Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2006

Ξανά μανά τα ίδια


Ρουτίνα.
Ξυπνητήρι, γαλλικός καφές με ζαχαρίνη, μια ματιά στην τηλεόραση. Ξεπαρκάρισμα από την πιλωτή. Μποτιλιάρισμα. Νεύρα. Βρισιές. Μισό ντεπόζιτο βενζίνη για μια θέση παρκαρίσματος.
Γραφείο. Καπνός. Φραπές. Φωνές. Πλάκα για τη μπάλλα. Μάτια που κοκκινίζουν μπροστά σε TFT οθόνες. Ζαλάδα. Πονοκέφαλος. Ρολόι. Κάρτα.
Στο δρόμο και πάλι. Ζέστη. Πάλι μποτιλιάρισμα. Πάλι φωνές. Πάλι βρισιές. Παρκάρισμα στην πιλωτή. Φαγητό στα γρήγορα και δρόμο για την άλλη δουλειά.
Στο δρόμο και πάλι. Μποτιλιάρισμα. Νεύρα. Βρισιές. Άλλο μισό ντεπόζιτο βενζίνη για μια θέση παρκαρίσματος.
Άλλο γραφείο. Άλλος καπνός. Άλλες φωνές. Πλάκα για το μπάσκετ. Ξανακοκκινίζουν τα μάτια μπροστά σε άλλη οθόνη. Παλιού τύπου.
Βράδυ. Πάλι στο δρόμο. Πάλι στην πιλωτή. Τηλεόραση.
Κι αύριο, πάλι τα ίδια. Κι εσύ θα πνίγεσαι σ΄ένα ποτήρι.

ΥΓ. Η φωτογραφία είναι ψιλοάσχετη, αλλά χθες το βράδυ αισθανόμουν κάπως σαν τον Πέτρο...

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2006

Τα κεφάλια μέσα

Χθες είχε ήλιο. Είχε θάλασσα. Είχε στρινγκ. Είχε ούζα. Είχε αστακομακαρονάδες.
Σήμερα έχει δουλειά. Έχει δουλειά. Έχει δουλειά. Έχει δουλειά. Έχει δουλειά. Έχει δουλειά.
Βαριέμαι. Είπα να ποστάρω λίγο, αλλά βαριέμαι πολύ. Φθάνει τόσο. Αύριο πάλι.

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2006

Φταίει κι ο Χατζηπετρής...


Άρτι αφιχθείς εκ Χαλκιδικής. Στο δεύτερο πόδι. Γιατί στο πρώτο, στάχτη και μπούρμπελη. Είπα να διαβάσω καμιά εφημερίδα, κανένα μπλογκ, κανένα σάιτ, για τη φωτιά, που κατέστρεψε μια απ τις πιο όμορφες γωνιές της Ελλάδας, καθώς από τα Ψακκούδια όπου βρισκόμουν έβλεπα, μέρες τώρα, απέναντι, τον καπνό να υψώνεται στον γαλάζιο ουρανό. Σμόουκ ον δε γουότερ, εντ φάιαρ ιν δε σκάι.
Και πού κατέληξα; Στο φταίμε κι εμείς, φταίτε κι εσείς, φταίει κι ο Χατζηπετρής. Επειδή, γι αυτήν την καταστροφή, όλοι το βάλαμε το χεράκι μας.
Το πρώτο πόδι, η Κασσάνδρα, είχε μετατραπεί σε μια πολιτεία. Από την Ποτείδαια (άντε από το Σάνη) και κάτω, δεν ξεχωρίζεις πού τελειώνει το ένα χωριό και πού αρχίζει το άλλο. Όλοι θέλουν ένα εξοχικό (μεταξύ αυτών κι εγώ), αλλά το πράγμα θυμίζει έγκλημα εκ προμελέτης. Ο καθείς χτίζει οπουδή χωρίς να σκέφτεται αν θα ξημερώσει αύριο. Σκεφτείτε ότι το περίφημο ξενοδοχείο που κάηκε, βρισκόταν μέσα σε μια δασώδη χαράδρα κι οι πυροσβέστες βρέθηκαν εκεί κατά τύχη, ακολουθώντας έναν δρόμο που δεν ήξεραν ότι υπήρχε!
Φταίει, λοιπόν, αυτός που το έχτισε εκεί, αυτός που δεν ενημέρωσε κανέναν ότι υπήρχε δρόμος για εκεί κι αυτός που δεν καθάριζε τις δασικές οδούς. Φταίει κι αυτός, που έπρεπε να ελέγχει και να προλαβαίνει τέτοιες αυθαιρεσίες, αλλά προτιμούσε να χτίζει το δικό του εξοχικό, αντί να στέλνει στο σκαμνί τους αυθαιρετούντες. Και, φυσικά, φταίει κι ο πυροσβέστης, ο οποίος δε γνώριζε ότι εκεί υπήρχε δρόμος, αφού γι αυτό πληρώνεται.
Φαίνεται, όμως, ότι ως Έλληνες την έχουμε την (αυτο)καταστροφική μανία μέσα μας. Πώς να εξηγήσω, διαφορετικά, ότι γράφουμε στα παπάρια μας (συγνώμη για την έκφραση, αλλά αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα) το περιβάλλον, σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας; Πριν πάω στη Χαλκιδική, ήμουν στην Πελοπόννησο. Επισκέφθηκα, για μπάνιο, την παραλία της Επιδαύρου. Οι γόπες (προσοχή, όχι τα ψάρια, αλλά τα αποτσίγαρα) ήταν περισσότερες από τα βότσαλα! Πάνω στο χαλί από μικρά κυλινδρικά κομμάτια υαλοβάμβακα (γιατί αυτό είναι το φίλτρο του τσιγάρου) άπλωναν τις ψάθες και τις πετσέτες τους εκατοντάδες παραθεριστές. Και, χωρίς να σκεφτούν καθόλου, έσβηναν και τα δικά τους τσιγάρα κάτω, αδιαφορώντας για το αν, του χρόνου, το στρώμα των αποτσίγαρων θα είναι ακόμη πιο παχύ.
Επιστροφή στη Χαλκιδική, όμως. Έχουμε και λέμε:
-Οι δασικοί δρόμοι δεν είχαν καθαριστεί από τη νομαρχία. Είχαν μετατραπεί σε διαδρόμους ξερών χόρτων, ιδιαίτερα εύφλεκτων.
-Οι υποδομές αφορούν τους μόλις 100.000 μόνιμους κατοίκους. Κι όμως, το καλοκαίρι συνωστίζονται στα δυο πόδια της Χαλκιδικής 10.000.000 άνθρωποι.
-Ο δρόμος, από την Καλλιθέα κι έπειτα, είναι άθλιος, σχεδιασμένος και κατασκευασμένος από τη ΜΟΜΑ (το Στρατό) τη δεκαετία του ΄50 κι εκεί έπρεπε να κινηθούν πανικόβλητοι παραθεριστές, που εγκατέλειπαν την Κασσάνδρα, αστυνομικά και πρυροσβεστικά οχήματα, καθώς και ασθενοφόρα.
-Τα αστυνομικά τμήματα της Κασσάνδρας αριθμούν την ελάχιστη μόνιμη δύναμη και είναι σχεδιασμένα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μόνον των μόνιμων κατοίκων. Έχει τύχει, καλοκαίρι, να γίνεται χοντρός καβγάς σε κάμπινγκ, ο υπεύθνος να καλεί την αστυνομία κι ο μοναδικός αστυνομικός να του λέει "βάλε το τηλέφωνο ν ακούσω αν είναι σοβαρά τα πράγματα, για να καλέσω περιπολικό από.... άλλη περιοχή"!
-Τα πυροσβεστικά αεροσκάφη απλά σταθμεύουν στη Βόρειο Ελλάδα. Για κακή μας τύχη, ταυτόχρονα με τη Χαλκιδική καίγονταν δάσος στη Μαγνησία και η ορεινή Μάνη. Τα αεροσκάφη είχαν κληθεί να βοηθήσουν εκεί (η φωτιά στην Κασσάνδρα άρχισε... αργότερα κι οι φλόγες έχουν το κακό συνήθειο να μην ειδοποιούν πριν γιγαντωθούν).
-Η περιοχή είναι γεμάτη ημιαυθαίρετα. Και εξηγούμαι για ποιον λόγο δεν τα αποκαλώ αυθαίρετα: Είναι σπίτια σε αγροτεμάχια επτά στρεμμάτων. Εκεί μπορείς να χτίσεις οίκημα 200 τετραγωνικών. Όμως, οι ιδιοκτήτες, με πολεοδομικά τεχνάσματα, χτίζουν μεγαλύτερα οικήματα και, στη συνέχεια, προσφεύγουν στα δικαστήρια, για να πάρουν και γειτονικές δασικές εκτάσεις και να μεγαλώσουν τις ιδιοκτησίες τους. Καθώς οι προσφυγές είναι πάρα πολλές, η δασική υπηρεσία δεν έχει αρκετούς υπαλλήλους για να ελέγχει την κάθε περίπτωση. Έτσι, στην εκδίκαση των υποθέσεων, το δημόσιο προσέρχεται πλημμελώς προετοιμασμένο και ο -καλά προετοιμασμένος ιδιώτης- κερδίζει στις περισσότερες των υποθέσεων.
-Ακόμη κι αν τα κτίσματα είναι νόμιμα, οι ιδιοκτήτες αδιαφορούν από το να αποψιλώσουν τις εκτάσεις τους. Έτσι, γύρω από τα σπίτια, δημιουργούνται ζώνες ξερών χόρτων, που λειτουργούν ως βραδυφλεγείς βόμβες.
-Αλλά και οι κατά τόπους δήμοι, ως το νόμο Παυλόπουλου, δεν είχαν τις απαραίτητες πιστώσεις για μεγάλα έργα, όπως είναι η δημιουργία Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμάτων και Βιολογικών Καθαρισμών. Έτσι η Χαλκιδική είναι η περιοχή με τις περισσότερες παράνομες χωματερές, που γίνονται μπουρλότο με... ψύλου πήδημα. Όμως και τώρα που ο νόμος άλλαξε και οι τοπικοί άρχοντες παίρνουν μεγαλύτερες πιστώσεις, προτιμούν να φτιάξουν πεζοδρόμια και παρκάκια (έργα βιτρίνας) από το να φτιάξουν έναν ΧΥΤΑ, ή, πολύ περισσότερο, έναν Χώρο Υγειονομικής Αποτέφρωσης Απορριμμάτων, καθώς το έργο θα καθυστερήσει κι οι εκλογές θα τους βρουν χωρίς νέες φωτογραφίες "έργων" στα προεκλογικά τους φυλλάδια.
Θέλετε κι άλλα; Δε φτάνουν αυτά για να εξηγήσουν το πως, ένα πευκοδάσος που χρειάστηκε 100 χρόνια για να γίνει όπως ήταν καταστράφηκε σε 24 ώρες κι έγινε όπως η φωτογραφία στην αρχή του ποστ;

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2006

Όνειρα διακοπών


Οι διακοπές του άρχιζαν το επόμενο πρωινό. Περίμενε όλο το χρόνο, κλεισμένος μέσα σε ένα γραφείο, αυτήν την απόδραση.
Ονειρευόταν τροπικές παραλίες. Ξέρετε δα εσείς: Εκείνες με την άσπρη άμμο, τους φοίνικες, τα τυρκουάζ νερά. Που είναι ρηχά στην ακτή και όσο περπατάς βαθαίνουν.
Ονειρευόταν μια αιώρα και τα βιβλία του. Διάβαζε πολλά βιβλία στις διακοπές. Είχε κι ένα προσόν: Να διαβάζει πολύ γρήγορα. Δε στεκόταν σε νοήματα το καλοκαίρι. Διάλεγε βιβλία ευκολοχώνευτα, μπεστ σέλερς και τέτοια. Χάμετ, Κινγκ, το πολύ - πολύ κανέναν Μπουκόφσκι. Προτιμούσε, επίσης, βιβλία που έγιναν ταινίες, για να μην έχει να θυμάται την υπόθεση και να βλέπει τις διαφορές ανάμεσα στο γραπτό λόγο και την εικόνα. Και πάντα, μα πάντα, έβρισκε τα βιβλία πολύ πιο ενδιαφέροντα κι έχανε όποια καλή γνώμη είχε σχηματίσει για τις ταινίες.
Ονειρευόταν κι εκείνην. Παρούσα. Δίπλα του. Να ξεροψήνεται από τον ήλιο, όπως της αρέσει. Να κάθεται αμίλητη, να ξεπερνάει την κούραση μιας χρονιάς. Να συζητάνε για πράγματα εντελώς διαφορετικά με την καθημερινότητά τους. Για το νερό. Για το αν ήταν ζεστό ή κρύο. Πόσο επιθυμούσε μια συζήτηση για το νερό...
Ετοίμαζε τα πράγματά του, όταν είπε να πάρει τηλέφωνο. Να δει αν ετοιμαζόταν κι εκείνη. Τι το ήθελε... Το τηλέφωνο χτυπούσε, αλλά κανείς δεν το σήκωνε.
Ξαναπήρε. Ξαναπήρε. Ξαναπήρε. Ξαναπήρε...
Ένα κενό. Πάλι υπήρχε ένα κενό ωρών. Όταν, τελικά, απάντησε, όλα ήταν φυσιολογικά. Εκείνος, όμως, γνώριζε...
Θυμήθηκε τα όνειρά του. Την αιώρα, τα βιβλία, εκείνην. Για την αιώρα και τα βιβλία, δεν είχε δυσκολίες. Τα έφερε αμέσως στο νου του. Εκείνην, όμως, δυσκολεύτηκε να τη δει δίπλα του, στην παραλία του μυαλού του. Την έβλεπε κάπου μακρυά, μέσα σ ένα σύννεφο ομίχλης. Ντυμένη με ρούχα χειμωνιάτικα, να κρυώνει, να τουρτουρίζει. Προσπάθησε να σηκωθεί από την αιώρα του, να αφήσει το βιβλίο, να περπατήσει στην καυτή άμμο προς το μέρος της. Η άμμος έγινε κινούμενη. Τον κατάπιε μέσα σε δευτερόλεπτα. Κανείς δε βρέθηκε ν αρπάξει το χέρι του, το μόνο πράγμα που έμεινε να ξεπροβάλει πάνω στην άμμο. Σε λίγο βούλιαξε κι αυτό. Χάθηκε. Κι εκείνη, ήταν εκεί, στο σύννεφό της, μόνη της, να τουρτουρίζει.
Βάλε κάτι πάνω σου αγάπη μου...

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2006

Δεν πάμε καλά…


Η σχέση τους διαλυόταν. Δεν κατέρρεε· σάπιζε. Όπως ένα φρούτο. Αυτή ήταν η ιστορία τους. Ο έρωτάς τους ήταν άγουρος στην αρχή, ωρίμασε με τον καιρό, ώσπου έπεσε από το δένδρο και σάπιζε κοντά στη ρίζα. Το έβλεπαν και οι δύο, αλλά ήταν κρατημένοι σ΄ αυτήν τη σχέση, άγνωστο για ποιον λόγο.
Το πρωί όλα ήταν καλά. Το μεσημέρι, όμως, ήταν εκνευρισμένος. Είχε την εντύπωση πως εκείνη δεν είχε κρατηθεί. Πως είχε πέσει, πάλι, στην εξάρτησή της, έστω για λίγο. Μετά από τόσο καιρό μαζί, καταλάβαινε τα λόγια της, τις κινήσεις της, ό,τι έκανε για να κρύψει το μικρό της ολίσθημα. Κι ήταν σίγουρος πως, πάλι, κάτι είχε γίνει.
Μάλωσαν. Όπως κάθε φορά που είχε την υποψία –λίγο πριν επιβεβαιωθεί. Ένα σίριαλ στην τηλεόραση, όμως, τους έκανε –έστω και για λίγο- να χαμογελάσουν, ο ένας στον άλλον.
Δεν κράτησε πολύ. Τον αιφνιδίασε:
-Έχεις γκόμενα;
Του φαινόταν αστείο. Εκείνος γκόμενα; Σιτεμένος πλέον, για τα καλά, με σώμα τεράστιο (όχι από τη γυμναστική) κι όρεξη για τέτοιες περιπέτειες χαμένη προ πολλού, στη μετάφραση των επιθυμιών του.
Του είπε πως έκανε πλάκα. Εκείνος, όμως, ήξερε ότι, κάπου μέσα της, φοβόταν. Τον κολάκεψε αυτό. Θέλησε να τη χαϊδέψει τρυφερά στα μαλλιά. Τελικά, αντάλλαξαν ένα τρυφερό φιλί. Εκείνος το είχε ανάγκη να πιστέψει ότι όλα θα άλλαζαν, ότι οι υποψίες του θα αποδεικνύονταν άδικες, ότι θα ξημέρωνε και θα έπρεπε να της ζητήσει συγνώμη.
Λάθος… Έφυγε από τη δουλειά της κι εξαφανίστηκε για μιάμιση ώρα. Αυτό το κενό… Πάλι ένα κενό χρόνου. Όπως αυτό που αναζητούσε ο Αλβέρτος, για να εξαφανίσει πλοία και υποβρύχια. Να! Το κενό αυτό το είχε ανακαλύψει εκείνη. Κι εξαφανιζόταν, λες και ήταν πειραματόζωο, στο πείραμα της Φιλαδέλφειας.
Ήξερε την ώρα που είχε φύγει. Συνέχισε να δουλεύει ως αργά, μόνον και μόνο για να της δώσει την ευκαιρία να τον πάρει τηλέφωνο πρώτη. Να του πει πού ήταν. Δεν το έκανε.
Τελικά πήρε αυτός. Έκανε την ξαφνιασμένη:
-Τι ώρα είναι;
Κι εκείνος να εκνευρίζεται όλο και περισσότερο. Της έκλεισε το τηλέφωνο. Περίμενε, ακίνητος, στο γραφείο, ώσπου ήρθε. Του τηλεφώνησε από κάτω και φαινόταν κι εκνευρισμένη που δεν είχε, ήδη, κατέβει, να την περιμένει στο αυτοκίνητο.
Στη διαδρομή ξεκίνησαν αμίλητοι. Ήθελε να σπάσουν τη σιωπή. Καλύτερα να μην το είχαν κάνει.
-Με πήρε ο φίλος μας…
Και πάλι τον ξάφνιασε. Ήταν σίγουρος πως ο φίλος τους είχε φύγει για διακοπές.
-Μπα! Δεν είναι στη Σύρο;
-Δεν ξέρω, δε μίλησα μαζί του· δεν πρόλαβα να το σηκώσω, είδα την αναπάντητη.
-Είναι διακοπές…
-Γιατί δεν πήρες τηλέφωνο τον άλλον φίλο μας; Δεν ήταν να βγούμε σήμερα;
Το είχε ξεχάσει. Με τη δουλειά, με τον καβγά, το είχε ξεχάσει. Αλλά, εδώ που τα λέμε, και να το είχε θυμηθεί, δεν θα έπαιρνε. Με τέτοια τσατίλα…
-Το ξέχασα…
Αυτό ήταν. Ανάμεσά τους υψώθηκε το παγόβουνο που βύθισε τον Τιτανικό. Δε χρειαζόταν έιρ κοντίσιον στο αμάξι. Εκείνη είχε γίνει μία κολώνα πάγος.
Προσπάθησε να της πιάσει κουβέντα. Ψιθύριζε, λες και ήταν κουρασμένη. Και μπορεί να ήταν, από την όλη κατάσταση. Αλλά κι εκείνος ήταν κουρασμένος. Τέσσερα χρόνια τώρα προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να τη γλιτώσει από την εξάρτηση που την κατάτρωγε. Τέσσερα χρόνια άδικοι αγώνες. Τέσσερα χρόνια ανέβαινε το Γολγοθά, χωρίς αντίκρισμα.
Κι εδώ που τα λέμε, πάλι σήμερα είχε ενδώσει. Ήταν σίγουρος. Η συμπεριφορά της αυτή, να μεγαλοποιεί πράγματα, να τον θεωρεί ψεύτη (γιατί ψεύτη τον θεωρούσε -ούτε για μια στιγμή είχε πιστέψει την αλήθεια, ότι, δηλαδή, είχε ξεχάσει να τηλεφωνήσει στον άλλον φίλο τους- καθώς το είχε ξανακάνει στο παρελθόν, όταν από την εξάρτηση εκείνη έχανε τα βήματα και τα λόγια της), να μην του απευθύνει το λόγο –λες και είναι ένα σκουπίδι, ένας παρείσακτος στη ζωή της- αυτό έδειχνε: ότι είχε ενδώσει. Έστω για λίγο…
Έφθασαν στο σπίτι. Δρασκέλισε κατώφλι, εξώπορτα, πόρτα εισόδου, μέσα σε δευτερόλεπτα. Τον άφησε (όπως κάθε μα κάθε βράδυ) μόνο, μπροστά στην πόρτα. Δεν θυμάται ποτέ μα ποτέ, να έχουν ανέβει μαζί στο διαμέρισμα. Σπάνια. Μόνον όταν ήταν πολύ χάλια και δεν μπορούσε να βρει την κλειδαρότρυπα.
Ανέβηκε με ένα λεπτό καθυστέρηση. Εκείνη είχε αρχίσει να γδύνεται. Τον άφησε στο σαλόνι και κρύφτηκε στο δωμάτιό της. Θα κοιμόντουσαν –πάλι- χωριστά. Όπως κάθε βράδυ, άλλωστε…

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2006

Ο ο ο οο, όμορφη Θεσαλονίιικη


Ναι! Σήμερα ήσουν όμορφη. Άδεια. Πιο άδεια δε σε έχω δει ποτέ μου. Ούτε το 1967, όταν ήρθα για πρώτη φορά, σ αυτήν την πόλη, δεν ήταν έτσι.

Κανείς στους δρόμους. Τρεις η ώρα, καθώς πήγαινα για δουλειά (Κυριακή, Αύγουστος, μόνον τα ρολόγια κι οι μαλάκες δουλεύουν –κι εγώ, σίγουρα, δεν είμαι ρολόι) συνάντησα πέντε αυτοκίνητα στην Τσιμισκή, ένα μηχανάκι στη Νικολάου Γερμανού και πέντε κλειστά περίπτερα.

Δυο γέροι έκαναν τη βόλτα τους στην παραλία. Ένας σκέιτ μπόρντερ έκανε οχτάρια στην παραλιακή λεωφόρο. Έπαθα! Μέχρι να βγάλω το κινητό, να τον φωτογραφίσω, είχε γίνει καπνός.

Και το βράδυ… Τι μαγικό βράδυ, αλήθεια. Ελάχιστα τα αυτοκίνητα στην παραλιακή. Ένας φωτεινός διάδρομος, από τα φώτα της παραλίας, δίπλα στον Λευκό Πύργο. Κι ένας διάδρομος όλο φως, στη θάλασσα, που οδηγούσε ίσια στο φεγγάρι…

Έπεσα να κοιμηθώ χαμογελαστός. Κι είδα στον ύπνο μου μια πόλη άδεια, μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Εγώ, μονάχος, περιδιάβαινα τους άδειους δρόμους. Έψαχνα ένα, ακόμη, ίχνος ζωής. Μάταια… Κανείς δεν υπήρχε να ταράξει τη μοναξιά μου.

Ξύπνησα κάθιδρος. Ποτάμι κυλούσε ο ιδρώτας. Και δεν ήταν από τη ζέστη. Ήταν από την αγωνία. Ρε, λες να μείνει έτσι η πόλη; Λες να μείνω μόνος κι έρημος; Λες να μη γυρίσουν όλοι αυτοί από τις διακοπές τους; Ρε, λες να χρειάζομαι κι εγώ διακοπές για να συνέλθω;

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2006

Πάρε την υποθαλάσσια...


Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα; Η υποθαλάσσια αρτηρία της Θεσσαλονίκης υπέστη σοβαρή βλάβη. Από μία ρωγμή, από μία τόσο δα μικρή ρωγμούλα, πλημμύρισε νερά και βγήκε άουτ οφ όρντερ, που λένε και οι Αγγλοσάξονες.
Στη φωτογραφία βλέπετε ειδικά συνεργεία να απομακρύνουν κάποια Ι.Χ. τα οποία εγκλωβίστηκαν στην υποθαλάσσια.
Το κακό είναι ότι υπάρχει πρόβλημα και με το μετρό. Η προέκταση προς την Περαία (όπου διαμένω τα τελευταία χρόνια) δεν έχει, ακόμη, ολοκληρωθεί. Έτσι, θα φθάσω μόνον ως το αεροδρόμιο, εκεί όπου ολοκληρώθηκε η πρώτη επέκταση της βασικής γραμμής. Από εκεί ίσως βρω κάποιο αεροταξί, για να με πετάξει παρακάτω. Μπορεί και κανένα αεροπλανάκι της αερολέσχης.
Θα μπορούσα να πάω με το μονορέιλ. Αλλά την τελευταία φορά που ξεστόμισα τη λέξη σε δήμαρχο της περιοχής, με κοίταξε όπως η πιτσιρίκα (τότε) Ντρου Μπάριμορ τον γηραιό βοτανολόγο από άλλο πλανήτη, γνωστό με το ψευδώνυμο Ε.Τ.: με μάτια ορθάνοιχτα (μυαλά μεσάνυχτα) και στόμα σήραγγα της Καστανιάς.
Εκτός κι αν προτιμήσω τη θαλάσσια συγκοινωνία του Σπύρου Βούγια (πάει αυτός, τώρα θα την τελειώσει η Αράπογλου, που υποσχέθηκε να φέρει την πόλη πάνω κάτω και, προς το παρόν, την έβαλε κάτω από τις γιγαντοαφίσες της).
Το τραμ δε βολεύει. Σταματάει στην παραλία της Περαίας, έτσι όπως ακολουθεί παραλιακή πορεία, από το Καλοχώρι ως τη Νέα Μηχανιώνα, σε οικόπεδα δημόσια και δημοτικά. Θα πρέπει μετά να περπατήσω ως το σπίτι. Εκτός κι αν χρησιμοποιήσω τα μίνι μπας της εκεί δημοτικής αρχής. Ή τα ομαδικά ταξί.
Α, ξέχασα. Υπάρχει και το καραβάκι του Ψωμιάδη. Ναι, φίλοι και φίλες της μπλογκόσφαιρας. Αυτό δεν είναι αστείο, δεν είναι ειρωνικό ποστ, δεν είναι παραμιλητό από τον καύσωνα. Ο νομάρχης τόλμησε και δρομολόγησε καϊκάκι, για να πηγαίνουν το πρωί τα ΚΑΠΗ, από τη Θεσσαλονίκη στην Αγία Τριάδα. Στον κάθε ηλικιωμένο που μπαίνει στο καραβάκι, δώρο κι ένα σωσίβιο. Στα ζευγάρια δίνεται ειδική πλαστική βάρκα πορτοκαλί φωσφωριζέ χρώματος. Στα ηλικιωμένα ζευγάρια με εγγόνι δίνονται μαζί μάσκα και βατραχοπέδιλα.

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2006

Έκπτωτος Άγγελος


Καταμεσήμερο. Καλοκαίρι. Καύσωνας. Ζητάς, με κάθε τρόπο, λίγο αέρα. Βγαίνεις στο μπαλκόνι. Τίποτα. Ζέστη. Μπαίνεις ξανά μέσα. Το κλιματιστικό δε δουλεύει. Η κατάσταση γίνεται ολοένα και πιο αποπνικτική.
Πηγαίνεις στο ψυγείο. Ανοίγεις. Νερό. Σηκώνεις το μπουκάλι. Αισθάνεσαι τη δροσιά να μπαίνει μέσα σου. Κι ύστερα, λες κι έχει γεμίσει το δέρμα σου τρύπες, το ίδιο νερό χύνεται ποτάμι. Ιδρώτας.
Βγάζεις τη μπλούζα σου. Λίγο ακόμη και θα κυκλοφορείς στο σπίτι σα τον Αφρικανό φύλαρχο. Δε σε χωράει ο τόπος. Αλλά και το να βγεις έξω, με τέτοια ζέστη, για μια βόλτα, δε θες ούτε να το σκέφτεσαι.
Ξανά στο μπαλκόνι. Κάθεσαι στην πολυθρόνα. Κοιτάς το κενό. Τις απέναντι πολυκατοικίες. Μια γυναίκα απλώνει ρούχα. Με τέτοιο καιρό, σε δυο ώρες θα είναι στεγνά, σκέφτεσαι.
Το βλέμμα σου αναζητεί τη δροσιά. Και τότε τη βλέπεις. Λες και η ζέστη δεν την επηρεάζει. Λες κι είναι ένας έκπτωτος άγγελος, που ζει συνέχεια μέσα στις φλόγες της κόλασης. Κινείται στο δρόμο, κάτω από τον ήλιο, με βήμα περήφανο.
Φοράει σορτσάκι. Πόδια ατέλειωτα. Μαύρα μακριά μαλλιά. Γυρνάει και κοιτάζει προς το μπαλκόνι. Είναι μακριά για να δεις τα μάτια της, αλλά νοιώθεις το βλέμμα της. Αισθάνεσαι ακόμη πιο γυμνός.
Ξάφνου στρέφεται προς την πολυκατοικία σου. Προχωράει με το ίδιο, αγέρωχο, βήμα προς την είσοδο. Χτυπάει το θυροτηλέφωνό σου. Είναι δυνατόν; Ναι, δε λέω. Εδώ και μέρες, όποτε περνάει από μπροστά, την κοιτάζεις επίμονα. Αλλά…
Το θυροτηλέφωνο ακούγεται ξανά. Μέσα στο μεσημέρι, ο ήχος του, σαν το τραγούδι των σειρήνων. Πηγαίνεις. Ανοίγεις χωρίς να ρωτήσεις. Σε λίγο ακούς το κουδούνι της πόρτας.
Ανοίγεις δειλά. Ναι, είναι εκείνη. Πας να μιλήσεις. Σου κλείνει το στόμα με μια απαλή κίνηση του χεριού της. Διατάσσει σιωπή κι εσύ υπακούς. Πλησιάζει. Τα κορμιά σας ακουμπούν, σ όλο τους το μήκος. Είναι λίγο πιο κοντή από σένα. Ανασηκώνεται. Τα χείλη σας ακουμπούν. Μισοανοίγουν. Σμίγουν σε ένα φιλί, χωρίς τέλος.
Περπατάς προς τα πίσω. Την παρασέρνεις στο δωμάτιο. Ή, μήπως, είναι αυτή που σε σπρώχνει προς την κρεβατοκάμαρα; Σε λίγο έχετε γίνει ένα κουβάρι. Τα πόδια της τυλίγονται γύρω σου. Οι ανάσες σας έχουν γίνει κοντές, βαθιές. Οι γλώσσες σας τρέχουν σε κάθε εκατοστό του κορμιού σας. Ιδρώνετε και οι δύο, όλο και περισσότερο.
Ο πόθος δε σ αφήνει άλλο. Ανοίγεται και σου επιτρέπει την είσοδο. Μια είσοδο απαλή, βελούδινη. Τα σώματά σας πλέον κινούνται ρυθμικά, μαζί.
Ζαλίζεσαι. Μουρμουρίζεις. Το ίδιο κι εκείνη. Δεν καταλαβαίνεις τα λόγια. Δεν έχει σημασία. Αισθάνεσαι να φθάνεις στην κορύφωση κι ας έχουν περάσει λίγα λεπτά. Αισθάνεσαι πως δε θ αντέξεις άλλο.
Το τηλέφωνο χτυπάει. Απλώνεις το χέρι, το πιάνεις. Ανοίγεις με κόπο τα μάτια. Ρωτάς ποιος είναι. Ποιος έκοψε στη μέση το όνειρο. Εκείνη έχει χαθεί. Δεν υπήρξε ποτέ. Αναρωτιέσαι: Άραγε υπάρχει; Περνάει πράγματι κάθε μεσημέρι από το δρόμο σου μ εκείνο το αγέρωχο περπάτημα; Ή, μήπως, ο έκπτωτος άγγελός σου, είναι πλάσμα της φαντασίας σου; Όπως όλοι οι έκπτωτοι άγγελοι;