Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2006

Μιτσούκο




Μπήκε στη ζωή μου πριν έξι χρόνια. Ήταν -ακόμη- νέα. Γεμάτη ορμές. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Η Μιτσούκο (αυτό είναι το όνομά της) μεγάλωσε. Η ξεδιαντροπιά της, όμως, παραμένει. Η συνήθειά της, τώρα το καλοκαίρι, ν' ανοίγει τα πόδια -για να δροσιστεί- παραμένει. Έξις δευτέρα φύσις.
Πραγματικό ζωντανό γλυπτό, είναι ένας από τους λόγους που δεν τολμώ να πω "τέρμα". Πώς θα την ξαναδώ μετά;

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2006

Η γυναίκα της διπλανής (μπαλκονό)πορτας




Ζούσε απέναντι. Ήταν μια μικροσκοπική φιγούρα, πίσω από τις κουρτίνες. Δεν την είχε δει ποτέ κατά πρόσωπο. Είχε προσπαθήσει, είναι η αλήθεια. Αλλά λίγο η έμφυτη ντροπαλότητά του, λίγο ο φόβος ότι θα τον παρεξηγήσει, έσκυβε το κεφάλι, χαμήλωνε τα μάτια. Σαν τις κορασίδες του 50. Αν και πάντα πίστευε ότι οι κορασίδες εκείνες δε χαμήλωναν μόνον τα μάτια, αλλά και τα τεραστίων διαστάσεων εσώρουχά τους, όταν τους γυάλιζε κάποιος λιμοκοντόρος της εποχής -λιμοκοντόρους δεν τους έλεγαν τότε;

Τα χαρακτηριστικά της, πάντως, τα γνώριζε καλά. Αλίμονο τώρα... Τόσους μήνες την παρακολουθούσε. Πότε πίσω από τις γρίλιες, πότε ανάμεσα από τα φυτά του μπαλκονιού. Περίμενε πώς και πώς, πότε θα βγει στο μπαλκόνι, να απλώσει τα ρούχα.
Αν ήταν άλλος στη θέση του, θα της είχε, ήδη, μιλήσει. Αλλά εκείνος δεν ήταν καλός σε αυτά. Θαύμαζε τους φίλους του (τριαντακάτι όλοι) που τριγυρνούσαν στα μπαράκια κι είχαν μια απίστευτη ευκολία στο να μιλούν στην κάθε άγνωστη. Άνοιγαν το στόμα τους, έλεγαν τη μεγαλύτερη κοινοτυπία κι εκείνες απαντούσαν αμέσως, κοιτάζοντάς τους κατάματα. Λες κι είχαν δει μπροστά τους τον πιο έξυπνο, τον πιο εμφανίσημο και τον πιο παντελονάτο θερτισάμθινγκ.
Να πεις ότι ήταν άσχημος; Κάθε άλλο. Μια χαρά νέος. «Νέος ετών τριάντα», αναρωτήθηκε; Νέος. Κατάνεος. Τι, δηλαδή; Αν δεν είναι νέος κάποιος στα τριάντα του, τι είναι στα σαράντα του και -πολύ περισσότερο- στα πενήντα. Νέος.
Νέος, νέος, αλλά μούγκα μόλις έβλεπε κάποιαν ενδιαφέρουσα. Κοιτούσε δεξιά, αριστερά, κάτω, πάνω, στον τοίχο, στο παράθυρο, στη βιτρίνα, στο κενό, στο τραπέζι από πίσω, στον μπάρμπαν, στις μύτες των παπουτσιών του, αλλά στα μάτια της με τίποτα. Νο γουέι, που λένε και οι Αγγλοσάξονες. Καλύτερα να κατάπινε ένα μαγκάλι κάρβουνα.
Σήμερα, όμως, κάτι τον έπιασε. Με το που την είδε, λες και πήρε όσο θάρρος είχε χάσει στα τριάντα χρόνια της ζωής του. Τράβηξε τις κουρτίνες, βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε ψηλά. Στον τρίτο. Εκεί που η μικροσκοπική φιγούρα άπλωνε τα ρούχα της.
Ντάλα ο ήλιος, καταμεσήμερο. Ζέστη, σκασμός. Ιούνιος στην πόλη. Είχε την ευκαιρία του. Και το θέμα του. Εδώ οι Άγγλοι μιλούν σε οκτάωρη βάση στις παμπ, πίνοντας χλιαρή μπίρα, για τον καιρό. Εκείνος δεν θα τα κατάφερνε να πει μια κουβέντα; Βαθιά ανάσα και πρόσω ολοταχώς:
-Ζέστη σήμερα...
Απίστευτος! Και διαγωνισμό μαλακίας να έκαναν, κανείς δε θα βρισκόταν να πει τέτοια ηλιθιότητα! Ζέστη σήμερα; Σώπα ρε! Μάντη! Χορταρέα! Λεφάκη της κακιάς ώρας! Αυτό βρήκες να πεις;
Ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή, να μπεί στο διαμέρισμα και να ξαναβγεί με τους μουσώνες. Αν θα είχε ποτέ μουσώνες στη Θεσσαλονίκη. Που δεν θα είχε, δηλαδή... Όμως, εκεί που σκεφτόταν «το ΄χασες το παιχνίδι Θανασάκη, από τα αποδυτήρια», έγινε θαύμα!
-Σκάσαμε! Είμαι μούσκεμα...
Άκουσε καλά; Του απάντησε; Και μάλιστα με τρεις λέξεις; Με δυο προτάσεις; Και η δεύτερη φουλ στο υπονοούμενο; Σκασμένη, όπως και η γειτόνισσα; Ναι, του είχε απαντήσει! Εμπρός, λοιπόν, της γης οι κολασμένοι, οι ντροπιασμένοι, οι ντροπαλοί, όλοι μαζί, αβάντι πόπολο, παντιέρα ρόζα (μωρέ τι ρόζα, κατακόκκινη, της φωτιάς)!
-Δεν έχεις έιρ κοντίσιον;
Αν το συνεχίσει έτσι, θα τον γράψουν στο Γκίνες: Ο φέρελπις εραστής, που είπε τις περισσότερες κοινοτυπίες, στο λιγότερο χρόνο!
-Όχι! Εσύ;
Η τύχη ήταν μαζί του. Του χτυπούσε την πόρτα να του ζητήσει δανεικό αλάτι. Δεν εξηγούνταν διαφορετικά. Του απάντησε, για δεύτερη φορά. Κι έκανε και πάσα...
-Εμ... Έχω ένα μικρό...
Μικρό είναι το μάτι σου! Άκου μικρό! Τεράστιο έπρεπε να πεις. Να ένα πράμα. Να δείξεις με τα χέρια σου. Αλλά πού... Τρίτη μαλακία, κολλητή με τις άλλες δύο. Στο καπάκι -που λένε.
-Τυχερέ...
Δεν μπορεί. Είναι ηλίθια. Ή είναι ηλίθια, ή αγάμητη. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις μια γκόμενα που απαντάει τρεις συνεχόμενες φορές σε τρεις ατάκες του Τζανετάκου σε ταινία του ’60;
Την κοίταξε καλύτερα. Μαύρα μακριά μαλλιά, μαύρα μάτια. Κάρβουνα... Με τέτοια ζέστη σε φούντωναν σαν κουκουνάρι στο πευκοδάσος. Στήθος να κοιτάει τον ουρανό. Στενοί γοφοί. Πόδια... Πόδια... Ε, θα έχει και πόδια. Δεν μπορεί. Απλά, πού να τα δει πίσω από το τσιμεντένιο προστατευτικό του μπαλκονιού.
Το αποφάσισε. Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει...
-Αν θες, μπορείς να ΄ρθεις να δροσιστούμε μαζί...
Η φωνή του έσβηνε όλο και περισσότερο προς το τέλος της πρότασης. Την ξεστόμισε, όμως. Πολύ αργά για να την πάρει πίσω.
«Τώρα θα πει ’άντε ρε μαλάκα’ και θα μπει μέσα», σκέφτηκε.
-Έρχομαι. Τι γράφει το θυροτηλέφωνο;
-Ε..., Θ... Θ... Θανάσης -το μισούσε όταν κεκέδιζε!
Σε δυο λεπτά ήταν στο διαμέρισμά του. Σε πέντε στην κρεβατοκάμαρα -εκεί είχε το έιρ κοντίσιον. Σε επτά της έβγαζε το φόρεμα. Σε οκτώ του κατέβαζε το σορτσάκι. Σε εννια τη ρώτησε:
-Εσένα πώς σε λένε;
Δεν ήθελε να κάνει έρωτα με μια άγνωστη.
-Νίκο.
Παντρεύτηκαν τέσσερις μήνες μετά. Δεν απέκτησαν πολλά παιδιά...

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2006

Μέρα κατά των ναρκωτικών!?;...

Μόλις είχε μιλήσει στο ραδιόφωνο, για τη μέρα κατά των ναρκωτικών. Ευχαριστημένος από την τοποθέτησή του, έγειρε προς τα πίσω, στην καρέκλα του γραφείου του. Άναψε ένα τσιγάρο. Ήπιε μια γερή γουλιά από το ουίσκι του. Έριξε μια γρήγορη ματιά στο ρολόι. Πλησίαζε μεσημέρι. Ώρα για ούζο.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2006

...ο ΠΑΟΚ δεν πεθαίνει!


Δεν έχω σκοπό να σας ξενερώσω. Ναι, το ξέρω. Αλλιώς ξεκινήσαμε κι αλλού πορευόμαστε. Το κάναμε, άλλωστε, τραγούδι. Εμείς γι αλλού κινήσαμε γι αλλού/ κι αλλού η ζωή μας πάει.
Μόνον που στην περίπτωση του ΠΑΟΚ, δεν μπορείς ν αφήσεις το παράθυρο ανοικτό, να μπει δροσιά του Μάη, γιατί το πιο πιθανό είναι να μπει κανένας Νεογούμενος, να κλέψει και το βίντεο και τον εκτυπωτή.
Θέλουμε δε θέλουμε, το ποδόσφαιρο είναι ένα τεράστιο κοινωνικό φαινόμενο. Κι ομάδες όπως ο ΠΑΟΚ, αντικατοπτρίζουν τους πόθους και τα όνειρα χιλιάδων. Πρόσφυγες ήρθαν στη Σαλονίκη (με το λάμδα παχύ). Τουρκόσπορους τους έλεγαν οι Έλληνες, γκιαούρηδες οι Τούρκοι. Ξεσπιτώθηκαν -άθελά τους- από την Πόλη. Για να θυμούνται τον τόπο τους, έκαμαν τον ΠΑΟΚ. Έχτισαν, με τα χέρια τους, την Τούμπα. Γι αυτό έβαλαν σήμα τον δικέφαλο. Γι αυτό φορούν μαύρα -πενθούν.
Μη βιαστείτε να πείτε ότι μ' έπιασε εθνικοαπελευθερωτικός παροξυσμός. Σας διαβεβαιώνω, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Μόνον που, βλέπετε, η γιαγιά μου ήταν Σμυρνιά. Κι έκλαιγε όταν μιλούσε για το σπίτι της. Μόνον που αυτή η πόλη έχει γεμίσει -πάλι- πρόσφυγες. Που κλαίνε όταν θυμούνται τις δικές τους Σμύρνες και Πόλεις.
Και τώρα, 80 χρόνια μετά, ο ΠΑΟΚ πεθαίνει. Γίνανε πολλά για να φθάσουμε εδώ. Οι οπαδοί έδιωξαν τον Γιώργο Παντελάκη, τον Πέτρο Καλαφάτη, τον Χάρη Σαββίδη, τον Γιάννη Δεδέολγου, τον Θωμά Βουλινό, τον Γιώργο Μπατατούδη. Καθένας που έφευγε, βύθιζε τον ΠΑΟΚ στα χρέη, όλο και πιο πολύ. Καθένας που ερχόταν, γλυκαινόταν από την εξουσία κι αποφάσιζε να γίνει σωτήρας. Σίγουρα όλοι έχασαν αρκετά. Οι πρόεδροι τα λεφτά τους. Ο ΠΑΟΚ τη δύναμή του.
Τώρα τι γίνεται; Εμφανίστηκαν επενδυτές. Ο Ιβάν Σαββίδης, Ελληνικής καταγωγής Ρώσος, γεννημένος στη Γεωργία, καπνέμπορος. Ο καπετάν Γιάννης Καμπάνης, πλοιοκτήτης και (όπως μπορούσε κανείς να καταλάβει από τη φωτογραφία του) μπον βιβέρ. Κάτι ακούστηκε για Αγγελόπουλο, αλλά μάλλον δεν της ταιριάζουν της Γιάννας Αγγελοπούλου τα βόρεια προάστια. Μόνον που κανείς δεν αγόρασε.
Ο Αγγελόπουλος έφυγε νωρίς. Ο Σαββίδης ήρθε στη Θεσσαλονίκη για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού και, αντί για το ξενοδοχείο όπου γινόταν η συνεδρίαση, βρέθηκε στο γήπεδο, με ασπρόμαυρο κασκόλ στο λαιμό. Ο καπετάν Γιάννης Καμπάνης περιμένει γραπτή απάντηση στην πρότασή του. Όλοι αναλάμβαναν τα 20.000.000 ευρώ χρέη της ομάδας (λες και μιλούσαν για κουμπιά κι όχι για λεφτά, για μπικικίνια, για μπακίρια -σαν τη Ντάλια του Παρά Πέντε, με τα μοβ και τα μπλε της), αρκεί να έπαιρναν τη χρήση του γηπέδου.
Ανάμεσά τους, ο ερασιτέχνης ΠΑΟΚ. Ο πρόεδρος του Πανθεσσαλονίκειου Αθλητικού Ομίλου Κωνσταντινουπολιτών Θανάσης Κατσαρής. Στο Σαββίδη, που κατέθεσε γραπτή πρόταση δεν απάντησε ακόμη. Στον καπετάν Γιάννη, άλλα του είπε στο κότερο, στο Φλοίσβο κι άλλα ανακοίνωσε από την Τούμπα. Τον Αγγελόπουλο τον είδε μόνο από φωτογραφία. Άντε να μίλησαν στο κινητό -και πολύ λέω.
Αλλά πού να δώσει το γήπεδο ο Θανάσης ο Κατσαρής. Το ερείπιο της Τούμπας, με τα έργα που έγιναν γύρω του, από καλύβα του Καραγκιόζη μπορεί να προκύψει Σεράι. Υποψήφιοι πασάδες υπάρχουν δύο: ο Σαββίδης κι ο Καμπάνης. Το ρόλο της Βεζυροπούλας, όπως το πάει, θα τον παίξει, τελικά, ο Κατσαρής. Να δούμε ποιός θα παίξει το ρόλο του Βεληγκέκα. Και ποιος του Μπαρμπαγιώργου.
Αυτό, όμως, που έχει σημασία, είναι ποιος βρίσκεται πίσω από τον μπερντέ. Ποιος κινεί τις φιγούρες. Ποιός είναι ο Σπαθάρης, ρε παιδιά...

ΥΓ 1. Συγχωρέστε μου τον αθλητικό οίστρο. Δεν θα το ξανακάνω. Μόνο που αυτή η πόλη, εδώ και δυο μέρες ασχολείται με τον νεκροζώντανο δικέφαλο και με τον ολοζώντανο Μπόμπι, τον πύθωνα των τριών μέτρων, που το έσκασε από το σπίτι του και κόβει βόλτες στους Αμπελόκηπους. Κι εγώ σιχαίνομαι (όπως ο Ιντιάνα Τζόουνς) τα φίδια.


ΥΓ 2. Τη φωτογραφία την έκλεψα από το σάιτ των οπαδών του ΠΑΟΚ -αυτών της Θύρας 4. Αλήθεια, για ποιόν χτυπά η καμπάνα;

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2006

Μέρα σκότους

Το ‘χε ανάγκη. Και κόψιμο, όπως λέει κι η μάνα του. Έπρεπε, σώνει και καλά, να γράψει, να επικοινωνήσει. Να postάρει κάτι, βρε αδελφέ. Έστω και μια φωτογραφία.
Η μέρα δεν είχε πάει καλά. Είχε διαβάσει πως ήταν η γιορτή του φωτός. Το φως, έξω από το γραφείο του, είχε πλημμυρίσει τα πάντα: Ανθρώπους, σπίτια αυτοκίνητα. Είχε λούσει τον κόσμο όλο.
Κι εκείνος; Τι είχε δει εκείνος; Τίποτα. Νάδα. Νάθινγκ. Μαύρο σκότος. Χωμένος στη νότια γωνία ενός κτιρίου 55 χρόνων, χτυπούσε ένα πληκτρολόγιο για λογαριασμό της εταιρίας. Σύστημα τυφλό. Όπως και το δωμάτιο που δουλεύει.
Και να πει κανείς ότι δεν είχε παράθυρα; Ο αρχιτέκτων, πριν πέντε και κάτι δεκαετίες –όπως είπαμε- είχε προβλέψει. Να κάτι παραθυράρες! Και κάποιος έξυπνος είχε κρεμάσει αλουμινένιες περσίδες, έκοψε και τα κορδονάκια κι άφησε κι αυτόν και τους άλλους, μέσα στο σκοτάδι.
Έξω ο ήλιος ντάλα. Σαράντα μπόγια ψηλά (τόσα δεν είναι τα μεσημεριανά μπόγια; Τόσα πρέπει να ναι. Αφού όταν τον ξυπνούσε η γιαγιά του, καλή της ώρα, στις 9 το πρωί, έλεγε πως ο ήλιος ήταν δέκα μπόγια ψηλά. Άρα…)
Μέσα, ήλιος πουθενά. Έβλεπε απ την οθόνη της τηλεόρασης μερικούς αφιονισμένους Κέλτες να γιορτάζουν τη μέρα του φωτός στο Στόουνχεντ.
Η τηλεόραση… Παλιά, 14άρα, πάλι καλά που ήταν έγχρωμη. Το παράθυρό του στον κόσμο. Κι όσο σκεφτόταν τα τεράστια παράθυρα με τις περσίδες, τόσο ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι του.
Τελικά, είχε μείνει εντός. Και με το που τέλειωσε, ήθελε να μπει, να γράψει, να επικοινωνήσει. Να πει κάτι κι αυτός, για τη μέρα του φωτός.
Σε χρόνο ρεκόρ έφθασε στο σπίτι. Σε χρόνο ρεκόρ στήθηκε μπροστά στο κομπιούτερ. Σε χρόνο ρεκόρ πάτησε «σύνδεση». Σε χρόνο ρεκόρ βγήκε το μήνυμα: «Modem error».
Σαραντάρισε τις προσπάθειές του για σύνδεση, χωρίς αποτέλεσμα. Στις σαράντα (μέρες) ως και οι λεχώνες, βγαίνουν από το σπίτι. Στις σαράντα του (προσπάθειες) το πήρε απόφαση. Άνοιξε την τηλεόραση. Το παράθυρό του στον κόσμο. Αλλά δεν έβλεπε. Σκεφτόταν. Κι αποφάσιζε: Να πάρει μια καρέκλα, να πετάξει στις περσίδες, να σπάσει τζάμια και κουφώματα. Να βάλει βίαια στο δωμάτιο το φως.
Αύριο... Το πρώτο πράγμα που θα κάνει. Σίγουρα! Χωρίς αναβολή! Ή μήπως... Μπα... Ίσως θα ήταν καλύτερα να...

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2006

Έβρεξε!

Κοιτούσε σα χαμένος. Ο δρόμος ήταν μούσκεμα. Πιο μούσκεμα κι από την πλάτη του, όταν –σπάνια πια- έκανε έρωτα με την Αλίκη. Δεν υπήρχε αμφιβολία: Είχε βρέξει!

«Μα, πότε», αναρωτήθηκε;

Και πώς να μην αναρωτηθεί. Χαμπάρι δεν είχε πάρει. Δούλευε απόγευμα σ’ εκείνη την εταιρία κι από τότε έχανε όλα τα απογεύματα σ’ ένα τετράγωνο τρία επί τρία. Εκεί βρισκόταν όταν ξέσπασε –κατακαλόκαιρο- η μπόρα. Εκεί κι όταν σταμάτησε η βροχή.

«Πάλι καλά που πρόλαβα βρεγμένους τους δρόμους», σκέφτηκε. «Να μην πάω στο σπίτι, εκείνη να μου μιλάει για τη βροχή κι εγώ να την κοιτώ σαν εξωγήινη»…

Η αλήθεια είναι ότι, εδώ κι έναν χρόνο, η Κάτια του φαινόταν εξωγήινη. Αυτό σκεφτόταν όπως περπατούσε προς το αυτοκίνητο. Εξωγήινη. Δηλαδή, απόμακρη. Κάτι έτη φωτός μακριά του. Ή, μήπως, ήταν εκείνος κάτι έτη φωτός μακριά της; «Εμ, βέβαια. Αυτά τα πράματα έχουν… διπλές αναγνώσεις», είπε μέσα απ’ τα δόντια του και χαμογέλασε με την εξυπνάδα του.

Είχε φτάσει στο αυτοκίνητο. «Σκατά», φώναξε, όταν το είδε! Μαύρο και γυαλιστερό, με στάλες της βροχής πάνω του, κάτω από το κίτρινο φως του δρόμου, μέσα σε μια λίμνη βροχόνερα…

Περπάτησε από τη μία πόρτα, αυτήν του οδηγού, στην άλλη, του συνοδηγού. «Σκατά», ξαναείπε! Ήταν αδύνατο να μπει μέσα χωρίς να γίνει μούσκεμα.

Άνοιξε τις πόρτες από το τηλεκοντρόλ του συναγερμού. Στεκόταν δυο βήματα μακριά, με τα παπούτσια στο χείλος της… λίμνης. Το σκέφτηκε καλά και το αποφάσισε. «Με μια δρασκελιά μέσα», είπε.

Το αμέσως επόμενο λεπτό, ήταν ξαπλωμένος μέσα στα νερά. Πώς γλίστρησε, πώς προσπάθησε να πιαστεί από τον καθρέπτη, πώς τον έσπασε, πώς βρέθηκε κάτω, να πλατσουρίζει σαν τον μπέμπη τον Αύγουστο, μυστήριο…

Μισή ώρα μετά, μούσκεμα, όπως όταν κάνει έρωτα με την Αλίκη, έφθανε στο σπίτι. Στα γρήγορα παρκάρισε, κλείδωσε, ξεκλείδωσε, μπήκε στο ασανσέρ, βγήκε από το ασανσέρ, άνοιξε την πόρτα, μπήκε στο σαλόνι.

Εκεί στον καναπέ, η Κάτια, η εξωγήινη, είχε καβαλικέψει τον Φάνη. Παρθένο στο ζώδιο κι απόλυτα γήινο τύπο. Φίλο από παλιά.

Κι η πλάτη της ήταν μούσκεμα. Όπως η δική του, όταν κάνει έρωτα με την Αλίκη…

Σπόρια

Άκου να δεις...
Ο Θανασάκης ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε ακούσει: Σ' ένα νησί στον Αρκτικό κύκλο, το Σβάλμπαρτ, οι Σκανδιναβοί ετοιμάζουν μια αποθήκη... σπόρων! Θα βάλουν εκεί (άκουσον... άκουσον...) 1,5 δισεκατομμύρια σπόρους από τρία εκατομμύρια ποικιλίες φυτών. Όλα αυτά, μέσα σ΄ ένα τεράστιο ψυγείο.
Γιατί σ' αυτό το νησί; Επειδή -λένε- αν χαλάσουν τα συστήματα και ανέβει η θερμοκρασία, θα σταματήσει στο 0, αφού το νησί είναι στον αρκτικό κύκλο.
Γιατί το κάνουν; Επειδή -λένε- αν γίνει καμία οικολογική καταστροφή, ή κανένας πυρηνικός πόλεμος, αυτοί που θα επιζήσουν θα έχουν να καλλιεργήσουν.
Καλή ιδέα, δε λέω. Γι αυτούς που θα επιζήσουν... Όσο για τους υπόλοιπους, θα γίνουν λίπασμα για τους σπόρους.
Η τέλεια ανακύκλωση, δηλαδή

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2006

Πρώτη μου μέρα εδώ...


Να 'χεις περάσει τα 40 και να αισθάνεσαι μαθητής. Να αισθάνεσαι ένοχος, που (αιώνιος γλύφτης) δεν έφερες μήλο για τη δασκάλα.

Τότε είχες κάποιον να σε πιάσει από το χέρι. Κι ο δρόμος που περπατούσες, ήταν πραγματικός. Τώρα, απλώνεις το χέρι σου, λίγο λοξά, λίγο προς τα πάνω και περιμένεις... Δε νοιώθεις ένα άλλο χέρι εκεί. Να πιάσει το δικό σου. Να σε οδηγήσει. Κι ο δρόμος; Ηλεκτρονικός. Γκλόμπαλ Ρόουντ στο Γκλόμπαλ Βίλατζ. Σαν ονόματα ροκ συγκροτημάτων μου ακούγονται.

Αλλά εσύ εκεί. Να δείξεις, σώνει και καλά, ότι είσαι τζόβενο. Ότι μπορείς να περπατήσεις παρέα μ' όλους αυτούς που ακούνε τον Πενηνταράκη. Χιπ χοπ χουπ. Μόνον που τα δικά σου ακούσματα είναι, θες δε θες, στο 70κάτι. Abba, α-μπα, α-χα, Μπακαρά και κάποιος Φερναντέζ, που πήρε το Ντοντ λετ μι μπι μισαντερστούντ και το ΄κανε αγνώριστο.

Γιατί η γενιά σου φίλε μου, ήταν εκεί στο χάσμα. Μια ζωή στο χάσμα. Μπήκες στο δημοτικό μετά από δυο χρόνια νηπιαγωγείο. Την ίδια χρονιά, καταργήθηκαν τα προνήπια. Μπήκες στο Γυμνάσιο με εξετάσεις. Την ίδια χρονιά, καταργήθηκαν κι αυτές. Το ίδιο στο Λύκειο. Σε εξατάξιο γυμνάσιο μπήκες, από τριτάξιο Λύκειο βγήκες. Η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Από τη μια κουνελότρυπα στην άλλη.

Έτσι και στη μουσική. Μια γενιά πριν από μας είχε τους Πινκ Φλόιντ, τους Ντιπ Πέρπλ, τους Κουίν. Εμείς; Κι εδώ στο χάσμα. Όσο και να θέλουμε να το κρύψουμε, της γενιάς μας ήταν αυτός ο Μπόι Τζορτζ. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα. Κι αυτός στο χάσμα.

Λογοτεχνία; Χάσμα χασμάτων... Οι πριν από μας είχαν το Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Ελύτη. Εμείς; Κανέναν. Ακόμη κι οι μετά από μας είχαν τη Ζυράνα Ζατέλη, Ματέλη, ούτε κι εγώ ξέρω πως. Εκείνην που έγραψε ένα τούβλο πεντακοσίων σελίδων, με τίτλο κάτι για φως και κάτι για επανόδους.

Τι έμεινε; Το Σινεμά. Εκεί να δεις... Το Φαράγγι της Σαμαριάς. Για τέτοιο χάσμα μιλάμε. Πριν από μας το Ντόλτσε Βίτα και ο Κλέφτης Ποδηλάτων. Μετά από μας ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών. Κι εμείς στη μέση, να έχουμε χάσει την εποχή του Θιάσου του Αγγελόπουλου και να είμαστε αναγκασμένοι, κολημμένοι σε μια άβολη καρέκλα, στο Ριβολί, να βλέπουμε το Μεγαλέξανδρό του. Μια ώρα να έρχονται οι Ιταλοί από το βάθος, μέσα στο χιόνι και να μη λένε να φτάσουν. Το απόλυτο χάσμα. Ή, καλύτερα, το χάσμα που έγινε χασμουρητό.

Κι έρχεσαι τώρα εσύ, Δημητράκη, να θες να γεφυρώσεις τέτοιο κενό. Και να φιγουράρεις δίπλα από blogs πιτσιρικάδων και (άντε) τριαντάρηδων. Που μιλάνε για τη δική τους ζωή. Αυτήν που εσύ δεν έζησες, γιατί ήσουν μέσα στο χάσμα σου. Αχ, κατακαημένε Δημητράκη...

Αλλά εσύ εκεί. Θα το περπατήσεις το Γκλόμπαλ μονοπατάκι (Γκλόμπαλ Παθ;) ως το τέλος. Θα το πιεις το μπίτερ λίτλ γκλας. Στην υγειά σου.

Στην υγειά σας!