Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Σπέρνοντας πτώματα

Η ιδέα για την «Ακατάστατη Σειρά Πτωμάτων» γεννήθηκε μέσα σε ένα λεπτό. Πάντα μου άρεζαν τα αστυνομικά σίριαλ και η ελληνική τηλεόραση είχε ελάχιστα. Το Low and Order είναι αγαπημένη σειρά, μαζί με το CSI. Ήμουν φανατικός του… Κότζακ, του Μάνιξ, αργότερα του Άγιου, των Χαρτ και Χαρτ, του Blue Moon.

Βέβαια, κορυφαία σειρά ήταν η Hill Street Blues, με τον Ντάνιελ Τραβάντι στο ρόλο του αστυνόμου Φρανκ Φαρίλο, που έφερε τα πάνω κάτω στα τηλεοπτικά πράγματα της χώρας –τότε. Τον Φαρίλο πάντα τον ζήλευα για τη σχέση του με την κουκλάρα δικηγόρο Τζόις Ντάβενπορ (την έπαιζε η Βερόνικα Χάμελ), την οποία έβρισκα ακριβώς στα γούστα μου: ψηλή, αδύνατη, με μάτια μαύρα κάρβουνα και, κυρίως, μελαχρινή με μακριά μαλλιά.

Αργότερα, γνώρισα τα φιλμ νουάρ. Το Γεράκι της Μάλτας, το Μυστική Οργάνωση Γιάκουζα, το κορυφαίο Chinatown, την (καλών προθέσεων) επάνοδο του Two Jakes.

Ξεκίνησα έχοντας μια ιστορία στο μυαλό μου. Κάθισα κι έγραψα μαζεμένα δέκα κεφάλαια. Κι όσο έγραφα, τόσο ξεστράτιζα. Με συνέπαιρνε κι εμένα ο ρυθμός κι έφευγα. Ταξίδευα.

Αρχικά είχα συμφωνήσει (με τον εαυτό μου) να κρατήσω ένα στιλ γραφής. Να έχει κάθε κεφάλαιο έναν άλλον ήρωα. Να είναι, σχεδόν, αποκομμένο από τα υπόλοιπα. Κι έτσι θα τελείωνε πιο εύκολα και πιο γρήγορα η Ακατάστατη Σειρά.

Δεν τήρησα τη συμφωνία. Ο Μίλτος (αρχικά αυτός σχεδιάστηκε να είναι ο πρωταγωνιστής, γι αυτό είχε και το συγκεκριμένο όνομα, αφού το Κώστας ήταν πολύ συνηθισμένο), ο Κώστας (που έγινε πρωταγωνιστής γιατί, τελικά, ήθελα έναν συνηθισμένο μπάτσο που, σιγά – σιγά, θα έδειχνε έναν ασυνήθιστο εαυτό), η Ελένη (που ήταν μοιραία από την κατάληξή της κι όχι από την εμφάνισή της), η Κατερίνα (που, αρχικά, σκεφτόμουν να της δώσω μεγαλύτερο ρόλο, αλλά ο αυταρχισμός της και η επιθυμία της να ανέλθει στην ιεραρχία σε βάρος της προσωπικής της ζωής μ έκανε να την αντιπαθήσω και να της περιορίσω το ρόλο), ο Διονύσης (που μπήκε και βγήκε, στην όλη ιστορία, μυστηριωδώς, χωρίς ιστορικό και ψυχολογικό υπόβαθρο, μόνον και μόνο για να στηρίξει την εκδοχή του τρελού δολοφόνου, που βόλευε τους πάντες, που έμεινε μυστήριο όπως μυστήριοι μένουν όλοι αυτοί οι δολοφόνοι τους οποίους βλέπουμε στα καθημερινά δελτία ειδήσεων, πρωταγωνιστές σε μια σχιζοφρενή πραγματικότητα, στην οποία ουδείς, πλέον, αναζητά τι κρύβει το δεκάλεπτο της τηλεοπτικής αναγνώρισης), αλλά και τα θύματα (οκτώ ή εννιά; Θα κάνω διαγωνισμό για τον ακριβή αριθμό), οι δεύτεροι ρόλοι, όλα αυτά με συνεπήραν.

Με τράβηξαν! Βούλιαξα στην Ακατάστατη Σειρά τους και δεν μπορούσα να βγω. Έγραφα και διέγραφα επεισόδια το ένα πίσω από το άλλο. Δεν με ικανοποιούσε η πλοκή, η πορεία του στόρι, το βάθος των χαρακτήρων. Άλλους τους έβρισκα ρηχούς και προσπαθούσα να τους διαμορφώσω. Άλλους υπερβολικά σύνθετους για το μικρό ρόλο που έπαιζαν.

Την πλοκή την άλλαξα, συνολικά επτά φορές. Όσες και τα θανάσιμα αμαρτήματα. Αρχικά η ιδέα ήταν να κρύβουν τα εγκλήματα ένα επιχειρηματικό μυστικό. Πολύ γιάπικο. Μου πέρασε η ιδέα του κυκλώματος traficking. Πολύ εύκολο. Τα ναρκωτικά. Πφφφ, συνηθισμένο. Τα ροζ κυκλώματα. Ε, όχι να γυρίσουμε και σίριαλ του Χιου Χέφνερ! Όλα αυτά, όμως, έπαιξαν, έστω και για ένα, έστω και για μισό επεισόδιο. Και, τελικά, κατέληξα στο μαύρο τέλος.

Μαύρο σαν τη νύχτα. Σαν την ψυχή του Κώστα και σαν το παρελθόν του Μίλτου. Σαν τις επιδιώξεις της Κατερίνας, σαν τις προθέσεις του Διονύση και σαν τη μοίρα της Ελένης.

Η αλήθεια είναι ότι η Ακατάστατη Σειρά με κούρασε. Πολλές φορές θέλησα να τη σταματήσω, να γράψω κάτι άλλο, κάτι πιο ελαφρύ, κάτι διαφορετικό, βρε αδερφέ! Είχε, όμως, ανταπόκριση (έβλεπα και τον … κατάσκοπο να καταγράφει), αλλά ακόμη κι ένας να ζητούσε το επόμενο επεισόδιο, θα ήταν αρκετός για να στρωθώ να γράψω.

Τέλος, να ζητήσω συγνώμη που το ΄παιξα… Καπουτζίδης, όταν αργούσα να ποστάρω τα επεισόδια. Αλλά πότε η νέα σύνδεση, πότε η ανικανοποίητη φύση μου (καθότι virgo), πότε ο εγκλωβισμός μου στην ίδια μου την ιστορία, με έκανε να αργήσω.

Ραντεβού στο επόμενο μαύρο Blog.

Τα διαστήματα, θα παραμείνουν διαστήματα μεταξύ κενού και φαντασίας.

Τα λέμε σύντομα.

Τάκι Διαστηματάκι,

Διαστήματας,

Δημήτρης

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Τέλος

"Θα το κάνεις για ΄μένα"...
"Είσαι τρελός; Δε φτάνει που, τόσες μέρες, τριγυρνάω στο σπίτι μόνη κι έχω την εντύπωση ότι με παρακολουθεί από απέναντι";
"Ελένη, το είδες και μόνη σου. Εδώ δεν πρόκειται να ΄ρθει. Είμαστε σίγουροι ότι δεν έχει πλησιάσει σε ακτίνα χιλιομέτρων. Όμως, όσο αυτός ο άνθρωπος μένει ελεύθερος, τόσο κάποιοι κινδυνεύουν..."
"Κι εγώ δεν κινδυνεύω; Ε; Τι είμαι εγώ; Το πείραμά σας; Πατήσατε πάνω στο φόβο μου και με κάνετε ό,τι θέλετε! Αντί να με προστατέψετε; Αντί να έχετε πίσω μου συνέχεια δυο μπάτσους";
"Ρε συ Ελένη, πίσω σου είναι δεκάδες μπάτσοι! Παραλογίζεσαι"...
"Παραλογίζομα; Παραλογίζομαι! Εγώ έσπειρα πτώματα το μισό Σέιχ Σου; Μόλις πριν λίγο βρήκατε άλλο ένα. Τι ήταν αυτή; Νοσοκόμα; Πουτάνα; Φοιτήτρια";
"Φοιτήτρια..."
"Ωραία! Μην έχετε παράπονο.. Από όλα έχει η συλλογή σας"!
"Θα είμαι, συνέχεια, από πίσω σου. Δε θα ξεφύγει"...
"Και για να μην ξεφύγει αυτός, να φύγω, εγώ, για πάντα! Ωραίος είσαι, Θεοδωρίδη"!


..............................................................


Ακόνισε το μαχαίρι του. Έμοιαζε με κλαδευτήρι, αλλά δεν ήταν σπαστό, ούτε η κάμα του είχε δόντια. Θύμιζε μαχαίρι Ινδονήσιου, αλλά ήταν μικρότερο. Ήταν κυρτό, γυαλιστερό και ιδιαίτερα κοφτερό. Ιδιοκατασκευή.
Θυμόταν, όπως το ακόνιζε, πώς το είχε δουλέψει, στην αποθήκη του χωριού. Οι κινήσεις του έγιναν πιο βίαιες. Απότομες. Του είχαν διαλύσει τον κόσμο!
Και για όλα έφταιγε εκείνη η κωλόχοντρη! Που την είχε πάρει από την αφάνεια, από το πουθενά και την είχε κάνει βασίλισσα της καρδιάς του. Που θα μπορούσε να τη σώσει για πάντα, να διαφυλάξει τη μνήμη της, αν τον άφηνε να της κόψει, απαλά, ευγενικά, το λαιμό και να βάλει το δεξί της χέρι, σε μια θέση ιδιαίτερη, όχι μαζί με τα χέρια όλων των υπολοίπων.
"Καριόλα"!Βλαστήμησε και συνέχισε το ακόνισμα με πιο μαλακές κι αργές κινήσεις. Μπορούσε να περιμένει μέρες εκεί. Ήξερε ότι εκεί θα κατέληγαν. Η περιοχή στο Μέγαρο Μουσικής ήταν το μοναδικό μέρος όπου είχαν κάνει έρωτα εκτός σπιτιού. Της είχε πει, πολλές φορές, ότι ήταν κάτι ιδιαίτερο γι αυτόν. Θα τους το έλεγε. Θα την πίστευαν. Θα έστηναν την παγίδα τους. Θα ερχόταν η ώρα του.


.....................................................................


Της είχαν περάσει ένα μικρόφωνο στο πέτο. Είχαν στηθεί σε όλη τη διαδρομή, από το μπαράκι όπου είχε συναντήσει, για πρώτη φορά, το Διονύση, ως το Μέγαρο Μουσικής. Σε τρία από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα βρισκόταν μέσα ζευγάρια μπάτσων. Το ΄παιζαν παράνομα ζευγαράκια που είχαν πάει εκεί, να ζήσουν τον έρωτά τους.
Σε ένα άλλο αυτοκίνητο, λίγο πιο πίσω, να βλέπει πανοραμικά το χώρο, στη θέση του οδηγού βρισκόταν η Πρήχα. Δίπλα της, ο Κώστας. Ο Μίλτος με μια μπατσίνα κάθονταν σε ένα από τα παγκάκια, μέσα στα φυλλώματα. Ένας νεαρός μπάτσος της Ασφάλειας, με μούσι, είχε καθίσει κατάχαμα και καμωνόταν πως μόλις είχε πάρει τη δόση του. Ο τόπος ήταν γεμάτος μπάτσους.
"Ηρέμησε. Τι μπορεί να συμβεί";
Η Πρήχα προσπάθησε να ηρεμήσει τον Κώστα.
"Εντάξει είμαι..."
"Είμαστε πενήντα νοματαίοι. Είναι μόνος του. Θα την παρακολουθούμε από την ώρα που θα φθάσει. Είναι καλωδιωμένη. Ως και κάμερα της πέρασε ο Θεοφίλου".
"Κάμερα";
"Ναι! Το κουμπί από το σακάκι της είναι κάμερα..."
Την ώρα εκείνη η Ελένη πρόβαλε από τη γωνία. Διέσχισε τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και στάθηκε, όπως είχαν συνεννοηθεί, στη μικρή προκυμαία, δίπλα στη θάλασσα. Θα καθόταν εκεί περίπου ένα μισάωρο -έτσι της είχαν πει. Έτρεμε. Και δεν ήταν από τον αέρα που είχε σηκωθεί.
Άναψε τσιγάρο. Δυσκολεύτηκε, είναι η αλήθεια, από τον αέρα. Κοίταξε μακριά, στον ορίζοντα. Το κύμα ακουγόνταν να σκάει, δυο μέτρα πιο κάτω. Είχε σκοτεινιάσει πια. Αλλά το σημείο εκείνο ήταν καλά φωτισμένο. Μόνον η θάλασσα ήταν σκοτεινή, κατάμαυρη. Απέφευγε να την κοιτάζει, γιατί της θύμιζε τη στενή φυλακή της, στην αγροικία του Διονύση.
Είχε καπνίσει το μισό τσιγάρο, όταν της φάνηκε ότι ο παφλασμός των νερών ακουγόταν διαφορετικά. Έσκυψε να δει. Δυο χέρια απλώθηκαν. Ο Διονύσης την τράβηξε στη βάρκα. Είχε προλάβει να κλείσει το στόμα της μ ένα μαντήλι βουτηγμένο σε χλωροφόλμιο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά από τον τρόμο της δεν έβγαινε φωνή. Σκοτείνιασαν όλα.


...............................................................


"Τρέξτε! Είναι εκεί! Την πήρε"!
Ο Θεοφίλου έτρεχε προς τη θάλασσα. Είχε δει, από το μόνιτορ, τα χέρια του Διονύση να αρπάζουν την Ελένη. Πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί, άκουγε τη σύντομη πάλη από το μικρόφωνό της. Η κάμερα κουνιόταν πέρα-δώθε. Τότε όρμησε έξω κι έτρεξε, φωνάζοντας, προς την προκυμαία.
Πίσω του έτρεξε ο Κώστας. Άκουγε τη μηχανή της βάρκας. Ο Διονύσης γκάζωνε. Εκείνος έτρεχε. Μαζί του έτρεχαν κι άλλοι. Ο Θεοδοσίου είχε βγάλει, ήδη, το περίστροφό του. Πυροβόλησε δυο, τρεις φορές. Σε δευτερόλεπτα ήταν δίπλα του κι ο Κώστας. Πυροβόλησε κι εκείνος. Άδειασε το γεμιστήρα του πυροβολώντας το σκοτάδι. Ακολούθησε ο Μίλτος, η Πρήχα, όλοι. Η παραλία της Θεσσαλονίκης, δίπλα από το Μέγαρο Μουσικής, είχε γίνει Βαγδάτη. Αλλά ο Διονύσης ήταν, ήδη, εκτός βεληνεκούς. Μια 250άρα Γιαμάχα ήταν αρκετή για να απογειώσει το καρυδότσουφλό του.
Ο Φρεράκης καλούσε το λιμενικό. Ζητούσε ενισχύσεις. Δεν είχαν περάσει ούτε δύο λεπτά, όταν είδαν το πρώτο πλωτό του λιμενικού να βγαίνει από το λιμάνι. Κινούνταν αργά και κατευθύνονταν προς το σημείο όπου, ακόμη φαινόταν, η βάρκα του Διονύση. Είχε στρίψει παράλληλα με την ακτή και κατευθύνονταν προς τη Νέα Κρήνη.
"Σα χελώνα πάει... Ελένη"!
Η Πρήχα γύρισε κι είδε τον Κώστα που ούρλιαζε. Εκείνος έβαλε άλλη μία γεμιστήρα στο πιστόλι του και την άδειασε στο σκοτάδι. Λες και θα έφθαναν τα βόλια τον Διονύση. Εκείνος ήταν, ήδη, πολύ μακριά.
"Στην Κρήνη πάει, στην Κρήνη"!
Ο Μίλτος άρπαξε έναν ασύρματο. Άρχισε να δίνει οδηγίες.
"Από Σ 2, από Σ2! Προς όλους τους σταθμούς! Ο ύποπτος για Ε13 κινείται με βάρκα! Επαναλαμβάνω, με βάρκα! Πάει παράλληλα με την ακτή, με κατεύθυνση την Κρήνη. Ακολουθείστε με κάθε τρόπο! Προσοχή, ύποπτος για Ε 23. Μέτρα αυτοπροστασίας"!
Από κάθε γωνιά της πόλης ακούγονταν σειρήνες. Το δεύτερο πλωτό του λιμενικού, ένα ταχύπλοο, έβγαινε από το λιμάνι. Κινούνταν, σαφώς πιο γρήγορα. Θα τον έφθαναν.


...........................................................


Ο Διονύσης, ντυμένος με μαύρη ελαστική στολή δύτη, κοιτούσε την Ελένη, που ήταν ζαλισμένη, ξαπλωμένη στη βάρκα. Κοίταξε στα γρήγορα πίσω του. Είδε το δεύτερο σκάφος.
"Πούστηδες"!
Γύρισε μπροστά και προσπάθησε να γκαζώσει κι άλλο. Είχε, ήδη, τέρμα τα γκάζια. Η πρύμνη της βάρκας είχε σηκωθεί επικίνδυνα, εδώ και ώρα. Δεν είχε κύμα, όμως και δε φαινόταν να υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί. Συνέχισε.
"Πούστηδες! Εγώ θα προλάβω! Εγώ θα τη σώσω για πάντα"!
Ξαναγύρισε πίσω. Το σκάφος του λιμενικού ήταν, ακόμη, μακριά, αλλά ήδη είχε φθάσει το πρώτο πλωτό, που κινούνταν απελπιστικά αργά. Ήταν θέμα χρόνου να τον φθάσει. Είχε υπολογίσει να κάνει τη δουλειά στο ύψος του Κυβερνείου, στα βράχια, αλλά δε θα προλάβαινε. Ευτυχώς που είχε προνοήσει να αφήσει το αυτοκίνητο στο ύψος του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου.
Προσπάθησε να δει, μέσα στη νύχτα. Είχε διαλέξει μια σκοτεινή γωνιά. Υπολόγισε πού περίπου θα ήταν κι έστριψε προς τα εκεί. Το σκάφος του λιμενικού άλλαξε κι εκείνο πορεία, αλλά ήταν ακόμη μακριά. Σε δυο λεπτά έδεινε στην παραλία.
Τράβηξε το ζαλισμένο κορμί της Ελένης έξω.


...............................................................


Ο Κώστας έσπρωξε το Μίλτο στην άκρη.
"Μη βλέπεις ρε μαλάκα! Κάτσε εδώ"!
"Άσε με ρε! Εγώ την έστιλα εκεί! Άσε με"!
Πλησίασε στην οθόνη. Ο Θεοφίλου προσπάθησε να μπει στη μέση. Μόνον που είδε τα μάτια του Κώστα, κόκκινα από την αγωνία -ή από το κλάμμα;- έκανε στην άκρη.
Η κάμερα στο κουμπί του σακακιού της Ελένης, δούλευε μια χαρά. Ο Κώστας μπορούσε να δει το μαχαίρι να σηκώνεται και να πέφτει με δύναμη. Ο Διονύσης χαμογελούσε, όσο τέλειωνε τη δουλειά.
Γύρισε την πλάτη στην οθόνη. Η Πρήχα τον ακούμπισε στην πλάτη.
"Είναι κοντά του... Θα.. θα τον πιάσουν σε ένα λεπτό. Είναι περικυκλωμένος. Δεν θα μπορέσει να βγει από εκεί ζωντανός"...
"Στα αρχίδια μου Κατερίνα! Μ ακούς; Στα αρχίδια μου"!
Προχώρησε προς τη θάλασσα. Η Πρήχα είπε να τον ακολουθήσει. Ο Μίλτος έβαλε το χέρι του στην πλάτη της.
"Άσ' τον. Είναι λογικό... Θα του..."
Ο πυροβολισμός τον διέκοψε. Το άψυχο σώμα του Κώστα σωριάστηκε στην άκρη της προκυμαίας. Από την τρύπα στο κεφάλι του έτρεχε, σα βρύση, το αίμα.


.............................................................


Τα παιδιά του Φρεράκη είχαν κάνει κόσκινο το Διονύση. Ο ιατροδικαστής μέτρησε 25 σφαίρες μόνον στο πάνω μέρος του κορμιού του. Αρκετές υπήρχαν σφηνωμένες στα πόδια του, άλλες είχαν διαπεράσει τα άκρα του και δύο το κεφάλι.
Δίπλα του, η Ελένη. Λες και κοιμόταν, ήρεμη. Αν δεν παρατηρούσες τη βαθιά πληγή στο λαιμό, από τη μία άκρη ως την άλλη, θα ξεγελιόσουν...
Δεν είχε προλάβει να της κόψει το δεξί της χέρι.


ΤΕΛΟΣ

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Βιασύνη

Ήταν μόνη της. Στο σπίτι της. Το διαμέρισμα της φαινόταν τεράστιο, άδειο και τρομακτικό. Έβλεπε, κάθε τόσο, στις σκοτεινές γωνιές, πρόσωπα, απειλητικές φιγούρες, να την περιμένουν. Ήταν τρομοκρατημένη.
Γνώριζε ότι στο διπλανό διαμέρισμα, αυτό της ηλικιωμένης γειτόνισσάς της, που την είχε σκοτώσει κι αυτήν ο Διονύσης, ήταν ο Κώστας, ο Μίλτος και -ποιος ξέρει πόσοι- νεαροί μπάτσοι. Ο Θεοφίλου είχε χωθεί σε ένα βαν, απέναντι από την πολυκατοικία της. Η επιγραφή "τώρα το γιαούρτι είναι ζωντανό", θα μπορούσε να ξεγελάσει τους πάντες. Το βαν κινούνταν, κάθε τόσο. Επέστρεφε πότε με την επιγραφή "Ζήσε το μύθο σου στην Ελλάδα" και πότε με μια κόκκινη ρίγα και το λογότυπο "DHL".
Το εξωτερικό μπορεί να άλλαζε σχετικά εύκολα, το εσωτερικό, όμως, ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο: Ο Θεοφίλου και "τα παιδιά του" ήταν καρφωμένοι σε οθόνες μικροκυμμάτων κι άκουγαν με θρησκευτική ευλάβεια όσα γίνονταν στο διαμέρισμα της Τιτάκου, από τα ακουστικά "ψείρες".
Σε στρατηγικά σημεία, στην πολυκατοικία της Τιτάκου, είχαν ακροβολιστεί οι άνδρες του Φρεράκη. Όλα έδειχναν τέλεια.

....................................................................................

Το φορτηγάκι σταμάτησε μπροστά στην πολυκατοικία της Ελένης. Με το που τράβηξε χειρόφρενο ο οδηγός, για την κουστωδία ήχησε συναγερμός: Άλλοι φόρεσαν ακουστικά, άλλοι καρφώθηκαν στις οθόνες, άλλοι έπιασαν τα αυτόματα, άλλοι φόρεσαν τα κράνη κι ο Κώστας χάιδεψε τη λαβή του 45αριού του.
"Ηλεκτρικαί εργασίαι" ανέφερε η επιγραφή στο κόκκινο φορτηγάκι. Από μέσα βγήκε ένας ψηλός, μεσόκοπος κύριος, με μουστάκι. Είχε το ύψος του Διονύση, αλλά το πρόσωπό του ήταν εντελώς διαφορετικό: σκαμμένο από σημάδια ακμής.
"Δεν είναι αυτός"...
Τα λόγια του Μίλτου ήταν η λήξη συναγερμού για όλους. Εκτός από τον Κώστα. Συνέχισε να χαΐδεύει τη λαβή του πιστολιού και να παρακολουθεί, πίσω από τις κουρτίνες, τον ηλεκτρολόγο να πλησιάζει την είσοδο της πολυκατικίας.
Όταν ήχησε το θυροτηλέφωνο της Ελένης, ήταν ο μόνος που είχε τραβήξει το όπλο του. Οι άλλοι, είχαν αιφνιδιαστεί. Έτρεξαν ν αρπάξουν, άλλος το όπλο, άλλος τα ακουστικά για να ακούσουν τη συνομιλία από το θυροτηλέφωνο.
"Ναι";
Η φωνή της Ελένης πρόδιδε την αγωνία της.
"Ηλεκτρολόγος"!
"Δεν... δεν έχω κάποιο πρόβλημα..."
Πέρασε περίπου ένα λεπτό ώσπου να απαντήσει ο βλογιοκομμένος μουστακαλής:
"Δεν είστε η κυρία Τιτάκου; Με καλέσατε πριν δυο βδομάδες, αλλά όποτε και να πέρασα απουσιάζατε. Ήμουν στη γειτονιά και..."
"Δεν... δηλαδή... Αν... Δεν ξέρω..."
Έως ότου η Ελένη βγάλει πέντε λέξεις και σχηματίσει πρόταση, ο Κώστας είχε βγει από το διαμέρισμα της "τρίτης" και είχε μπει στο δικό της. Εκείνη τρόμαξε. Πετάχτηκε πάνω... Της έκανε νόημα, με τον δείκτη, να σωπάσει. Ψιθύρισε:
"Να ΄ρθει άλλη μέρα. Είσαι στο μπάνιο".
"Είμαι στο μπάνιο αυτήν την ώρα. Θα μπορούσατε να περάσετε σε κάποια άλλη στιγμή; Ίσως την άλλη εβδομάδα..."
"Καλά, καλά. Γειά σας".
Ο ηλεκτρολόγος δεν κατάφερε να κρύψει τον εκνευρισμό του. Ούτε κι ο Μίλτος. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος της Τιτάκου και εισέβαλε:
"Καλά, ρε μαλάκα... Ήρθαμε ένας - ένας, σαν τις γάτες. Στήσαμε όλη την ιστορία μετά φόβου Θεού... Κι εσύ ορμάς και μπαίνεις μέσα; Για να δώσεις οδηγίες προς ναυτιλομένους";
"Εντάξει ρε Μίλτο... Κάτι έπρεπε να πει. Έπρεπε να τον διώξουμε".
"Ας τον αφήναμε ρε συ... Τι θα γινόταν, δηλαδή, αν ερχόταν πάνω ο ηλεκτρολόγος; Θα έβλεπε την κυρία Τιτάκου φοβισμένη. Ε, και; Λες να πήγαινε να το μαρτυρήσει στο Διονύση";
"Καλά, καλά... Έχεις δίκιο".
"Και φύγε από το παράθυρο. Θα φύγει και μόνος του ο ηλεκτρολόγος".
Ο Κώστας πισωπάτησε. Ο ηλεκτρολόγος απομακρυνόταν με το φορτηγάκι. Ο Διονύσης κατέβασε τα κυάλια. Είχε δει ό,τι ήθελε. Κατέβηκε, αργά, αθόρυβα, το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας που βρισκόταν καμιά 100αριά μέτρα πέρα από την πολυκατοικία της Τιτάκου. Δε θα γινόταν εκεί..
.

Η συνέχεια και το τέλος στο επόμενο

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Προδοσία;

Ο πάγκος του ιατροδικαστή είχε γεμίσει σακούλες με χέρια. Ανατρίχιαζες μόνον που τον κοιτούσες, από μακριά. Η Πρήχα δεν είχε, καν, πλησιάσει. Στεκόταν δίπλα στον Κώστα, που φαινόταν σα χαμένος. Μόνον ο Μίλτος είχε πάει δίπλα στον ιατροδικαστή Ναστούλη.
Ο ιατροδικαστής είχε παρατάξει τα κομμένα χέρια σ όλο το μήκος του πάγκου. Σε κάθε σακούλα ήταν γραμμένο κι ένα όνομα. Στην πρώτη σειρά ήταν τα χέρια των επτά θυμάτων τα οποία η αστυνομία είχε βρει. Στη δεύτερη και τρίτη σειρά, υπήρχαν άλλα έντεκα χέρια.
«Δεκαοκτώ θύματα! Το καταλαβαίνεις; Θα μας σταυρώσουν και θα έχουν δίκιο»…
Η Πρήχα σχεδόν παραμιλούσε. Ο Κώστας δεν μπορούσε να της πει κάτι για να της φτιάξει το κέφι. Στεκόταν, διαλυμένος, δίπλα της, χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να μιλά.
Το ρόλο του συνομιλητή ανέλαβε ο Θεοφίλου, ο οποίος, επίσης, δεν τολμούσε να πλησιάσει το τραπέζι του ιατροδικαστή, «τον πάγκο του χασάπη», όπως τον είχε χαρακτηρίσει νωρίτερα:
«Μα, πώς είναι δυνατόν, τόσο καιρό, να εξαφανίζονται γυναίκες και κανείς να μην καταλαβαίνει τίποτα»;
«Φαίνεται ο φίλος μας είχε βάλει στο μάτι τις μοναχικές. Γυναίκες που δουλεύουν, εδώ και χρόνια, στην πόλη, που έχουν έρθει από την επαρχία, που έχουν ρίξει, για διάφορους λόγους, μαύρη πέτρα πίσω τους. Ήταν οι πιο εύκολοι στόχοι. Ευάλωτες».
Είχε αναλάβει να απαντήσει ο Μίλτος. Παρατηρούσε τον ιατροδικαστή, να εξετάζει τη μια παλάμη μετά την άλλη, να παίρνει δακτυλικά αποτυπώματα και μικρά κομμάτια ιστού, για να αναζητήσει την ταυτότητα των θυμάτων με κάθε τρόπο. Είχε ιδιαίτερη όρεξη για κουβέντα και σχολίαζε τα πάντα:
«Ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα. Για να βρούμε ποιες είναι, θα πρέπει να έχουν δακτυλοσκοπηθεί. Για να έχουν δακτυλοσκοπηθεί, θα πρέπει να είναι σεσημασμένες. Κι αν για τις πόρνες έχουμε αρχεία και για τη νοσοκόμα σταθήκαμε τυχεροί, αν αυτό το κάθαρμα σκότωνε στην τύχη, μπορεί κάποια από τα θύματα να μην τα βρούμε ποτέ…»
Επιτέλους, ο Κώστας αποφάσισε να μιλήσει:
«Πρέπει να τον βρούμε. Κι ο τρόπος είναι μόνον ένας»…

…………………………………………………


Κατέβασε μονορούφι το σφηνάκι. Ήταν το πέμπτο που τον κερνούσε η ψηλή γκαρσόνα. Εκείνος, όμως, είχε μάτια μόνον για την κοντή μελαχρινή με το τατουάζ στον αφαλό, που καθόταν στα δεξιά του, στην μπάρα. Δεν είχε καταφέρει να της πάρει ούτε μία κουβέντα κι είχε χρησιμοποιήσει όλα τα κόλπα. Την έβλεπε να πίνει, ακατάπαυστα. Δεν είχε σημασία αν δεν του μιλούσε, αρκεί να έφευγε μόνη και μεθυσμένη.
«Δε σε έχω ξαναδεί εδώ μωρό μου»…
Η ψηλή γκαρσόνα επέμενε. Θα μπορούσε να βγει μαζί της, έβλεπε τον εαυτό του να της κάνει άγριο έρωτα, να την αναγκάζει να κάνει ό,τι ήθελε και δεν ήθελε. Δεν ήταν, όμως, ο τύπος του. Στις δύο ώρες που τα ΄πινε στην μπάρα, της είχαν μιλήσει, με το μικρό της όνομα, πάνω από τριάντα πελάτες. Τους γνώριζε όλους, την γνώριζαν όλοι και ήταν, συνέχεια, με το χαμόγελο. Σίγουρα όχι ο τύπος της μοναχικής γυναίκας. Παρόλα αυτά, απάντησε:
«Είμαι νέος στην πόλη»…
«Δε θες να σου γνωρίζω τα αξιοθέατα»;
«Δε βλέπω να έχει και τίποτα σοβαρό. Έναν πύργο, τα κάστρα, μια παραλία»…
«Η πόλη είναι υγρή μωρό μου. Υγρή σαν τη γυναίκα πάνω στις κάβλες της. Είσαι τυχερός που τη βρίσκεις έτσι, γιατί είναι εύκολο να σου ανοίξει τα πόδια της. Αλλά πρέπει να βάλεις κι εσύ το χέρι σου».
Τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. Κάποιος άλλος θα είχε ερεθιστεί, όπως την άκουγε, όπως τον πλησίασε. Όσο πλησίαζαν τα χείλη τους, μιλούσε όλο και πιο σιγά. Μπορούσε, το έβλεπε, να πιέσει τα χείλη της πάνω στα δικά της. Όμως μπορούσε και να ελέγξει τις επιθυμίες του. Χαμογελούσε, για να της δώσει θάρρος και να συνεχίσει, όχι, όμως, για να την καταφέρει και να τη ρίξει στο κρεβάτι. Εξάλλου, η μπαργούμαν είχε πέσει στο κρεβάτι από μόνη της. Ο Διονύσης είχε άλλο σκοπό: να ξεχαστεί η κοντή, μελαχρινή, με το τατού στον αφαλό. Και να καταφέρει να την πλησιάσει.
Μισή ώρα μετά, πέντε σφηνάκια και δυο ουΐσκι μετά και δεκάδες προκλήσεις μετά, ο Διονύσης παράτησε την ψηλή στα κρύα του λουτρού και στράφηκε στην κοντή. Μπροστά της είχε οκτώ άδεια μπουκάλια μπίρας:
«Ντέρτια»;
«Και καημοί»…
«Καημοί στο Γριπονήσι»…
«Μπα; Γνωρίζουμε τον Σκαρίμπα»;
«Τον διάβασα πριν αρκετά χρόνια: Βιδάγγελοι, Το θείο Τραγί, Ο ήχος του κώδωνος… Απ τους λίγους που ασχολήθηκαν με όλες τις εκφορές του γραπτού λόγου»…
Ήταν, ήδη, πολύ μεθυσμένη για να ακούσει μια λογοτεχνική ανάλυση. Προσπάθησε να την αποφύγει και να αλλάξει αντικείμενο κουβέντας:
«Το γράψιμό του, όμως, ήταν τρελό…»
«Η τρέλα έχει, μέσα της, τέχνη».
Την κοίταξε ίσια στα μάτια. Αισθάνθηκε να χάνεται. Σηκώθηκε. Παραπάτησε. Την αγκάλιασε, σχεδόν στοργικά.
«Θες να σε πάω πουθενά»;
Του χαμογέλασε. Το αλκοόλ είχε χαλαρώσει κάθε αντίστασή της. Ήταν η ίδια γυναίκα, που πριν δυο ώρες αισθανόταν αηδία όταν την κοιτούσε και της μιλούσε, λέγοντας κοινοτυπίες;
«Όχι, εντάξει…»
Την άφησε να βγει μόνη της. Ήξερε πως, αν περπατούσε στα γύρω τετράγωνα, θα την πετύχαινε.
«Μέθυσε η κοπελίτσα»;
Η γκαρσόνα δεν το ΄βαζε κάτω.
«Μικρά παιδιά… Πού να ξέρουν από ποτά… Πάω για τσιγάρα. Θα μου βάλεις άλλο ένα»;
«Δε θες απ τα δικά μου»;
«Είμαι δύσκολος με τα τσιγάρα…»
«ΟΚ»!
Βάδιζε προς την έξοδο, όταν η ψηλή του ξαναφώναξε:
«Κι αν δεις τη Μαίρη, βεβαιώσου ότι πήρε ταξί»!
«Ποια Μαίρη»;
«Την κοπέλα με το τατού, που μιλούσατε. Ήταν χάλια, γαμώ το»…
Βγήκε έξω. Την έβλεπε, στο άλλο τετράγωνο. Τρέκλιζε. Σκέφτηκε ότι, τελικά, δεν ήταν άγνωστη εκεί μέσα. Δεν ήταν μοναχική. Η γκαρσόνα τη γνώριζε. Ίσως να παραξενευόταν αν αύριο δεν πήγαινε να πιει μια θάλασσα μπίρες. Ήδη, όμως, μύριζε το αίμα στον αέρα.
Την ακολούθησε…

……………………………………..


«Όχι! Όχι, μ΄ ακούς; Όχι»!
Η Ελένη έκλαιγε. Έλεγε και ξανά ΄λεγε «όχι», μέσα σε λυγμούς. Ο Κώστας στεκόταν απέναντί της, με βλέμμα άδειο. Είχε αναλάβει να την πείσει.
«Δε θα σ αφήσει έτσι, Ελένη. Θα σε κυνηγήσει. Είναι ο μόνος τρόπος να τον πιάσουμε».
«Ξέρεις πώς νοιώθω μ αυτό που μου ζητάς; Ε; Σα σκουλήκι! Σαν ένα σκουλήκι καρφωμένο στο αγκίστρι. Με θες για δόλωμα, ρε πούστη; Ξεχνάς; Ξεχνάς όταν κάναμε έρωτα; Ξεχνάς τι μου ψιθύριζες; Ψεύτη! Κωλοπαίδι! Και τώρα με πουλάς, ρε; Ε; Με δίνεις»;
«Θα σε κυνηγήσει, Ελένη. Θα έρθει για σένα. Μίλα με τον Σταύρου και τα ξαναλέμε».
Ο Μίλτος βγήκε από το δωμάτιο του νοσοκομείου. Από έξω περίμενε ο Σταύρου, ο ψυχολόγος της Ασφάλειας. Μπήκε μέσα, με ένα χαμόγελο που σε γέμιζε γαλήνη και σιγουριά:
«Καλησπέρα κυρία Τιτάκου».
«Με πουλάει.. Με πουλάτε»…

Συνεχίζεται…

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

Διαλειμματάκι

Τρεις σκληροτράχηλοι καουμπόυδες κάθονταν ένα βράδυ γύρω από τη φωτιά και λέγανε ιστορίες για το πόσο σκληρόπετσοι και πόσο άφοβοι είναι.
Λέει ο πρώτος:

- Χθες που περπάταγα στο μονοπάτι του Νεκρού, από κάτω από μια πέτρα βγαίνει ένας κροταλίας 4 μέτρα. Τον αρπάζω, του δαγκώνω και του κόβω το κεφάλι και του ρουφάω όλο το δηλητήριο. Και όπως βλέπετε είμαι εδώ και σας το λέω.
- Αυτό δεν είναι τίποτα, λέει ο δεύτερος. Εγώ την περασμένη εβδομάδα πέρναγα έξω από τη φάρμα του Μπιλ. Εκείνη την ώρα το είχε σκάσει ένας ταύρος 250 κιλά, ο οποίος είχε σκοτώσει το Μπιλ, τη γυναίκα του και 3 περαστικούς. Εγώ τον αρπάζω από τα κέρατα, τον γυρνάω ανάποδα και του δένω τα πόδια για να μην πειράξει κανέναν άλλο.
Ο τρίτος παρέμενε σιωπηλός, σκαλίζοντας που και που τα κάρβουνα με το πουλί του.

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Σωτηρία;

Ο Μίλτος είχε σκάψει με τα χέρια του τον τσιμεντένιο τοίχο. Μια νοσοκόμος περιποιούνταν τις πληγές του. Η Ελένη, δίπλα του, έκλαιγε με λυγμούς, τυλιγμένη με μια ισοθερμική κουβέρτα. Ο Φρεράκης έπαιρνε αναφορά από έναν αστυνόμο α’ : κανείς δεν υπήρχε στην αγροικία. Η Πρήχα έδινε εντολή στον Γιαβουράκο να επικοινωνήσει με την Άμεσο Δράση ώστε να έχουν το νου τους για το αυτοκίνητο του Διονύση. Κι ο Μίλτος, μαζί με τον Θεοφίλου, είχαν απλώσει στο καπό του περιπολικού τους χάρτες και προσπαθούσαν να μαντέψουν προς τα πού είχε κινηθεί ο Διονύσης.
Λίγα λεπτά νωρίτερα οι άνδρες των Ειδικών Κατασταλτικών Μονάδων, είχαν εισβάλει στην αγροικία του Διονύση Περουλάκου. Είχαν φέρει τα πάνω κάτω, είχαν κάνει τα πάντα φύλλο και φτερό, αλλά δεν είχαν ούτε ίχνος του Διονύση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά δεν είχαν εντοπίσει και το παραμικρό στοιχείο για το πού μπορεί να βρισκόταν.
«Η αγροικία είναι άδεια κύριε διοικητά»!
«Τι εννοείς άδεια»;
«Άδεια! Δεν έχει τίποτα. Ένα κρεβάτι, ένα στρώμα, μια άδεια ντουλάπα, μια κουζίνα με ένα τραπέζι και δυο καρέκλες. Τίποτε άλλο. Ούτε ρούχα, ούτε προσωπικά αντικείμενα, τίποτα! Λες και δε ζούσε κανείς εδώ, κύριε διοικητά»!
Ο μπάτσος των ΕΚΑΜ ήταν το ίδιο έκπληκτος με το διοικητή του. Σίγουρα ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο.
«Συνεχίστε να ψάχνετε! Δεν μπορεί! Κάτι θα βρούμε»!
Ο Φρεράκης στράφηκε προς την Πρήχα.
«Συνεχίζουμε την έρευνα, κυρία διευθύντρια»!
«Και πολύ καλά κάνετε. Αυτό το κάθαρμα κάτι θα έχει αφήσει πίσω του. Δεν μπορεί! Δεν περίμενε ότι θα έρθουμε, άρα δεν έχει αδειάσει αυτός το χώρο. Μπορεί, από λεπτό σε λεπτό, να επιστρέψει»…
Όμως ο Διονύσης ούτε είχε αφήσει πίσω του τίποτα, ούτε επέστρεψε. Με εντολή της Πρήχα ειδικό κλιμάκιο αστυνομικών θα ερχόταν την επομένη, από την Αθήνα, για να χτενίσει το χώρο. Ήταν η μοναδική τους ελπίδα.

…………………………………………………


Οδηγούσε ώρες. Αργά. Σχεδόν σερνόταν στους δρόμους της πόλης. Πολλοί, ειδικά νεαροί, κορνάριζαν πίσω του. Αδιαφορούσε. Κοιτούσε τα πεζοδρόμια. Σάρωνε τα πάντα με το βλέμμα του. Λες κι έψαχνε κάτι.
Ώρες – ώρες νόμιζε πως ήταν κυνηγός. Μόνον που έβγαινε, για το δικό του κυνήγι, βράδυ. Και μόνος. Χωρίς παρέα. Χωρίς κυνηγόσκυλο για συντροφιά. Έβρισκε το θήραμά του. Το ακολουθούσε. Κι έπειτα, την κατάλληλη στιγμή, χτυπούσε.
Σκεφτόταν πώς έθαψε, στον τοίχο, την Ελένη. Κι έπειτα πως, έθαψε το παρελθόν του. Ειδικά γι αυτό, είχε κάνει μεγάλη προετοιμασία. Από τότε που πάκτωσε με τσιμέντο την πόρτα του κελαριού, που ήταν τοποθετημένη στο πάτωμα.

……………………………………………………


Είχε, πια, ξημερώσει. Η ειδική ομάδα της αστυνομίας είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Είχαν χωρίσει το χώρο, στην αγροικία, με άσπρο νήμα, σχηματίζοντας ένα τεράστιο σταυρόλεξο. Έψαχναν τετράγωνο-τετράγωνο, για κάτι.
Σε κάποια στιγμή, ένας νεαρός μπάτσος στράφηκε στον Θεοφίλου:
«Κύριε διευθυντά… Εδώ! Το πάτωμα, λες και δεν… Σα να είναι φουσκωμένο από την υγρασία, κάτι τέτοιο»…
Ο Θεοφίλου έσκυψε δίπλα του. Καθισμένος ανακούρκουδα, έπιασε με την παλάμη του και χάιδεψε το πάτωμα. Κι έπειτα, φώναξε:
«Εδώ! Ένα σφυρί κι ένα καλέμι! Τώρα είπα»!
Σε πέντε λεπτά, είχαν ξηλωθεί οι πλάκες. Σε δέκα, είχε εμφανιστεί το πάνω μέρος ενός ψυγειοκαταψύκτη. Σε μισή ώρα, αστυνομικοί είχαν φέρει έναν φορητό γερανό και τραβούσαν τη συσκευή από την κρυψώνα της στο πάτωμα. Κι όταν, λίγο αργότερα, άνοιγαν τον καταψύκτη, θα πάγωναν: Ήταν γεμάτος χέρια! Δεξιά χέρια κομμένα από τον καρπό! Τυλιγμένα σε ειδικές σακούλες. Κι όλα είχαν πάνω τους γραμμένο, ένα όνομα….

Συνεχίζεται...

Αααααααααααααααααααα!!!!!!!!!!

Σήμερα ξαναγεννιέται το ζόρι μου! Εδώ.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Επιχείρηση

Κώστας, Μίλτος, Κατερίνα και ένας ψηλός, γυμνασμένος και καλοντυμένος μπάτσος, είχαν καρφωθεί σε μια οθόνη TFT. Ένας άλλος, επίσης καλοντυμένος μπάτσος, πιο νέος από τον προηγούμενο, καθόταν στο πληκτρολόγιο και, με το ποντίκι στο χέρι, άλλαζε τιμές σε ένα περίεργο λογισμικό.
«Τώρα θα μας εντοπίσει τις κυψέλλες».
Ο καλοντυμένος φαινόταν να καταλαβαίνει τι γινόταν στην οθόνη. Η Πρήχα, προσπαθούσε να καταλάβει. Ο Κώστας είχε στο μυαλό του μόνον να εντοπίσει το δολοφόνο. Κι ο Μίλτος, είχε το βλέμμα του ψημένου ψαριού, αφού δεν καταλάβαινε το παραμικρό.
Στην οθόνη εμφανίστηκε αρχικά ένας χάρτης, σε ένα πλαίσιο που έπιανε όλο το αριστερό μέρος κι άφηνε μια κάθετη μικρή λωρίδα στην οποία «έτρεχαν» διάφορες τιμές. Έπειτα ο χάρτης καλύφθηκε με ενωμένα συνεχόμενα πεντάγωνα. Στο μυαλό του Μίλτου ήρθε μια λέξη και την ψιθύρισε:
«Κηρύθρα»…
«Ακριβώς! Με τον ίδιο τρόπο, οι εταιρίες κινητής τηλεφωνίας εξασφαλίζουν πυκνό δίκτυο. Ένα κινητό τηλέφωνο ενεργοποιεί μια από τις κυψέλες, για να λειτουργήσει. Κι έτσι, μπορεί να εντοπιστεί».
Ο καλοντυμένος μπάτσος εξηγούσε πρόθυμα. Έδειχνε ικανοποιημένος που μπορούσε να δείξει και σε άλλους τα παιχνίδια του. Η Πρήχα είχε απορίες:
«Κι αν από την ίδια κυψέλη γίνεται την ίδια στιγμή κι άλλο τηλεφώνημα»;
«Έχουμε τη δυνατότητα να τα εντοπίσουμε όλα. Ορίστε. Την ώρα που σας ενδιαφέρει, το κινητό για το οποίο ζητήσατε να μάθουμε, έκανε την κλήση από αυτό εδώ το σημείο»!
Έδειξε στο χάρτη με το δάχτυλο, θαμπώνοντας ελαφρά, σε ένα σημείο, την tft.
«Καστανάς»!
Ο Μίλτος διάβασε το όνομα του χωριού στο χάρτη. Ο Κώστας ήταν έτοιμος να πεταχθεί στο δρόμο και ν αρχίσει να τρέχει. Η Πρήχα τον σταμάτησε:
«Περίμενε Θεοδωρίδη… Πρέπει να οργανωθούμε»!
Παρενέβη ο καλοντυμένος:
«Ναι, κύριε Θεοδωρίδη. Σε πέντε λεπτά θα μπορούμε να σας δώσουμε, με κάθε λεπτομέρεια, το ακριβές σημείο εκπομπής. Θα έχετε λεπτομερή φωτογραφία από δορυφόρο. Λίγη υπομονή»…
Ο Κώστας, όλα αυτά, τα άκουγε βερεσέ. Η Ελένη ήταν στα χέρια ενός τρελού. Για τον οποίο –σημειωτέον- δεν ήξεραν το παραμικρό.
Λίγα λεπτά αργότερα, στο γραφείο της γενικής διευθύντριας, Κώστας, Μίλτος, ο καλοντυμένος, ο διοικητής των ΕΚΑΜ κι ο αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης, είχαν βάλει κάτω χάρτες και δορυφορικές φωτογραφίες. Με έντονα χρώματα ήταν σημαδεμένη μια αγροικία, περίπου 500 μέτρα από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Αυτήν έδειχνε η Πρήχα:
«Εδώ θέλουμε να μπούμε. Αρχηγέ, όπως βλέπεις, έχουμε ένα οίκημα καταμεσίς ενός φρεσκοοργωμένου χωραφιού. Δίπλα, ακριβώς, μια αποθήκη. Κύριε Θεοφίλου, κάνατε καλή δουλειά»…
«Όχι εμείς, κυρία διευθύντρια… Το κομπιούτερ και, πρωτίστως, ο δορυφόρος»…
Η Πρήχα στράφηκε ξανά στον διευθυντή των ΕΚΑΜ:
«Λοιπόν, στρατηγέ Φρεράκη, έλεγα ότι δεν υπάρχει ούτε θάμνος γύρω από την αγροικία και την αποθήκη. Κι εμείς δεν έχουμε ιδέα για το πού μπορεί να βρίσκεται η όμηρος και πού ο δράστης. Ούτε μπορούμε να περιμένουμε οκτώ ώρες, για να έρθει ελικόπτερο. Υπάρχει περίπτωση να πλησιάσουν οι άνδρες σας χωρίς να σας δει κανείς»;
«Σε δυο ώρες πέφτει το σκοτάδι. Αν επιχειρήσουμε τότε, μπορώ να σας εγγυηθώ ότι θα μπούμε μέσα, χωρίς να μας δει».
«Κι όταν μπούμε; Θα μπούμε ταυτόχρονα; Κι αν είναι σε άλλο δωμάτιο, ή σε κάποιο υπόγειο; Δεν έχουμε ιδέα για το πώς είναι η αγροικία… Ακόμη περιμένουμε αναφορά, από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής, κύριε διευθυντά»!
Πήρε το λόγο ο άλλος ένστολος:
«Δε φταίω εγώ κ. Πρήχα… Το χωριό δε διαθέτει αστυνομικό τμήμα. Από το τηλέφωνο δεν βγήκαν και πολλά πράγματα και ο αστυνόμος χρειάστηκε να πάει ως την πλατεία του Καστανά, να μιλήσει με τον παλιό πρόεδρο της κοινότητας, που είναι, τώρα, δημοτικός σύμβουλος»…
«Εντάξει κ. Περιστερά! Δε θέλω λεπτομέρειες για τον Καποδίστρια! Ξέρω τις δυσκολίες»…
Το χτύπημα στην πόρτα τους έκανε να στραφούν όλοι προς τα εκεί και να μιλήσουν ταυτόχρονα:
«Εμπρός»!
Μπήκε μέσα ο υπασπιστής της γενικής διευθύντριας. Κρατούσε στα χέρια του μερικές σελίδες Α4, που μόλις είχαν φθάσει με το φαξ:
«Αυτά που ζητήσατε κ. γενικέ»…
«Ευχαριστώ Γιαβουράκο».
Η Πρήχα άπλωσε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι συσκέψεων. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε μια κακοτυπωμένη φωτογραφία του Διονύση και τα στοιχεία του. Ο Κώστας ήθελε να αρπάξει τη σελίδα, να διαβάσει τα πάντα γι αυτόν τον τρελό. Αλλά συγκρατήθηκε. Η Πρήχα διάβαζε δυνατά:
«Περουλάκος Διονύσιος. Ετών 36, όπως υπολογίζω. Δηλωμένος ως αγρότης. Καμία καταδίκη, λευκό ποινικό μητρώο. Στις σημειώσεις, όμως…»
«Ναι, τι»;
Ο Κώστας δεν κρατιόταν πια.
«Στις σημειώσεις του αστυνόμου επισημαίνεται ότι ο εν λόγω κύριος έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρείο. Κι ότι ήρθε, με τον πατέρα του, από τη Ζάκυνθο, πριν 15 χρόνια, επειδή στο χωριό του είχε προβλήματα με τους συγχωριανούς του, για τον Διονύση»…
Παρενέβη ο Θεοφίλου:
«Πρέπει να βρούμε τον γιατρό του»…
«Πρώτα πρέπει να τελειώνουμε με την όμηρο. Να την πάρουμε από τα χέρια του. Μετά έχουμε καιρό για αναλύσεις. Κύριοι! Στις θέσεις σας! Σε μία ώρα εγώ, ο Παντάκης, ο Θεοδωρίδης κι ο Θεοφίλου, θα ξεκινήσουμε για τον Καστανά. Εσείς θα πρέπει να βρίσκεστε ήδη εκεί και να έχετε πάρει θέσεις. Πάμε! Να τελειώνουμε μ αυτό το κάθαρμα»!

……………………………………………….

Είχε σταματήσει να κλαίει. Εδώ και ώρα, δεν είχε πια δάκρυα. Πού και πού, της έφευγε κάποιος λυγμός. Ο Διονύσης είχε φροντίσει να μην τοποθετήσει το τελευταίο τούβλο. Από εκεί έμπαινε φρέσκος αέρας –αν και είχε, πάντα, μια περίεργη μυρωδιά, λες και κοντά υπήρχε στάβλος.
Είχε σταματήσει και να προσεύχεται. Είχε πει όσες προσευχές ήξερε. Είχε αυτοσχεδιάσει. Της είχαν σωθεί και τα παρακάλια. Πλέον ρουφούσε το λίγο αέρα σχεδόν ακινητοποιημένη μέσα στο άβολο και στενό σιδερένιο κοτέτσι.
Δεν είχε, όμως, σταματήσει να σκέφτεται τον Κώστα. Έψαχνε, στο λαβύρινθο του μυαλού της, έναν τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του. Μάταια, όμως. Σκεφτόταν πόσο καλά θα ήταν να μπορούσε να μπει στο μυαλό του. Να τον κάνει να καταλάβει πού βρισκόταν. Μόνον που, τότε, συνειδητοποίησε ότι ούτε η ίδια γνώριζε πού βρισκόταν.
Προσπάθησε να αφουγκραστεί. Κανείς ήχος δεν έμπαινε στην πρωτότυπη κι ανατριχιαστική φυλακή της. Λες και βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά από την τελευταία κοιτίδα πολιτισμού. Και τότε, άκουσε το θόρυβο: μια μηχανή άναψε. Μηχανή αυτοκινήτου. Κι έπειτα, κάποιος πάτησε το γκάζι κι απομακρύνθηκε. Ο ήχος από τα λάστιχα φαινόταν περίεργος, λες και το αυτοκίνητο κινούνταν στο χώμα. Κι έπειτα, πάλι απόλυτη σιωπή. Και σκοτάδι.
Η Ελένη ήταν σίγουρη ότι ο Διονύσης είχε φύγει. Αρχικά ανακουφίστηκε με αυτήν τη σκέψη. Έπειτα, όμως, άρχισε να πανικοβάλλεται. Η απειλή του, ότι θα το διασκέδαζαν μαζί αργότερα, της έδινε, τουλάχιστον, την ελπίδα ότι θα ζούσε για λίγο ακόμη. Ενώ τώρα, χτισμένη σε έναν τσιμεντένιο τοίχο, στο πουθενά, τι ελπίδες είχε;
Δεν μπορούσε, πια, να υπολογίσει το χρόνο. Μπορεί και να ήταν μόλις δυο λεπτά, που είχε ακούσει το αυτοκίνητο να φεύγει, μπορεί και μια ώρα. Το μυαλό της πότε έτρεχε και πότε σταματούσε. Και τότε, η απόλυτη ησυχία, διαλύθηκε από φωνές πολλές και άγνωστες:
«Αστυνομία! Ακίνητοι! Αστυνομία! Πέστε κάτω»!

Συνεχίζεται...

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Αιχμάλωτη

O Κώστας χτυπούσε με δύναμη την πόρτα του διαμερίσματος της Τιτάκου.
«Ελένη»!
Φώναζε και ξαναφώναζε. Ήταν φανερό πως κανείς δεν ήταν μέσα. Εκείνος, όμως, συνέχιζε λες και ήθελε να ξορκίσει τις μαύρες σκέψεις του. Λες και πίστευε ότι, φωνάζοντάς την, με έναν περίεργο, μαγικό τρόπο, θα κατάφερνε να την μεταφέρει από εκεί που βρισκόταν, στο διαμέρισμά της. Και ξαφνικά, θα του άνοιγε την πόρτα. Αλλά πού βρισκόταν;
Ο Μίλτος κοιτούσε πότε τον Κώστα, πότε το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Πόρτες άνοιγαν, κάποιοι πήγαιναν κάτι να πουν, αλλά εκείνος τους έκοβε:
«Αστυνομία! Μπείτε πάλι μέσα σας παρακαλώ»!
Το «παρακαλώ» του μίλτου ήταν περισσότερο προσταγή, παρά παράκληση. Κι ήταν και το παρουσιαστικό του τέτοιο, που δεν άφηνε περιθώρια… Τελικά, στράφηκε στον Κώστα:
«Ή σπάσ’ την τη ρημάδα, να μπούμε μέσα, ή πάμε να φύγουμε»!
Δεν ήθελε και πολλά ο Κώστας. Πήρε φόρα κι έπεσε με τον αριστερό του ώμο πάνω στην ξύλινη πόρτα, με όλη του τη δύναμη. Έκανε έναν μορφασμό πόνου Η πόρτα βρισκόταν στη θέση της. Δεν είχε κινηθεί ούτε χιλιοστό…
«Κάτσε στην άκρη».
Ο Μίλτος τον απομάκρυνε. Έβγαλε το πιστόλι του. Πυροβόλησε μια φορά κοντά στην κλειδαριά. Η βολίδα σφηνώθηκε στο μίγμα ξύλου και αλουμίνιου.
«Γαμώ τις πόρτες ασφαλείας μου, γαμώ! Πού είναι οι παλιές καλές εποχές του ξύλου; Έδινες μια σπρωξιά κι έπαιρνες μαζί μεντεσέδες, κλειδαριές, σύρτες, αλυσιδίτσες κι ό,τι άλλα σκατά είχαν από πίσω»!
Ο Κώστας είχε πισωπατήσει, καλύπτοντας το πρόσωπό του με τα χέρια:
«Ρε μαλάκα!... Καλά που δεν εξοστρακίστηκε, να μας έρθει στο δόξα πατρί, από το πουθενά! Πρόσεχε ρε! Αρχαίε! Που νομίζεις ότι ζεις ακόμη στο ‘80»!
«Δεν αφήνεις τις μαλακίες, λέω εγώ… Λοιπόν, λύση δεν υπάρχει. Περιμένουμε τις ειδικές μονάδες…»
«…ή μπαίνουμε από πάνω»!
Δυο λεπτά αργότερα, ο Κώστας κρεμόταν από το μπαλκόνι του πάνω ορόφου και με μια κίνηση ακροβάτη του τσίρκου προσγειωνόταν στο μπαλκόνι της Τιτάκου. Ο Μίλτος τον παρακολουθoύσε από το πάνω μπαλκόνι:
«Ωραία! Πάνε, τώρα, άνοιξέ μου την πόρτα, γιατί εγώ τη μαϊμού δεν την κάνω»!
Μια στιγμή αργότερα, ο Κώστας άνοιγε στο Μίλτο κι ο πρώην διοικητής του έμπαινε στο διαμέρισμα της Ελένης. Μόνον που Ελένη δεν υπήρχε πουθενά. Και μισή ώρα αργότερα, το διαμέρισμα ήταν γεμάτο μπάτσους. Άλλος έπαιρνε δακτυλικά αποτυπώματα, άλλος φωτογραφίες κι ένας κοιτούσε ερευνητικά το κινητό της Τιτάκου, που ήταν τοποθετημένο μέσα σε μια μικρή διάφανη σακούλα.
«Είναι το εταιρικό της κινητό. Έχει κι άλλο, προσωπικό. Δεν το βρήκαμε πουθενά».
Η φωνή της Πρήχα κάλυψε τις μουρμούρες των μπάτσων. Ο Κώστας έβγαλε το κινητό του από την τσέπη, το άναψε και στράφηκε στην Κατερίνα:
«Πέσ’ το»!
«6945-565736»…
Το κάλεσε. Χτύπησε μια, δυο, τέσσερις φορές. Κι έπειτα, ακούστηκε εκείνος ο χαρακτηριστικός θόρυβος που σήμαινε ότι κάποιος είχε απαντήσει.
«Ελένη»;
«Βιάζεσαι Κωστάκη… Θα σε πάρω εγώ»!
Δεν ήταν η φωνή της Ελένης. Ο Κώστας, πλέον, ήταν σίγουρος: Ήταν ο Διονύσης.

……………………………………………..

Ήταν δεμένη πισθάγκωνα, πάνω σε μια σιδερένια καρέκλα με ξύλινη πλάτη. Προσπάθησα να κινηθεί, αλλά της ήταν αδύνατο. Μπροστά της έβλεπε τον άσπρο όγκο ενός ψυγείου. Θα μπορούσε να βρισκόταν σε μια κουζίνα, αν έβλεπε πλακάκια, ή κάποιον πάγκο, κάποιο τραπέζι… Το δωμάτιο, όμως, ήταν γυμνό. Φωτιζόταν από μια απλή λάμπα, κρεμασμένη από το ταβάνι. Οι τοίχοι δεν ήταν σοβαντισμένοι, αλλά κατασκευασμένοι από πλίνθους. Λες και βρισκόταν σε μια αποθήκη, ενός χωριατόσπιτου, σε μια αγροτική περιοχή της Θεσσαλονίκης. Και τώρα που το σκεφτόταν, της ερχόταν έντονη η μυρωδιά της κοπριάς.
«Ξύπνησες γλυκιά μου»;
Τινάχθηκε –όσο μπορούσε να τιναχθεί δεμένη πάνω στην καρέκλα. Πίσω της ήταν ο Διονύσης –περισσότερο τον αισθανόταν, παρά τον έβλεπε. Ανέπνεε γρήγορα, κοντά. Σα να λαχάνιαζε…
Εκείνος περπάτησε προς το μέρος της, αλλά δεν σταμάτησε. Την προσπέρασε. Άνοιξε τον καταψύκτη του ψυγείου. Ήταν σχεδόν γεμάτος. Πέταξε κάτι –της φάνηκε σαν μπριζόλα, ή κάτι τέτοιο- που ήταν τυλιγμένο σε αυτά τα ειδικά σελοφάν για το κρέας ή τα φρούτα. Πρέπει να υπήρχαν δεκάδες τέτοια δεματάκια στον καταψύκτη.
Η όρασή της δεν ήταν η καλύτερη. Προσπάθησε να εστιάσει. Τα δεματάκια στον καταψύκτη δεν ήταν μπριζόλες. Ήταν…
Ο Διονύσης έκλεισε το πορτάκι του καταψύκτη με δύναμη. Στράφηκε στο μέρος της:
«Μη βιάζεσαι! Εμείς οι δυο θα το γλεντήσουμε. Αλλά πρώτα θέλω να δω πόσο έξυπνος είναι ο μπατσούλης σου».
Έσκυψε προς το μέρος της. Τώρα τα πρόσωπά τους απείχαν μερικά εκατοστά. Το βλέμμα του δεν ήταν ίδιο με αυτό του ανθρώπου που γνώρισε κάποτε. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Όμως, το μόνο διαφορετικό ήταν το βλέμμα. Εκείνος συνέχισε:
«Αλήθεια, είναι καλύτερος γαμιάς από μένα; Ε; Γαμάει καλύτερα; Τον έχει μεγαλύτερο; Κάνει κόλπα που δεν σου έκανα εγώ; Ε; Πες μωρή καριόλα! Πες»!
Η φωνή του είχε γίνει άγρια. Επιτακτική.
«Ώστε αυτό είναι; Ζηλεύεις»;
Η φωνή της μόλις που έβγαινε. Ακουγόταν ψίθυρος μπροστά στις κραυγές του.
Τραβήχτηκε πίσω. Την κοίταξε με απορία. Έγειρε δεξιά το κεφάλι του:
«Ζηλεύω… Ζηλεύω; Όχι γλυκιά μου»…
Η φωνή του γινόταν όλο και πιο γλυκιά. Συνέχισε:
«Δεν έχει ανάγκη να ζηλέψει ο αετός. Πετάει ψηλά, εκεί που κανείς δεν μπορεί να τον φτάσει. Αφήνει τα σημάδια του, αλλά είναι ο φόβος που γεννάει το βλέμμα του τέτοιος, που τα άλλα πουλιά, αν και τα βλέπουν τα σημάδια, δεν μπορούν να τα αναγνωρίσουν».
Ήταν τρελός. Ψυχασθενής. Είχε βρεθεί στο δρόμο της ένας ψυχασθενής.
Κινήθηκε προς το βάθος του δωματίου. Άρχισε να σέρνει κάτι. Ήταν ένα μικρό κοτέτσι. Καλά φτιαγμένο, με σιδερένιο πλαίσιο, σιδερένια σίτα κολλημένη με ηλεκτροσυγκόλληση. Το έσυρε στην άλλη άκρη. Εκεί που ο τοίχος –τώρα που τα μάτια της συνήθιζαν μπορούσε να ξεχωρίσει- έκανε ένα θολωτό άνοιγμα, σαν τζάκι. Θα πρέπει να ήταν τζάκι κάποτε. Τώρα μπορούσε να δει και την κάπνα στον τοίχο. Άνοιξε την πορτούλα. Κινήθηκε προς το μέρος της.
«Έλα περιστεράκι μου! Το σπιτάκι σου είναι έτοιμο»!
Λίγο αργότερα, η Ελένη ήταν κλειδωμένη στο μικροσκοπικό κοτέτσι και ούρλιαζε. Ο Διονύσης έχτιζε το θολωτό άνοιγμα με τσιμεντότουβλα. Μετά από λίγες κινήσεις του, η Ελένη θα γινόταν ένα με τον τοίχο. Είχε αρχίσει να βεβαιώνεται ότι θα πέθαινε εκεί, ανάμεσα σε δυο σειρές τσιμεντένιους πλίνθους.
«Όχι γλυκειά μου! Όχι τόσο εύκολα. Απλά, θέλω να είμαι σίγουρος ότι δε θα μου το σκάσεις. Γιατί θα πρέπει να λείψω για λίγο».
Άρχισε να πιστεύει ότι ο Διονύσης, αυτός ο διάβολος, μπορούσε να διαβάσει και τη σκέψη της…


Συνεχίζεται...

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Η έβδομη

Είχε καιρό να βγει έξω. Από τότε που είχε χαθεί η Άννα, δεν είχε όρεξη για βόλτες. Αυτή η επίσκεψή της στα κεντρικά της Ασφάλειας, όμως, η κουβέντα με τον αστυνόμο Θεοδωρίδη, της δημιούργησε την ανάγκη να δει κόσμο, να περπατήσει και να κινηθεί ανάμεσα σε παλιούς γνωστούς. Κι έτσι βρέθηκε στο παλιό τους στέκι. Εκεί που Σοφία και Άννα χάνονταν από τους υπόλοιπους, στα σκοτεινά τραπέζια, για να ανταλλάξουν φλογερά φιλιά. Μόνον που, αυτήν τη φορά, διάλεξε το μπαρ.
«Μοναχούλι μου το χρυσό μου»;
Το μόνο στρέιτ πάνω στον Ηρακλή ήταν η κολόνια του. Ήταν ομοφυλόφιλος και δεν το έκρυβε. Αντίθετα, το φώναζε. Αν και για την περίπτωσή του, η έκφραση «το έκραζε», θα ταίριαζαν περισσότερο.
«Μοναχούλι, Ηρακλή, μοναχούλι. Αλλά δεν το βάζω κάτω».
«Αυτό έλειπε μωρό μου! Με τέτοια μάτια, με τέτοιο κορμί! Αχ και να ΄χα το κορμί σου! Κάθε βράδυ, θα πετούσα από παρτούζα σε παρτούζα! Πέντε-πέντε θα τους ξεπέταγα»!
«Ε, όχι κι έτσι ρε Ηρακλή! Μία μου φθάνει εμένα»…
«Ναι γλυκιά μου, αλλά να είναι δικιά μας. Σίγουρη. Όχι σαν τη ξέμπαρκη που μάζεψες από το νοσοκομείο. Λεσβία κατά περίσταση. Δεν είχε πούτσο πρόχειρο και διάλεξε τη γλώσσα»!
«Ηρακλή»!
«Ε, καλά τώρα! Αφού το ξέρεις ότι έχω δίκιο, μωρή! Τι Ηρακλή και ξε-Ηρακλή; Άντε βρες κανα πιτσιρίκι να το βάλεις να σε γλύψει να δεις χαρά στα σκέλια σου»!
Ήταν έτοιμη να μαλώσει, αλλά με τον Ηρακλή δεν έβρισκες άκρη. Και τότε είδε τον διπλανό της. Μιλούσε στον Ηρακλή:
«Άστο, μωρή, το κορίτσι! Δε βλέπεις ότι δεν είναι καλά; Νομίζεις ότι όλοι σαν εσένα είναι»;
«Κοίτα τον που πήρε θάρρητα, δυο μέρες, όλες κι όλες, πελάτης… Με τη Σοφία γνωριζόμαστε χρόνια, χρυσό μου»!
«Ναι γλυκιά μου, αλλά όλες οι ώρες δεν είναι ίδιες. Άστηνα να πιει κανά δυο τρία ποτά και μετά πες ό,τι θες»…
«Ας μην τον είχες τρίτο πόδι και σιγά μη σ΄ άκουγα. Ζαβό, έ ζαβό. Τέλος πάντων…»
Στη λέξη ζαβό, το βλέμμα του άγνωστου είχε αλλάξει. Λες κι είχε σκληράνει. Ή, μήπως, απλά της είχε φανεί έτσι; Μπα… Του χαμογέλασε, σήκωσε το ποτήρι με τη βότκα λεμόνι και του έγνεψε:
«Γεια σου»!
«Στην υγειά σου, χρυσό μου! Στα βάσανά μας»!
Ήπιαν από μια γερή γουλιά. Τρεις βότκες μετά, είχαν βρεθεί σε ένα από τα τραπέζια, με τον άγνωστο να της περιγράφει με σπαρταριστό τρόπο πώς έκαναν έρωτα, χθες, στις τουαλέτες, με τον Ηρακλή και πώς μπήκε το αφεντικό και τους έπιασε στα πράσα, ουρλιάζοντας που οι πελάτες το είχαν κάνει σελφ σέρβις κι έπαιρναν ό,τι ήθελε ο καθένας από το μπαρ. Γελούσε με την καρδιά της, μάλλον από ανάγκη, παρά από την ιστορία. Αν και αυτή η αδελφή ήξερε να μιλάει.
Έφυγαν μαζί. Παραπατούσε από το ποτό.
«Πώς θα πάω, έξι το πρωί, στη δουλειά…»
«Μην πας, χρυσό μου! Πάρε τους τηλέφωνο και πες πως ξεκατινιάστηκες όλο το βράδυ και δεν μπορείς να σύρεις τα πόδια σου. Και τι έγινε»;
«Δε γίνονται αυτά…»
Περπατούσαν στο σκοτεινό δρομάκι. Γελούσαν. Αλλά όταν άκουσε αυτό που ξεστόμισε, της κόπηκε το γέλιο:
«Στα νοσοκομεία απαγορεύεται να αρρωστήσει κανείς»;
Ήταν σίγουρη. Δεν του είχε πει τίποτα για τη δουλειά της. Εξάλλου, μιλούσε συνέχεια αυτός. Ακόμη κι όταν ο Ηρακλής τους πρότεινε να πάνε σπίτι του, να τον περιμένουν όταν θα σχολούσε, για να μιλήσουν, εκείνος συνέχιζε να μιλάει ασταμάτητα. Ήταν σίγουρη, αν και ήταν μεθυσμένη.
Προσπάθησε να στηριχθεί στα πόδια της. Ένοιωσε τα χέρια του να τη στηρίζουν. Ήταν αρκετά δυνατός. Συνοφρυώθηκε.
«Πώς είπαμε ότι σε λένε»;
«Δεν είπαμε, χρυσό μου… Όλο το βράδυ, σημασία δε μου έδωσες»…
«Όχι, πως… Και πώς σε λένε»;
«Διονύση»…
Η φωνή του ακούστηκε διαφορετική. Θα έπαιρνε όρκο πως αυτός δίπλα της, δεν ήταν αδελφή… Έκανε να τραβηχτεί. Την κράτησε σφιχτά:
«Μη βιάζεσαι, Σοφία. Σε λίγο, θα συναντήσεις την Άννα»!
Άνοιξε το στόμα της να φωνάξει. Δεν τα κατάφερε. Ένα μαντήλι της έκλεισε το στόμα, μια μυρωδιά την τύλιξε… Όλα ήταν θολά και, σιγά – σιγά, σκοτείνιαζαν…
Όταν η λεπίδα θα έκοβε την καρωτίδα πέρα ως πέρα κι όταν θα συνέχιζε με τον δεξιό της καρπό, δε θα καταλάβαινε το παραμικρό. Το χλωροφόρμιο είχε κάνει τη δουλειά του. Η ψυχή της είχε πετάξει κι έψαχνε αυτήν της Άννας, όταν ο δολοφόνος έσερνε το άψυχο σώμα της πιο βαθιά στο δάσος και το πετούσε σ έναν λάκκο που είχε ανοίξει από νωρίς…

Συνεχίζεται…

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Συνάντηση

Δεν ήταν ο χρόνος της. Αυτό σκεφτόταν εδώ και μια ώρα που καθόταν πίσω από το πέμπτο ποτήρι κούμπα λίμπρε. Έκανε μια σύντομη αναδρομή, καθισμένη στον πάγκο του μπαρ: πριν έναν χρόνο ζούσε τον έρωτά της με έναν ευγενικό μάνατζερ, που την είχε πάρει από το χέρι και την είχε οδηγήσει έξω από το μικρό γραφείο του λογιστηρίου, όπου ήταν επικεφαλής. Είχαν συναντηθεί σε μια σύσκεψη. Στέλεχος άλλης εταιρίας εκείνος, θα έπρεπε να συνεργαστούν στενά. Κι έτσι τον γνώρισε από κοντά. Από πολύ κοντά.
Ήταν βράδυ, θυμόταν, είχαν να δουν άλλα δύο βιβλία τιμολογίων κι εκείνος, ευγενικός όπως πάντα, είχε πάει να φέρει κινέζικο, γιατί το ντελίβερι μπόι είχε πάθε ένα ατύχημα με το μοτοποδήλατο. Έβρεχε κι εκείνος δεν είχε ομπρέλα. Επέστρεψε μουσκεμένος, με μια εφημερίδα στο κεφάλι για προστασία και μια σακούλα σπρινγκ ρολς, ρύζι στον ατμό, φτερούγες κοτόπουλου, λαχανικά σι τσουάν, νουντλς, δυο γλυκόξινες, λίτσι και μπόλικο βρόχινο νερό. Του πρότεινε να βγάλει το πουκάμισό του, που ήταν μούσκεμα κι εκείνος, ντροπιασμένος, γύρισε την πλάτη. Τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και, μέσα σε δύο λεπτά, χαίρονταν ο ένας, το κορμί του άλλου.
Θυμόταν το σύντομο ταξίδι τους στη Βουλγαρία. Για σκι. Από εκεί στράβωσε η ιστορία. Έσπασε το πόδι του, το πήρε για μήνυμα από το Θεό, της ζήτησε να χωρίσουν. Κι εκείνη πήγαινε κάθε μέρα στο νοσοκομείο, να τον φροντίζει.
Τότε της είχε πει πως η γυναίκα του γνώριζε, πως δεν είχε αντέξει και της είχε πει τα πάντα και πως δε σκόπευε να ξαναπεράσει τα ίδια.
Τότε του είχε πει πως γνώριζε κι εκείνη ότι η γυναίκα του ήξερε για το δεσμό τους. Πως είχε κάνει εκτροπή το τηλέφωνο του γραφείου της στο κινητό της, για να μην κινήσει υποψίες. Πως είχε δεχτεί ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα, τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού της, από κάποιον που δε μίλησε. Πως είχε υποθέσει ότι θα ήταν η Δώρα.
Αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Τέρμα η αγωνία. Τέρμα η παρανομία. Θα γυρνούσε στη γυναίκα του.
Κι είχε έρθει εδώ, στο ίδιο μπαρ, να πιει τα ίδια ποτά. Ήταν τότε που μπήκε ο Διονύσης στη ζωή της. Ήταν εύκολο θύμα. Έφθαναν δυο κουβέντες.
Μόνο που σκεφτόταν το Διονύση, ανατρίχιαζε. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ο Διονύσης είχε σκοτώσει τον Γιώργο. Αλλά γιατί; Ήταν μια παλιά ιστορία. Όσο κι αν ζήλευε, πώς έφθασε στο σημείο να τον σκοτώσει με τόσο άγριο τρόπο; Κι ύστερα; Όλες εκείνες οι γυναίκες; Η πόρνη; Η γειτόνισσά της; Η νοσοκόμα για την οποία είχε ακούσει στα κεντρικά;
Σηκώθηκε να φύγει. Ένοιωθε πως κάποιος την παρακολουθούσε. Έψαξε, με το βλέμμα της, στο χώρο. Κανείς δε φαινόταν γνωστός. Κανείς δε φαινόταν να έδινε σημασία στο ότι έφευγε, τρεκλίζοντας.
Βγήκε έξω. Το στενάκι, κοντά στο Λευκό Πύργο, ήταν σκοτεινό. Στη γωνία, όμως, έφεγγαν τα φώτα του κεντρικού δρόμου. Μερικά βήματα μόνο τη χώριζαν από εκεί. Κι έπειτα, θα έβρισε ταξί, θα έπαιρνε λεωφορείο, με κάποιον τρόπο θα πήγαινε σπίτι της.
Σπίτι; Μήπως θα ήταν καλύτερα να πάει σε κάποιο ξενοδοχείο; Μήπως το σπίτι δεν ήταν η καλύτερη λύση; Είχε τηλεφωνήσει στον Κώστα, αλλά το κινητό του ήταν κλειστό. Έκανε άλλο ένα βήμα. Ένοιωσε να βυθίζεται. Το ρούμι έτρεχε στο αίμα της. Το πεζοδρόμιο ερχόταν κι έφευγε στο βάθος. Τα φώτα του κεντρικού δρόμου ήταν, ακόμη, μακρινά. Γινόταν διπλά, τετραπλά, οκταπλά. Είχε μεθύσει.
Προσπάθησε να κάνει άλλο ένα βήμα. Παραπάτησε. Άπλωσε το χέρι της να στηριχθεί σ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Ένοιωσε κάποιον να της αρπάζει το χέρι, να τη στηρίζει. Γύρισε να τον ευχαριστήσει.
Ο Διονύσης την κρατούσε γερά και της χαμογελούσε. Ήρεμα… Προσπάθησε να φωνάξει. Της έκλεισε το στόμα. Ήταν δυνατός. Ήταν μεθυσμένη. Μια περίεργη μυρωδιά… Όλα θόλωσαν. Ύστερα σκοτείνιασαν. Τον άκουσε. Η φωνή του ερχόταν από μακριά, μετά είχε αντήχηση, μετά έσβησε:
«Να περάσω λίγο… Η κυρία, είναι μεθυσμένη…»

Συνεχίζεται…

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Στο βιράζ

Τα ΄χαν βάλει όλα κάτω: Η Τιτάκου, πρώτη μάρτυρας, τα είχε με τον Αλεξάνδρου, πρώτο θύμα. Η Τιτάκου, πρώτη μάρτυρας, τα είχε με τον Διονύση, πρώτον ύποπτο. Κι αν όλα σταματούσαν εδώ, καλώς… Για τους χι, ψι λόγους, η Τιτάκου έβαλε τον Διονύση να βγάλει από τη μέση τον παλιό γκόμενο. Απλά πράγματα… Αλλά εδώ είχαν να κάνουν με μια σειρά γυναίκες, που είχαν βρεθεί νεκρές κι ήταν, σίγουρα, θύματα του ίδιου δολοφόνου. Τα κομμένα χέρια οδηγούσαν σ αυτό το συμπέρασμα.
«Συνήθως η λύση είναι η πιο απλή. Σκέψου λίγο…»
Ο Μίλτος ήταν αυτός που μιλούσε. Ο Κώστας είπε τι είχε βρει κι από εκεί κι ύστερα σιωπούσε. Σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να καθίσει απέναντι από τον άνθρωπο με τον οποίο είχε κάνει έρωτα και να τον ανακρίνει. Ψυχρά. Να του κάνει όλα τα κόλπα που κάνουν οι μπάτσοι σε αυτούς που πρέπει να μιλήσουν. Να την κάνει να φτύσει το γάλα της μάνας της. Κι η σκέψη μόνον του προκαλούσε ναυτία. Τελευταία το στομάχι του δεν άντεχε πολλά-πολλά.
«Μην το σκέφτεσαι. Είναι τέσσερις τα ξημερώματα. Σε τρεις ώρες θα πας στα κεντρικά και θα ανακρίνεις την Τιτάκου. Ελπίζω να την κρατάτε ακόμη και να μην την έχετε αφήσει ελεύθερη, λόγω έλλειψης στοιχείων»…
Τινάχθηκε επάνω… Αυτό, δεν το είχε σκεφτεί. Κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν αφήσει την Τιτάκου. Δεν υπήρχε κατηγορία εναντίον της. Ούτε καν υπόνοια… Έβγαλε το κινητό του, το άναψε και βλαστήμησε ενώ περίμενε να εμφανιστεί στην οθόνη ο χώρος για να συμπληρώσει το πιν. Πληκτρολόγησε γρήγορα. Στα δυο χτυπήματα, από την άλλη πλευρά απάντησαν:
«Ασφάλεια, ανθρωποκτονιών…»
«Ποιος είναι; Ο Θεοδωρίδης είμαι…»
«Ο υπασπιστής κ. διοικητά! Δηλαδή ο… ο… Αναστασίου, ο δόκιμος!»
Γαμώ το! Ένα παιδάκι που, μόλις είχε βγει από τη σχολή.
«Δεν είναι κανείς άλλος εκεί;»
«Όχι κ. διοικητά! Είναι αργά… είναι τέσσερις και…»
«Μη με λες διοικητή. Διοικητής σου είναι ακόμη ο Παντάκης! Με την Τιτάκου τι έγινε; Είναι ακόμη εκεί»;
Ο δόκιμος απάντησε αμέσως. Σε εκείνον, όμως, φαινόταν λες κι είχαν περάσει αιώνες…
«Όχι κύριε διοικ…, ε… κ. Θεοδωρίδη ήθελα να πω! Την αφήσαμε, στις 9 το βράδυ»…
Την άφησαν! Πού πήγε; Πού βρισκόταν; Ήταν με το Διονύση; Ήταν μόνη της; Κινδύνευε; Γελούσαν εις βάρος του με το Διονύση οδηγώντας προς τα σύνορα; Τον διέκοψε ο Μίλτος:
«Ζήτα να ειδοποιήσει τα σύνορα! Αεροδρόμια, λιμάνια, ΚΤΕΛ, στη Θράκη, στη Δράμα, στους Ευζώνους, παντού! Ξύπνα, Κώστα»!
Ξύπνησε:
«Άκου, Αναστασίου! Ειδοποίησε αμέσως την Πρήχα! Να βγάλει διαταγή για να ψάξουν την Τιτάκου παντού! Ακούς; Παντού! Πες στη γενική ότι θα την ενημερώσω εγώ! Τώρα»!
«Μα…»
Το «μάλιστα» του δόκιμου έμεινε στον αέρα. Ο Κώστας είχε κλείσει το τηλέφωνο κι ετοιμαζόταν να καληνυχτίσει το Μϊλτο. Μόνον που ο Παντάκης στεκόταν απέναντί του, ντυμένος, έτοιμος για έξω.
«Τι με κοιτάς ρε μαλάκα; Μαζί το αρχίσαμε, μαζί θα το τελειώσουμε. Πάμε να βρούμε την Τιτάκου, μπας και καταλάβουμε τι στο καλό συμβαίνει εδώ»!

Συνεχίζεται...

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Ένα νούμερο

«Δεν είχε γίνει ποτέ καμία συγχώνευση! Το καταλαβαίνεις; Πες μου σε παρακαλώ, εσύ που είσαι απ΄ έξω κι έχεις πιο καθαρό μυαλό. Πες μου, ρε Μίλτο, θα τρελαθώ…»
Ο Μίλτος τον άκουγε με προσοχή. Ο άσπονδος φίλος του ερχόταν και ζητούσε βοήθεια. Τον είχε κολακέψει, αλλά, ταυτόχρονα, έψαχνε και την παγίδα. Δεν άντεξε:
«Ρε Κώστα, θα σκάσω! Αν δε ρωτήσω, θα σκάσω! Πριν δυο μέρες ανταλλάσαμε μπουνιές και τώρα ζητάς βοήθεια; Εξαιτίας σου είμαι εκτός υπηρεσίας κι εσύ μου λες να σου πω τι νομίζω για την υπόθεση»;
«Δυο μυαλά είναι καλύτερα από ένα, Μίλτο»…
«Μαλακίες! Κόλλησες! Στην Πρήχα δεν μπορείς να πας, γιατί περιμένει λύση κι όχι κι άλλα μπερδέματα, σε ποιον θα πας; Στο μαλάκα. Δε μου λες, γράφει μαλάκας στο μέτωπό μου»;
«Ναι ρε! Γράφει! Είσαι μεγάλος μαλάκας! Ρίχνω τα μούτρα μου κι έρχομαι. Ζητάω συγνώμη και βοήθεια. Κι εσύ… εσύ… εσύ… ψάχνεις μαλακίες! Να τι ψάχνεις»!
«Βλέπω, όταν συγχύζεσαι χάνεις την ευγλωττία σου και το λεπτό χιούμορ…»
Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Γέλασαν κι οι δυο μαζί, όπως τότε, στη σχολή ενωμοταρχών. Παλιά… Κάθονταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του Μίλτου και, μπροστά τους, ξεθύμαιναν δυο μπίρες. Πρώτος μίλησε ο Κώστας:
«Λοιπόν»;
«Σερσέ λα φαμ»!
«Τι εννοείς»;
«Μια γυναίκα ρε φίλε! Τι άλλο; Ο Αλεξάνδρου, Θεός σχωρέσ’ τον, κατέβασε από την κούτρα του το ταξίδι στη Βουλγαρία, για να πάει με τη γκόμενα. Χειμώνας ήταν, πήγαν για σκι. Έσπασε το πόδι του και άρχισε τα γνωστά στη γυναίκα του, ότι να και καθυστερεί η συγχώνευση, να και τώρα γίνεται, έφαγε την άδειά του κι επέστρεψε όταν έγιανε το πόδι. Και ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Τώρα, εσύ γιατί ψάχνεις αυτήν την ιστορία, δεν το καταλαβαίνω».
«Επειδή ο Αλεξάνδρου δεν φαινόταν τέτοιος άνθρωπος. Μονόχνωτο τον περιγράφουν όλοι και κλειστό χαρακτήρα. Κι αυτός γυρνούσε στις Βουλγαρίες με γκόμενες; Δεν κολλάει, ρε Μίλτο»…
«Από τη Βουλγαρία τι σου είπαν»;
«Όπως τα είπες. Τραυματίστηκε στο σκι, χειρουργήθηκε, νοσηλεύτηκε. Κι έπειτα, πήρε εξιτήριο, τρεις μέρες μετά την επέμβαση. Βγήκε με πατερίτσες. Πήγε στο ξενοδοχείο. Έμεινε εκεί άλλες δυο βδομάδες, ώσπου κατάφερε να περπατήσει χωρίς πατερίτσες. Έβγαλε το γύψο, έκανε μια βδομάδα φυσιοθεραπείες κι έπειτα αναχώρησε για Ελλάδα».
«Μόνος»;
«Στο ξενοδοχείο, πάντως, μια φορά, έμενε μόνος».
«Στο νοσοκομείο»;
«Ούτε που θυμούνται. Πάλι σε τοίχο πέσαμε…»
Η κουβέντα δεν έβγαζε πουθενά κι ο Κώστας το πήρε απόφαση: Θα μιλούσε στην Πρήχα. Σήκωνε τα χέρια του ψηλά. Καληνύχτισε το Μίλτο και περπάτησε ως το σπίτι. Σχεδόν έφθανε, όταν άκουσε το κινητό του τηλέφωνο.
«Ας μη βρήκαν κι άλλο πτώμα…»
Η παράκλησή του έγινε δεκτή. Η Πρήχα, δεν είχε να του πει για άλλο ένα πτώμα.
«Τι έγινε ρε Κατερίνα»;
«Σε ψάχνει η Δώρα…»
«Η Δώρα; Ποια είναι, πάλι, αυτή»;
«Η γυναίκα του Αλεξάνδρου. Σε περιμένει στο σπίτι της».
Πήρε ταξί. Σε είκοσι λεπτά καθόταν, πάλι, στον ίδιο καναπέ. Αυτήν τη φορά, μπροστά τους, ήταν δυο ποτήρια ουίσκι.
«Έπρεπε να σας το πω από την πρώτη φορά κ. Θεοδωρίδη. Ο άνδρας μου, πριν έναν χρόνο, είχε έναν παράνομο δεσμό. Μου είχε πει ότι είχε λήξει, ότι ήταν ένα λάθος με μια ασήμαντη, μια στιγμή αδυναμίας. Τον πίστεψα. Όταν μου είπε ότι θα έλειπε στη Βουλγαρία, για μια συγχώνευση, έψαξα και βρήκα την ασήμαντη. Δεν τον είχε ακολουθήσει κι ησύχασα».
«Πώς ήσασταν σίγουρη ότι δεν τον είχε ακολουθήσει;»
«Μα… τηλεφώνησα στο προσωπικό της τηλέφωνο, στο γραφείο της. Απάντησε, σχεδόν αμέσως».
«Τη γνωρίζετε»;
«Όχι προσωπικά! Δε θα καταδεχόμουν να συνομιλήσω με ένα τσουλί! Άκουσα τη φωνή της και το έκλεισα. Μου έφτανε αυτό».
«Και πώς βρήκατε το τηλέφωνό της»;
«Μου το είχε δώσει ο ίδιος ο Γιώργος, όταν είχε παραδεχτεί τη σχέση τους. Για να βεβαιωθώ πως δε συμβαίνει τίποτα».
«Της τηλεφωνήσατε και τότε»;
«Όχι εγώ. Έβαλα κάποιον άλλον. Έναν ντεντέκτιβ, ή κάτι τέτοιο. Με το αζημίωτο φυσικά…»
«Έχετε το τηλέφωνο του ντεντέκτιβ, ή το όνομά του»;
«Δυστυχώς. Θυμάμαι μόνον το μικρό του όνομα: Διονύσης»…
Ένοιωθε αναγούλα. Το στομάχι του πήγαινε κι ερχόταν. Διονύσης. Λες; Κρατήθηκε και ρώτησε:
«Και το τηλέφωνο της κυρίας;
«2310565765».
Η φωνή του έτρεμε:
«Αυτό είναι το τηλέφωνο του σπιτιού της, ή της εργασίας της»;
«Της εργασίας της, φυσικά. Αυτό με ενδιέφερε. Αν βρισκόταν στην εργασία της, δε θα μπορούσε να είναι με τον άνδρα μου».
Τα τελευταία της λόγια δεν τα είχε, καν, ακούσει. Ήταν σίγουρος, αλλά ήθελε να βεβαιωθεί. Έβγαλε το κινητό του κι έτρεξε τον κατάλογο. Την είχε καταχωρήσει με το μικρό της όνομα: Ελένη. Το βρήκε: 6945565765. Το κινητό της Ελένης ήταν ίδιο με το σταθερό της άλλης γυναίκας στη ζωή του Αλεξάνδρου. Έμενε να καλέσει το σταθερό τηλέφωνο, για να έχει την απόδειξη που ζητούσε. Ο ίδιος, ήταν σίγουρος.
Η Αλεξάνδρου τον κοιτούσε λες κι ήταν εξωγήινος. Είχε σταματήσει να μιλάει. Τον έβλεπε να ασχολείται με το κινητό του, λες και όσα του έλεγε δεν είχαν καμία σχέση με τον άνδρα της, με την υπόθεση. Τον είδε να πληκτρολογεί έναν αριθμό.
Το τηλέφωνο ήχησε τέσσερις φορές. Μετά, ένας περίεργος θόρυβος λες και η κλήση προωθούνταν. Η κλήση ήχησε άλλες τρεις φορές. Κι έπειτα…
«…Κώστα; Εσύ είσαι;»…
Έκλεισε το κινητό του. Το κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο και το έσβησε εντελώς. Στράφηκε στην Αλεξάνδρου:
«Τελείωσε η μπαταρία μου. Μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σας»;
«Φυσικά…»
Του έφερε ένα ογκώδες ασύρματο. Στο μεταξύ, είχε σκεφτεί πού θα καλούσε, για ξεκάρφωμα. Πήρε το Μίλτο:
«Αστυνόμε Παντάκη, θα ήθελα να συναντηθούμε»…
«Τι επισημότητες είναι αυτές ρε Κώστα; Πριν τρεις ώρες τα πίναμε στη βεράντα και τώρα ΄αστυνόμε Παντάκη΄ κι άλλες παπάρες»;
«Δεν μπορώ να σας εξηγήσω από το τηλέφωνο…»
«Έλα στο σπίτι. Τηλεόραση έβλεπα, ούτως ή άλλως».
«Τα λέμε…»
Έκλεισε το ασύρματο και το έδωσε στην Αλεξάνδρου. Εκείνη τον κοιτούσε μέσ’ στα μάτια.
«Είμαστε κοντά»…
Αυτό της είπε μόνο κι έφυγε για του Μίλτου. Ξανά…


Συνεχίζεται...

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2007

Κάλλιο αργά, παρά ποτέ!


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»
(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)
«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»
(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.
Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.
«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»
(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:
«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
  • ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
  • ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
  • ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
  • ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
  • ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

  • ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
  • ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
  • ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
  • ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων – Η κ. Αλεξάνδρου

«Γιώργος Αλεξάνδρου».
Ήταν η πρώτη φορά που έδινε προσοχή στο μικρό όνομα του πρώτου θύματος. Οι εκπλήξεις, σε αυτήν την ιστορία, διαδέχονταν η μία την άλλη. Έτσι, η προσοχή του, είχε επικεντρωθεί σε άλλα. Εξάλλου, η επίσκεψη στην εργασία του πρώτου θύματος, δεν είχε αποδώσει το παραμικρό. Κι ούτε σκόπευε να ανησυχήσει ποτέ την κ. Αλεξάνδρου. Είχε τον καημό της, μόνον οι μπάτσοι της έλειπαν. Όμως, ξαφνικά, αυτό το πρώτο θύμα, έδειχνε ενδιαφέρον. Ήταν ο μοναδικός άνδρας –αν η θεωρία του για το ότι ο Ευσταθίου, ο αστυνομικός, ήταν παράπλευρη απώλεια. Έτσι βρέθηκε έξω από το διαμέρισμα του Αλεξάνδρου, να κοιτάζει τη χάλκινη μικρή επιγραφή στη θωρακισμένη πόρτα και να σκέφτεται αν πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι. Σκέψη στιγμής. Το ξεπέρασε γρήγορα και χτύπησε.
Του άνοιξε η κ. Αλεξάνδρου. Ντυμένη στα μαύρα, ξανθιά, ψηλή, όμορφη γυναίκα. Κι ο Αλεξάνδρου όμορφος ήταν, αλλά, όπως έλεγαν και στη δουλειά του, απόμακρος και μονόχνωτος. «Μα, καλά, πώς τον παντρεύτηκε εκείνη η γυναίκα»!
Την ίδια απορία είχε κι ο Κώστας. Μόνον που αυτός, ως αστυνομικός, μπορούσε να ρωτήσει:
«Θα σας θυμήσω πράγματα που, ίσως, θέλετε να ξεχάσετε, αλλά είναι αναγκαίο. Πού γνωρίσατε τον άνδρα σας»;
«Σε ένα σεμινάριο. Ήμουν κατώτερο στέλεχος μιας πολυεθνικής. Εκείνη την εποχή ψαχνόμουν για το τι θα έκανα με τη ζωή μου. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα και με βοηθούσε στα πάντα. Εγώ δεν τα πήγαινα καλά με το μάρκετινγκ. Μόνον στις δημόσιες σχέσεις ήμουν καλή, αλλά το είχα βάλει πείσμα. Είδε το πείσμα μου και, όπως έλεγε αργότερα, τον γοήτευσε. Κι εμένα με γοήτευσε η ευγένειά του. Ο Γιώργος ήταν πολύ ευγενικός… Βγαίναμε τρεις μήνες και δεν μου είχε πιάσει ούτε το χέρι. Αν δεν του έδινα θάρρος εγώ…»
Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Μια γυναίκα με μοναδικό προσόν την εμφάνιση, προφανώς από οικογένεια με αυστηρές αρχές,..
«Η οικογένειά σας…»
«Η οικογένειά μου τον υπεραγαπούσε. Η μητέρα μου, δηλαδή, γιατί ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν μικρή. Η μητέρα μου έδωσε όλη την αγάπη της…»
Κι όλη την προστατευτικότητά της –σκέφτηκε ο Κώστας. Με μια μάνα βεντούζα πάνω της, δεν είχε πολλές ευκαιρίες.
«Αλήθεια, πού σπουδάσατε»;
«Σε ένα κολλέγιο, εδώ. Η μητέρα μου… Ξέρετε, πού να την άφηνα μόνη»…
Σωστά… Κι έτσι ήρθε κάποιος να την πάρει από το σπίτι της μάνας, με τη συγκατάθεση της μάνας. Ό,τι καλύτερο…
«Ξέρω, σας έχουμε ξαναρωτήσει τα ίδια πράγματα, αλλά, από κάπου πρέπει να αρχίσω… Είχε εχθρούς ο…»
«Κανέναν! Τον αγαπούσαν όλοι. Σας είπα, ήταν τόσο ευγενικός»!
«Είχε χόμπι»;
«Δεν προλάβαινε. Έδινε τα πάντα στη δουλειά του και στο σπίτι μας. Δεν έλειψε ούτε μέρα από τη δουλειά».
«Ούτε όταν έσπασε το πόδι του»;
«Ποιο;»
«Το πόδι του…»
«Λάθος κάνετε. Ο Γιώργος δεν έσπασε ποτέ το πόδι του»!
Κι όμως, το είχε σημειώσει. Του το είχε πει ο ιατροδικαστής. Κόλλησε…
«Μα πώς σας ήρθε»;
Έπρεπε να βρει μια δικαιολογία:
«Έλα ντε… Πώς μου ήρθε; Κοιτάξτε: Κόλλησαν οι σελίδες στο σημειωματάριό μου και γύρισα σε λάθος σημειώσεις. Χίλια συγνώμη! Σας αναστάτωσα! Χίλια συγνώμη»!
«Δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά»…
Σε αυτόν, όμως, δεν είχε ξανασυμβεί να σημειώνει λάθος. Αν είχε σημειώσει λάθος. Έπρεπε να δράσει γρήγορα…
«Με συγχωρείτε για λίγο… Επειδή θα ήθελα να πούμε δυο τρία πράγματα ακόμη, θα ήθελα να τηλεφωνήσω στην υπηρεσία, ότι θα αργήσω, γιατί έχω κι ένα ραντεβού…
«Το τηλέφωνο είναι…»
«Όχι, έχω το κινητό μου, απλά…»
«Ναι, καταλαβαίνω. Να ετοιμάσω έναν καφέ; Ελληνικό, γαλλικό, φραπέ»;
«Ελληνικό. Σκέτο. Διπλό. Αν δε σας κάνει κόπο…»
«Κανέναν»…
Του γύρισε την πλάτη και βγήκε από το σαλόνι. Εκείνος άρπαξε το τηλέφωνό του και βγήκε στο μπαλκόνι. Σχημάτισε τον αριθμό του ιατροδικαστή. Ευτυχώς, το σήκωσε σχεδόν αμέσως:
«Κώστα, ο Θεοδωρίδης είμαι…»
«Δεν έχω άλλο πτώμα χωρίς χέρι για σένα…»
«Κάτσε, κάτσε… Δε μου λες, θυμάσαι αν το πρώτο θύμα, ο Αλεξάνδρου, είχε ένα σπασμένο πόδι»;
«Τι σου ήρθε τώρα…»
«Πες μου ρε Κώστα…»
«Αν θυμάμαι καλά, ναι! Γιατί δεν βλέπεις τις σημειώσεις σου; Όταν σου τα έλεγα, σημείωνες…»
«Αυτές βλέπω. Και έχω σημειώσει για σπασμένο πόδι. Μόνον που…»
«Τι σ έπιασε τώρα…»
«Άκου ρε Ναστούλη, γαμώ την επιστήμη σου! Είμαι με τη γυναίκα του. Και δεν έχει ιδέα»!
«Τι, δεν έχει ιδέα! Πώς… Κοίτα, το σπάσιμο δεν κρύβεται…»
«Κι όμως… Δε μου λες. Αυτό το σπάσιμο του Αλεξάνδρου, πόσο καιρό θα χρειαζόταν για να θρέψει»;
«Τι να σου πω… Δεν μπορώ να στα πω έτσι απ΄ έξω. Να δω, λίγο, τα στοιχεία που έχω… Παίξε την κυρία καντενάτσιο. Ανοίγω το κομπιούτερ μου. Δώσ’ μου δυο τρία λεπτά…»
«Έγινε, πάρε με…»
Έκλεισε το τηλέφωνο και μπήκε στο σαλόνι. Η κ. Αλεξάνδρου καθόταν, ήδη, στον καναπέ, μπροστά από δυο ελληνικούς καφέδες. Κάθισε απέναντί της.
«Λοιπόν, ας συνεχίσουμε…»
«Σας άκουσα, κύριε Θεοδωρίδη…»
Έσκυψε το κεφάλι του.
«Τι είναι αυτό, πάλι, κύριε Θεοδωρίδη; Τι φασούλι μου βγάζετε; Τι σπάσιμο είναι αυτό; Τι σχέση έχει με τη δολοφονία του συζύγου μου»;
«Δεν ξέρω κ. Αλεξάνδρου. Ο ιατροδικαστής, κατά τη νεκροτομή, βρήκε ότι το πόδι του συζύγου σας είχε σπάσει, παλιότερα. Προφανώς θα είχε κάποια βίδα, κάποια λάμα… Εσείς δεν είχατε δει κάποια ουλή; Συνήθως αυτές οι επεμβάσεις αφήνουν ουλές…»
«Τίποτα… Δεν έχω δει τίποτα… Δεν καταλαβαίνω…»
Χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν ο ιατροδικαστής.
«Έλα Ναστούλη…»
«Κοίτα, δεν είναι παλιό κάταγμα. Έγινε περίπου τρεις μήνες πριν τη δολοφονία. Όχι σπουδαία πράγματα, αλλά στο σημείο είχε μια τερατώδη ουλή. Λες και δεν τον χειρούργησε γιατρός, αλλά κομπογιαννίτης. Και η λάμα που του έβαλε, είναι ρωσικής κατασκευής… Όπως το βλέπω, πρέπει να έμεινε στο κρεβάτι γύρω στις 10 μέρες και να περπατούσε με πατερίτσα κανα δυο βδομάδες μετά».
«Κι έπειτα, δε θα κούτσαινε»;
«Όχι ιδιαίτερα. Σου είπα, ήταν σε σημείο καλό για τον ασθενή».
«Ευχαριστώ…»
Έκλεισε το κινητό του και στράφηκε στην Αλεξάνδρου.
«Και τώρα πείτε μου… Απουσίασε για, περίπου έναν μήνα, ο σύζυγός σας τελευταία»;
«Ναι, είχε πάει στη Βουλγαρία, για μια συγχώνευση… Πριν πέντε μήνες. Μάλιστα χάσαμε τις χειμερινές μας διακοπές γι αυτό»…
Το μυαλό του γύριζε σαν τρελό. Στη Βουλγαρία, συγχώνευση. Έπρεπε να ξαναπάει στην εταιρία. Έπρεπε να βρει το λόγο για τον οποίο ο Αλεξάνδρου είχε κρύψει από τη γυναίκα του ένα σπάσιμο. Πρώτα, όμως, έπρεπε να πει στην κ. Αλεξάνδρου ό,τι του είχε πει ο ιατροδικαστής.


Συνεχίζεται...