Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

Ο ΚΟΚ της Καπελίας


Πρωί. Πρωί για μένα, δηλαδή, γιατί για τους άλλους, ήταν μεσημεράκι. Οδηγούσα. Πίσω από το τιμόνι, στους δρόμους της πόλης.
Πρώτη, δευτέρα, νεκρά, πρώτη, νεκρά, πρώτη, δευτέρα, τρίτη, όχι τρίτη, νεκρά, πρώτη, νεκρά. Φρένο. Πρώτη, δευτέρα, νεκρά, πρώτη, νεκρά, πρώτη, δευτέρα, νεκρά. Φρένο.
Σε τέτοιες οδικές συνθήκες δοκιμάζονται οι υποψήφιοι οδηγοί, παίρνουν το δίπλωμα και ξεχύνονται στους δρόμους να μάθουν να οδηγούν.
Κι εκεί τον συνάντησα. Ο ιδιοκτήτης του δρόμου. Οδηγούσε ακριβώς στη μέση. Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Και δεν οδηγούσε κανένα smartάκι, να βλέπουμε και τι γίνεται, εμείς οι πισινοί. Μπετονιέρα οδηγούσε! Μπετονιέρα, πρωινιάτικα, στους δρόμους μιας πόλης πολύ κοντά στο έμφραγμα.
Θα μου πείτε, τώρα: Κι αυτοί που θέλουν να ρίξουν μπετά στο σπίτι τους, ρε φίλε, πώς θα εξυπηρετηθούν, αν όχι με μπετονιέρα;
Αυτό σκέφτηκα κι εγώ κι έκανα υπομονή. Μπήκα πίσω από το Χάρο και προσευχόμουν να στρίψει σε κάποια στιγμή, να γλιτώσω.
Κατά μία διαβολική σύμπτωση, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ογκώδες όχημα το οποίο θέλεις να αποφύγεις, έχει την ίδια αφετηρία και τον ίδιο προορισμό με ΄σένα. Έτσι, από κοντά κι αγαπημένοι, εκείνος μπροστά κι εγώ πίσω, φθάσαμε στη Βενιζέλου... Όταν, δε, άναψε φλας δεξιά για Τσιμισκή, μου ήρθε ν΄ ανοίξω σαμπάνιες.
Αλλά κάποιος εκεί πάνω, μου την είχε φυλαγμένη. Γιατί μόλις γλίτωσα από τη Μπετονιέρα (τη γράφω επίτηδες με κεφαλαίο, για να έχει όγκο η λέξη, όπως και το όχημα) έπεσα σε γέρο με καβουράκι.
Η συγκεκριμένη συνομοταξία οδηγών έχει τους δικούς της κανόνες και ακολουθεί δικό της κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Παρατηρήστε το! Όλοι οι οδηγοί κάποιας ηλικίας, που φορούν καπέλο την ώρα που οδηγούν (λες και κρυώνουν επειδή τους χάλασε το αερόθερμο, ή φοβούνται πως η ηλιακή ακτινοβολία θα διαπεράσει τον ουρανό του αυτοκινήτου και θα τους προκαλέσει, αρχικά, εγκαύματα και, στη συνέχεια, καρκίνο του δέρματος, οδηγούν με τον ίδιο, ακριβώς, τρόπο, λες και έχουν έρθει από μία μυστηριώδη χώρα, την Καπελία.
Αρ. 1: Στην Καπελία, τα φλας είναι άχρηστα. Όποιος θέλει να στρίψει, απλά στρίβει! Ο πίσω μαντεύει την πρόθεση του μπροστά και τον αποφεύγει (εξάλλου ο πίσω έχει, πάντα, άδικο).
Αρ. 2: Στην Καπελία, ο εξερχόμενος κυκλικής πλατείας έχει προτεραιρότητα, αρκεί να φορά καπέλο μέσα στο αυτοκίνητο. Επίσης και ο εισερχόμενος κυκλικής πλατείας έχει προτεραιότητα, αρκεί -και πάλι- να φορά καπέλο. Λες και το καβουράκι ή το τζόκεϊ έχουν μια μαγική δύναμη και δίνουν την ιδιότητα στον οδηγό του οχήματος να μπει και να βγει από την πλατεία όποτε θέλει, όπως θέλει και χωρίς να πάθει το παραμικρό.
Αρ. 3: Στην Καπελία, οι καθρέπτες είναι παντελώς άχρηστοι! Μου έχει τύχει ν' ανέβω από Βόλο Μακρυνίτσα, με υπήκοο Καπελίας μπροστά καθ΄ όλη τη διαδρομή, ο οποίος είχε διπλωμένους ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΚΑΘΡΕΠΤΕΣ, λες και ήταν παρκαρισμένος κι όχι σε κίνηση σε δρόμο που θυμίζει αλλεπάλληλα οκτάρια!
Αρ. 4: Στην Καπελία, η κόρνα είναι προγραμματισμένη να ηχεί ανά πέντε δευτερόλεπτα. Κάθε πέντε δευτερόλεπτα ακούς: Μπιπ μπιπ! Δις. Βλέπεις το φανάρι σου, είναι κόκκινο. Ακούς τον ήχο, στρέφεις το βλέμμα ξανά στο φανάρι, το ξαναβλέπεις κόκκινο. Ακούς ξανά τον ήχο, γυρνάς πίσω και ο υπήκοος Καπελίας σου δείχνει το πράσινο, πλέον, φανάρι σου.
Αρ. 5: Στην Καπελία, το ανώτατο όριο ταχύτηας είναι τα 20 χιλιόμετρα. Και μέσα στην πόλη κι έξω από την πόλη. Εκεί, σταθερά. Λες και όλα τα οχήματα έχουν σύστημα κρούιζιν, ρυθμισμένο στα 20.
Αρ. 6: Στην Καπελία, οδηγείς ΠΑΝΤΑ, στην αριστερή λωρίδα. Ασχέτως με την ταχύτητά σου (η οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο του ΚΟΚ Καπελίας, είναι τα 20 χιλιόμετρα).
Αρ. 7: Στην Καπελία, τα αυτοκίνητα έχουν καλή ηχομόνωση. Όσο και να κορνάρεις τον υπήκοο Καπελίας, που κινείται με 20 στην αριστερή λωρίδα, εκείνος συνεχίζει απαθής το δρόμο του.
Αρ. 8: Στην Καπελία, τα φώτα των αυτοκινήτων ανάβουν μόνον σε έκτακτη ανάγκη. Με συννεφιά, δε χρειάζονται φώτα. Με βροχή, δε χρειάζονται φώτα. Σε δρόμους φωτισμένους, δε χρειάζονται φώτα. Φαίνεται ότι η ΔΕΗ είναι ακριβή στην Καπελία.
Αρ. 9: Στην Καπελία, καταλαμβάνεις τη μεσαία λωρίδα σε δρόμους πολλαπλής κίνησης, άσχετα αν δεν θες να πας ίσια, αλλά να στρίψεις δεξιά ή αριστερά. Επίσης, καταλαμβάνεις τη δεξιά λωρίδα όταν θες να πας ίσια ή αριστερά και την αριστερή, όταν θες να πας ίσια ή δεξιά. Το Άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγει εκπληκτικά αποτελέσματα.
Αρ. 10: Στην Καπελία, οι ζώνες ασφαλείας αποτελούν διακοσμητικό του εσωτερικού του αυτοκινήτου.

Θα μπορούσα να γράφω ώρες. Καταθέτω τον ειδικό ΚΟΚ της Καπελίας, ως δεκάλογο. Δεκτά σχόλια και προσθήκες.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2006

Φεστιβάλ και Φεσιβάλ

Τέτοιο κράξιμο δεν ξαναείδα. Το Φεστιβάλ της νύστας, το Φεστιβάλ της κλάψας, το Φεστιβάλ ωδή στον Καρυωτάκη…. Και τι δεν γράφτηκε –και τι δεν ειπώθηκε…

Θα μου πείτε: Καλώς τα παιδιά… Τώρα ξύπνησες; Μωρέ ξυπνητός ήμουν, αλλά περίμενα ένα όνειρο, για ν΄ αρχίσω να τραγουδάω κι εγώ.

Το όνειρο ήρθε σήμερα το μεσημέρι. Άρρωστος καθώς είμαι εδώ και μερικές ημέρες και σέρνω τις πανάθλιες παντούφλες μου από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα κι από εκεί στην κουζίνα, ανάμεσα από στοίβες χρησιμοποιημένα χαρτομάντιλα και άπλυτα φλιτζάνια με τσάι, καφέ κι άλλα αφεψήματα και γιατροσόφια, έγειρα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος. Και τότε το είδα!

Ήμασταν, λέει, όλη η τσακαλοπαρέα. Εγώ, ο Αντώνης, ο αδελφός του ο Θωμάς, ο Κώστας κι ο μικρός του αδελφός, ο Δημήτρης. Με κοντά παντελόνια, καθότι ακόμη Σεπτέμβριος. Γιατί τότε, το ¨70, το Φεστιβάλ Τραγουδιού γινόταν κατά τη διάρκεια της Έκθεσης. Ο Αντώνης έμενε σε μονοκατοικία, με εξωτερική σκάλα. Εκεί ήταν η θέση μας. Μόλις σκοτείνιαζε, λίγο πριν οι μανάδες μας βγουν στα μπαλκόνια κι αρχίσουν τις φωνές («Δημητράάάάάάκηηηηη!!!!!!!! Έλα γρήγοραααα!!!!!!») καθόμασταν στα σκαλιά και συζητούσαμε. Ήταν η κατάληξη της μέρας, με διπλό σκοπό: να κουτσομπολέψουμε (καθότι οι άντρες πάντα ήταν πιο κουτσομπόληδες από τις γυναίκες) και να ΄χουμε και άλλοθι για να μείνουμε λίγο παραπάνω έξω («Έλα ρε μαμά! Εδώ είμαστε. Δεν παίζουμε, συζητάμε! Να, δέκα λεπτά θα τα πούμε και θ΄ανέβω»!).

Εκεί στα σκαλιά, πέρα από το ποιος αγαπάει ποιαν, πέρα από τις περιγραφές των καλύτερων γκολ της ομάδας μας, πέρα από αποκαλυπτικές εξομολογήσεις για το αν φίλησε κανείς μας καμία συμμαθήτρια («Έλα ρε! Στο στόμα; Με γλώσσα; Κανονικά»;), με τον ερχομό της Έκθεσης, ήταν η ώρα του Φεστιβάλ.

Ποιος μουσικοκριτικός κι αηδίες! Το χρυσό φτυάρι! Δεν αφήναμε κανέναν ήσυχο. Ούτε τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Τώνη Βαβάτσικο («Πίσω από το Ποτάμι που Τρέχει»), ούτε την Άννα – θέλω – να – γίνω – σταρ – Βίσση («Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή), ούτε τον άρχοντα της νύχτας Τόλη (ένας είναι ο Τόλης) που ανέβηκε τύφλα μεθυσμένος στη σκηνή, με μάτι βαμμένο για να μην τον καταλάβουν και τραγούδησε (τι τραγούδησε! Χτυπιόταν έτσι που τύφλα να ΄χει ο Μόρισσον στις μεγάλες ντούκλες) «Ξανθή, Αγαπημένη Παναγιά» κι από κάτω τον χαίρονταν και η Ζωίτσα Λάσκαρη και η Μαρινέλλα. Κι όλοι μαζί να τραγουδάμε, στα σκαλιά, «Σαν Ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη» και «Δεν έχεις τέλος Μπαρμπα-Λιά».

Κι ύστερα άλλαζε το ρεπερτόριο. Αναλάμβανα εγώ με την κουλτούρα μου «Να ΄τανε το 21» και «Άπονη Ζωή» και «Φτωχολογιά». Τραγούδια που άρεζαν στον πατέρα μου, τον μπάτσο, που ποτέ δεν κατάφερε ν ακούσει το «Τάκα τάκα τάκα τακατάκα τα», κι ας επέμενε «η Υπηρεσία» ότι ήταν καλύτερο άκουσμα. Κι άνοιγε το ραδιόφωνο, κι έπιανε μεσαία (πού FM τότε, μόνον δυο τρεις πειρατές τα ξέρανε) κι άκουγε τις εκπομπές της Κολούμπια και του Μίνωα Μάτσα και Υιού. Και Καζαντζίδη. Και δώστου «Πικρό σα δηλητήριο είναι το διαβατήριο» και «Νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου» και «Τώρα ο Σκύλος έφυγε». Κι όταν έφθανα στο «21» βγαίναν οι πατεράδες μας στα μπαλκόνια και μας μάζευαν μέσα, με φωνές και φασαρίες και λόγια, για να μην το ξανατραγουδήσουμε αυτό το τραγούδι. Και δάκρυζαν όπως μας τα λέγανε.

Αυτά ονειρεύτηκα. Τα μικράτα μου. Το Φεστιβάλ του 70, στο Παλέ, με τις πράσινες πλαστικές κουρτίνες για σκηνικό και τον Άλκη Στέα, που μας ευχόταν συνέχεια να ευτυχούμε. Κι όταν ξύπνησα οργίστηκα με όλους αυτούς που το κράζανε το φετινό Φεστιβάλ, για τα τραγούδια του. Γιατί τους χάλασε το πάρτι. Γιατί όλοι αυτοί (με πρώτους εκείνους τους εκδότες-δημοσιογράφους στο Θέμα) θέλουνε τραγουδάκια χαρωπά, πάνω τα χεράκια, κάτω τα χεράκια και γκόμενες πλαστικές να τραγουδάνε «Γλύκα γλύκα» και τη Θώδη να εκτελεί την Γκέινορ κι όλοι να γελάνε και κανείς να μην αρπάζει μια βρεμένη σανίδα να της κάνει τον ποπό μαύρο, που ασελγεί επί του πενταγράμμου. Για να γεμίζουν τις εκπομπές τους με κώλους και βυζιά και τις εφημερίδες τους με σκάνδαλα παντός είδους και παντός καιρού.

Και βρίσκουν άλλοθι στο ότι στην Ελλάδα, δυστυχώς, η ποιότητα έγινε συνώνυμο της κλάψας. Και ξεχνούν δημιουργούς τεράστιους, που έκαναν τέχνη με τα τσιφτετέλια. Που δημιούργησαν τα Τραγούδια της Χαρούλας, όπως ο Ρασούλης κι ο Νικολόπουλος κι ο Βαγιόπουλος, που έβαλε μουσική στα τσιτάτα του Μανώλη κι έφτιαξαν μαζί το ΚΟΡΥΦΑΙΟ τσιφτετέλι που έβγαλε ποτέ αυτή η χώρα (αλλά και η γείτων Τουρκία), το «Πότε Βούδας Πότε Κούδας» -που, σημειωτέων, δεν το ακούσαμε στην τελετή λήξης της Ολυμπιάδας, μάλλον το ξέχασε ο Διονύσης. Και γίναν και παραγωγοί σε δίσκους νέων, όπως οι Κατσιμιχαίοι, που όμορφα τραγούδησαν και τον γεροντοέρωτα και τον έρωτα χωρίς απόκριση.

Όμως η μανία τους αυτή, να ισοπεδώσουν το σύμπαν, να κάνουν πλάκα στον καθένα, να προωθούν το κούφιο και το κενό, γυρνάει μπούμεραγκ. Και νοιώθουν στο πετσί τους αυτά που οι ίδιοι έκαναν σε άλλους, πια. Κι η Ελλάδα αρχίζει να ξυπνά. Και να ζητά.

Γιατί δεν έχει πιει «της Άρνης το Νερό».

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2006

Εγώ κι ο Τάισον


Είχα μια περιπέτεια μαζί της. Ασκούμενη δικηγόρος εκείνη, φαν των δικαστηρίων εγώ, είχαμε ειδωθεί στα υπέροχα ασανσέρ του δικαστικού μεγάρου της Θεσσαλονίκης. Σκοτεινά και στενόμακρα –όπως ήταν πριν πέντε-έξι χρόνια.

Μη βιάζεστε! Η περιπέτεια δεν άρχισε μέσα σε ασανσέρ. Αν και τότε ήταν πολύ της μόδας το Love in an elevator, των Aerosmith, δεν ακολουθήσαμε τη συμβουλή. Δεν είναι και το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο εκεί που χαμουρεύεσαι στο ασανσέρ να ανοίξει η πόρτα και να μπει μέσα κοτζάμ πρόεδρος Πρωτοδικών, η ολόκληρος εισαγγελέας εφετών! Μπορεί οι ματιές μας να ανταμώθηκαν, τα χέρια να μάκρυναν, όμως κρατήσαμε τα προσχήματα.

Η πρώτη εντύπωση μετράει πάντα. Θετικά, ή αρνητικά. Στην περίπτωσή μας μέτρησε θετικά. Και, από το ασανσέρ, βρεθήκαμε σε γυράδικο, για κάτι στα όρθια. Και από το εστιατόριο στο σπίτι της, για κάτι στα γρήγορα. Το όρθιο, με πείραξε στο στομάχι. Το γρήγορο ήταν σαφώς καλύτερο.

Κι εκεί που και οι δυο πιστεύαμε ότι αυτό ήταν και τέλειωσε, μπλεχτήκαμε. Την ξαναείδα την επομένη. Πάλι στο ασανσέρ. Μίλησε πρώτη:

-Το κάνεις επίτηδες;

-Ήταν τυχαίο…

-Μήπως με ακολουθείς;

-Θα το ΄θελα πολύ.

-Και ποιος σ΄ εμποδίζει;

-Δε θέλω να το παρεξηγήσεις.

-Δεν το παρεξηγώ. Ίσα-ίσα, με κολακεύει.

-Αχά!

-Ποια γυναίκα δεν κολακεύεται όταν γίνεται αρεστή;

-Δεν κατάλαβες… Δε γίνεσαι, απλά αρεστή. Θέλω να σε βάλω κάτω, ή να με βάλεις από κάτω. Να με βαλσαμώσεις και να σηκωθούμε από το κρεβάτι τα Χριστούγεννα.

-Είναι ήδη 20 Νοεμβρίου. Θέλεις να τη βγάλεις φτηνά…

Μετά από τέτοιο διάλογο, δεν κρατιέσαι και ιδιαίτερα. Από το ασανσέρ βρεθήκαμε στο υπόγειο. Πίσω από ένα βουνό φακέλους του πρωτοδικείου, στα όρθια, κάναμε έρωτα με τέτοιο ρυθμό και ένταση, που ήρθε ο σεκιουριτάς να βρει πού είναι το ζώο και ποιος το σφάζει. Ντροπιασμένοι (αλλά κι ευχαριστημένοι) μαζέψαμε σώβρακα και κιλότες, σηκώσαμε παντελόνια, κατεβάσαμε φούστες και βγήκαμε από το κτίριο κακήν κακώς.

Το πράγμα πήγαινε έτσι, σε γενικές γραμμές. Βρισκόμασταν στο ασανσέρ, πηδιόμασταν όπου βρίσκαμε. Καμία φορά πήγαινα βράδυ στο σπίτι της, καμία φορά ερχόταν στο δικό μου. Ούτε εγώ, ούτε εκείνη, μέναμε ως το πρωί. Με το που τελειώναμε, χαλαρώναμε για λίγο, κάναμε ένα τσιγάρο στα γρήγορα και φεύγαμε. Ο καθένας στο σπίτι του και στο κρεβατάκι του.

Η ιστορία θα έληγε κάποια στιγμή λόγω βαρεμάρας των εραστών, αν δεν φρόντιζα να τα κάνω όλα άνω κάτω, από την υπερβολική μαλακία και τον ανείπωτο εγωισμό μου. Ήταν Παρασκευή μεσημέρι, μόλις είχαμε ξαλαφρώσει στις τουαλέτες του τρίτου ορόφου του δικαστικού μεγάρου και βγαίναμε παρέα, την ώρα που δυο γραμματίνες της έδρας μας κοιτούσαν μάλλον με ζήλια, παρά με σιχασιά. Αυτήν τη φορά, άνοιξα εγώ την κουβέντα:

-Τι κάνεις το βράδυ;

-Κοιμάμαι.

-Μόνη;

-Σήμερα ναι.

-Αύριο;

-Αύριο με παρέα.

Όταν σας πουν κάτι τέτοιο κι η σχέση είναι ιδιαίτερα ελεύθερη, όπως ήταν η δική μας, διευκρινίστε τι εννοεί. Για να αποφύγετε τα δύσκολα. Εγώ, δεν διευκρίνισα. Θεώρησα ότι η παρέα ήμουν εγώ και, Σάββατο βράδυ, τράβηξα γραμμή για το σπίτι της.

Χτύπησα το κουδούνι κι άκουσα τη φωνή της.

-Νίκο μου, άνοιξε λίγο που δεν μπορώ…

Άνοιξε ο Νίκος. Ένα κεφάλι πιο ψηλός από μένα, με μπράτσα στο μέγεθος των μηρών μου.

-Τι έγινε ρε φιλαράκι;

Τι να γίνει; Τίποτα δε θα γίνει. Αν προλάβω να το σκάσω, δε θα γίνει τίποτα. Αν δεν προλάβω, όμως, θα γίνει φονικό.

Δεν πρόλαβα. Με το που γύρισα πλάτη, άπλωσε το κουπί του και με σταμάτησε.

-Για ένα λεπτό! Ποιος είσαι και τι θες εδώ;

-Για τα κοινόχρηστα ήρθα, αλλά βλέπω ότι έχετε δουλειά… Θα ξαναπεράσω!

Δεν έπιασε. Το πάτωμα απομακρύνθηκε από τις πατούσες μου. Πετούσα, παράλληλα με το παρκέ. Προσγειώθηκα λίγο άτσαλα, δίπλα στο τραπεζάκι του καφέ, διαλύοντας ένα παλιό σκαμπό. Ο νόμος της βαρύτητας είχε επιβληθεί.

-Μισό λεπτό, ρε φίλε, να σου πω…

-Άσε! Μου λες αργότερα!

Μπουσούλισα ως το μπάνιο. Με πρόλαβε. Με έσυρε πάλι στο χολ. Σκούπισα μια έκταση μερικών τετραγωνικών. Ευτυχώς, η κυρία του σπιτιού είχε κάνει παρκέ και δε λέρωσα τα ρούχα μου, από τη σκόνη. Είμαι και αλλεργικός στην οικιακή σκόνη… Στο αίμα, ομολογουμένως, δεν έχω εκδηλώσει αλλεργία.

-Ρε φίλε, να εξηγήσω…

Ήταν φανερό ότι έπασχε από μία βαριά ασθένεια των ακουστικών νεύρων. Δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά… Ήταν κουφός. Αλλά με ιδιαίτερα βαρύ χέρι.

Αδυνατώ να θυμηθώ το παραμικρό, μετά τον έντονο καβγά μας. Τα μόνα που θυμάμαι είναι ότι του δωσα μία με τη μύτη μου στη δεξιά του γροθιά και μία με τα αρχίδια μου στο αριστερό του γόνατο. Πρέπει να τον πλήγωσα άσχημα, γιατί κι εγώ δεν πήγα πίσω.

Έναν μήνα μετά, ξαναπήγα στα δικαστήρια. Οι ενδιάμεσες τέσσερις εβδομάδες είχαν περάσει γρήγορα κι ευχάριστα. Απέφευγα το κρέας και κάθε τι στέρεο. Αντιθέτως, το γλέντησα με κρέμες μωρών και χυμούς. Ο γύψος στο πόδι μου έδινε έναν σπορτίφ τόνο. Τα μαύρα μάτια προσέθεταν στον τύπο μου. Όταν άνοιξαν οι πόρτες του ασανσέρ και μπήκε μέσα εκείνη, μου γεννήθηκε μια τεράστια λαχτάρα να κατέβω σ εκείνο τον όροφο. Την επομένη, αποφάσισα να αποφεύγω και τα δικαστήρια.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2006

Μηχανήματα του διαόλου


Η αλήθεια είναι ότι πολύ σπάνια παρκάρω σε θέση ελεγχόμενη. Συνήθως η τύχη μου θυμίζει τον Γκαστόνε και, εκεί που θέλω να βρω παρκάρισμα, εκεί βρίσκω, ακόμη κι αν χρειαστεί να τριγυρνάω μισή ώρα. Κι όποτε πάρκαρα σε θέση με παρκόμετρο, ποτέ δεν έτυχε να με γράψουν(όχι, δεν κοιμάμαι με τον μητροπολίτη - είναι μεγάλος για τα γούστα μου, άσε που με γαργαλάει το γενάκι).
Σήμερα το πρωί, όμως, καθώς είχα αργήσει υπέρ του δέοντος για την πρωινή μου εργασία (διότι, για να συγκεντρώσω ένα συμπαθητικό ποσόν για τα προς το ζην έχω και μεσημβρινή ΚΑΙ βραδινή δουλειά -θα είχα και νυχτερινή, αλλά δε μου βγαίνουν οι ώρες), αποφάσισα να παρκάρω σε θέση με κάρτες ελέγχου.
Στη συγκεκριμένη θέση ένας τρόπος υπήρχε να αποκτήσω κάρτα: να απευθυνθώ στο κοντινό -είναι η αλήθεια- μηχάνημα έκδοσης. Χωρίς δεύτερη σκέψη (αφού, ίσως λόγω της συνεχούς τύχης στο θέμα παρκάρισμα δεν παρανομώ), κατευθύνθηκα στο μηχάνημα για να βγάλω εισιτήριο.
Διάβασα προσεκτικά τις οδηγίες:
1. Σχηματίσατε τον αριθμό κυκλοφορίας, χωρίς τα γράμματα.
Το έκανα. Στην οθόνη είδα τον αριθμό μου και αμέσως μετά την ένδειξη: Αριθμός αδύνατος. Σκέφτηκα να τον ταΐσω κάτι -ήταν η ώρα της τυρόπιττας- αλλά μετά αποφάσισα να ξαναπληκτρολογήσω. Το ξαναέκανα. Τα ίδια. Πρώτα ο αριθμός κι αμέσως μετά, ηχητικό σήμα και "αριθμός αδύνατος". Χρειάστηκε η επιμονή μου και πέντε προσπάθειες για να αλλάξει το ηχητικό σήμα και να μου δώσει το μηχάνημα τη δυνατότητα να προχωρήσω στο δεύτερο βήμα.
2. Ρίψατε το αντίτοιμον. Μία ώρα 1,40, δύο ώρες 2,20. Κοίταξα τα ψιλά. Είχα δίευρο και 50λεπτο. Η επιγραφή ανέγραφε σαφέστατα: Το μηχάνημα δε δίνει ρέστα. Αποφάσισα να ενισχύσω οικονομικώς το δήμο με 30 λεπτά επιπλέον. Έριξα τα κέρματα. Το μηχάνημα τα έφτυσε, από την ειδική σχισμή. Ξαναπροσπάθησα. Ντινγκ ντινγκ από πάνω, ντλονγκ ντλονγκ από κάτω. Είχα, ξανά, στα χέρια μου, τα κέρματά μου. Τα κοίταξα προσεκτικά μήπως ήταν χτυπημένα, μήπως ήταν κίβδηλα και προσπαθούσα να καταλάβω για ποιον λόγο τα χρήματά μου δεν περνούσαν στο συγκεκριμένο μηχάνημα. Δεν βρήκα άκρη κι επανέλαβα: Ντινγκ Ντινγκ, ντλονγκ ντλονγκ. Την απορία μου έλυσε ο λαχειοπώλης της γωνίας: "Πρέπει να ρίξεις το ακριβές αντίτοιμο", μου είπε. Και μου έδωσε ένα 20λεπτο. Τον ευχαρίστησα, προσπάθησα να του δώσω το 50λεπτο, αλλά ήταν υπερβολικά περήφανος για να το δεχτεί. Που είχαμε μείνει; Α, ναι:
2. Ρίψατε το αντίτοιμον. Μία ώρα 1,40, δύο ώρες 2,20. Έριξα τα 2,20.
3. Πατήσατε το πράσινο κομβίον. Το πάτησα. Ουδεμία αντίδρασις. Το μηχάνημα στέκονταν παγερά αδιάφορο στις ενέργειες των ακροδακτύλων μου. Ξαναπάτησα. Τα ίδια. Τρίτο πάτημα και, ξανά, ο ίδιος μισητός ήχος: Ντλονγκ Ντλονγκ!
Επανέλαβα τα βήματα 1-3. Αυτήν τη φορά, μετά το πάτημα του πράσινου κομβίου, ακούστηκε νέο ηχητικό σήμα. Μπιμπ μπιμ μπιμπ μπιμπ. Από την ειδική σχισμή ξεπρόβαλε το εισιτήριό μου. Το πήρα βιαστικά, επειδή πίσω μου είχε σχηματιστεί ουρά από άλλους ταλαίπωρους κυνηγούς του χαμένου ακριβούς αντιτοίμου.
4. Τοποθετήστε το εισιτήριο στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, έτσι ώστε να είναι ορατό από έξω. Πήγα στο αυτοκίνητό μου. Ακούμπησα το εισιτήριο στο πάνω μέρος του ταμπλό και διαπίστωσα ότι ήταν ένα λευκό χαρτάκι. Το γύρισα από την ανάποδη, αλλά η κατάστασή του δεν βελτιώθηκε: Παρέμενε ένα λευκό χαρτάκι.
Ο από μηχανής θεός (λαχειοπώλης), εξήγησε: "Συμβαίνει καμία φορά. Τελειώνει το μελάνι". Η προσπάθειά μου να παραμείνω νομοταγής ήταν καλή, αλλά δεν τελεσφόρησε. Άφησα το άγραφο χαρτάκι (tabula rasa) στο ταμπλό και πήγα στη δουλειά μου. Όταν γύρισα βρήκα στο παρπρίζ και μία κλήση για παράνομο παρκάρισμα.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να τοποθετήσει ο δήμος, δίπλα σε κάθε μηχάνημα του εξαπωδώ έναν ενυδρείο με σουπιές. Έτσι δε θα μένουμε ποτέ από μελάνη.

Στη φωτογραφία: Παλιό, καλό και σίγουρο μηχάνημα παρκομέτρησης.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2006

Οι AC/DC στη Θεσσαλονίκη; Όχι βέβαια...



Το δελτίο τύπου το οποίο έλαβα, δε δεχόταν αμφισβήτηση. Το έλεγε ξεκάθαρα: Οι AC/DC στη Θεσσαλονίκη!
Έτριψα τα μάτια μου. "Ο Agnus Young και η παρέα του...", μπλα μπλα, μπλα μπλα... Ξαναέτριψα τα μάτια μου.
Ήμουν έτοιμος να αρπάξω το τηλέφωνο και να προαγοράσω εισιτήριο. Τότε το βλέμμα μου καρφώθηκε στο κάτω μέρος του δελτίου τύπου. Με μικρότερα γράμματα αναφερόταν: "Παίζει το συγκρότημα τάδε"...
Με ζώσανε τα φίδια. Τι είναι αυτό; Suport group; Ξαναδιάβασα το δελτίο τύπου από την αρχή ως το τέλος. Ήταν, πλέον, φανερό, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Πήρα τηλέφωνο. Ρώτησα για εισιτήρια. Υπήρχαν. Ήθελα να κλείσω θέση; Ναι, αλλά... Και τότε αποφάσισα να ζητήσω πληροφορίες:
-Ξέρετε, είμαι θαυμαστής του γκρουπ, μέλος του fun club και θέλω να στείλω κάποια κρασιά στα μέλη του συγκροτήματος, γιατί τους το είχα υποσχεθεί κάποτε...
Σιγή. Ιχθύος. Η κοπέλλα ή είχε πεθάνει, ή τόση ώρα μιλούσα σε ηχογραφημένο αποδέκτη. Και τότε, μου έσκασε το παραμύθι.
Δεν θα ερχόταν το γκρουπ στη Θεσσαλονίκη. Θα οργανωνόταν μια βραδιά προς τιμήν τους, με βιντεοπροβολές, dj's κι ένα συγκρότημα (αυτό με τα μικρά γράμματα), που θα έπαιζε τραγούδια τους.
Συγχίστηκα. Η ευγενική μου φύση εξαφανίστηκε. Ο δρ. Τζέκιλ έγινε κ. Χάιντ.
Και γιατί, παρακαλώ, το δελτίο τύπου ανέφερε όσα ανέφερε;
-Μα το γράφουμε πως παίζει ένα άλλο συγκρότημα.
Ναι, με μικρά γράμματα. Για να τσιμπήσει το κοινό;
-Όχι, βέβαια. Το ΄χουμε ξανακάνει και με άλλα συγκροτήματα και η εκδήλωση είχε μεγάλη επιτυχία.
Δεν αμφέβαλα. Το πρόβλημα είναι ότι μου αρέσουν οι ξεκάθαρες εξηγήσεις. Καλή η προσπάθεια, αλλά άλλο να περιμένεις το αγαπημένο σου συγκρότημα κι άλλο να βλέπεις κάποιους τυχαίους -καλούς, έστω- μουσικούς, να παίζουν τα αγαπημένα σου τραγούδια. Σωστά;
Και για να αποδίδουμε τα του Καίσσαρος τω Καίσσαρι, ο ίδιος πολυχώρος είχε οργανώσει συναυλία των Wailers, ως φόρο τιμής στον Bob Marley. Το δελτίο τύπου ανέγραφε ΤΑ ΠΑΝΤΑ, ξεκάθαρα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, από πιτσιρικάδες (ήμουν -μαζί με δυο τρεις άλλους σα τη μύγα μες στο γάλα) κι όλοι το καταευχαριστήθηκαν. Ήξεραν τι πήγαν να δουν, είδαν αυτό που τους είπαν κι έφυγαν φτιαγμένοι, χορεύοντας και τραγουδώντας. Σωστά;

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2006

Ολυμπιακοί εκτός Αθηνών


Διάβασα σε ποστ γνωστού (δε μου αρέσει η λέξη «επώνυμοθ», αφού όλοι επώνυμοι είμαστε) για τα Ολυμπιακά έργα. Με αφορμή το Blog του άρχισε μια κουβέντα χωρίς τέλος, για τα έργα στην Αθήνα. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας διαμαρτύρονταν για την ολυμπιακή προίκα.

Έγραψα το παρακάτω σχόλιο, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Ένοιωσα σα να ζω σε άλλη χώρα. Να τι είχα γράψει:

«Και πού να δείτε τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη. Όμηροι ενός και μοναδικού ΟΑΣΘ, αστικών λεωφορείων, δηλαδή. ΔΙπλών, αρθρωτών, που στριμώχνονται σε δρόμος όπως η Ερμού, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Για να βρεθείς από τα ανατολικά στο κέντρο (μια απόσταση 25 χιλιομέτρων) αλλάζεις τρία αστικά λεωφορεία.
Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν -και πολεμούν, για- να μην υπάρξει μετρό, άλλη περιφερειακή, υποθαλάσσια, άλλος δρόμος. Που προτείνουν να κλείσει το κέντρο (με αυτές τις αστικές γραμμές) για τα αυτοκίνητα.
Η πόλη έχει ένα γήπεδο (για να φθάσουμε στο θέμα μας), το Καυτανζόγλειο, ανακαινισμένο για τους Ολυμπιακούς, χτισμένο το 1950 (το εγκαινίασε ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνος Καραμανλής)!
Τα Ολυμπιακά έργα στην Τούμπα περιορίστηκαν στην κατασκευή στεγάστρου και πολυόροφου κτίσματος κολλητά με το γήπεδο. Οι Τεχνικές Υπηρεσίες ΔΕΝ δίνουν άδεια διεξαγωγής αγώνων -κι όμως, ο ΠΑΟΚ αγωνίζεται εκεί κάθε, περίπου, 15 μέρες.

Το Ολυμπιακό Προπονητήριο Χαριλάου (ή Κλεάνθης Βικελίδης) είναι το παμπάλαιο γήπεδο του Άρη, χτισμένο μέσα σε πυκνοκατοικημένη περιοχή κι όποτε γίνεται αγώνας οι δρόμοι κλείνουν και ο κόσμος ταλαιπωρείται.
Το γήπεδο του Απόλλωνα Καλαμαριάς έμεινε στη μέση. Έμεινε η μία κερκίδα, να ατενίζει έναν... μαντρότοιχο από την απέναντι πλευρά. Κι όμως, το γήπεδο είναι χτισμένο δίπλα ακριβώς στο στρατόπεδο Κόδρα, το οποίο έχει ονομαστεί "Πολυχώρος Πολιτισμού".

Κολυμβητήρια; Δύο: το Ποσειδώνιο (ανακαινίστηκε κι αυτό για τους Ολυμπιακούς, χτίστηκε το 1975) και το Εθνικό, δίπλα στο Καυτανζόγλειο (χτίστηκε κι αυτό το 1974 και διαθέτει... 25άρα κλειστή πισίνα), κατάλληλο μόνον για πόλο. Στην Περαία, αντίθετα, η ιδιωτική πρωτοβουλία δημιούργησε πισίνα με όζον -κι όχι χλώριο- αλλά για να πας εκεί πρέπει να έχεις... αυτοκίνητο (αφού η αστική συγκοινωνία προβλέπει ΜΙΑ γραμμή λεωφορείου, με σταθμό μετεπιβίβασης και δρομολόγια ανά 15 λεπτά).

Γήπεδα μπάσκετ, δύο: Το Αλεξάνδρειο, που δόθηκε για χρήση από τον Άρη. Χτίστηκε το '50 και χωρά 3.700 ανθρώπους. Ανακαινίστηκε για τους Ολυμπιακούς. Το "παλατάκι" (κλειστό ΠΑΟΚ). Χτίστηκε από την πολιτεία και χαρίστηκε στον ΠΑΟΚ, που ήταν η πρώτη ομάδα μπάσκετ η οποία κατέκτησε ευρωπαϊκό κύπελλο (μετά την ΑΕΚ του εξηντακάτι) το 1995.

Γήπεδα Βόλεϊ. Ο Ηρακλής, με συμμετοχές σε φάιναλ φορ, παίζει στο φοβερό Κατσάνειο (θυμίζει το Παπαστράτειο, για τους πιο παλιούς νοτιοελλαδίτες).

Κωπηλατοδρόμιο: Κάποτε υπήρχε αυτό της Βόλβης, στη λίμνη (γνωστή για τους σεισμούς και την ενδονεοδημοκρατική πολιτική κίνηση). Τώρα ούτε κι αυτό υπάρχει, αφού η λίμνη... πέθανε. Οι κωπηλάτες κάνουν προπόνηση στον ανοικτό Θερμαϊκό Κόλπο -κι όταν έχει μπορίνι, βγαίνει το Λιμενικό και τους μαζεύει πριν θαλασσοπνιγούν.

Μπορώ να γράφω μέχρι αύριο. Έχω μια απάντηση για κάθε θέμα. Εν κατακλείδι: να είστε κι ευχαριστημένοι για όσα έγιναν. Αν ζούσατε εκτός λεκανοπεδίου, ακόμη και στη ΣΥΜ-πρωτεύουσα (τρομάρα της, ας όψεται ο τίτλος συμβασιλεύουσα) Θεσσαλονίκη, θα πηγαίνατε στη δουλειά σας με το αστικό (και μόνον με αυτό), ή με τα πόδια, ή θα παραμένατε ακίνητοι στους τρεις, όλους κι όλους, δρόμους που, κατ εφημισμόν αποκαλούμε "ταχείας κυκλοφορίας".
Και Δόξα Τω Θεώ, που τραγουδούσε κι ο αείμνηστος Μπιθικότσης».

Αλλά έτσι είναι. Κράτος των Αθηνών. Έχουν δίκιο, τελικά, οι οπαδοί, ασπρόμαυροι και κιτρινόμαυροι.

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2006

Πώς να κρυφτείς απ τα παιδιά...


To κείμενο που ακολουθεί το βρήκα στο email μου. Το βρήκα ιδιαίτερα έξυπνο και, καθώς είναι η πρώτη μέρα της βδομάδας, είπα να ξεκινήσουμε με χαμόγελο. Και το αντιγράφω:

Το γραφείο της μαμάς
Το γραφείο της Μαμάς είναι στον τρίτο όροφο. Έχει μεγάλα παράθυρα και φαίνεται η θάλασσα. Κι είναι τυραννικό αυτό. Να βλέπεις τη θάλασσα σε ένα γκρίζο κτίριο κλεισμένος…
Η Μαμά δουλεύει μαζί με την κυρία Μαρία, που με αγαπάει πολύ και κάνει πολλές χαρές όταν με βλέπει.Η κυρία Μαρία είναι πολύ όμορφη. Έχει κίτρινα μαλλιά, μπλε μάτια, πάντα φοράει χρωματιστά ρούχα με μεγάλα λουλούδια και κολόνια που μυρίζει πολύ όμορφα. Την αγαπάω και θέλω μια μέρα να πάω σπίτι της.
Νομίζω πως η κυρία Μαρία είναι παντρεμένη με τον Άγιο Βασίλη. Κάτι έλεγαν ένα μεσημέρι η Μαμά και ο Μπαμπάς για την κυρία Μαρία, τον άντρα της κι έναν τάρανδο που «το κέρατό του έχει φτάσει απέναντι». Κι εγώ που είμαι πολύ έξυπνος, κατάλαβα πως η κυρία Μαρία είναι η γυναίκα του Άγιου Βασίλη, γιατί μόνο αυτός έχει ταράνδους.
Αν ο άντρας της κυρίας Μαρίας είναι ο Άγιος Βασίλης θα του κάνω παράπονα, γιατί πέρυσι δεν μου έφερε το ωραίο μεγάλο αυτοκινητάκι να μπαίνω μέσα.

Ο διευθυντής
Στο γραφείο της μαμάς υπάρχει κι ένας Διευθυντής. Μόλις τον είδα…
-«Καλημέρα, μικρέ», μου είπε.

-«Έχετε τρίχες στη μύτη», του είπα εγώ.
Ο Διευθυντής έγινε κόκκινος και δεν είπε τίποτα. Η Μαμά έγινε κόκκινη και δεν είπε τίποτα.
-«Έχετε τρίχες και στ
α αυτιά», είπα πάλι.
Ο Διευθυντής έγινε μελιτζανής και δεν είπε τίποτα. Η Μαμά έγινε μελιτζανιά και δεν είπε τίποτα.
-«Και ο Μπαμπάς, που είναι ο πιο όμορφος και πιο έξυπνος μπαμπάς του κόσμου και τα ξέρει όλα, λέει πως κάτι έχετε
μικρό για αυτό δεν χωνεύετε τις γυναίκες», συμπλήρωσα εγώ.
Ο Διευθυντής έγινε μαύρος και είπε στη Μαμά να πάει στο γραφείο του.

Η Μαμά έγινε μαύρη και ψέλλισε ένα «μωρό είναι, δεν ξέρει τι λέει, κ. Διευθυντά»…και περνώντας από δίπλα μου,
μου έκατσε μια τσιμπιά στο μπράτσο (άουτς!!!).
Κι έπειτα η Μαμά είχε δουλειά στο γραφείο του Διευθυντή κι εμένα με πήρε η κυρία Μαρία να με δείξει στα άλλα γραφεία,
που όλοι ήξεραν για την κουβεντούλα μου με το διευθυντή. «Ο γιος της Άννας», έλεγε και όλοι έλεγαν «τι όμορφο» και «τι χαριτωμένο».
Εκείνη τη μέρα μου έδωσαν: -τρεις σοκολάτες μπλε -τέσσερις σοκολάτες, κόκκινες με αμύγδαλα -δύο σακουλάκια καραμέλες χρωματιστές -δύο καραμέλες μεγάλες, χωρίς σακουλάκι, άσπρες και κόκκινες -ένα γλειφιτζούρι κοκοράκι -ένα βιβλίο με παραμύθια που το είχα -ένα βιβλίο με παραμύθια που δεν το είχα -μπογιές και βιβλίο ζωγραφικής…

Οι συνάδελφοι
Αυτά μου τα έδωσαν οι «συνάδελφοι» της Μαμάς.
Οι συνάδελφοι είναι άνθρωποι κανονικοί, όπως εμείς. Δουλεύουνε με τη Μαμά ή τον Μπαμπά, σε βρίσκουν όμορφο και χαριτωμένο και σου αγοράζουν σοκολάτες.
Μερικοί από αυτούς σου τσιμπάνε δυνατά το μάγουλο (άουτς, πια, σήμερα) κι άλλοι σου ανακατεύουν τα μαλλιά.

Κανά-δυο (γυναίκες συνάδελφες κυρίως) σε παίρνουν αγκαλιά, σε γαργαλάνε, σε ζουπάνε και σου γεμίζουν κραγιόν τα μαγουλάκια. Μετά λένε «αχ, το λέρωσα το παιδί» και αρχίζουν να στα τρίβουν με σάλιο για να φύγει το κραγιόν...

Μετά ρωτάω την κυρία Μαρία για τον Άγιο Βασίλη και τον τάρανδο και της εξηγώ τι έλεγαν η Μαμά και ο Μπαμπάς.

H
κυρία Μαρία κλαίει. Βγαίνει η Μαμά από το γραφείο του Διευθυντή κι αυτή κλαίει.
Μαλώνουν (η κυρία Μαρία με τη Μαμά) κι εγώ τις κοιτάζω…

Μετά έρχεται στο γραφείο τους ο Μπαμπάς να μας πάρει και μαλώνουν.

Λέω στην κυρία Μαρία: «Μην κλαίτε, σας αγαπάω πολύ κι ας «το πάτε το γράμμα», όπως λέει ο Μπαμπάς»…
…Μετά με βγάζουν σηκωτό απ
ό το γραφείο κι ακούω τη φωνή του μπαμπά να λέει:
«Έννοια σου, του χρόνου που θα πάει σχολείο θα στρώσει»... κι αναρωτιέμαι για ποιόν μιλάνε και τι στρώνουν στα σχολεία...