Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2006

Η γιαγιά Τριανταφυλλιά


Ο ήλιος έδυε. Περνούσαμε καπνό. Εγώ κι εκείνη. Οι άλλοι είχαν φύγει, για άλλες δουλειές. Η μάνα μου ετοίμαζε φαγητό, ο πατέρας μου βοηθούσε τον παππού μου, να μαζέψουν καρπούζια και σταφύλια, επειδή ο παππούς θα πήγαινε, πρωί – πρωί, στην πούληση. Ο αδελφός μου, μικρό παιδάκι, έπαιζε κάπου στη γειτονιά. Ο ξάδελφός μου, που πάντα βοηθούσε, βρισκόταν, ήδη, στον κινηματογράφο του χωριού, να ετοιμάσει την ταινία για τη βραδινή προβολή. Είχαμε μείνει οι δυο μας.

Τότε ήταν που άρχισε να μιλά. Περισσότερο τα ΄λεγε στον εαυτό της. Αλλά εγώ άκουγα με προσοχή. Γιατί ήταν η πρώτη φορά που μιλούσε έτσι.

«Πέφτει ο ήλιος. Πάει. Πάει και σήμερα. Έτσι θα πάμε κι εμείς, μια μέρα. Σαν τον ήλιο θα δύσουμε. Δε θέλω να με θάψουν στο νεκροταφείο, με τους άλλους. Δεν είναι καλό το χώμα. Έτσι θα μείνω. Θέλω εκεί, στο χωράφι του δρόμου να με θάψετε. Να κάνετε κι ένα γύρω με πέτρες, να μην έρθουν τίποτα σκυλιά και με ξεθάψουν και με σπείρουν στα γύρω χωράφια. Από εκεί, έχει ένα υψωματάκι, εκεί να με βάλετε. Να βλέπω τον ήλιο να δύει, ως κάτω στη Χαλάστρα. Φαίνεται από εκεί, όλο το χωριό. Κι ο δρόμος ο δημόσιος. Εκεί να με βάλετε… Κι εκεί να έρχεστε, αν θέλετε να με δείτε».

Είχα μείνει άλαλος. Στήλη άλατος. Η γιαγιά Τριανταφυλλιά, ποτέ δεν μιλούσε για τέτοια πράγματα. Είχε ζωή μέσα της. Σμυρνιά, πλουσιοκόριτσο, κόρη προύχοντα, η πρώτη που είδε, στη Σμύρνη, κινηματογράφο, η πρώτη που χόρεψε βαλς. Την έπαιρνε ο πατέρας της, τη σήκωνε στα χέρια, παιδάκι ήταν και χόρευε μαζί της, όποτε ερχόταν στη Σμύρνη, από την Ευρώπη. Από τα Παρίσια και τα Λονδίνα. Από τη Μόσχα και τη Ρώμη. Όλο εκεί ήταν ο κυρ-Αντώνης.

Εκεί, στη Σμύρνη, στον Τσεσμέ, γνώρισε και τον παππού Δημήτρη. Εκείνος την είδε και μαγεύτηκε –ήταν ομορφοκόριτσο. Πήγαινε κάθε βράδυ, κάτω από το παραθύρι της και τραγουδούσε τον Ερωτόκριτο. Κι έτσι, κατάκτησε την καρδιά της.

Στο γάμο τους, έγινε μεγάλο πανηγύρι. Παρέλασε όλη η Σμύρνη. Αρχοντόσογο αυτό της γιαγιάς, όμορφο παλικάρι ο παππούς, όλοι έτρεξαν να τους ευχηθούν. Πήγαιναν, πέρα δώθε, οι δούλες με τις πιατέλες γεμάτες. Γέμιζαν και ξαναγέμιζαν τα ποτήρια των καλεσμένων οι αραπάδες, με τα πρησμένα χείλια. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες ήταν μεθυσμένη η Σμύρνη. Χαιρόταν, τις χαρές της Τριανταφυλλιάς και του Δημητρού.

Κι έπειτα, ήρθε ο πόλεμος. Η εκστρατεία, ο Σαγγάριος, η ήττα, η αναδίπλωση, η καταστροφή. Κάψανε τη Σμύρνη. Τίποτα δεν αφήκανε.

Αλλά η Τριανταφυλλιά δε λύγισε. Μπήκε, με τα φουστάνια και τα φουρό της, στο εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα, που καιγότανε κι άρπαξε, μέσα απ τις φλόγες, το εικόνισμα. Το κράτησε σφιχτά στον κόρφο της. Μ’ αυτό πέρασε στη Σάμο. Ο μπαμπάς της, ο κυρ-Αντώνης, είχε μεγάλη περιουσία. Είχε και καράβια. Έβαλε όσους μπορούσε μέσα, πήρε ό,τι μπορούσε από το βιός του και σάλπαραν για την Ελλάδα. Βγήκαν, όπως σας είπα, στη Σάμο.

Τους κοροϊδέψαν, οι Σαμιώτες, τους «τουρκόσπορους». Τους πήραν τα πάντα: Κεντητά, χαλιά, ζώα, λίρες. Τους αφήκανε με τα ρούχα τους, να πάνε να βρούνε αλλού την τύχη τους. Από τότε η Τριανταφυλλιά δεν τους πήγαινε με τίποτα. Άκουγε για νησιά κι έφευγε μακριά.

Αλλά και πάλι δε λύγισε. Με τον Δημητρό και το υπόλοιπο σόι, βρεθήκανε στην Ξάνθη. Ο κυρ-Αντώνης, μόλις κατάλαβε ότι οι Σαμιώτες θα τους τρώγανε όλο το βιός, τους έβαλε στο μοναδικό καράβι που του είχε απομείνει, χαιρέτησε και τον φίλο του, τον πατέρα του Αρίστου και σάλπαραν για τη Θράκη.

Εκεί η Τριανταφυλλιά γέννησε οκτώ παιδιά. Το Γιαννάκη, τον γέννησε κάτω από μια καρυδιά. Στο χωράφι. Τα καρπούζια δεν μπορούσαν να περιμένουν. Της έζησαν τα πέντε –συνηθισμένο πράμα για εκείνη την εποχή.

Κι ύστερα ήρθε ο άλλος πόλεμος. Πρώτα οι Γερμανοί, μετά οι Ιταλοί. Κι όταν έφυγαν αυτοί, άρχισαν τα αδέλφια να σκοτώνονται αναμεταξύ τους. Και πλακώσαν κι οι Βούλγαροι… Αυτοί, οι τελευταίοι, κατά πως έλεγε η γιαγιά, ήταν οι χειρότεροι. Αρπάζανε παιδιά, σκότωναν, βίαζαν. Της είχαν ζήσει ο Γιαννάκης, η Βασιλικούλα, η Μαρίτσα, η Κικίτσα κι η Αρχοντούλα. Η Αρχοντούλα, ήταν η μικρότερη. Ξανθιά και γαλανομάτα, την λιμπιζόντουσαν οι Βούλγαροι και, παρά το ότι ο παππούς Δημήτρης έδινε το μισό βιός στη Βουλγαρία, φοβόντουσαν ότι, μια μέρα, θα τους το παίρνανε το παιδί. Είχε πεθάνει, στο μεταξύ, ο κυρ-Αντώνης, που είχε άκρες διάφορες και ήταν σα να είχαν χάσει τον προστάτη τους.

Ούτε τότε λύγισε η Τριανταφυλλιά. Φορτώσανε πάλι το βιός τους σε έναν αραμπά και κίνησαν για τη Θεσσαλονίκη. Ρίζωσαν έξω από τη μεγαλούπολη, σε ένα αγροτικό χωριό. Εκεί γνώρισαν βασιλεία, δημοκρατία, χούντα, ξανά δημοκρατία. Εκεί είδαν εγγόνια και δισέγγονα.

Όλοι πιστεύαμε ότι ο παππούς Δημητρός, άνθρωπος ευαίσθητος και φιλάσθενος, θα πήγαινε πρώτος. Ο Θεός, όμως, είχε άλλα σχέδια. Κρυφογελούσε που εμείς κανονίζαμε ποιος θα φροντίζει τη γιαγιά. Γιατί η γιαγιά Τριανταφυλλιά ήταν θηρίο. Αλύγιστη. Γιατρός δεν την είχε δει ποτέ στη ζωή της.

Ήταν πρωί. Είχε πάρει τη σκούπα της, να σκουπίσει την αυλή. Ως και το κοτέτσι σκούπιζε. Τέτοια χρυσοχέρα ήταν. Δεν είχε σκουπίσει παρά τα σκαλοπάτια, όταν κουράστηκε. Κάθισε στο πλατύσκαλο, να πάρει λίγο τα πάνω της. Έγειρε στον ασβεστωμένο τοίχο. Έκλεισε τα μάτια της. Εκεί κοιμήθηκε η γιαγιάκα μου. Ήσυχα. Αντίθετα με το πώς έζησε.

Την έθαψαν εκεί που δεν ήθελε. Μαζί με τους άλλους. Θυμάμαι τον παππού, να σιγοτραγουδά τον Ερωτόκριτο. Κι ύστερα, όταν την έβαλαν στο χώμα, να προσπαθεί να πηδήσει μέσα. Να πάει μαζί της. Αλλά αυτό που με χτύπησε άσχημα, ήταν που την έβαλαν εκεί που δεν ήθελε.

Γιαγιάκα μου, το ΄χω μεγάλο βάρος. Δεν έκανα αυτό που ήθελες. Συγνώμη… Ίσως γι αυτό να μην ήρθα ποτέ να σου ανάψω ένα κερί. Ίσως επειδή δεν μπορώ να σε δω, εκεί που δεν ήθελες. Μαζί με τους άλλους. Ίσως, πάλι, να ψάχνω μια δικαιολογία.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2006

Κάλλιο αργά παρά ποτέ


Παρακολουθώ τη διαδικτυακή κινητοποίηση για την υπόθεση του blogme. Συγκινητική η εκδήλωση συμπαράστασης στον «ιδιοκτήτη».

Με δυο λόγια η υπόθεση: Στην ιστοσελίδα Blogme, η οποία λειτουργεί ως καταγραφέας των διαφόρων blogs, αντιγράφηκε (όπως γίνεται σε παρόμοιες ιστοσελίδες) κείμενο κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ο «θιγόμενος» κατέθεσε μήνυση κατά του blogme, του σάιτ που αναπαρήγαγε το κείμενο κι εφαρμόστηκε η αυτόφωρη διαδικασία. Ο πραγματικός συντάκτης παραμένει ανώνυμος (ή, αν θέλετε, ψευδώνυμος) και, καθώς έχει παρέλθει το αυτόφωρο, αντιμετωπίζει –αν εντοπιστεί- τακτική δικαστική έρευνα.

Με πιάνει, όμως, το παράπονο. Γιατί: Το θέμα δεν είναι καινούργιο. Υπάρχει από την εφαρμογή του νόμου Βενιζέλου, για τον Τύπο. Όποιος αναπαράγει ψευδείς ειδήσεις, διώκεται όπως αυτός που τις παράγει και, μάλιστα, αντιμετωπίζει, πέρα από τις ποινικές ευθύνες ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ. Δηλαδή και φυλακή μπορεί να μπει και αποζημίωση να δώσει στον «θιγόμενο» κι ας έχει, απλά, αναμεταδώσει κάτι που άλλος έγραψε.

Δεκάδες δημοσιογράφοι σύρθηκαν στα δικαστήρια, για ειδήσεις που έγραψαν, στηριζόμενοι στις καταγγελίες άλλων. Οι περισσότεροι από αυτούς σύρθηκαν και στα πολιτικά δικαστήρια, με τους «θιγόμενους» να ζητούν τα μαλλιά της κεφαλής τους. Οι επαγγελματικές ενώσεις των δημοσιογράφων κατήγγειλαν το γεγονός, συναντήθηκαν με τους εκάστοτε κυβερνητικούς εκπροσώπους, αλλά ως τώρα δεν έχει γίνει το παραμικρό.

Όσο για το κοινό; Όταν οι δημοσιογράφοι αντιμετώπιζαν τη δικαιοσύνη, αυτοί που τώρα ξεσηκώνονται –ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΚΑΝΟΥΝ- φώναζαν «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι». Δύο μέτρα και δύο σταθμά, δηλαδή.

Εύχομαι να δικαιωθεί το blogme, για να γίνε μια αρχή. Και για να καταλάβουμε ότι, όταν φωνάζουμε συνθήματα, το κάνουμε με σκέψη κι όχι για το χαβαλέ, ή για να γίνει σαματάς, που θα καταλαγιάσει λίγο αργότερα.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2006

Ένα λούμπεν νευρόσπαστο






Τον γνώρισα το 1969. Μαθητής δημοτικού, έψαχνα, μέσα στο επαρχιακό πρακτορείο εφημερίδων, κάποιο βιβλίο ή, έστω, τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Ο ξάδελφός μου είχε ένα τεύχος, με την Οδύσσεια και είχα ενθουσιαστεί. Έψαχνα κάτι παρόμοιο.

Τα «Κλασσικά» ήταν μηνιάτικο περιοδικό. Είχε τελειώσει. Περιδιάβαινα, έτσι, τις στοίβες των εφημερίδων και των περιοδικών, όταν το μάτι μου έπεσε σ αυτόν. Ήταν εξώφυλλο. Σούπερ σταρ των κόμικς, αλλά και κωλοχαρακτήρας. Σίγουρα ο νεαρός που κανείς δεν θα έβαζε στο σπίτι του: Αν ήσουν κοπέλα, δεν θα εμπιστευόσουν ποτέ έναν μόνιμα άνεργο τύπο, που φοράει ναυτική μπλούζα και ξεχνάει να φορέσει παντελόνι. Αν ήσουν νεαρός, η μάνα σου θα σου έκανε το βίο αβίωτο με τον «φίλο που δεν δουλεύει ποτέ και περνάει τη μέρα του σε μια αιώρα».

Ο Ντόναλντ, όμως, δεν ήταν ένας χαρακτήρας πρώτης ανάγνωσης. Ήταν πολυεπίπεδος ήρωας.

Η πρώτη ιστορία που διάβασα, ήταν μια περιπέτεια του πλουτοκράτη τσιγκούνη θείου, του Σκρουτζ Μακ Ντακ. Φοβόταν ότι οι Λύκοι θα του έκλεβαν τα χρήματά του, γι αυτό έχτισε μια φυλακή, με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, για να είναι ήσυχος ότι παραμένουν έγκλειστοι και τους παρακολουθούσε αυτοπροσώπως. Οι μπαγαπόντηδες Λύκοι, όμως, «τύφλωσαν» τα συστήματα παρακολούθησης και, με τη μέθοδο του ριφιφί, ρήμαξαν το χρηματοκιβώτιο. Καθώς η ιδέα της «Χρυσής Φυλακής» (αυτός ήταν ο τίτλος του επεισοδίου) ήταν ιδέα του Ντόναλντ, το επεισόδιο έληγε με καρεδάκι τον Ντόναλντ μπροστά, τον εξοργισμένο Σκρουτζ στο κατόπι του, με απειλητική κίνηση της μαγκούρας και τα τρία ανιψάκια, Χιούι, Λιούι και Ντιούι, να ακολουθούν με το κουτί των πρώτων βοηθειών…

Δε με γοήτευσαν τα ανιψάκια, που είχαν πάντα λύσεις για όλα, χάρη στο φοβερό και τρομερό βιβλίο των Μικρών Εξερευνητών. Δε με θάμπωσαν τα πλούτη του Σκρουτζ, ούτε η μαγεία της τυχερής του δεκάρας. Δε με τράβηξαν οι απατεώνες κλέφτες Λύκοι. Με μαγνήτισε ο δύστροπος χαρακτήρα του –εκ πεποιθήσεως- τεμπέλη, πολυμήχανου, σούπερ άτυχου, νευρόσπαστου. Του πιο λούμπεν χάρτινου ήρωα.

Ποτέ δεν κέρδισε. Όποιο λαχείο έχασε στο δρόμο, το βρήκε ο μισητός ξάδελφός του Γκαστόνε Γκάντνερ και κέρδισε εκατομμύρια δολάρια. Ποτέ δεν κατάφερε να δουλέψει επί έναν μήνα, για να αμειφθεί με πλήρη μισθό. Ακόμη και όταν εργαζόταν στις επιχειρήσεις του θείου του, ήταν για να ξεχρεώσει τα υπέρογκα ποσά που είχε δανειστεί, ή για να ξοφλήσει μέρος των χρημάτων που είχε χάσει ο Σκρουτζ, με το να ακούσει τις απίθανες ιδέες του. Ποτέ δεν ταξίδεψε για διακοπές. Του κλήρωναν ταξίδια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, μόνον για να μεγαλώσει την περιουσία του θείου. Κι αυτά τα ταξίδια γίνονταν με το φθηνότερο μέσον.

Είχε, όμως, μία γοητεία. Ξεσπούσε τα νεύρα του όποτε ήθελε, ακόμη και πάνω σε συμπαθή σκιουράκια. Δεν έχανε ευκαιρία να εφεύρει απίθανους τρόπους για να κοιμηθεί λίγο παραπάνω στον καναπέ του σαλονιού. Αγαπούσε με πάθος επί χρόνια την ίδια γυναίκα –τη Νταίζη- χωρίς να την παντρεύεται (και χωρίς η ίδια να το απαιτεί). Κυκλοφορούσε με ανοικτό αμάξι. Δεν είχε παιδιά, αλλά τρία ανίψια πανέξυπνα, που του είχαν ιδιαίτερη αδυναμία, επιβεβαιώνοντας την παροιμία που θέλει, σε όποιον δεν έδωσε ο Θεός παιδιά, να δίνει ο διάολος ανίψια.

Μα πάνω από όλα, ήταν ο μόνος που συγκρούονταν, στα ίσια, με την πλουτοκρατία, την οποία ενσάρκωνε ο θείος του Σκρουτζ Μακ Ντακ. Ο πάμπλουτος θείος τον εκμεταλλευόταν. Κι αυτός, με τη σειρά του, τον έβαζε σε περιπέτειες. Ήταν η εκδίκησή του.

Παρακολούθησα δακρυσμένος την περιπέτειά του, με το υπερτυχερό λαχείο, που κέρδιζε εκατομμύρια και του το πήρε ο αέρας, για να καταλήξει (πού αλλού) στα πόδια του Γκαστόνε. Και πήρα την εκδίκησή μου όταν, χάρη στα γκάτζετς του Κύρου Γρανάζη, μεταμορφώθηκε σε Φάντομ Ντακ, για να πολεμήσει τον κάθε κακό και να βάλει στη θέση του τους εκπροσώπους του χρήματος, Σκρουτζ και Ρόμπαξ.

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2006

Boutarious phaenomenon


Η Θεσσαλονίκη έχει δήμαρχο. Τον παλιό. Η εκλογή έχει, πλέον, κριθεί, την ώρα που ποστάρω. Τα έξιτ πολ έχουν δώσει νικητή από το λεπτό που έκλεισαν οι κάλπες.
Στο εκλογικό κέντρο του Παπαγεωργόπουλου πανηγυρίζουν. Στο εκλογικό κέντρο της Αράπογλου, ερημιά. Δεν έχει πατήσει κανείς, από νωρίς. Λες και περίμεναν την ήττα.
Το φαινόμενο Μπουτάρης έβλεπε την αναμέτρηση από το σπίτι του. Μας άφησε, όπως είπε, να φάμε σκατά. Στην συνέντευξη της Παρασκευής, δήλωσε: "Με τον Παπαγεωργόπουλο ξέρουμε τι σκατά θα φάμε. Με την Αράπογλου δεν ξέρουμε τι σκατά θα φάμε. Πάντως, θα φάμε σκατά".
Ο (υποτίθεται) νέος σταρ της τοπικής αυτοδιοίκησης, είναι ιδιαίτερα άνετος. Φορά σκουλαρίκι, κουρεύεται αλά μιλιτέρ, δε φοράει γραβάτα, είναι αθυρόστομος. Κερδίζει, λένε, με αυτό το ίματζ. Δεν ξέρω τι σκατά κερδίζει ο Μπουτάρης, μιλώντας με αυτόν τον τρόπο. Ξέρω ότι η Θεσσαλονίκη δε χρειάζεται άλλο ένα φαινόμενο Βούγια. Αρκετά. Θα έχουμε μπροστά μας τέσσερα χρόνια και -αν παραμείνει στο δημοτικό συμβούλιο και στην ίδια παράταξη- θα τον κρίνουμε από όσα θα λέει και, πολύ περισσότερο, όσα θα κάνει.
Προς το παρόν, το μόνο σίγουρο είναι ότι τάσσεται κατά της υποθαλάσσιας και υπέρ του τραμ. Όσοι προσπάθησαν να κινηθούν, χθες βράδυ, από τα δυτικά προς τα ανατολικά και τούμπαλιν, με κλειστή την Τσιμισκή, σίγουρα το εκτίμησαν αυτό.

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2006

Το φαινόμενο Μπουτάρη


Δεν είχα καμία, απολύτως, όρεξη, να ασχοληθώ με τις εκλογές. Από μια επιθυμία να ξεδώσω την Κυριακή των εκλογών, κρέμασα ένα ποστάκι (μαύρη η ώρα). Κάποια από τα σχόλια, με αναγκάζουν να γράψω, εδώ, δυο πράγματα, για το "φαινόμενο Μπουτάρη".
Όπως και να το κάνουμε, ο Μπουτάρης, είναι φαινόμενο. Αδέσμευτος υποψήφιος, σε έναν δήμο-κάστρο της Δεξιάς, πήρε ποσοστό που τον έφερε στο δημοτικό συμβούλιο με αξιώσεις.
Αυτή είναι η ροζ εικόνα του Κυριακάτικου αποτελέσματος. Επειδή, όμως, ο κόσμος μας δεν είναι όμορφος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος, μια ροζ εικόνα μπορεί να γίνει κόκκινη -σαν αίμα, ή σαν παντιέρα του ΚΚΕ- γκρίζα -όπως οι υποτιθέμενες ζώνες στο Αιγαίο- ή και μαύρες -όπως η ναζιστική σβάστικα.
Ας καταγράψουμε κάποια γεγονότα:
1992. Η τότε διοίκηση (του δήμου) Κοσμόπουλου έχει να αντιμετωπίσει το κυκλοφοριακό. Εν μέσω ΠΑΣΟΚ, ψάχνει άμεση λύση σ ένα μεγάλο πρόβλημα, στο οποίο η δεξιά παρένθεση (λέγε με Μητσοτάκη) δεν πρόκαμε να παρέμβει -ή, απλά, το αγνοοόυσε. Συγκοινωνιολόγοι από το εξωτερικό προτείνουν προέκταση της παλιάς παραλίας, με πεζοδρόμηση του υπάρχοντος δρόμου, δημιουργία λεωφόρου έξι (συνολικά) λωρίδων και διαμόρφωση πάρκου δίπλα στη θάλασσα. Ο Γιάννης Μπουτάρης αντιτίθεται, δημιουργεί κίνηση πολιτών και, μαζί με άλλους, αναγκάζει τον Κοσμόπουλο να πάρει πίσω την πρόταση. Τραγική σύμπτωση: οι περισσότεροι από τους αντιδρώντες ζουν σε πολυκατοικίες της παλιάς παραλίας. Μπαγιάτηδες Θεσσαλονικείς, πνευματικοί άνθρωποι, αλλά και άνθρωποι με επιρροή, βάζουν τέρμα σε ένα σχέδιο το οποίο από τον τοπικό τύπο (της Βελλίδου) έχει χαρακτηριστεί έκτρωμα.
2002. Ο Γιάννης Μπουτάρης συμπράτει με τον Αγάπιο Σαχίνη (επιλογή του ΚΚΕ για τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης). Σε ομιλία του, στην κομματική βάση, δηλώνει "τιμημένος" από την επιλογή κι έχει μόνον λόγια αγάπης, για τον Αγάπιο. Παραδέχεται ότι είναι "γεννημένος στην πλουτοκρατία", αλλά θέλει "την ενδυνάμωση του ΚΚΕ".
2004. Ο Γιάννης Μπουτάρης αποχωρεί από την ομάδα Σαχίνη, μετά από διαφωνία για το θέμα των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτών (ΣΔΙΤ) για τα μεγάλα έργα. Ο Σαχίνης επιμένει στην κομματική άποψη. Ο Μπουτάρης βλέπει πιο ανοικτά την υπόθεση.
2005. Ο Γιάννης Μπουτάρης συναντάται με τον κομματικό του ΠΑΣΟΚ στη Θεσσαλονίκη, Κριθαρίδη. Το ΠΑΣΟΚ, που δοκίμασε το "φαινόμενο Βούγια", προσβλέπει σε ένα νέο, άφθαρτο φαινόμενο για τις επόμενες δημοτικές εκλογές. Οι πρώτες συζητήσεις είναι θετικές.
2006. Στο ΠΑΣΟΚ κάποιοι θέλουν κομματικό υποψήφιο. Αντιδρούν στην πολιτική "φαινομένων". Ο Γιάννης Μπουτάρης τσατίζεται κι αποφασίζει να διεκδικήσει την ψήφο των Θεσσαλονικέων μόνος του. Στο πλευρό του τάσσονται πικραμένοι του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΝΔ. Στους λόγους του καταφέρεται και εναντίον του νυν δημάρχου και εναντίον της υποψηφιότητας Αράπογλου και εναντίον του πρώην συντρόφου, Αγάπιου Σαχίνη.
15 Οκτωβρίου 2005. Ο Γιάννης Μπουτάρης βγαίνει τρίτος στις εκλογές για τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης.
16 Οκτωβρίου 2006. Ο Γιάννης Μπουτάρης δηλώνει: "Ο σκοπός, που ήταν να πέσει ο Παπαγεωργόπουλος, δεν επιτεύχθηκε ακόμη".
17 Οκτωβρίου 2006. Ο Γιάννης Μπουτάρης συμμετέχει σε εκδήλωση ομάδας πολιτών (στο πολυτελές ξενοδοχείο Μακεδονία Παλάς) κατά της δημιουργίας υποθαλάσσιας αρτηρίας στη Θεσσαλονίκη. Η πορεία στο χρόνο τελειώνει, όπως ακριβώς άρχισε.
Τώρα, μεγάλα παιδιά είστε, ψηφίζετε κι όλας. Τροφή για σκέψη και για ψάξιμο έδωσα.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2006

Νίκησαν όλοι


Πολλή δουλειά σήμερα. Το ΄χει η μέρα. Είχα το χρόνο, πάντως, να μπω σε κάποια μπλογκ και ν αφήσω το κάτωθι ποστ στο Blog του Ν. Δήμου. Αντιγράφω:
Απείχα.
Ο τόπος που ψηφίζω απέχει μόλις 70 χιλιόμετρα από τον τόπο που ζω. Ο δρόμος που τους συνδέει είναι σχετικά άνετος, ίσιος, χωρίς στροφές και μπερδέματα.
Όμως απείχα. Συνειδητά. Σηκώθηκα πρωί, ήπια καφέ, έκανα μπάνιο, ετοιμάστηκα και πήγα στη δουλειά(λόγω επαγγέλματος αυτήν την ημέρα δουλεύω).
Η σημερινή αποχή ήταν πολιτική πράξη. Προσωπικά θεωρώ αδιανόητα:
1. Να ζω σε ένα μέρος και να αποφασίζω την πολιτική τύχη άλλου.
2. Να υποχρεούμαι από το νόμο να ασκήσω το εκλογικό μου "δικαίωμα".
3. Να τρέχω για να ψηφίσω (έστω και μακριά) υποψηφίους που δε με εμπνέουν.
Όσο για την αποχή που έφθασε (σε κάποια τμήματα εδώ στη Θεσσαλονίκη ακόμη και το 50%), όσο κι αν σας φανεί περίεργο, προσμετρήστε και δυο παράγοντες που, ίσως, δεν τους σκεφτήκατε:
1. Τους απογοητευμένους ΠΑΟΚτσήδες, που βλέπουν την αγαπημένη τους ομάδα να κινδυνεύει να παίζει στην Δ Εθνική -λόγω χρεών προς το δημόσιο- και επί μέρες καλούσαν, μέσω αθλητικών ραδιοφώνων, τους ομοϊδεάτες τους, να ψηφίσουν μικρά κόμματα.
2. Τους εξοργισμένους Αρειανούς (οπαδούς του Άρη, για να μην μπερδευόμαστε) που είδαν, τις τελευταίες ημέρες, το δήμο Θεσσαλονίκης να στολίζει την πόλη με ΠΑΟΚτσήδικες σημαίες, για να γιορτασθούν τα 80 χρόνια του ΠΑΟΚ κι έκαναν ακόμη και διαδήλωση διαμαρτυρίας.
Λέτε;
Προσθέτω, τώρα, τα εξής:
Πιστεύω ότι στη Θεσσαλονίκη μέτρησαν τα δυο τελευταία σημεία. Μέτρησε η φθορά του Παπαγεωργόπουλου (είναι 8 χρόνια δήμαρχος). Μέτρησε ο Τσιμισκάκιας Μπουτάρης. Αστός είναι κι αυτός, πολλοί που βαρέθηκαν να ψηφίζουν φτερωτό γιατρό, αποφάσισαν να τη ρίξουν στον Τζόνι Γουόκερ (είδατε τη διαφήμισή του;) Μέτρησε και η ξινίλα της Χρύσας Αράπογλου (κάποιος στο γραφείο της έδωσε το παρατσούκλι Ματζίκα Ντε Σπελ). Όλα αυτά μαζί, έφεραν το αποψινό θρίλερ.

Για τη νομαρχία, μέτρησε ο Πανίκας. Ο Ψωμιάδης, με το να βρίσκεται παντού και πουθενά και να αγκαλιάζει τους πάντες χωρίς να βγάζει φλύκταινες, έχει αποκτήσει το δικό του κοινό. Ως και ο Μανώλης Ρασούλης, πρωί πρωί στο Μέγκα, είχε μόνον καλά λόγια να πει. Όσο γι αυτούς που τον χαρακτηρίζουν φασίστα, απλά δεν τον έχουν γνωρίσει. Φασίστας δεν είναι ο Ψωμιάδης. Σίγουρα, όμως, είναι επικίνδυνος. Κι ο Άβερελ είναι επικίνδυνος.
Είδα και την τηλεοπτική εικόνα από τον Πειραιά. Ο Φασούλας, ο Σημίτης, ο Γιαννάκης και , λίγο μετά, ο Γιωργάκης. Τζο, Τζακ, Άβερελ (τον τέταρτο δεν τον θυμάμαι) Ντάλτον. Τραγωδία. Δυο άνθωποι που έγιναν πλούσιοι στη Θεσσαλονίκη (Φασούλας και Γιαννάκης) πανηγύριζαν στο μισητό λιμάνι του Πειραιά.
Για την Αθήνα, έχω μόνον καλά λόγια να πω. Κακλαμάνης και Σκανδαλίδης, δίδαξαν πολιτικό πολιτισμό. Μετρημένοι, απέφυγαν τις ακρότητες.
Αυτό που δεν κατάλαβα ήταν γιατί πανηγύριζε η Φώφη. Τέτοιο τσαλάκωμα, ούτε ο ατσαλάκωστος Βασίλης δεν το έφαγε. Ο Ντινόπουλος την κέρδισε κατά κράτος (δείτε τα ποσοστά του 2002).
Τέλος, για την υπερνομαρχία Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης, η προσωπική επιλογή του Γ. Παπανδρέου δεν τα κατάφερε. Τι θα πει: "Η Καραχασάν κέρδιζε μία στις 3 ψήφους"; Ο αντίπαλός της ξαναβγήκε άνετα. Ούτε φθορά γνώρισε, ούτε τίποτα.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2006

Καλό βόλι!


Ήρθε η ώρα. Τις ταυτότητες στην τσέπη κι εμπρός μαρς, για τα εκλογικά κέντρα. Σκεφτείτε κι αποφασίστε. Μην ξεχνάτε, ότι και οι λαοί κάνουν λάθη. Αλλά φροντίστε να μην κάνετε. Εμείς, οι αλάθητοι, δε φταίμε σε τίποτα, να φάμε στη μάπα την επιλογή σας. Γι αυτό και η ευχή. Και, για όσους δεν το γνωρίζουν, μεταφέρω από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ώστε να καταλάβετε πώς ξεκίνησε η ιστορία με αυτή την ευχή: Την εποχή του Τρικούπη, στα εκλογικά τμήματα στήνονταν τόσες κάλπες, όσοι και οι υποψήφιοι. Ο ψηφοφόρος έμπαινε στο εκλογικό τμήμα, κρατώντας άσπρα και μαύρα σφαιρίδια. Οι κάλπες ήταν από λευκοσίδηρο, είχαν μία οπή και χωρίζονταν στα δύο. ΑΠό τη μία πλευρά έγραφαν ΝΑΙ, με άσπρα γράμματα και ΟΧΙ, από την άλλη, με μαύρα. Ο ψηφοφόρος στεκόταν μπροστά στην κάλπη, πίσω από την οποία βρισκόταν εκπρόσωπος του υποψηφίου, στον οποίο "ανήκε" η κάλπη. Ο εκπρόσωπος φώναζε το όνομα του υποψηφίου και ο ψηφοφόρος έβαζε το χέρι του στην οπή και πετούσε, μαύρο ή άσπρο σφαιρίδιο (μαύρο για όχι και άσπρο για ναι). Από τη διαδικασία αυτή βγήκαν οι εκφράσεις "θα τον μαυρίσω" και "καλό βόλι" (τα σφαιρίδια θύμιζαν βόλια του παλιού καιρού). Οι ταγμένοι σε έναν υποψήφιο (τα κοματόσκυλα του καιρού) δάγκωναν το βόλι, για να αναγνωρίσει ο υποψήφιος την ψήφο. Από αυτό βγήκε η έκφραση "θα το ρίξω δαγκωτό". Άντε, σειρά σας τώρα.

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2006

Σε μια κουταλιά νερό


Επνίγημεν… Εν κοχλιαρίω γλυκού, πλήρους ύδατος. Η φθινοπωρινή βροχή μας βούλιαξε στη λάσπη, στα νερά των χειμάρρων, στην αδιαφορία των υπευθύνων, στο όψιμο ενδιαφέρον των νυν ανευθύνων, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι ως πριν τρία χρόνια.
Κι έπειτα, ήρθαν οι κάμερες. Στήθηκαν τα μικρόφωνα μπροστά από τις γιαγιάδες στο Σταυρό και στο Στανό και διεκδίκησαν οι τσεμπεροφορούσες ηλικιωμένες τα δικά τους δέκα λεπτά δημοσιότητας –κι ας μην έχουν ούτε καν ακούσει ποτέ, για τον Άντι Γουόρχολ.
Μας πήρε το ποτάμι,
μας πήρε ο ποταμός.
Μας έκλεισε το σπίτι
ο κακός μας ο καιρός.
Μα είναι δυνατόν; Η φίλτατη Krotkaya, εκ Βρυξελλών ορμώμενη, φαντάζομαι ότι διαβάζει αυτές τις γραμμές και γελάει. Στην επίπεδη και μικρή χώρα όπου μένει, βρέχει 250 από τις 365 μέρες του χρόνου. Και όμως, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αυτοκίνητα χάνονται κάτω από τα θολά νερά χειμάρρων, είναι ελάχιστες.
Άσε, δε, όταν πρόκειται να παίξουν Μπριζ-Βρυξέλλες, το ντέρμπι της αγωνιστικής κι έχουν ανοίξει οι καταρράκτες του ουρανού. Μπαίνουν στον αγωνιστικό χώρο οι ΕΙΔΙΚΟΙ, με ΕΙΔΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ και τον στραγγίζουν, για να γίνει το παιχνίδι. Τι έγινε στο Ελλαδιστάν; Λίμνη ο αγωνιστικός χώρος. Οι ειδικοί ήταν ΟΙ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ, οι οποίες, σε στιλ Ρένας Βλαχοπούλου, μάζευαν τα νερά ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΟΥΠΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΦΟΥΓΓΑΡΙΣΤΡΕΣ (μετά ρακών και σαρώθρων, φίλτατη Krotkaya, δια να μην λησμονούμεν την καθομιλουμένην), λες και κάνανε παρκέ στο σαλόνι του αφεντικού του γηπέδου κ. Σωκράτη (όχι του παλαιού Σωκράτη, αλλά του παλιο-Σωκράτη). Πού είναι τα ειδικά μηχανήματα, οέο;
Και ποιος φταίει για όλα αυτά; Πολύ σωστά αγαπητοί: το κράτος! Πρώτα το κράτος του ΠΑΣΟΚ, που επί 20 συναπτά έτη δεν έκανε το παραμικρό κι έπειτα το κράτος της Νέας Δημοκρατίας, που μέσα σε τρία χρόνια, δεν έκανε όσα ξέχασε να κάνει το ΠΑΣΟΚ. Εμείς οι ίδιοι, που μπαζώνουμε ρέματα για να κτίσουμε σπίτια, που πετάμε σκουπίδια στα αποχετευτικά φρεάτια γιατί βαριόμαστε να τα πετάξουμε εκεί που πρέπει, που γελάμε όταν ακούμε τη λέξη «ανακύκλωση», είμαστε τα θύματα.
Φυσικά το κράτος έπρεπε να έχει πράξει το καθήκον του. Αλλά κι εμείς, έπρεπε να βάλουμε ένα χεράκι. Όταν ξυρίζαμε τα δένδρα, για να βάλουμε γκαζόν –λες και ζούμε στην Αγγλία ή στα Χάιλαντς της Σκοτίας- έπρεπε να το σκεφτούμε πως το άμοιρο το χορταράκι δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει, με τις ρίζες του, την ορμή των νερών.
Να τι βγαίνει από το ρεπορτάζ: «Σύμφωνα με τον διευθυντή του Εργαστηρίου Διευθέτησης Oρεινών Υδάτων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καθηγητή Π. Στεφανίδη, στις περιοχές Ασπροβάλτας και Βρασνών όπου συντελέστηκαν καταστροφές από τις πλημμύρες έχουν γίνει επεμβάσεις σε ρέματα, όπως μπαζώματα, αυθαίρετοι οικισμοί, ακατάλληλα τεχνητά έργα στα πεδινά».
Ε, ρε –βρεγμένη- σανίδα που μας χρειάζεται…

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2006

Α snap shot in the family album


Έμεινα με τη φωτογραφία στα χέρια. Σχολικόν ενθύμιον. Τρίτη τάξη του λυκείου. 40 παιδιά, με τον καθηγητή της ιστορίας, πρώτη σειρά στα καρεκλάκια, δεύτερη όρθια, τρίτη πάνω στα θρανία. Στη μέση, ο Ιστορικός.
Έχουν περάσει 25 χρόνια από τότε. Κι όλα αυτά τα πρόσωπα, να μένουν τόσο ζωντανά. Σα να ΄ταν χθες τότε που ο ψηλός, μαζί με τη Μαρία, μπήκαν στην αίθουσα κι έβγαλαν τη φωτογραφία, για να θυμόμαστε εμείς και να μαζέψουν χρήματα για την εκδρομή εκείνοι. Εμείς είχαμε αποφασίσει, για τον ίδιο σκοπό, να οργανώσουμε χορό σε ντισκοτέκ.
Το θυμάμαι ακόμη το βράδυ εκείνο. Ντυμένοι "με τα καλά μας". Μαζευτήκαμε στην είσοδο της UFO, σ ένα στενάκι κοντά στη ΧΑΝΘ. Μοιράσαμε τα πόστα (άλλοι στην είσοδο, άλλοι στο μπαρ, άλλοι να κάνουν τους ταξιθέτες κι άλλοι στα τηλέφωνα, να πέρνουμε γνωστούς και φίλους, να τσεκάρουμε αν θα έρθουν.
Ήρθαν όλοι. Γέμισε το μαγαζί. Ήπιαμε (μπίρα και μαρτίνι, οι πιο τολμηροί, κόκα κόλα οι υπόλοιποι, αφού παρόντες ήταν και οι καθηγητές). Και χορέψαμε.
Το πρόγραμμα άρχισε με ντίσκο. Ήταν ο ρυθμός της εποχής. Σικ, Γκλόρια Εστέφαν, Πατρίκ Χερναντέζ. Μπορν του μπι ελάιβ, Λάβ ιζ ιν δι έιρ, Φρικ άουτ(λε φρικ, σε σικ), Γιες σερ άι κεν μπούγκι, Γουότερλου...
Κι ύστερα, ήρθε η στροφή. Ροκ. Για τους μυημένους. Χιτ μι γουιθ γιορ ριθμ στικ, από τον Ίαν Ντιούρι. Ροκ εν ρολ χάισκουλ, από τους Ραμόνς. Γκον σέιβ δε κουίν, από τους Σεξ Πίστολς. Ενάδερ ουάν μπάιτς δε νταστ, από τους Κουίν.
Τέλος, τα σλόου. Που τα βαφτίζαμε, όλα, ανεξαιρέτως, μπλουζ. Κορυφαίο όλων το... Τσίλντρεν, από τους Πινκ Φλόιντ. Έτσι το είχαμε βαφτίσει. Και το χορεύαμε αγκαλιαστά. Όπως και το Σκουλ, των Σούπερτραμπ. Και το Νταστ ιν δε γουίντ, από τους Κάνσας. Ακόμη και το Τίτιζ εντ Μπίρ, του Φρανκ Ζάπα είμασταν έτοιμοι να χορέψουμε. Ήταν τόσες λίγες, εξάλλου, οι έξοδοί μας. Τι; Σας φαίνεται περίεργο; Εδώ χορεύαμε το Λάβ ιζ λάικ όξιτζεν, των Σουίτ. Και το Άι Ντοντ Λάικ Μάντεις, του Μπομπ και των Μπούμ Τάουν Ρατς.
Θυμήθηκα τα Σάββατα. Ραντεβού στο κέντρο, στο Αριστοτέλειο. Για σινεμά. Ταινίες του '80. Τσαμπ, Γρανίτα από Λεμόνι (από τότε έλεγα ότι ήταν μια αηδία και μισή), Ζιγκολό. Για κουλτούρα, υπήρχε το Ριβολί και ο Αίαντας, στις 40 εκκλησιές. Σουίτ Μούβι, Αγγελόπουλος, Το Ταμπούρλο, Το Άλογο που Έκλαιγε. Αλλά και Ρόμη, Ανοχύρωτη Πόλη, Κλέφτης Ποδηλάτων, Το Εργαστήρι του Δόκτωρα Καλιγκάρι (αυτά στην ταινιοθήκη, κάθε Παρασκευή, στο Λισέ). Και μετά το σινεμά, φαγητό στα Γκούντις (μόλις δύο ήταν τότε σε όλη την πόλη) στην Αγίου Δημητρίου. Τέλος, ποδαρόδρομο, ως το σπίτι.
Όλα αυτά, τα θυμήθηκα από μία φωτογραφία. Κι είπα, απόψε, να τα μοιραστώ. Είπα να τη σκανάρω, να την ποστάρω, αλλά μετά το μετάνοιωσα. Σκέφτηκα μήπως κάποιος από όλους δεν ήθελε να βγει, φόρα παρτίδα, στο Διαδίκτυο. Κοίταξα, έναν έναν, τους παλιούς συμμαθητές. Ποιός θα είχε αντίρρηση, άραγε; Είπα να τους τηλεφωνήσω, έναν έναν, να τους ρωτήσω.
Κι εκεί ήταν που σκάλωσα στον Ηρακλή. Φιλαράκια, δεν έχει τηλέφωνα στον Παράδεισο. Γιατί ο Ηρακλής μετακόμισε για εκεί νωρίς. Λευκό θάνατο τον αποκαλούσαν, τότε, οι αστυνομικοί ρεπόρτερς. Βλέπετε, τα έιτις δεν ήταν, τελικά, τόσο αθώα. Ήταν η πύλη. Από εκεί περάσαμε και φθάσαμε στο σήμερα. Όλοι, εκτός από τον Ηρακλή.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2006

Διαμαρτύρομαι!


Στα τέτοια σας, θα μου πείτε. Τι σας νοιάζει εσάς, αν διαμαρτύρομαι εγώ. Αλλά τι άλλο να κάνω; Πώς να εκφράσω τη διαμαρτυρία μου, για όσα προβλήθηκαν, βράδυ της Τρίτης, από τη μεγκάλη συχνότητα του μεγκάλου καναλιού στην εκπομπή του μεγκάλου δημοσιογράφου;
Ο Παύλος Τσίμας, λοιπόν, τον οποίο είχα συμπαθήσει σφόδρα όταν συνεντευξιάστηκε με τον Στιγκ, για τα αγγλικά του, την αμεσότητα των ερωτήσεών του και τον τρόπο που κατηύθυνε την κουβέντα, με απογοήτευσε πλήρως. Με έβγαλε από τα ρούχα μου (και, ομολογώ, ότι το θέαμα δεν είναι καθόλου ευχάριστο).
Γιατί; Μα παρουσίασε μια Θεσσαλονίκη που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ! Πρώτοι εμείς, οι Θεσσαλονικείς, γκρινιάζουμε για την πόλη μας. Πρώτοι εμείς κάνουμε λόγο για "φραπεδούπολη του χαβαλέ". Αλλά από αυτό, ως το να παρουσιάζεται η Θεσσαλονίκη ως η πόλη του Ψωμιάδη, του Παπαγεωργόπουλου, της Αράπογλου, του Σαχίνη, του Κουράκη, των Ρωσοπόντιων και του Δ. Σαββόπουλου, απέχουμε παρασάγκας.
Όχι, κύριοι. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι η ερωτική πόλη των υποψήφιων δημάρχων, των νομαρχών, των Ρωσοπόντιων. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων, των χιλιάδων εργατών, των χιλιάδων υπαλλήλων, των χιλιάδων μαθητών, φοιτητών, των χιλιάδων οικονομικών μεταναστών. Μέσα σ αυτούς κινούνται οι υποψήφιοι, κάποιοι από αυτούς είναι κι αυτοί. Σε καμία περίπτωση δεν την εκπροσωπούν. Κι ας εκλέγονται -πάλι- από χιλιάδες.
Η Θεσσαλονίκη είναι η αδικημένη πόλη. Αυτή που ζει 2.300 χρόνια τώρα στη σκιά πότε της Αθήνας και πότε της Κωνσταντινούπολης. Που της έδωσαν, για να της χρυσώσουν το χάπι, τον τίτλο συμβασιλεύουσα, τον οποίο, αργότερα, μετέτρεψαν σε συμπρωτεύουσα. Που έχει μόνον αστικά λεωφορεία, για 1,5 εκατομμύριο κατοίκους (μαζί με τα προάστια). Που έχει ένα αεροδρόμιο πνιγμένο στην ομίχλη, στα ανατολικά. Που παραγκωνίστηκε από την κεντρική εξουσία, με αποτέλεσμα να γυρίσει κι αυτή τα νώτα της, σε όλους αυτούς που την αποκαλούν "ερωτική πόλη". Λες και χτίστηκε για να ξεχαρμανιάζουν οι ανέραστοι.
Και, πάνω από όλα, η Θεσσαλονίκη δεν είναι η πόλη του Διονύση Σαββόπουλου. Του βαλκάνιου μπίτνικ, που την παράτησε στην πιο δημιουργική του ηλικία, για να εγκατασταθεί στις μπουάτ της Πλάκας. Ούτε γέρος -πια- δεν γύρισε να την κοιτάξει κι έχτισε το σπιτάκι του στο Πήλιο, για να περάσει εκεί, ήσυχα, τις μέρες του. Ας είναι καλά.
Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη όλων αυτών που την προτίμησαν. Την επέλεξαν. Διάλεξαν να ζήσουν εδώ, να παλέψουν, να δημιουργήσουν στα στενά της Άνω Πόλης και στις αυλές στο Τσινάρι. Να αντικρύζουν το ηλιοβασίλεμα από την Περαία, το Κτήμα του Καραγκιόζη και τα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα. Να κάνουν τη βόλτα τους στην παλιά παραλία και να πίνουν τον καφέ τους στον Τότη, στο Οβάλ, στη Νέα Κρήνη και το Σέιχ Σου. Να μεγαλώνουν τα παιδιά τους στη Μαρτίου, στη Δελφών, στην Ξηροκρήνη και τον Εύοσμο. Να ψάχνουν το μεροκάματο στο Σταθμό, στη Μοναστηρίου, στις Συκιές και στην Τριανδρία. Να μαθαίνουν γράμματα στο Αριστοτέλειο και στο Μακεδονίας. Να χτυπιούνται στα τσιμέντα της Τούμπας και του Χαριλάου. Να ελπίζουν στην Καλαμαριά, στην Καμπτσίδα και στους Χορτατζήδες. Να ερωτεύονται πίσω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη σκιά του Λευκού Πύργου και στον γαμιστρώνα της περιφερειακής, μέσα σε ιδρωμένα αυτοκίνητα, με θέα τα φώτα της πόλης.
Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη του Νίκου Γκάλη -που παράτησε τις συνοικίες του Νιου Τζέρσεϊ, γύρισε την πλάτη στα δολάρια του σπαγκέτι σιρκουί και κατέληξε στο Παλέ με το πράσινο πλαστικό δάπεδο. Του Μανώλη Ρασούλη -που παράτησε τον Ψηλορείτη, γύρισε την πλάτη στις δισκογραφικές της Αθήνας και κατέληξε να τραγουδά πρώτα στο Πλατό και ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ στη Βάρδια. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη του Ανδρέα Βουτσινά -που άφησε το Χόλιγουντ, γύρισε την πλάτη στα θέατρα της λεωφόρου Αλεξάνδρας και ήρθε να δημιουργήσει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και να αφήσει το ίχνος του στα ΕΔΡΑΝΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη του Γιώργου Κούδα -που λίγο έλειψε να χωρίσει την Ελλάδα στα δύο. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη του δάσκαλου Κριαρά, του Λομέλ, του... του... του... Ων ουκ έστιν αριθμός. Τι να λέμε τώρα...
Στη Θεσσαλονίκη συνυπάρχουν όλοι. Ο Λαμπράκης κι ο Γκοτζαμάνης. Ο Μανωλεδάκης κι ο Άνθιμος. Ο Μανώλης Αναγνωστάκης κι ο Παναγιώτης Ψωμιάδης.
Αυτή, ρε, είναι η Θεσσαλονίκη!!!!!!!!!

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2006

Ο Πάκης


-Πάκης;
-Πάκη τον λένε…
-Είναι ανδρίκιο όνομα αυτό; Πάκης; Χάθηκε κάτι άλλο; Κώτσος; Μήτσος; Μπάμπης; Ιορδάνης εν ανάγκη;
Τον έλεγαν Πάκη. Και τον γνώρισα ξαπλωμένο μισόγυμνο, στο πάτωμα μιας «φίλης». Και καταλήξαμε κι οι δυο, έξω από το διαμερισματάκι της. Επειδή εκείνη ήθελε να προστατέψει την επαρχιώτικη εικόνα της και να την καλύψει με φρου φρου κι αρώματα κεραυνοβόλων ερώτων.
Μείναμε εγώ κι ο Πάκης στο καφενείο. Γιατί εκεί δίπλα δεν είχε καφετέριες. Κι ούτε είχαν γίνει, ακόμη, τρέντι, τα ολ ντέι μπαρ. Χωθήκαμε στο καφενείο της γωνίας, πήραμε ένα τάβλι, έναν μέτριο (εγώ) κι έναν βαρύγλυκο (ο Πάκης) κι αρχίσαμε να πετάμε τα ζάρια και να κοπανάμε τα πούλια.
-Ρε φίλε, συγνώμη… Δεν ήξερα…
Πήγε να πει τα γνωστά. Δεν ήξερα ότι ήταν γκόμενά σου, δεν ήξερα ότι είχατε σχέση, δεν ήξερα ότι ήταν «καπαρωμένη»… Μα δεν ήταν! Η Νάνσι έψαχνε μια ξεπέτα. Το ίδιο έψαχνε και με μένανε, το ίδιο και με τον Πάκη, το ίδιο δεν ξέρω με πόσους άλλους. Στις σχέσεις της ήταν άνδρας. Άφηνε κατά μέρος το συναίσθημα κι έψαχνε την ηδονή. Επειδή, όμως, ήταν γυναίκα –και μάλιστα εκ μικρής επαρχιακής πόλης ορμώμενη, που βρέθηκε στη μεγαλούπολη για τις σπουδές της- πασπάλιζε την ηδονή με τη χρυσόσκονη του έρωτα, της σχέσης, του «κάτι σταθερού». Για να μην την πουν πουτάνα, δηλαδή.
-Ξέχνα το, Πάκη… Με την κυρία δεν είχα τίποτα. Τίποτα το ιδιαίτερο, δηλαδή. Απλά περάσαμε καλά…
-Δηλαδή, μπορώ να την ξαναδώ;
Αδιόρθωτος. Ρομαντικός… Χαμπάρι δεν είχε πάρει.
-Φυσικά και μπορείς να την ξαναδείς. Καταρράκτη έχεις;
-Δεν εννοώ αυτό…
-Μωρέ εννόησα τι εννοείς, αλλά δεν εννοώ να καταλάβω για ποιον λόγο επιμένεις…
-Είναι όμορφη…
-Και η Χαλκιδική όμορφη είναι, αλλά πηγαίνεις μόνο για μπάνια…
-Είναι γλυκιά…
-Γλυκός είναι και ο μπακλαβάς. Αλλά αν τον τρως κάθε μέρα, θα γίνεις τόφαλος!
-Κάνει… Ε, κάνει ωραία… αυτό που κάνει!
Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό ο Πάκης είχε δίκιο. Η Νάνσι είχε «το κάτι τις» της. Έφθανε, όμως, αυτό;
-Ντάξει ρε Πάκη… Κι άλλες το κάνουν ωραία…
-Ναι, αλλά αυτή κάνει… Να… Πώς να το πω… Εκείνο το κόλπο… Ξέρεις…
Την τύφλα μου ήξερα. Δε λέω. Όσες φορές βγάλαμε τα ματάκια μας, η Νάνσι ήταν πρόθυμη για πολλά. Αλλά, πιστεύω, δεν ήταν και η μοναδική. Τι ήταν αυτό, δηλαδή, που ο Πάκης το βρήκε μοναδικό;
-Ξέρω, ξέρω. Κι εμένα μου αρέσει.
Χαμογέλασα, έκλεισα το μάτι, έκανα ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να τον πείσω ότι γνώριζα και να προχωρήσει στο παρασύνθημα.
-Δηλαδή, να μην ανησυχώ;
Με μπέρδεψε… Τι του έκανε η Νάνσι κι ανησυχούσε ο Πάκης;
-Γιατί ν’ ανησυχείς, δηλαδή;
-Ε, να. Την πρώτη φορά ξαφνιάστηκα.
-Την πρώτη φορά; Δηλαδή υπήρξαν κι άλλες νύχτες;
-Όχι ρε φίλε… Μία. Αλλά όλη τη νύχτα… Καταλαβαίνεις…
Καταλάβαινα. Ε, ρε γλέντια… Αλλά, πού είχαμε μείνει;
-Για πες… Γιατί ξαφνιάστηκες;
-Ε, να. Φορούσε το δαχτυλίδι, είχε και μανικιούρ… Ψιλοπόνεσα.
Ταντάμ! Ταντάμ! Όπα ο Πάκης! Όπα κι η Νάνσι! Α, είχα μείνει πίσω. Εγώ δεν ήμουν ακόμη στην πρώτη μικρή… Κι ο Πάκης με την Νανσούλα έπαιρναν απολυτήριο λυκείου!
-Αλλά σου άρεσε…
-Ε, να… Τελείωσα αμέσως…
-Και σου άρεσε...
-Ναι, ρε! Μου άρεσε! Εσένα, δηλαδή, δεν σου άρεσε;
-Πώς, πώς…
-Τι «πώς, πώς»… Το λες σα να έχεις μια καυτή πατάτα στο στόμα σου.
-Όχι, όχι. Δεν είναι αυτό…
-Τότε;
-Είναι που δεν… Τέλος πάντων… Άστα αυτά τώρα.
Ξαναπέσαμε με τα μούτρα στο τάβλι. Να μην παρεξηγηθούμε κι όλας. Κέρδισα 7-0. Από τάβλι ο Πάκης, νούλα. Ενώ εγώ, είχα τελειώσει κι έναν στρατό, είχα υπηρετήσει και σε φυλάκιο… Όσο να ΄ναι, το γνώριζα καλύτερα το άθλημα.
Χωριστήκαμε χωρίς πολλές πολλές κουβέντες. Τη Νάνσι δεν την ξανάδα. Τον Πάκη, όμως, τον ξαναπέτυχα, στο Ριβολί. Κινηματογράφο τέχνης, που μαζευόμασταν δέκα-δεκαπέντε ρέκτες, να δούμε Αγγελόπουλο (πριν το Μεγαλέξανδρο), Αντονιόνι, Παζολίνι, Γκοντάρ και Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Αν δεν κάνω λάθος –γιατί περάσαν και τα χρόνια- βλέπαμε τη Χρονιά με τα 13 Φεγγάρια. Φασμπίντερ και ξερό ψωμί.
Λίγα λόγια για το έργο: Ομοφυλόφιλος υπάλληλος λοιδορείται από ετερόφυλους συναδέλφους, αγαπά, δεν αγαπιέται, πέφτει σε κατάθλιψη. Τυπική ταινία του Φασμπίντερ, δηλαδή (προσωπικά προτιμώ τα Δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ). Τρίτη σειρά από την οθόνη εγώ, τέταρτη ο Πάκης. Στο διάλειμμα, όταν άναψαν τα φώτα και πέφταμε με τα μούτρα στην ανάγνωση της «Οθόνης»(περιοδικό της εποχής) και του άρθρου του Φόρσου, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν.
-Επ! Τι γίνεται;
-Καλά, εσύ;
-Δόξα τω Θεώ…
Κι εγώ μόνος, κι εκείνος μόνος (πού να βρεις παρέα να δεις Φασμπίντερ, πιο εύκολα έβρισκες ταξί στον Εύοσμο), μου φάνηκε φυσικό να τον καλέσω να καθίσει δίπλα.
-Έλα να δούμε την ταινία…
Ήρθε. Και είδαμε την ταινία. Και σχολιάσαμε τις λήψεις, τα τσιτάτα, τις ηθοποιίες. Και, σε κάποια στιγμή, δάκρυσε ο Πάκης. Κι έγειρε το κεφάλι του στον ώμο μου. Κι άπλωσε το χέρι του στα πόδια μου.
Και τώρα, τι κάνουμε; Τον αδιάφορο; Τον θιγμένο; Τον «φίλε, κάποιο λάθος κάνεις»;
Στη σκέψη με πρόλαβε ο Πάκης. Εγώ σκεφτόμουν τι να κάνω κι εκείνος έσκυβε. Κι ώσπου να πάρω απόφαση (ήμουν δυσκίνητος, και αδυνάμου χαρακτήρος) μπλεχτήκαμε άσχημα στην τρίτη σειρά των καθισμάτων. Περισσότερο φόβο είχα να μη μας πιάσει ο ταξιθέτης, παρά να τον αποκρούσω. Κι ήρθε και τέλειωσε η στιγμή, μέσα σε δυο λεπτά. Πριν προλάβω να πάρω δυο ανάσες…
-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό…
-Αυτό βρήκες να πεις;
-Τι να πω, δηλαδή, ρε Πάκη; Να ανάψω τσιγάρο και να ρωτήσω αν αισθάνεσαι τίποτα για μένα;
-Γιατί όχι;
-Γιατί δεν μου πάει αυτός ο ρόλος. Γι αυτό…
-Δηλαδή δεν θα ξαναβρεθούμε;
Με κοιτούσε ίσια στα μάτια. Τι να του πω;
-Δεν ξέρω. Δε νομίζω. Όχι…
Σηκώθηκε κι έφυγε. Μ άφησε μόνο, στην τρίτη σειρά, να ψάχνω το νόημα των πλάνων ενός Γερμανού ομοφυλόφιλου σκηνοθέτη.

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2006

Γυναικεία ευτυχία


Καλημέρα, καλή βδομάδα και καλό μήνα.
Είπα να αρχίσουμε ευχάριστα. Γι αυτό αντιγράφω mail το οποίο μου έστειλε φίλος:

Για να κάνεις ευτυχισμένη μια γυναίκα αρκεί να είσαι:

1. φίλος

2. σύντροφος

3. εραστής

4. αδελφός

5. πατέρας

6. δάσκαλος

7. εκπαιδευτής

8. μάγειρας

9. μαραγκός

10. υδραυλικός

11. μηχανικός

12. διακοσμητής εσωτερικών χώρων

13. στιλίστας

14. σεξολόγος

15. γυναικολόγος μαιευτήρας

16. ψυχολόγος

18. ψυχίατρος

19. θεραπευτής

20. τολμηρός

21. τακτικός

22. καλός πατέρας

23. πολύ καθαρός

24. συμπαθητικός

25. αθλητικός

26. στοργικός

27. προσεκτικός

28. ιππότης

29. έξυπνος

30. οραματιστής

31. δημιουργικός

32. γλυκός

33. δυνατός

34. κατανοητικός

35. ανεκτικός

36. ευσυνείδητος

37. φιλόδοξος

38. ικανός

39. θαρραλέος

40. αποφασιστικός

41. έμπιστος

42. γεμάτος σεβασμό

43. παθιασμένος

44. αβρόφρων

45. πολύ πλούσιος

46. να αγαπάς τις αγορές

47. να μην γκρινιάζεις

48. να μην της είσαι βάρος

49. να μην κοιτάζεις άλλες

Ταυτόχρονα θα πρέπει να προσέξεις πολύ να:

50. μην είσαι ζηλιάρης αλλά ούτε και αδιάφορος

51. να τα πηγαίνεις καλά με την οικογένειά της αλλά να μην αφιερώνεις στην τελευταία περισσότερο χρόνο απ' ό,τι σε αυτή.

52. να της αφήνεις τον χώρο της αλλά να δείχνεις ανήσυχος για το πού πηγαίνει.

Είναι επίσης πάρα πολύ σημαντικό:

53. να μην ξεχνάς ημερομηνίες: -επετείων (γάμου, αρραβώνων, πρώτης συνάντησης...) -πτυχίου (αν υπάρχει) -ονομαστικής εορτής (αν υπάρχει) -τελευταίας περιόδου

Δυστυχώς ακόμη κι αν ανταποκρίνεσαι πλήρως στις παραπάνω απαιτήσεις, κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί 100% πως θα την κάνεις ευτυχισμένη, διότι μπορεί να αισθανθεί φυλακισμένη σ' έναν βίο αποπνικτικής τελειότητας από τον οποίο να θελήσει να απελευθερωθεί δραπετεύοντας με το πρώτο κωλόπαιδο που θα παρουσιασθεί μπροστά της.

Ίσως γι' αυτό ο Θεός (μεγάλη η Χάρη Του) είπε: "αγάπα τη" αλλά δεν είπε "κατανόησέ τη".

Ασχετο: πώς θα κάνεις ευτυχισμένο έναν άνδρα:

1. κάθησέ του.

2. μην του τα πρήζεις