Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Ανήμερα Αγίου Δημητρίου


-Ναι;
-Μπαμπά;
-Μωρό μου! Τι κάνεις;
-Καλά μπαμπά... Να σου πω κάτι;
-Ναι, φυσικά...
-Να ζήσεις μπαμπάκα και χρόνια πολλά/μεγάλος να γίνεις με άσπρα μαλλιά!
Τραγουδούσε όλο και πιο γρήγορα. Και σταμάτησε εκεί. Στα άσπρα μαλλιά. Φαίνεται είναι η... μανία της. Ίσως επειδή βλέπει τους πατεράδες των άλλων παιδιών, των συμμαθητών της στην έκτη δημοτικού, που οι περισσότεροι έχουν ή φαλάκρα, ή άσπρα μαλλιά. Κάποτε με είχε ρωτήσει:
-Μπαμπά, γιατί δεν έχεις άσπρα μαλλιά όπως οι άλλοι μπαμπάδες;
-Γιατί δεν έχει βάσανα...
Η απάντηση ήρθε από τη μητέρα της. Η πρώην μου έχει έναν μοναδικό τρόπο να χαλάει την όποια στιγμή. Ή, τουλάχιστον, αυτό βλέπω εγώ σ΄ εκείνην. Κάποιος άλλος μπορεί να εκτιμήσει το ότι είναι ετοιμόλογη.
-Γιατί ζω!
Αυτήν την απάντηση βρήκα, αυτή έδωσα. Το μετάνοιωσα, βέβαια. Γιατί, άθελά μου, πικαρισμένος, είχα βάλει το παιδί στη μέση μιας διαμάχης. Από τότε το ΄κοψα.
Η χθεσινή ήταν η πρώτη φορά που μου τραγουδούσε. Κι ας έμεινε το τραγούδι στη μέση. Για ΄μένα ήταν σα να άκουσα τη Μαντάμ Μπατερφλάι. Από την Κάλας.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Στο σταθμό (2)


Πρώτος έσπασε τη σιωπή ο Θανάσης:
"Σου το είχα πει"...
Ήταν η φράση που δεν άντεχε:
"Μην αρχίζεις τα 'σου το είχα πει' και 'σου το είχα πει'. Εντάξει. Μου το είχες πει. Και";
"Τι και... Γιατί σ αρέσει να πληγώνεις τον κόσμο";
"Εγώ; Της είπα, ποτέ, το παραμικρό; Άφησα, έστω, κάποιο υπονοούμενο; Μόνη της έφτιαχνε ιστορίες".
"Ναι. Αλλά την άφηνες. Ποτέ δεν την έπιασες να της πεις "Ζωή, δε θα γίνει, ποτέ, τίποτα μεταξύ μας".
"Ναι, ρε Θανάση! Δεν της το είπα ποτέ ξεκάθαρα. Όμως, δε σκέφτεσαι ότι, ίσως, λέω ίσως, θα ήθελα, τελικά, να έχω κάτι με τη Ζωή; Ίσως θα μου άρεσε, στην τελική, να κρατήσω -κι εγώ- ένα χέρι, να περπατήσω μαζί με έναν άνθρωπο σ αυτήν την αποβάθρα"...
"Δεν είναι για ΄σένα αυτά"...
"Αυτό είναι που δε μου αρέσει, Θανάση! Το ότι δεν είναι για ΄μένα αυτά. Γιατί, μου λες; Γιατί να μην είναι και για ΄μένα αυτά";
"Δεν είναι ώρα, τώρα..."
"Ποτέ δε θα είναι ώρα. Εσείς, είστε ΟΚ. Εσύ έχεις το Σπύρο. Η Χριστίνα τη Λία..."
Μπήκε στην κουβέντα η Χριστίνα:
"Να μου κάνεις τη χάρη. Είμαστε φίλες"!
"Βρε δεν πα να ΄στε και νταλίκες! Τι με νοιάζει εμένα; Εσείς περνάτε καλά. Προχθές, που μάλωσες με τη μάνα σου, τι έκανες; Πήγες και κοιμήθηκες στης Λίας. Έκλαιγες όλο το βράδυ κι εκείνη σε πήρε αγκαλιά... Εσύ μας τα ΄λεγες"!
Η Λία γύρισε στη Χριστίνα:
"Χριστίνα"!
"Ε, τι θες; Δεν ήμουν καλά... Είπα ότι ήρθα σε ΄σένα. Τι φταίω εγώ αν αυτός είναι πορνόμυαλος";
Ο Σπύρος, που δεν είχε μιλήσει ως τότε, του έπιασε το χέρι:
"Άκου... Δεν είναι έτσι. Ναι, έχω τον Θανάση. Να τον κάνω τι; Ακόμη κι όταν θα ζούμε στο ίδιο σπίτι, μακάρι στην Αθήνα, αν όχι κάπου αλλού, θα υπάρχουν οι γείτονες. Δε θα μπορέσω ποτέ, να περάσω το χέρι μου πάνω από τον ώμο του στο σινεμά. Αυτήν την απλή κίνηση, δε θα την κάνω ποτέ. Καθένας ανηφορίζει τον δικό του Γολγοθά..."
"Ναι, αλλά..."
"...το ξέρω. Ο δικός σου, είναι πιο δύσκολος. Δεν έχεις βρει, ακόμη, κάποιον να σηκώσει το σταυρό σου ως την κορυφή. Και είσαι αναγκασμένος, ακόμη κι αν προσφερθεί κάποιος, να συνεχίσεις μόνος σου. Η Ζωή όμως, αυτό δεν το ξέρει. Και πρέπει να της το πεις"...
Στράφηκε στις σκάλες. Σε δυο λεπτά ήταν έξω από το σταθμό κι έψαχνε τη Ζωή. Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Η πόλη, τεράστια, τον κατάπινε. Τη νύχτα κινούνταν πιο εύκολα. Τώρα, το πλήθος που, σιγά-σιγά, έβγαινε από το καβούκι του και ξεχύνονταν σε δρόμους και πλατείες, τον μπέρδευε. Σήκωσε το χέρι του και σταμάτησε ένα ταξί. Έδωσε τη διεύθυνση της Ζωής. Αργά ή γρήγορα, θα επέστρεφε σπίτι της.

-----

Η γειτονιά ξυπνούσε. Ο κυρ-Νίκος είχε ανοίξει, ήδη, το ψιλικατζίδικο στη γωνία. Μάζευε τα γάλατα. Αν δεν ήταν, ήδη, στο σπίτι, έπρεπε να φανεί.
Πράγματι. Την είδε να κατηφορίζει. Όταν τον είδε από μακριά, κοντοστάθηκε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τρέξει πάνω του, ή να φύγει. Δεν ήξερε τι σήμαινε να την περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Τελικά αποφάσισε να πλησιάσει με σταθερά βήματα.
"Γεια", της είπε...
"Γεια..."
"Έφυγες γρήγορα και δεν πρόλαβα..."
"Είχα γίνει ρεζίλι..."
"Δε γίνεται ρεζίλι κάποιος που αγαπάει"...
"...ακόμη κι όταν δεν τον αγαπούν";
"Ακόμη και τότε. Αν και δεν είναι αυτό..."
"Δηλαδή, τι... Μ αγαπάς";
"Το τι αισθάνομαι δεν έχει καμία σχέση με το τι μπορεί να γίνει μ εμάς..."
"Δηλαδή;"
"Είναι δύσκολο... Θα ΄ρθεις μαζί μου, τη Δευτέρα, σε έναν γιατρό";

-------

Δευτέρα βράδυ. Κάθεται στη μία πολυθρόνα κι η Ζωή στη διπλανή. Όρθιος, ο γιατρός προσπαθεί να εξηγήσει:
"Δεν ξέρουμε τι είναι, πώς μεταδίδεται, πόσο επικίνδυνο είναι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το αποκαλούν AIDS. Το ελληνικό του όνομα είναι... σιδηρόδρομος . Αυτό που, σίγουρα, ξέρουμε, είναι ότι μεταδίδεται στους ομοφυλόφιλους, από τη σεξουαλική πράξη".
"Ναι, αλλά ο... δεν..."
"Ναι, δεν... Δεν είναι ομοφυλόφιλος. Έρχεται σε επαφή με κάποιους φίλους του, αλλά έχει αποδειχτεί ότι δε μεταδίδεται έτσι. Υποψιαζόμαστε ότι μεταδόθηκε από αίμα. Από μια σύριγγα, από κάτι άλλο... Ίσως από μετάγγιση. Αν είναι αλήθεια κάτι τέτοιο, πολλά πρέπει να αλλάξουν. Το σίγουρο είναι ότι ο φίλος σου δεν μπορεί να έχει τη ζωή των άλλων".
Εκεί μπήκε στην κουβέντα:
"Δε βαριέσαι γιατρέ. Η Ζωή, είναι μοναδική"...

-----

Ξημερώνει Τρίτη. Είναι μαζί, αγκαλιά, στην αποβάθρα. Δεν έχουν μιλήσει από εκείνη την ώρα. Αλλά είναι μαζί.

-----

Πρωί Τετάρτης. Μπαίνει στο σπίτι. Ο πατέρας του τον περιμένει στο χωλ.
"Πού ήσουν; Πού γυρίζεις";
"Πού είναι η μάνα";
"Άσε τη μάνα και δε σε γλιτώνει! Τι θα σε κάνω εγώ; Αλήτη";
"Φώναξέ την, πατέρα. Θέλω να σας μιλήσω"...

-------

Δέκα λεπτά αργότερα, στην κουζίνα. Τα μάτια της μάνας του, γεμάτα δάκρυα. Ο πατέρας, κοιτάζει το κενό. Εκείνος, όρθιος, μόλις έχει τελειώσει. Απλώνει το χέρι του και χαϊδεύει το κεφάλι της μητέρας του. Της σκουπίζει τα δάκρυα. Εκείνη, με τα χέρια της, πιάνει τα δικά του. Τρέμει.
"Μην κλαις" , της λέει...
"Εύκολο το ΄χεις..."
"Κάποτε θα γινόταν"...
"Ναι, αλλά μετά από το δικό μου χαμό, αγόρι μου. Δεν υπάρχει χειρότερο πράμα, από το να θάβεις το παιδί σου"...
Ακουμπά τον πατέρα του στην πλάτη. Εκείνος σηκώνεται, τον αγκαλιάζει. Δε μιλάει. Έπειτα, με αργά βήματα, βγαίνει από το δωμάτιο. Κλείνεται στην κρεβατοκάμαρα. Δεν έχει κλάψει ποτέ μπροστά τους. Δεν θα άρχιζε τώρα...

ΤΕΛΟΣ


Η φωτογραφία είναι του David Troyer και την έχω πάρει από εδώ

ΥΓ. Νομίζω ότι το διήγμα είναι άνισο. Άρχισε με άλλες προοπτικές, αλλά κατέληξε εντελώς διαφορετικά. Αρχικά σκεψτηκα να το διαγράψω. Έπειτα, μου πέρασε από το μυαλό ότι και η αποτυχία έχει τη θέση της κι είναι ένα διάστημα κι αυτή. Άρα, το "Στο Σταθμό" είχε θέσει σε ένα blog με την επωνυμία Διαστήματα.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Στο σταθμό (1)


Σάββατο βράδυ. Το πικ απ παίζει. Gimme some lovin' , Blues Brothers. Ετοιμάζεται. Φαρδύ άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι, τζιν μπουφάν με δερμάτινο γιακά, αθλητικά μποτάκια μπάσκετ -άσπρα. Τα κλειδιά στην τσέπη, ένα διπλωμένο κατοστάρικο, που είχε κρατήσει με πόνο και κόπο από το χαρτζηλίκι της βδομάδας. Βγαίνει από το δωμάτιό του κλείνοντας το μάτι στον Φρέντι, που μαζί με τους άλλους τρεις ξεπροβάλουν από το σκοτάδι, στην αφίσα πάνω στην πόρτα.
Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις. Πατέρας μάνα κι αδελφός εκεί, καρφωμένοι, ακούν τα νέα. Ετοιμάζονται κι αυτοί, για τη δική τους διασκέδαση. Κοιτάζεται στον καθρέφτη του πορτ μαντό. Σιάζει το μαλλί. "Ωραίος είσαι! Φτου σου παλικάρι μου"!
Περπατάει στην έξοδο. Τους κοιτάζει. "Φεύγω"!
"Πού θα πας τέτοια ώρα; Είναι αργά! Τώρα τα άλλα παιδιά μαζεύονται"!
"Έλα ρε πατέρα... Μην αρχίζεις πάλι! Όλη τη βδομάδα έπηξα. Θα δώσεις κανένα κατοστάρικο";
"Παίρνεις χαρτζηλίκι κάθε βδομάδα! Αχ! Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα"!
"Άσχημα θα ήταν";
"Μωρέ, άσχημα δε θα ήταν, αλλά το μόνο που βγήκε από τους σπόρους που φύτρωσα ήταν μια πικραγκουριά. Σαν τη μάνα σου"!
"Ωραία! Έτσι να μιλάς μπροστά στα παιδιά, να τα δίνεις θάρρος"!
"Έλα ρε μάνα! Σου μιλήσαμε εμείς ποτέ άσχημα; Κι ο μπαμπάς, δεν σε είπε και καμπούρα"!
"Αυτό έλειπε. Ξέρεις πώς ήμουν όταν με πήρε; Αδύνατη, ψηλή, 1.80. Τώρα μάζεψα"!
"Και τώρα αδύνατη είσαι"...
"Ναι αλλά κόντινα! Μάζεψα..."
"Φταίει το πλύσιμο. Να μην μπαίνεις στα ζεστά. Με κρύο να πλένεσαι"!
"Ίδιος ο πατέρας σου"...
"Και τι έχει, δηλαδή, ο πατέρας του; Άσχημος σου έπεσα; Κι εγώ 1,85 ήμουν όταν σε γνώρισα..."
"Πού πήγε, ρε πατέρα, τόσο ύψος";
"Δε θα φύγεις εσύ; Σε περιμένουν"!
"Κάτσε να πάρω ένα τηλέφωνο..."
"Τηλέφωνο... Πάλι τηλέφωνα; Τώρα θα πάτε, θα βρεθείτε εκεί που δώσατε ραντεβού. Τι το θες το τηλέφωνο; Για να με χρεώνεις; Εσύ τα πληρώνεις αυτά; Όχι βέβαια... Αλλά είπαμε.."
Είχε πάρει το ακουστικό στο χέρι και σχημάτιζε τον εξαψήφιο αριθμό. Μουρμούριζε, μαζί με τον πατέρα του:
"'Πού να καταλάβεις εσύ, πως βγαίνουν τα λεφτά. Εσύ νομίζεις ότι έχω μια λεφτιά στο μπαλκόνι και πάω κάθε μήμα και κόβω τα φύλλα!' Μπούρου μπούρου, μπούρου μπούρου... Έλα. Γειά σου κυρία Μαρία. Ο Δημήτρης είμαι... Τι κάνεις; Ο Θανάσης ξεκίνησε; Α... ευχαριστώ"!
Έκλεισε το τηλέφωνο. Ο πατέρας του συνέχιζε:
"Εντάξει; Πήρες; Μας χρέωσες το δίφραγκο; Λες και δε θα ξεκινούσε..."
"Τι θα γίνει μ εκείνο το κατοστάρικο";
"Ορίστε. Εκείνος μόνο το κατοστάρικό του σκέφτεται. Δεν έχει κατοστάρικο! Δίπλα στο ψυγείο, στον καθρέφτη του καλοριφέρ έχω ένα για τον μπακάλη. Πάρε αυτό τώρα και εντάξει είσαι. Δεν έχει κατοστάρικο"!
Πήρε το κατοστάρικο και βγήκε έξω. Ο πατέρας του συνέχιζε. Κατέβηκε με ελαφρά πηδηματάκια τα σκαλιά των τεσσάρων ορόφων. Βγήκε στο δρόμο και τράβηξε για τη στάση του λεωφορείου, στην εκκλησία. Οι άλλοι πρέπει να ήταν, ήδη, εκεί.

........

Ο Θανάσης, ο Σπύρος, η Λία με τη Χριστίνα, η Ζωή. Θανάσης και Σπύρος ονειρεύνταν πότε θα τέλειωναν το σχολείο, να περάσουν σε μια μακρινή σχολή, να ζήσουν, επιτέλους, τον έρωτά τους. Η Λία με τη Χριστίνα δεν παραδέχονταν ποτέ ότι είχαν το ίδιο όνειρο. "Είμαστε καλές φίλες", έλεγαν και κόβαν την κουβέντα. Η Ζωή τον γούσταρε. Δεν ταίριαζε στην αλλοπρόσαλη παρέα, αλλά ερχόταν πάντα έξω, μήπως και βρίσκονταν, έστω για λίγο, δίπλα-δίπλα.
Κι εκείνος, έξω από όλους, αλλά πάντα μαζί τους. Άκουγε άλλη μουσική, Deep Purple και τέτοια, ενώ οι άλλοι σε κάθε κασέτα τους είχαν και ένα τραγούδι των Abba. Ειδικά η Λία με τη Χριστίνα. Ο Θανάσης αγαπούσε τη τζαζ και το σινεμά. Αλλά επειδή ο Σπύρος προτιμούσε κλασική και Jethro Tull, έκανε την καρδιά του πέτρα... Όσο για τη Ζωή, ήταν ικανή να ακούσει όλο το Selling Enland by the Pound, κι ύστερα να το αναλύσει, μιλώντας για τους επηρρεασμούς στη σκηνική παρουσία των Gennesis από τον Bowie και τον Ziggy του. Αρκεί να ήταν μαζί του.
Η βραδιά είχε, για αρχή, σινεμά. Κατέβηκαν, με το λεωφορείο, στο κέντρο και έφθασαν, με τα πόδια, στην παραλία. Θα τις έκαναν τη χάρη, σήμερα, στις 10, να δουν το Δόκτωρ Ζιβάγκο, στο κιριλέ Αριστοτέλειον. Κι έπειτα, όλοι μαζί, θα πήγαιναν στη μεταμεσονύχτια του Φαργκάνη. Είχε Sweet Movie και στις 2, Rocky Horror Pοicture Show.
Καλό ξημέρωμα βρέθηκαν στο σταθμό. Αγόρασαν κουλούρια, μπίρες κι ανέβηκαν στις πλατφόρμες. Του άρεζε να βλέπει τα τρένα. Από μικρό παιδί, από τότε που ο πατέρας του τον πήγαινε στο μικρό σταθμό της, ακόμη πιο μικρής, επαρχιακής πόλης όπου γεννήθηκε. Μετρούσε τα βαγόνια, κρατούσε τους αριθμούς από τις ατμομηχανές και με μια kodak, που έμοιαζε, περισσότερο με κύβο του ρούμπικ, παρά με φωτογραφική μηχανή, προσπαθούσε να βγάλει τις δικές του φωτογραφίες.
Εκεί, στην πλατφόρμα 2, την ώρα που έφευγε το τρένο για την Αθήνα -μια βαριά ντιζελάμαξα βαμένη μπλε που έσερνε 12 πράσινα βαγόνια, όλα δεύτερης θέσης, η Ζωή δεν άντεξε. Τον τράβηξε πάνω της και, σηκωμένη στις μύτες, τον φίλησε με πάθος στο στόμα. Πάγωσε. Το ίδιο κι οι άλλοι.
Μόλις ξεκόλλησε από πάνω του και είδε τους υπόλοιπους να την κοιτάνε λες και ήταν ο αναστημένος Πρίσλεϊ, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα χείλη της, βούρκωσε, ψέλισε ένα συγνώμη και το ΄βαλε στα πόδια.
Η παρέα είχε μείνει στις θέσεις της.

Συνεχίζεται

Η φωτογραφία The Last Train είναι του Steve Smith και την πήρα από εδώ

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Έπεσε δουλειά...

Η συντρόφισσα είναι εδώ.
Διαβάστε τι είπε:
  • Για τον Κ. Καραμανλή
  • Για τον Γ. Παπανδρέου
  • Για το ΣΥΡΙΖΑ
  • Για τις συνεργασίες
  • Για την οικονομική κρίση --->

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Να ξέρεις...(2)


Μπροστά του στέκονταν ένας άγγελος. Μόνον που δεν έμοιαζε με τίποτα με τους αγγέλους που μας περιγράφουν μανάδες και γιαγιάδες, στα μικράτα μας. Κατάμαυρα ήταν τα φτερά του. Σχεδόν αιωρούνταν και δεν πατούσε στη γη. Ανοιγόκλεινε τις κατάμαυρες φτερούγες μπρος του και ο αγέρας που σήκωνε τον χτυπούσε στο πρόσωπο. Ήταν γυμνός και μόνον τα απόκρυφά του έκρυβε με ένα μαύρο δερμάτινο βρακί. Κι ύστερα, δεν ήταν μόνον οι μαύρες φτερούγες. Ήταν το ύφος του όλο. Όχι, δεν μπορούσες να τον πεις άσχημο. Το αντίθετο. Θα έλεγες ότι ήταν όμορφος. Όμως ήταν ο τρόπος που σε κοιτούσε μ εκείνα τα παγωμένα γαλάζια μάτια του... Κι ύστερα, ήταν το χαμόγελό του. Δεν ήταν συνοφρυωμένος. Δεν έμοιαζε καθόλου με τις τεράστιες αγιογραφίες στις πύλες των εκκλησιών. Δεν είχε εκείνη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Τη σοβαρότητα που αρμόζει στο ρόλο του. Εκείνος χαμογελούσε με αναίδεια. Λες κι έβλεπε μπροστά του κάτι που άξιζε τον περίγελο όλων. Αισθάνθηκε τις τρίχες του αυχένα του να σηκώνονται. Και ένα ρίγος στην πλάτη. Αυτό το πλάσμα, ήταν εκεί για εκείνον. Και τότε του πέρασε από το μυαλό: "Ο Χάροντας"! Το πλάσμα ξέσπασε σε ένα γέλιο υστερικό. Έπειτα, τον κάρφωσε με τη γαλανή ματιά του και του μίλησε. Με μια φωνή απόκοσμη, που τον έκανε να σφιχτεί μέσα στην καμπαρτίνα του: "Δεν είμαι ο Χάροντας, ανόητε. Είμαι αυτός που άκουσε μια επιθυμία σου κι έτρεξε να την κάνει πραγματικότητα"! Ήταν σίγουρος πως δεν είχε μιλήσει. Το πλάσμα, όμως, είχε ακούσει. Κι είχε απαντήσει. Κι αλήθεια, για ποιαν επιθυμία μιλούσε; "Θες να μάθεις πότε θα πεθάνεις"; "Τώρα", κατάφερε να ψελίσει; "Όχι! Μην ανησυχείς. Δεν ήρθε η ώρα σου. Όμως θα σου πω. Αφού θες να ξέρεις, για να ετοιμαστείς, για να ζήσεις ό,τι σου απέμεινε, θα σου πω: Του χρόνου. Τέτοια μέρα του χρόνου, θα είναι η τελευταία σου. Η τελευταία μέρα του Νοέμβρη θα είναι και η τελευταία της ζωής σου. Ετοιμάσου, λοιπόν..." "Και τι ώρα"; Αυτό είχε βρει να ρωτήσει. Είχε μπροστά του ένα πλάσμα που όριζε ζωή και θάνατο κι εκείνος βρήκε να ρωτήσει την ώρα του θανάτου του... "Μεσάνυχτα. Έτσι δε γίνεται συνήθως"; Άκουσε, πάλι, τους ίδιους κρότους. Σπίθες έπεσαν πάνω του και σήκωσε το βλέμμα του ψηλά. Λες και δεν είχε συμβεί το παραμικρό, τα φώτα της παραλίας άναψαν πάλι. Γύρισε να δει το πλάσμα, όμως δεν είδε τίποτα. Αντίθετα, διέκρινε, από μακριά, έναν ποδηλάτη. Αμέριμνος, πλησίαζε. Όταν έφθασε στο ύψος του, τον ρώτησε: "Είδες"; Ο ποδηλάτης τον κοίταξε παραξενεμένος. Έκανε πετάλι πιο γρήγορα, για να απομακρυνθεί. Κι εκείνος κατάλαβε πως ήταν ο μόνος που είδε το πλάσμα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Πήγε σπίτι του και προσπάθησε να κοιμηθεί. Δεν τα κατάφερε. Του τριβέλιζε το μυαλό αυτό που έγινε. Είχε μια συνάντηση μέσα στο μυαλό του; Είχε, πράγματι, μια συνάντηση σε κόσμο άλλον; Απάντηση δεν έβρισκε. Την άλλη μέρα είπε να το συζητήσει με φίλους του. Τελικά μόνον στον Κοσμά το είπε κι εκείνος δεν τον πίστεψε. "Τι άλλη μαλακία θα βρεις να πεις, για να αποδείξεις ότι είχες δίκιο", του είπε ο Κοσμάς; Κι έκοψε, εκεί, την κουβέντα. Έπειτα το θέμα ξεχάστηκε. Το καλοκαίρι πήγε διακοπές στην Αντίπαρο κι εκεί γνώρισε την Άννα. Έκαναν παθιασμένο έρωτα κι εκεί, εκείνη, σε κάποια στιγμή, τον ξάπλωσε ανάσκελα. Ύστερα πήρε το σεντόνι με τα χέρια της κι έκανε να τους σκεπάσει και τους δύο. Τρόμαξε! Έτσι που την είδε, από πάνω του, με το σεντόνι να απλώνεται από το ένα χέρι στο άλλο, του θύμισε το εξώκοσμο εκείνο πλάσμα που είχε συναντήσει το χειμώνα στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Την πέταξε κάτω και σηκώθηκε απότομα. Εκείνη τον ρώτησε τι είχε, βρήκε μια δικαιολογία και δεν ξανασυζήτησαν το θέμα. Αλλά κι όταν επέστρεψαν Θεσσαλονίκη, όποτε έκαναν έρωτα, εκείνη ποτέ δεν τόλμησε να έρθει από πάνω του. Έμπαινε μέσα της εκείνος από πάνω, απλά, λες κι ήταν ζευγάρι χρόνια. Ώσπου χάλασε ο καιρός. Ήρθε το φθινόπωρο. Τότε, μαζί με τον ήλιο χάθηκε κι η χαρά του. Και ένα βράδυ σηκώθηκε, άφησε την Άννα άναυδη, να τον κοιτάζει από την πόρτα κι άρπαξε ένα σημειωματάριο κι ένα στιλό. Κι άρχισε να γράφει: 1. Να κάνω ράφτιγκ. 2. Να δω τη Λευκή Ταινία. 3. Να πάω ταξίδι στη Γη του Πυρός 4. Να πάω ταξίδι στο Μάτσου Πίτσου 5. Να κάνω έρωτα με τον Απόστολο 6. Να κάνω έρωτα με όσους περισσότερους κι όσες περισσότερες σε ένα βράδυ 7. ... Εκεί σταμάτησε. Ξαναδιάβασε τον κατάλογο. Του φάνηκαν όλες του οι επιθυμίες τόσο χαζές κι ανούσιες. Έσκισε το χαρτί και συνέχισε. Και το ξαναάσχισε. Και ξανάρχισε. Και ξανά, ξανά, ξανά. Όλο το βράδυ έγραφε κι έσβηνε, ώσπου, το πρωί, διαπίστωσε πως τίποτα δεν ήθελε να ζήσει, παρά μόνο τη ζωή. Τότε ήταν που ήρθαν οι πρώτες ζαλάδες. Κι ύστερα οι πόνοι. Οι γιατροί τον εξέτασαν και, εκεί στις αρχές Οκτωβρίου, του έδωσαν, βία-βία, δυο μήνες ζωή. "Ο καρκίνος κάλπαζε" του είπαν. Από τότε ζούσε με τις μορφίνες. Πλέον ήταν 29 Νοεμβρίου. Οκτώ το βράδυ. Φορούσε, εδώ κι έναν μήνα, δυο ρολόγια. Μήπως και σταματούσε το ένα. Αλλά όλα αυτά που ήθελε να κάνει, δεν τα ΄κανε. Καθόταν στην πολυθρόνα του, μπροστά στο παράθυρο και κοιτούσε το τίποτα. Κι όποτε σκοτείνιαζε, αισθανόταν την ψυχή του να σκίζεται στα δυο. Και τον εαυτό του να βουλιάζει, να χάνεται. Ίδρωνε. Και τον έπιανε ένα τρέμουλο. "Φόβο", το είπαν οι γιατροί. Και στην Άννα είπαν πως "αν δεν πέθαινε από τον καρκίνο, θα πήγαινε, τελικά, από το φόβο του".

H φωτογραφία είναι του David Meyer, έχει τίτλο Murray Cemetary και την πήρα από εδώ.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Να ξέρεις...(1)


Έριξε μια βιαστική ματιά στο ρολόι του. Οκτώ παρά πέντε. Βράδυ. Είχε σκοτεινιάσει -τώρα το χειμώνα σκοτείνιαζε από νωρίς.
Τις τελευταίες δύο μέρες τον τρόμαζε το σκοτάδι. Ποιον; Αυτόν που έβγαινε από το σπίτι του μεσάνυχτα! Που όταν γύριζε, όσοι τον έβλεπαν στην πόρτα του έλεγαν καλημέρα κι αυτός τους έλεγε καληνύχτα! Γιατί τέτοιος ήταν. Άνθρωπος της νύχτας. Ως εκείνη τη νύχτα...
Τη θυμάται σα να την έζησε πριν ένα λεπτό. Και πώς να μη τη θυμάται; Να πως είχαν γίνει τα πράματα:
Μόλις είχε βγει από το μπαράκι και περπατούσε προς την παραλία. Άφησε πίσω του το Λευκό Πύργο και συνέχισε στο πλακόστρωτο. Είχαν βάλει καινούργια φώτα και μπορούσες να περπατήσεις άνετα. Πέρασε το ξενοδοχείο και, στο σημείο όπου στένευε το πλακόστρωτο, παρατήρησε ότι δεν υπήρχε ψυχή. Περπατούσε μόνος του και θυμόταν την κουβέντα που είχε κάνει, λίγα λεπτά πριν, στο μπαράκι.
Ήταν εκεί η Λίζα, η άλλη (που δε θυμόταν το όνομά της), ο Κοσμάς κι ο Θεόφιλος. Του είχαν φέρει την άλλη, φίλη της Λίζας, για να τη γνωρίσει, γιατί από τότε που χώρισε τη Δήμητρα, για ένα καπρίτσιο της, είχε μείνει μόνος. Κι οι φίλοι του πίστευαν ότι είχε μείνει αρκετά μόνος.
Δεν ήταν κολημμένος με τη Δήμητρα. Αν και όλοι πίστευαν ότι θα κατέληγαν μαζί, παντρεμένοι, με παιδιά, συμπεθέρια κι όλα τα κομφόρ, εκείνος το ΄ξερε ότι, κάποια στιγμή, θα γινόταν το μπαμ. Κι έγινε. Η Δήμητρα δήλωσε ότι γνώρισε τον Χάιμι κι έφυγε, μέσα στο καταχείμωνο, για τη Φιλανδία. Για να ζήσει, έξι μήνες, στο απόλυτο σκότος. Αλλά, όλα αυτά, δεν είχαν σημασία με την κουβέντα που άνοιξαν στο μπαράκι.
Εκεί, όλοι επέμεναν ότι δεν ήθελαν να ξέρουν τη μέρα που θα πέθαιναν. Μόνον εκείνος επέμενε: "Ναι, θέλω να ξέρω. Να κάνω κάποια πράγματα βρε αδελφέ, να προλάβω... Κι όχι να πάω ανυποψίαστος"...
Έφυγε από το μπαράκι περισσότερο για να μη συνεχίσει την κουβέντα. Και το ΄ριξε στο περπάτημα, περισσότερο για να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Κι έτσι βρέθηκε εκεί, νυχτιάτικα, μόνος του. Θα ήταν τρεις τα ξημερώματα, χειμώνας. Συνήθως, όμως, στην παραλία υπήρχαν διαβάτες, κάποιοι που έκαναν ποδήλατο, ακόμη και με βροχή, άλλοι που έτρεχαν πάνω - κάτω. Και, σίγουρα υπήρχαν σκυλιά. Αδέσποτοι μούργοι, που άλλους τους κυνηγάνε -περισσότερο για την πλάκα τους, για να αποδείξουν ότι αυτοί είναι οι άρχοντες της παραλίας- και σ άλλους πήγαιναν και τρίβονταν στα πόδια τους και τους έπαιρναν στο κατώπι -λες και περίμεναν ένα νεύμα, όλο κι όλο, για να διαβούν το κατώφλι και να γίνουν από αληταράδες, σπιτόσκυλοι. Όμως απόψε, δεν υπήρχε μήτε σκύλος, μήτε άνθρωπος.
Στάθηκε κάτω από το στύλο φωτισμού. Κοίταξε ολόγυρα κι απόρησε: "Μα κανείς", μονολόγησε;
Ένας κρότος, σα πιστολιά, ακούστηκε. Έσκυψε για να προστατευθεί και πάνω του πέσανε σπίθες. Η λάμπα είχε γίνει χίλια κομμάτια. Ο ίδιος θόρυβος ακούστηκε ξανά και ξανά και ξανά. Μία - μία, οι λάμπες έσκασαν, σπίθες πετάχτηκαν κι ύστερα σκοτάδι. Έβλεπε, μακριά, κάποια φώτα αναμένα, αλλά τα περισσότερα, μπρος και πίσω του, είχαν σβήσει μέσα σε μικρές, φωτεινές εκρήξεις.
Ανατρίχιασε. Ύστερα σκέφτηκε: "Θα έγινε καμία απότομη αλλαγή τάσης"...
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τα λόγια του. Αυτό που άκουγε, ήταν φτερούγισμα. Λες και τον πλησίαζε κάποιος από τους γλάρους, που τέτοια ώρα, λογικά, θα είχαν βρει καταφύγιο στα κοιλώματα της προκυμαίας. Στράφηκε προς τα εκεί που ερχόταν ο θόρυβος.
Πάγωσε! Τούτο το πλάσμα μπρος του, δεν ήταν του κόσμου τούτου...

Συνεχίζεται...

H φωτογραφία με τον τίτλο Memento είναι του Vlad M και την πήρα από εδώ.