
Ήταν, ακόμη, η εποχή που τα τηλέφωνα δεν είχαν κουμπιά, η τηλεόραση δεν είχε τηλεκοντρόλ, ούτε χρώμα και άνοιγε μόνον το απόγευμα, ως τις 11 το βράδυ. Ήταν τότε που δεν υπήρχε Ίντερνετ και Nova και που οι πορνοκινηματογράφοι ήταν καλά κρυμμένοι σε στενά και οι ιδιοκτήτες τους ούτε που σκέφτονταν να βγάλουν στις προθήκες κάτι παραπάνω από την επιγραφή "Σήμερα δύο έργα σεξ". Κι αυτό το πλήρωναν με τσουχτερό πρόστιμο.
Οι λέξεις "σεξουαλική διαπαιδαγώγηση", όχι απλώς τους ήταν άγνωστες, αλλά και απαγορευμένες. Κι έτσι, εκείνος κι εκείνη, συνέχιζαν να ανταλλάσουν ματιές -περισσότερες αυτός- από το ένα θρανίο στο άλλο.
Εκείνη τη μέρα, όμως, αποφάσισε να προχωρήσει. Όταν την είδε να ζητάει, από τη μητέρα της - δασκάλα, να βγει από την αίθουσα, πήρε θάρρος και σηκώθηκε. Πήγε στην έδρα και ζήτησε -κι εκείνος- να βγει έξω. Η δασκάλα, φυσικά, τον άφησε. Ήταν, εξάλλου, συνεσταλμένο παιδί, καλός μαθητής και -επαναλαμβάνω- ζούσαν σε χρόνια που δεν πήγαινε με τίποτα το μυαλό σου στο πονηρό.
Εκείνος, όμως, είχε το σχέδιό του. Την ακολούθησε. Κι όταν την είδε να μπαίνει στις τουαλέτες των κοριτσιών, αποφάσισε να περιμένει από έξω. Τα πέντε λεπτά του φάνηκαν αιώνας. Στον αιώνα αυτό είχε αρκετό χρόνο να το ξανασκεφτεί. Αλλά η απόφασή του, παρέμενε σταθερά η ίδια.
Με το που την είδε να βγαίνει από τις τουαλέτες, την πλησίασε και την έπιασε από το χέρι.
-Άσε με, με πονάς, του είπε.
-Να σου πω...
-Τι; Ε; Τι να μου πεις;
-Να σου πω...
-Ε ναι, λοιπόν, πες μου.
Άνοιξε το στόμα του, αλλά φωνή δε βγήκε. Ξαναπροσπάθησε, αλλά μάταια. Κι εκεί που έδειχνε ανήμπορος να εκφράσει τον παιδικό έρωτά του, άνοιξαν οι ουρανοί: Εκείνη έσκυψε και ακούμπησε, με τα χείλη του τα χείλη της. Τίποτε άλλο. Μόνον τα ακούμπησε. Κι άκουσε καμπάνες, είδε πυροτεχνήματα κι αισθάνθηκε έτοιμος να πετάξει. Να! Μια έτσι να έκανε και θα πετούσε!
Εκείνη έτρεξε προς την τάξη. Εκείνος έμεινε ακίνητος, μια άλλη γυναίκα του Λωτ, στήλη άλατος, εκείνος ο ανάλατος και άνοστος πιτσιρικάς. Να μην έχει καταλάβει τι ήταν εκείνη η κεραμίδα που τον χτύπησε. Τι ήταν εκείνη η λαμαρίνα που μάσησε. Τι ήταν εκείνη η αίσθηση, ανάμεσα στα πόδια του...
Το βράδυ δεν κατάφερε να κοιμηθεί. Περίμενε πώς και πώς την επόμενη ημέρα. Να ξαναπάει στο σχολείο. Να την ξαναδεί. Σηκώθηκε σε χρόνο ντε τε. Για πότε ντύθηκε, για πότε ήπιε το γάλα του, για πότε φόρεσε την ποδιά του(ναι, φορούσαν ποδιά και τα αγόρια εκείνη την εποχή), για πότε πήρε τη σάκα του. Ούτε είχε ανοίξει βιβλίο. Ούτε είχε ακούσει τη μάνα του, να φωνάζει στο κεφαλόσκαλο της εξώπορτας:
"Πού πας Τάκι; Κυριακή είναι σήμερα! Δεν έχει σχολείο"!
Ήταν το πρώτο ξενέρωμα της ζωής του. Εκείνη η Κυριακή είχε 524 ώρες. Κι όταν, με το καλό, ήρθε η Δευτέρα, έζησε το δεύτερο ξενέρωμα, της -μέχρι τότε- ελάχιστης ζωής του: Ούτε γύρισε να τον κοιτάξει. Κι είχε την εντύπωση πως, όταν περπατούσε, με τη φίλη της την Κατερίνα, κρυφογελούσαν και τον κοιτούσαν κάτω από τις φράντζες τους...
Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί. Τέτοια ντροπή... Το αποφάσισε: Δε θα αγαπούσε ποτέ καμία γυναίκα. Τον είχαν προδώσει. Και μ αυτήν την απόφαση έφυγε, εκείνη τη Δευτέρα, από το σχολείο. Περπάτησε ως τους καταρράχτες και κάθησε στην άκρη από το ποτάμι. Έιμενε εκεί, να βλέπει τα αγριεμένα νερά. Μέχρι που πείνασε και πήρε το δρόμο για το σπίτι.
Στο τραπέζι ήταν αμίλητος. Η μητέρα του δεν ήξερε τι να κάνει και σε ποιον να μιλήσει. Τότε, ήταν αδιανόητο να μιλήσεις σε παιδοψυχολόγο. Σε τρελογιατρό πήγαιναν οι τρελοί. Και το παιδί της ήταν "μια χαρά". Έτσι αποφάσισε να μιλήσει στη δασκάλα του μικρού. Κι εκείνη, η δασκάλα, βρέθηκε σε δέκα λεπτά στο σπίτι τους, παρέα με την Ελένη. Τη μικρή της κόρη. Άφησαν τα παιδιά να παίξουν στο μικρό δωμάτιο κι εκείνες πήγαν να τα πουν στο σαλόνι.
Εκεί, στο μικρό δωμάτιο του επαρχιώτικου σπιτιού, ένοιωσε τη γλύκα του δεύτερου φιλιού. Κι εκεί ήταν που αποφάσισε, τελικά, να τις συγχωρήσει τις γυναίκες...
Σχόλια
(ακόμη δε τα έχασες όλα, φιλιά ονειρεύεσαι!)
:-PppppPPppP