεξιά, αριστερά, κάτω, πάνω, στον τοίχο, στο παράθυρο, στη βιτρίνα, στο κενό, στο τραπέζι από πίσω, στον μπάρμπαν, στις μύτες των παπουτσιών του, αλλά στα μάτια της με τίποτα. Νο γουέι, που λένε και οι Αγγλοσάξονες. Καλύτερα να κατάπινε ένα μαγκάλι κάρβουνα.
Σήμερα, όμως, κάτι τον έπιασε. Με το που την είδε, λες και πήρε όσο θάρρος είχε χάσει στα τριάντα χρόνια της ζωής του. Τράβηξε τις κουρτίνες, βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε ψηλά. Στον τρίτο. Εκεί που η μικροσκοπική φιγούρα άπλωνε τα ρούχα της.
Ντάλα ο ήλιος, καταμεσήμερο. Ζέστη, σκασμός. Ιούνιος στην πόλη. Είχε την ευκαιρία του. Και το θέμα του. Εδώ οι Άγγλοι μιλούν σε οκτάωρη βάση στις παμπ, πίνοντας χλιαρή μπίρα, για τον καιρό. Εκείνος δεν θα τα κατάφερνε να πει μια κουβέντα; Βαθιά ανάσα και πρόσω ολοταχώς:
-Ζέστη σήμερα...
Απίστευτος! Και διαγωνισμό μαλακίας να έκαναν, κανείς δε θα βρισκόταν να πει τέτοια ηλιθιότητα! Ζέστη σήμερα; Σώπα ρε! Μάντη! Χορταρέα! Λεφάκη της κακιάς ώρας! Αυτό βρήκες να πεις;
Ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή, να μπεί στο διαμέρισμα και να ξαναβγεί με τους μουσώνες. Αν θα είχε ποτέ μουσώνες στη Θεσσαλονίκη. Που δεν θα είχε, δηλαδή... Όμως, εκεί που σκεφτόταν «το ΄χασες το παιχνίδι Θανασάκη, από τα αποδυτήρια», έγινε θαύμα!
-Σκάσαμε! Είμαι μούσκεμα...
Άκουσε καλά; Του απάντησε; Και μάλιστα με τρεις λέξεις; Με δυο προτάσεις; Και η δεύτερη φουλ στο υπονοούμενο; Σκασμένη, όπως και η γειτόνισσα; Ναι, του είχε απαντήσει! Εμπρός, λοιπόν, της γης οι κολασμένοι, οι ντροπιασμένοι, οι ντροπαλοί, όλοι μαζί, αβάντι πόπολο, παντιέρα ρόζα (μωρέ τι ρόζα, κατακόκκινη, της φωτιάς)!
-Δεν έχεις έιρ κοντίσιον;
Αν το συνεχίσει έτσι, θα τον γράψουν στο Γκίνες: Ο φέρελπις εραστής, που είπε τις περισσότερες κοινοτυπίες, στο λιγότερο χρόνο!
-Όχι! Εσύ;
Η τύχη ήταν μαζί του. Του χτυπούσε την πόρτα να του ζητήσει δανεικό αλάτι. Δεν εξηγούνταν διαφορετικά. Του απάντησε, για δεύτερη φορά. Κι έκανε και πάσα...
-Εμ... Έχω ένα μικρό...
Μικρό είναι το μάτι σου! Άκου μικρό! Τεράστιο έπρεπε να πεις. Να ένα πράμα. Να δείξεις με τα χέρια σου. Αλλά πού... Τρίτη μαλακία, κολλητή με τις άλλες δύο. Στο καπάκι -που λένε.
-Τυχερέ...
Δεν μπορεί. Είναι ηλίθια. Ή είναι ηλίθια, ή αγάμητη. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις μια γκόμενα που απαντάει τρεις συνεχόμενες φορές σε τρεις ατάκες του Τζανετάκου σε ταινία του ’60;
Την κοίταξε καλύτερα. Μαύρα μακριά μαλλιά, μαύρα μάτια. Κάρβουνα... Με τέτοια ζέστη σε φούντωναν σαν κουκουνάρι στο πευκοδάσος. Στήθος να κοιτάει τον ουρανό. Στενοί γοφοί. Πόδια... Πόδια... Ε, θα έχει και πόδια. Δεν μπορεί. Απλά, πού να τα δει πίσω από το τσιμεντένιο προστατευτικό του μπαλκονιού.
Το αποφάσισε. Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει...
-Αν θες, μπορείς να ΄ρθεις να δροσιστούμε μαζί...
Η φωνή του έσβηνε όλο και περισσότερο προς το τέλος της πρότασης. Την ξεστόμισε, όμως. Πολύ αργά για να την πάρει πίσω.
«Τώρα θα πει ’άντε ρε μαλάκα’ και θα μπει μέσα», σκέφτηκε.
-Έρχομαι. Τι γράφει το θυροτηλέφωνο;
-Ε..., Θ... Θ... Θανάσης -το μισούσε όταν κεκέδιζε!
Σε δυο λεπτά ήταν στο διαμέρισμά του. Σε πέντε στην κρεβατοκάμαρα -εκεί είχε το έιρ κοντίσιον. Σε επτά της έβγαζε το φόρεμα. Σε οκτώ του κατέβαζε το σορτσάκι. Σε εννια τη ρώτησε:
-Εσένα πώς σε λένε;
Δεν ήθελε να κάνει έρωτα με μια άγνωστη.
-Νίκο.
Παντρεύτηκαν τέσσερις μήνες μετά. Δεν απέκτησαν πολλά παιδιά...

1 σχόλιο:

evelina_z13 είπε...

Πολύ καλό!;)