Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Σκέψεις του καφέ - Μέρος 8ο

Τον είδε, ευθυτενή, κοτσονάτο γέρο, να παίρνει την κατηφόρα. Πήγε να του φωνάξει, αλλά τι να του πει; Φαινόταν πνιγμένος στις σκέψεις του. Κι εκείνη είχε τόσες δουλειές να κάνει.
"Θα με πάρει, πάλι, το βράδυ"...
Μόνη της το ΄λεγε αυτό, κάθε τόσο. Με το που ξεκινούσε μια δουλειά, είχε το φόβο να προκάμει. Ένα άγχος και μια αγωνία, λες κι αν δεν προλάβαινε, κάποιος θα τη μάλωνε, θα της έκοβε το μισθό.
Αλλά είχε να το περηφανεύεται η Μόρφω. Στα τόσα χρόνια νοικοκυρά -και μιλάμε, τώρα, για δεκαετίες, θα μπορούσε να πάρει σύνταξη- ποτέ δεν άφησε δουλειά στη μέση. Μπορεί να την έπαιρνε η νύχτα, αλλά εκείνη θα τελείωνε. Μόνο μια φορά... Σαν τώρα το θυμότανε...
Τίναξε το κεφάλι της, λες και ήθελε να σταματήσει τη σκέψη. Να τη διώξει. Να τη βγάλει από το μυαλό της. Εκείνη, όμως, είχε φωλιάσει για τα καλά και θέριευε. Γιγαντώνονταν. Κάτι σαν ένας τεράστιος κισσός, ή, καλύτερα, ένα λυκόφυτο, που απλώνεται συνέχεια, πνίγοντας όλα τα υπόλοιπα.

Όλο το 8ο μέρος από τις σκέψεις του καφέ, εδώ

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2007

Παιχνιδάκια για παιδάκια

Δέχτηκα πρόσκληση για συμμετοχή σε blogoπαίχνιδο. Η Ρενάτα, η Αναγεννημένη, ήταν αυτή που με προσκάλεσε. Κι είπα "ας πάει και το παλιάμπελο, ας γίνει της Αναγεννήσεως..."
Δέχτηκα.
Κι έχω, τώρα, να σχολιάσω τις δύο αγαπημένες της ρήσεις -αν κατάλαβα καλά, διότι με ένα μυαλό ο Χριστιανός, χειμώνες καλοκαίρια, τι να πρωτοκάμω, ο δύσμοιρος.

Ρήσις α:

“It is easier to fight for one’s principles than to live up to them.” Alfred Adler

Άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε. Δε φτάνει που είναι αλλουνού η ρήση, μου το ΄γραψε και στα Αγγλικά. Και ποιος σας είπε, κυρία μου, ότι είμαι απόφοιτος της Οξφόρδης; Στρατηγάκη και Σβάρνα πήγαινα, προ αμνημονεύτων! Κι έχω να τα μιλήσω χρόνια ολόκληρα! Αφού όταν εργάστηκα εις την Ολυμπιάδαν (όχι Χαλκιδικής, αλλά αφού όλοι οι Έλληνες μπερδεύουν την Ολυμπιάδα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, είπα να συμμετέχω κι εγώ), τα μόνα που είπα σε κάτι Κινέζους ήταν "τόλιετς δέαρ" και σε μια Γιαπωνέζα "Γιες, δε γουέδερ ις χοτ". Κι αυτή η τελευταία, το πήρε για σεξουαλική παρενόχληση -η ρουφιάνα!
Για να σοβαρευτούμε, τώρα, Ο Αλφρέδος έχει δίκιο. Να σου πω εγώ πόσο σωστό είναι αυτό που φρονείς! Απόλυτο δίκιο έχεις! Ναι, έτσι είναι! Να ξαναπρασινίσει η Πάρνηθα! Κι αν έρθει κάποιος και μου πει "έχω ένα κτηματάκι σε τιμή ευκαιρίας"; Τι κάνω τότε; Ναι, ή ου; Διότι, όπως είπε και ο Κύριος, το μεν ναι ναι, το δε ου , ου να μου χαθείς!
Τι είπε ο κύριος; Πάρε αυτά τα ολίγα για να πεις από το κανάλι σου ότι τα καλύτερα βρακιά τα γαζώνει η Κική; Ουστ από ΄δω, σαρδανάπαλε! Κι αν σας δώσω το κατιτίς σας, κύριέ μου; Που δεν θα είναι αυτά τα ολίγα, αλλά αυτά τα πολλά; Ε, τότε, κάτσε να τα μετρήσω και ό,τι θες κυρά Κική μου!
Έχει μια παροιμία γι αυτό: Με τα λόγια και τα λόγια, φτιάχνω ανώγεια και κατώγεια. Ξέρω, δεν είναι η σωστή, αλλά από το πρωί προσπαθούσα να τη θυμηθώ τη ρημάδα και δεν μου ερχόταν. Κι επειδή φιλοσοφικό κείμενο χωρίς παροιμία, είναι σα καφές χωρίς τσιγάρο, είπα να ρίξω μια οποιαδήποτε. Ποιος θα καταλάβει τη διαφορά;
Εν κατακλείδι: Δίκιο είχε ο Αλφρέδος, δίκιο κι η Ρενάτα, να το ΄χει αυτό για σύνθημα ζωής. Κι ας το κρίνει η ίδια επικολυρικό. Μια χαρά το κόβω.
Πάμε, τώρα, στο άλλο:

Ρήσις βου:

"Ο δρόμος είναι η χαρά"!
Ευτυχώς, επανήλθαν τα ελληνικά. Φοβόμουν ότι θα μου βάλει κανένα γαλλικό κι εκεί, τα πράγματα είναι χειρότερα κι από τα αγγλικά μου. Τρεις λέξεις ξέρω μόνον γαλλικές: Γιες, νο και ουί. Ήξερα κι ένα ποιηματάκι, για το Θεό του Παρισιού, που ήθελα να μου δώσει κάτι να επεξεργάζομαι, αλλά κι αυτό το ξέχασα. Μου το μάθαινε η δασκάλα μου, η Νίκη, και μετά πατούσαμε τα χάχανα και μου έλεγε: "Έλα τώρα να σου δείξω πώς κάνει η νοσοκόμα στον άρρωστο". Κι εγώ καθόμουνα. Και με άρεζε (που λέμε και στη Θεσσαλλλονίκη). Ώσπου μπήκε, μια μέρα, ο μπαμπάς μου και μας έπιασε κι από τότε η Νίκη δεν ξανάρθε. Ούτε η άλλη δασκάλα ήξερε τι κάνουν οι νοσοκόμες στους αρρώστους. Ούτε κι εγώ έμαθα Γαλλικά, να μάθουν αυτές. Με την κακία τους να μείνουν!
Λοιπόν, να σοβαρευτούμε: Έτσι είναι! Κι εδώ συμφωνώ (σιγά μη διαφωνούσα)! Το είπε κι ο Καβάφης. "Κι εδώ που έφτασες", μπλα μπλα μπλα. Άντε και σκαρφαλώσαμε και το ΄δαμε το θέαμα, από την κορυφή του βουνού. Ε, και; Μπορούσαμε να πληκτρολογήσουμε www.destitheaapotovouno.com και μια beautycam θα αναλάμβανε να μας φέρει το βουνό στη 17άρα TFT. Σημασία είχε να σκαρφαλώσουμε.
Και γι αυτό έχει παροιμία: Αν δε βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως! Είδατε σοφία ο Λαός;

Και τώρα (ταρατατζούμ), αν έχω καταλάβει καλά το παιχνίδι (γιατί η γεροντική άνοια είναι, μερικές φορές, καλπάζουσα), ήρθε η ώρα μου να ρίξω κι εγώ δυο ρήσεις και να καλέσω τέσσερις να πάρουν τη σκυτάλη. Λοιπόν:

Ρήσις γου (Ξένη, αλλά αγαπητή):

Οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Γουίνστον Τσόρτσιλ
Μέσα στη σούρα του, ο πουροκαπνιστής π. πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου το είπε το σωστό του. Θυμίζει, λίγο, το Τρικουπικό "Ανθ' ημών Γουλιμής", τότε που ο Τρικούπης δεν εξελέγη καν βουλευτής κι ενώ είχε γεμίσει την Ελλάδα έργα, από άκρη σε άκρη. Κι είχε εκλεγεί στην περιφέρειά του, κάποιος άγνωστος Γουλιμής.
Έτσι είναι σύντροφοι. Κατεβάζω πρόταση στη βάση, να ελέγχουμε το λαό, γιατί ο λαός είναι λαός κι ο λαός κάνει λάθη. Κι αυτά περί ετυμηγορίας του λαού και "πήρα την εντολή" που έλεγε κι ο Ανδρέας, είναι το καλύτερο άλλοθι για μια στυγνή δικτατορία. Μην ξεχνάτε ότι και τον Χίτλερ λαός τον εξέλεξε. Δεν κατέκτησε την εξουσία με κανένα πραξικόπημα. Κατέβηκε στις εκλογές και σάρωσε, γιατί πούλησε όραμα και όνειρα.
Έτσι και σε μια άλλη χώρα, που η νέα Δημοκρατία της (όχι το κόμμα, η σύγχρονη εννοώ) έγινε 33 χρονώ. Πράμα που σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι, παραγωγικοί, επαγγελματίες, με παιδιά και οικογένεια, με δουλειά, με λεφτά, εργαζόμενοι, γιάπηδες, μεροκαματιάρηδες, καθηγητές, φιλόλογοι, μπλόγκερς, που ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΧΟΥΝΤΑ! Που ακούν κάτι περίεργους να επιμένουν ότι "η Χούντα της Ελλάδας ήταν μια φαρσοκωμωδία" και τους πιστεύουνε!
Αμ δε! Η Χούντα της Ελλάδας ήταν Χούντα, με το Χ κεφαλαίο, σα γαϊδάρου κεφαλή! Και κόσμο στα ξερονήσια έστειλε και κόσμο εξαφάνισε από την ταράτσα της Ασφάλειας και, και, και...
Κι έρχονται, τώρα, κάποιοι και λένε ότι οι 300 της Βουλής είναι λαμόγια, είναι έτσι, είναι αλλιώς.
ΤΙ ΛΕΤΕ ΡΕ ΦΟΥΚΑΡΑΔΕΣ! Έτσι λέγανε και οι πατεράδες σας για τους 300 του 1965 και βρέθηκε ένας λοχαγός, που ξεκίνησε από αρβυλοφύλακας και μας έβαλε επτά χρόνια στο γύψο!
Και τους 300, που τους αποκαλείτε λαμόγια, βάνοντάς τους όλους στο ίδιο το τσουβάλι, ποιος τους ψηφίζει ρε Έλληνες; Οι Αλβανοί οικονομικοί μετανάστες; ΕΣΕΙΣ τους ψηφίζετε.
Γι αυτό λοιπόν, την επόμενη φορά, σταθείτε μπροστά στο ψηφοδέλτιο του κόμματός σας και σταυρώστε σωστά. Γιατί τα κόμματα ΕΧΟΥΝ ΑΡΧΕΣ. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που τις πατάνε, που τις ξεχνάνε, που τις διαμορφώνουν κατά το δοκούν.
Προσέξτε, λοιπόν, γιατί ΟΙ ΛΑΟΙ ΕΧΟΥΝ ΤΟΥΣ ΗΓΕΤΕΣ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΑΞΙΖΟΥΝ.
Γκέκε;

Ρήσις δου (και τελευταία και δική μου):
Ο μόνος που καταλαβαίνει το ζόρι σου,είναι ο ίδιος σου ο εαυτός!
Δε λέω. Φίλοι υπάρχουν. Πέντε, έξι -μετά από 44 έτη βίου, τόσοι είναι οι φίλοι. Οι γνωστοί υπάρχουν -περισσότεροι αυτοί, καμιά 20αριά. Και οι blogoφίλοι υπάρχουν (γι αυτούς θέλει σειρά... ποστ). Και θα σου συμπαρασταθούν και θα σου χτυπήσουν την πλάτη και θα προσφέρουν -και κάτι παραπάνω από- μια καλή κουβέντα.
Αυτός, όμως, που θα ξέρει πόσο ζορίζεται, θα είσαι πάντα εσύ που έχεις το ζόρι. Το δικό σου το κρεβάτι θα σε περιμένει, την ώρα που εσύ θα κρατάς συντροφιά στο μπαλκόνι ώρες ολόκληρες. Η δικιά σου η καρδιά θα κομματιάζεται και θα ενώνεται. Ο δικός σου ο λαιμός θα κλείνει από έναν κόμπο. Το δικό σου το στομάχι θα διπλώνεται στα δύο, στα τέσσερα, στα οκτώ.
Γι αυτό, οπλίσου και ΖΗΣΕ!

Και τώρα καλώ να σχολιάσουν τα δύο τελευταία και να αναλύσουν τα δύο δικά τους, τους:
Δηλητηριώδη Νοέμβριο,
Evelina,
Iris,
Τσαπερδόνα


Θα ΄θελα να καλέσω κι άλλους. Για να πω την αμαρτία μου, θα ΄θελα να καλέσω όλους όσους έχω στα Link μου. Εξάλλου, είστε παρέα μου και με νοιάζουν οι απόψεις σας. Αν το κάνω θα τη χαλάσω την αλυσίδα;


Σκέψεις του καφέ - Μέρος 7ο

Δεν είχε όρεξη, πια, για καφέ. Θα τον άφηνε να πετρώσει στο φλιτζάνι. Θα τον παρατούσε και θα ΄βγαινε μια βόλτα στη γειτονιά.
Φόρεσε, στα γρήγορα, παπούτσια και πουκάμισο, έβαλε το ψαθάκι του, να μην τον πιάνει ο ήλιος, το καλό ρολόι στο δεξί –χρόνια τώρα το φορούσε στο δεξί- και διάβηκε το κατώφλι.
Βγήκε στο δρόμο, κοίταξε δεξιά – αριστερά και πήρε τον κατήφορο. Κάθε φορά, αυτό έκανε. Κοιτούσε από τη μια κι από την άλλη και διάλεγε την κατηφόρα. Θυμήθηκε τότε που τον είχε ρωτήσει η Πελαγία του:
«Γιατί βρε άνθρωπέ μου κοιτάς πάνω – κάτω το δρόμο και παίρνεις, πάντα, την κατηφόρα; Ξεκίνα μια φορά χωρίς να δεις. Αφού, πάλι την κατηφόρα θα πάρεις»…
Χαμογέλασε…
«Γυναίκα, την κατηφόρα την παίρνω εγώ, για να μην την πάρουν τα παιδιά μας»…
Ένα παιδί είχε -κι αυτό, όχι από την Πελαγία. Μπορούσε να περηφανεύεται, ότι ο Σπυράκος του, ο Σπυρέτος του, το καμάρι του, δεν την πήρε ποτέ την κατηφόρα. Εκτός από εκείνη τη μοναδική φορά, όταν ήταν 22 χρονών κι είχε μπλέξει με τις παλιοπαρέες από την Αθήνα.


Η συνέχεια του 7ου μέρους εδώ

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

6ο Μέρος - Σκέψεις του καφέ

Η Μόρφω έψαχνε, με το βλέμμα της, τον κυρ-Θανάση. Έγερνε, πότε δεξιά και πότε αριστερά, προσπαθώντας να δει στο εσωτερικό του διαμερίσματος.
«Τον ευλογημένο… Πού πήγε και χώθηκε»…
Θα τον φώναζε, αλλά ντρεπόταν και λίγο. Να καταλάβει ότι, τόση ώρα, είχε στημένο αυτί; Δε φτάνει που κουτσομπόλα την ανέβαζε, γλωσσοκοπάνα την κατέβαζε;
Την πρώτη φορά, που την είχε αποκαλέσει κουτσομπόλα, κόντεψαν να σκοτωθούν με το Δημητρό. Τα φιλαράκια τα καλά, θα πιάνονταν στα χέρια, για τις κυράδες τους. Της έφυγε ένα γελάκι της Μόρφως. Έκλεισε τα μάτια. Ήταν σα χθες…

Για τη συνέχεια, κάντε κλικ εδώ.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2007

Μέρος 5ο


Δεν είχε όρεξη για καφέ, πια. Εκείνος περίμενε πώς και πώς να ΄ρθει η Κυριακή, για να δει τα εγγόνια του. Να δει το παλικάρι του και τη νύφη του. Κι εκείνος, τον πήρε τηλέφωνο να του πει ότι είχαν μια οικογενειακή υποχρέωση.
«Οικογενειακή υποχρέωση… Εγώ, δηλαδή, δεν είμαι της οικογένειας»;
Μουρμούριζε. Δεν είχε όρεξη ούτε να μονολογήσει δυνατά. Αλλά έπρεπε να το περιμένει.
Χρόνια τώρα, γινόταν η ίδια ιστορία. Περίμενε το γιο του κι αυτός, δεν ερχόταν. Γιατί άραγε; Δεν είχε καταφέρει να δώσει ποτέ μια ικανοποιητική εξήγηση. Δεν ήταν, άραγε, καλός γονιός;
Δέκα χρονών ήταν το παλικάρι του, ο Σπύρος του, όταν είχαν την πρώτη σημαντική τους διαφωνία. Μανιακός με τα μικιμάο, όπως τα ΄λεγε ο κυρ-Θανάσης, ήταν ο μικρός. Κάθε βδομάδα, στηνόταν στο περίπτερο κι έψαχνε, τις στοίβες με τα περιοδικά. Τραβούσε με λαχτάρα το μικρό περιοδικό, πλήρωνε «με το χαρτζιλίκι του» κι έτρεχε, σφαίρα, στο σπίτι, να ξαπλώσει στο ντιβάνι που είχαν στην αυλή, δίπλα στην πόρτα της κουζίνας, να διαβάσει με την ησυχία του.
Βυθιζόταν με τις ώρες στο μικιμάο. Τον συνέπαιρναν οι ιστορίες κι αυτό ήταν που δεν καταλάβαινε ο κυρ-Θανάσης. Τι έβρισκε ο πιτσιρίκος στα περιοδικά με τις εικονίτσες, τα φωτορομάντσα, όπως τα έλεγε η μακαρίτισσα.
«Δεν είναι φωτορομάντσα πατέρα. Είναι μικιμάους. Ιστορίες για παιδιά»!
«Να τα αφήσεις αυτά! Αυτά δε θα σου δώσουνε ψωμί να φας! Τα βιβλία σου και τα μαθήματά σου θα σε κάνουνε άνθρωπο»!
Καβγάδιζαν συχνά – πυκνά, για τα περιοδικά. Ο μικρός, με τα χρόνια, είχε μαζέψει εκατοντάδες μικιμάο. Τα στοίβαζε σε χάρτινες κούτες «Νουνού», τύλιγε τις κούτες με διαφανές πλαστικό και τις στοίβαζε στην αποθήκη.
Ώσπου, μια μέρα –στο γυμνάσιο πήγαινε, πια- οι βαθμοί του δεν ήταν αυτοί που θα ικανοποιούσαν τον κυρ-Θανάση. Κι άρπαξε ο πατέρας «τη ζωστήρα» και κυνηγούσε τον Σπυράκο γύρω-γύρω από την τραπεζαρία. Αλλά… πού να τον πιάσει. Σβέλτος ο μικρός, όλο του ξέφευγε και τα χτυπήματα του κυρ-Θανάση (που ήταν και η πρώτη φορά που το επιχειρούσε να χτυπήσει τον μικρό) φεύγανε στον αέρα.
«Τώρα θα δεις τι θα σου κάνω»!
Με το που άκουσε την αδιόρατη απειλή ο Σπύρος, πάγωσε. Στήλη άλατος έμεινε στη θέση του, σα τη γυναίκα του Λοτ. Και περίμενε. Προσπαθούσε να καταλάβει, από τους ήχους, τη συμφορά που ερχόταν. Όταν άκουσε το τρίξιμο της πόρτας της αποθήκης, κατάλαβε:
«Όχι! Μάνα! Τρέχα, μάνα! Όχι πατέρα, σε παρακαλώ! Μην το κάνεις αυτό»!
Άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα από τα μάτια του Σπύρου. Κάνουλες, βρύσες, ανοίξαν και δεν κλείνανε. Κι έτρεχε, αλλόφρων, η Πελαγία, με τα χέρια υγρά (γιατί εκείνη την ώρα έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα) να σταματήσει τη συμφορά.
Ο κυρ-Θανάσης, όμως, ήταν αποφασισμένος. Είχε αρπάξει την πρώτη κούτα με τα περιοδικά, είχε σχίσει με το μαχαίρι της κουζίνας το πλαστικό και την είχε ανοίξει. Άρπαξε από μέσα μια χούφτα μικιμάο και, ένα-ένα, τα έσχιζε στη μέση. Κι έπειτα, στα τέσσερα…
«Όχι πατέρα! Σε παρακαλώ πατέρα! Θα πάω καλύτερα… Θα διαβάζω περισσότερο. Θα τα μαζεύω όλη τη χρονιά να τα διαβάζω το καλοκαίρι… Σε παρακαλώ»…
Ο κυρ-Θανάσης δεν άκουγε τα παρακάλια του μικρού. Που έκλαιγε, πλέον, με λυγμούς. Η καρδιά του είχε σχιστεί σε τέσσερα, οκτώ, δεκάξι, τριανταδύο, εξηντατέσσερα, εκατόνεικοσιοκτώ μέρη, όσα και τα κομμάτια των περιοδικών του. Κι όσο έβλεπε τον πατέρα του να σχίζει, τόσο το κλάμα του γινόταν λυγμός, κραυγή. Του κόπηκε η ανάσα σε κάποια στιγμή.
«Θε μου, το παιδί»!
Ούρλιαξε η Πελαγία, καθώς είδε το Σπύρο να μελανιάζει και να πέφτει στο πάτωμα της αποθήκης. Πάγωσε –ήταν η σειρά του- ο Θανάσης. Έμεινε με το σχισμένο περιοδικό στο χέρι, να πατά πάνω σε ένα βουναλάκι χρωματιστά χαρτιά, δίπλα στην κούτα που έχασκε. Κοιτούσε, σα χαμένος, πότε τα χέρια του και πότε τον Σπύρο του. Η φωνή της Πελαγίας τον έφερε –ξανά- στην πραγματικότητα.
«Έλα να με βοηθήσεις κι άσε τα περιοδικά»!
Έτρεξε κι άνοιξε την πόρτα κι η Πελαγία, με τον Σπύρο αγκαλιά -ολόκληρο παλικάρι και τον είχε σηκώσει σα μωρό- ξεχύθηκε στην αυλή και χώθηκε στο σπίτι. Έβαλε τον Σπύρο στο κρεβάτι κι έστειλε το Θανάση να φωνάξει την Μυρσίνη.
«Πες της να φέρει και το πιεσόμετρο, να πάρουμε την πίεση του παιδιού»!
Κι έφυγε ο Θανάσης, μέσα στη νύχτα.
Άνοιξε, τότε, τα μάτια του ο Σπύρος. Ίσα-ίσα που έβγαινε η φωνή του.
«Τον μισώ, μάνα! Τον μισώ»!
«Σώπα παιδάκι μου. Ο πατέρας σου είναι! Δεν κάνει να λες τέτοια πράγματα για τον πατέρα σου»…
Κι έκλαιγε η Πελαγία. Έκλαιγε, γιατί ο Σπύρος, πρώτη φορά τη φώναζε μάνα. Γιατί ο Σπύρος, δεν ήταν δικός της γιος. Ήταν γιος του Θανάση, από τον πρώτο γάμο του. Αλλά τον αγαπούσε τον Σπύρο, σα δικό της παιδί. Κι έπρεπε να ΄ρθει μια καταστροφή, για να τον ακούσει να τη φωνάζει μάνα. Που τόσο το λαχτάραγε…
Κι έκλαιγε κι ο κυρ-Θανάσης. Μόνος πια, στο σαλόνι του διαμερίσματός του. Έκλαιγε που ο Σπύρος, ακόμα του το κράταγε, κατά πως φαίνεται και δε θα ΄ρχόταν να τον δει, με το εγγόνι και τη νύφη του.
«Γιατί παιδί μου»…;
Σήκωσε το κεφάλι ψηλά. Έψαξε το εικονοστάσι. Εκείνο που άφηνε με σβηστό το καντήλι, από τότε που πέθανε η Πελαγία. Είχε αγοράσει και φυτιλάκια και καρβουνάκια, αλλά ούτε θυμιάτισε ποτέ, ούτε άναψε το καντήλι. Εκεί, όμως, προσέτρεχε, για βοήθεια, από τότε που είχε μείνει μόνος.
«Γιατί Θεέ μου»…;
Από το νου του περνούσαν πολλά. Πέρασε και ο άλλος μεγάλος καβγάς που είχαν, όταν ο Σπύρος του έμαθε πως θα έδιναν το σπίτι αντιπαροχή.
«Αντιπαροχή; Γιατί ρε πατέρα; Γιατί να χάσουμε το σπιτάκι μας»;
«Ποιος θα το χάσει ρε λωλέ; Θα πάρουμε μια διαμερισματάρα άλλο πράμα»!
Αλλά ο Σπύρος, ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Ο κυρ-Θανάσης σκεφτόταν ότι ο γιος του μεγάλωνε. Σε δυο χρόνια θα έβγαζε το λύκειο. Μετά θα τελείωνε το πανεπιστήμιο, θα ΄κανε το στρατιωτικό του, σε έξι, το πολύ, χρόνια, θα παντρευόταν. Πού θα έμεναν με τη γυναίκα του; Στην «καλύβα του καραγκιόζη», όπως αποκαλούσε τη μονοκατοικία με την κληματαριά, τους ασβεστωμένους τοίχους και τις πράσινες πόρτες και παραθυρόφυλλα; Όχι! Χίλιες φορές όχι! Ο γιος του, ο δικός του ο γιος, θα έμενε σε διαμέρισμα. Με το δωμάτιό του και το μπαλκόνι του! Την αντίδραση του Σπύρου, όμως, δεν την περίμενε.
Τρεις μέρες και δυο νύχτες τον ψάχνανε το Σπύρο. Εξαφανίστηκε όταν έφθασε, ασθμαίνουσα, η φαγάνα να ρίξει κάτω την «καλύβα του καραγκιόζη». Όση ώρα πέφτανε κάτω οι τοίχοι, μέσα σε σκόνη, μυρωδιά ντίζελ και θορύβους από τα τούβλα που έσπαγαν, όλοι ήταν εκεί. Η Πελαγία, με δάκρυα στα μάτια, ο Θανάσης, σκεπτικός, ο Δημητρός, να του χτυπάει απαλά τον ώμο, λες και είχε χάσει άνθρωπο κι όχι ότι έδινε αντιπαροχή, με τη θέλησή του, το παλιόσπιτο. Ακόμη και η Μόρφω ήταν εκεί, ακίνητη, με το χέρι στο στόμα, λες κι έβλεπε το Χριστινάκι γυμνό κι από πάνω του τον Δημητρό της, να ξεφυσά και να κοκκινίζει. Ίδια έκφραση είχε. Λες κι έβλεπε θέαμα αποτρόπαιο. Απαράδεκτο. Μιαρό.
Μόνον ο Σπύρος δεν ήταν εκεί. Το ΄χε βάλει στα πόδια. Είχε εξαφανιστεί. Κι ύστερα από ώρες, όταν ο Θανάσης αποφάσισε να πάρει τις γειτονιές να τον ψάξει να τον βρει, εμφανίστηκε ο αδελφός της πρώτης γυναίκας του, ο Γιάννης, να του πει πως ο Σπύρος είχε βρει καταφύγιο στο δικό του το σπίτι, στην άλλη άκρη της πόλης, στον Εύοσμο.
«Άσ’ το το παιδί. Είναι ταραγμένο»…
Κι ο Θανάσης τον άφησε. Κι επέστρεψε ο Σπύρος μετά από τρεις ημέρες. Και φουρκισμένος ο κυρ-Θανάσης, δεν είχε πει κουβέντα σε κανέναν για το καταφύγιο του Σπύρου. Μόνον στην Πελαγία είπε:
«Μια χαρά είναι το παιδί. Να μην το ψάχνεις. Θα ΄ρθει, όποτε εκείνο κρίνει ότι πρέπει. Άσε τους χαζούς της γειτονιάς να τον ψάχνουνε».
Και τον έψαχναν. Και δεν τον βρήκαν. Γιατί ο Σπύρος, από παιδί, εμφανιζόταν όποτε ήθελε. Κι όποτε δεν ήθελε, ήταν χαμένος.
Έτσι χαμένος ήταν εδώ και χρόνια, από το πατρικό. Αυτό σκέφτηκε ο κυρ-Θανάσης και τον πήραν, πάλι, τα ζουμιά.

Συνεχίζεται...

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Σκέψεις του καφέ -4ο μέρος


Μέτριο με ολίγη τον έπινε τον καφέ της η Μόρφω. Παλιά έβαζε δυο κουταλιές ζάχαρη και μπόλικο καφέ. Και πρόσεχε να ΄χει καϊμάκι. Καϊμακλίδικο τον έπινε και η ίδια και ο Δημητρός. Τα χρόνια, όμως, πέρασαν και, λίγο η πίεση, λίγο το ζάχαρο, αναγκάστηκε να τον νερώσει τον καφέ της και να βάζει λίγη ζαχαρίτσα «στη μύτη του κουταλιού», όπως έλεγε και στις γειτόνισσες, όταν πήγαινε βεγγέρα.


(Κι άλλη παρένθεση)

Μη χάνουμε και το χιούμορ μας... Για να γελάσει λίγο το χειλάκι μας, κάντε κλικ εδώ. Σε λίγο το επόμενο επεισόδιο στις Σκέψεις του Καφέ.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

(Παρένθεση)

Έχει καινούργιο ζόρι. Εδώ. Δύσκολο. Έκανα ώρες να το γράψω. Όλο διέκοπτα. Τελικά, δεν έχει πολλές περιγραφές. Δε μου πήγαιναν τα χέρια. Άλλες εντολές έδινε ο εγκέφαλος κι άλλα πλήκτρα χτυπούσαν τα δάχτυλα.

Σκέψεις του καφέ - 3ο μέρος


Έβγαλε κι αράδιασε όλα τα βαζάκια στον πάγκο της κουζίνας. Ελληνικό καφέ, ζάχαρη, το γλυκό του κουταλιού –βύσσινο, γιατί της άρεζε η γλυκοξινάδα του. Δίπλα έβαλε το κουταλάκι (ασημένιο και βαρύ, από την προίκα της), το τσακμάκι –έτσι τον έλεγε τον αναπτήρα ο μακαρίτης- και το γκαζάκι.

Το ασημένιο κουταλάκι… Η προίκα της…. Τι της θύμιζαν όλα αυτά. Πισωπάτησε δυο βήματα και κάθισε, σιγά-σιγά, στην καρέκλα της κουζίνας. Ακούμπησε τον δεξιό αγκώνα της στο τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο με τον λουλουδένιο λεπτό μουσαμά. Στήριξε το κεφάλι της στο χέρι κι έγειρε, λίγο μπροστά. Δυο δάκρια κύλησαν από το δεξί της μάτι. Ένας αναστεναγμός έφυγε από το στήθος της.
«Αχ, Δημητρό»…
Τον αγαπούσε το Δημήτρη της. Κι ας λέγανε όλοι στη γειτονιά, ότι του ΄χε φορέσει τα δυο πόδια σ΄ ένα παπούτσι. Εκείνη για το Δημητρό της νοιαζότανε. Μόνο για ΄κείνον. Κι αν του έβαζε τις φωνές, που έβγαινε, χειμώνα, με το πουκαμισάκι και το σακακάκι, ήταν γιατί δεν ήθελε να της αρρωστήσει. Γιατί ήταν δύσκολος άρρωστος ο Δημητρός.
Θυμήθηκε εκείνη τη μοναδική φορά που αρρώστησε. Αρρώστησε άσχημα. Είχε τρομάξει όλη η γειτονιά. Τον είχε πιάσει εκείνος ο άτιμος ο βήχας και δεν τον άφηνε. Πέρασε κοντά έναν μήνα στο κρεβάτι. Κι εκείνη… Τι δεν έκανε εκείνη. Δώσ΄ του τα χαμόμηλα, δώσ’ του τα ζεστά, ως και σαλέπι είχε πάει κι είχε αγοράσει. Και τ
α φάρμακά του; Ένα-ένα του τα ΄δινε στο στόμα. Λες κι ήταν μικρό παιδί. Κι ούτε να χάσει λεπτό από τις οδηγίες του γιατρού. Τις είχε γράψει στο τεφτέρι που είχαν, κάποτε, για τα βερεσέδια του μπακάλη.
«Πού να ΄ναι αυτό το μπακαλοτέφτερο»…
Σηκώθηκε από τη θέση της κι άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της κουζίνας. Παραμέρισε κάτι παλιά ημερολόγια, τη Σύνοψη, ένα μικρό Βαγγέλιο και, νάτο!
«Νάτο»!

Το σήκωσε ψηλά στα χέρια της, λες κι ήταν ποδοσφαιριστής που σήκωνε κύπελλο. Τόση ήταν η χαρά της που, λίγο το ΄χε να αρχίσει το γύρο του θριάμβου. Αντί για πιλάλα, όμως, προτίμησε να κάτσει, πάλι στην καρέκλα της, απέναντι από τα αραδιασμένα σύνεργα του καφέ. Άνοιξε, με χέρια που έτρεμαν, το τεφτέρι. Κάπου μετά τη μέση, ύστερα από προσθέσεις κι αφαιρέσεις, ήταν οι οδηγίες:
«Την κάψουλα, κάθε έξι ώρες. Το σιρόπι του, τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, πριν το φαγητό. Την ενέσα, κάθε δώδεκα ώρες, πρωί και βράδυ. Καλά που ερχόταν η κυρά Μυρσίνη. Βρε, πού τη θυμήθηκα αυτήνανε»…
Η Μυρσίνη ήταν η άσπονδη φίλη της. Πάντα είχε την υποψία πως η Μυρσίνη κι ο Δημητρός, ήτανε ερωτευμένοι, από τα νιάτα τους. Αλλά, τότε, με την αρρώστια του, σιγουρεύτηκε. Γιατί η Μυρσίνη έτρεξε να προλάβει, μην τυχόν και πάρουν άλλη νοσοκόμα για τις ενέσες. Κι όποτε ήταν να κάνουνε τη βραδινή, όλο μόνοι τους ήθελαν να είναι στο δωμάτιο. Κι όποτε ήταν να κάνουνε την πρωινή, όλο καφέ ζητούσε, γ
ια να βγαίνει η Μόρφω από την κάμαρη. Τότε στραβομουτσούνιαζε η Μόρφω. Τώρα, όμως, χαμογελούσε.
«Βρε την κακομοίρα»…
Σκέφτηκε πόσο όμορφη ήταν η Μυρσίνη στα νιάτα της. Κι όμως, ο Δημητρός, διάλεξε εκείνη για να παντρευτεί. Κι άφησε τη Μυσρίνη, ανεκπλήρωτο έρωτα, να τριγυρνάει τις γειτονιές και να βγάζει ένα πιάτο φαγί με τις ενέσες…
Α, τα ΄ξερε όλα η Μόρφω. Όλες τις μπαγαποντιές του Δημητρού τις γνώριζε. Και από την καλή και από την ανάποδη. Και για το Χριστινάκι, στη Λέοντος Σοφού γνώριζε. Και μια μέρα, δεν άντεξε, τον πήρε από πίσω. Πέταξε ένα σάλι πάνω της κι όταν αυτός πήρε το λεωφορείο, εκείνη χώθηκε σ΄ ένα ταξί, που ήταν –σχεδόν πάντα- παρκαρισμένο στην πλατεία, απέναντι από τη στάση.
«Από πίσω του! Και φρόντισε, καημένε μου, μην τυχόν το χάσεις»!
Σάστισε κι ο ταξιτζής, δεν περίμενε ποτέ ότι θα γίνει Τζέιμς Μποντ. Πήρε από πίσω το λεωφορείο, πήγαινε σα τη χελώνα, σταματούσε σε κάθε στάση και περίμενε τη Μόρφω να δει, καλά – καλά, αυτούς που κατέβαιναν.
«Ούτε ΄δω. Συνέχιζε! Πιο κάτω! Πίσω του»!
Ώσπου κατέβηκε, στη Βενιζέλου, ο Δημητρός. Περίμενε λίγο κι η Μόρφω και, αφού πλήρωσε τον ταξιτζή, τον πήρε στο κατόπι. Τον είδε να μπαίνει στο ισόγειο, της Λέοντος Σοφού και, στην αρχή, νόμισε ότι πήγαινε σε καμιά γκόμενα. Φουρκίστηκε, δάκρυσε, σκούπισε τα μάτια, άναψε, κόρωσε κι όρμισε στην πόρτα. Κι εκεί, πάτησε φρένο! Είδε, στο κουδούνι, μόνον το μικρό όνομα: «Χριστίνα»! Και κατάλαβε. Ντράπηκε, γύ
ρισε την πλάτη κι έφυγε.
Ανέβηκε στο σπίτι με τα πόδια. Περπάτησε κοντά πέντε χιλιόμετρα. Τόση ήταν η απόσταση, από τη Βενιζέλου. Σ όλη τη διαδρομή σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει. Να τον περίμενε, πίσω από την πόρτα, με φώτα σβηστά –γιατί ο Δημητρός, το ΄χε συνήθεια, να επιστρέφει βράδυ στο σπίτι, όποτε κατέβαινε στο κέντρο- και με το που θα έμπαινε να σήκωνε τον πλάστη και, πού σε πονεί και πού σε κόφτει; Να του ΄βαζε τις φωνές, να ακούσει όλη η γειτονιά τις πομπές του; Να του κλαιγόταν; Να τον έδιωχνε; Όλα αυτά σκεφτόταν η Μόρφω.
Και μ αυτές τις σκέψεις, έφθασε στο σπίτι.
Στη γειτονιά το ΄χαν πάρει χαμπάρι. Τον είχαν δει, δα, τον Δημητρό, να φεύγει ντυμένος στην τρίχα, κουστουμάτος, για τη στάση. Είχε ρίξει πάνω του και μισό μπουκάλι Μυρτώ –με άρωμα λεμόνι. Τι άλλο ήθελε, να καταλάβουν. Ήταν και φρεσκοξυρισμένος… Μετά, είδαν την Μόρφω, να φεύγει βολίδα!
«Σαν κεφαλιά του Σαράφη»!
Το σχόλιο του φίλου του, του Θανάση, ήταν ένα κι ένα. Γιατί η μπάλα, από το κεφάλι του Σαράφη, έφευγε βολίδα για τα δίχτυα. Λες και την είχε κλοτσήσει και δεν την είχε κουτουλήσει. Ψιλογέλασε η μαρίδα, εκεί στη γειτονιά. Αλλά με τη σκέψη του τι περίμενε το Δημητρό, το αστείο έμεινε μετέωρο.
Τις ώρες που χρειάστηκαν στο Δημητρό να πάει και να γυρίσει, η γειτονιά τις είχε περάσει στ
ο δρόμο. Περίμεναν. Κάποιοι πήγαν να βάλουν και στοιχήματα:
«Ένα πενηντάρι ότι θα τον χτυπήσει»!
«Κατοστάρικο βάζω, ότι μόνον τις φωνές θα του βάλει»!
Τους έκοψε ο κυρ-Θανάσης:
«Ρε σεις! Άλλη δουλειά δεν έχετε; Άντε ρε, να δούμε τα δικά σας τα καμώματα, όταν τα μάθουν οι γυναίκες σας»!
Κι όταν εκείνες άρχισαν τα χαχανητά, τις έκοψε με το βλέμμα και τα λόγια:
«Καλές είστε και του λόγου σας! Μωρέ, ας μην είχε μάτια ο κόσμος, ας μην ήμασταν ακόμη εδώ γειτονιά, ας είχαμε γίνει πόλη, να δείτε για πότε θα μπαινοβγαίνατε στις αποθήκες και τα πλυσταριά»!
Πάγωσαν τα γέλια, σταμάτησαν τα στοιχήματα. Έμεινε, όμως, η αγωνία. Η αγωνία για την τύχη του Δημητρού.
Ο Δημητρός γύρισε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Βρήκε τη γειτονιά έξω, αλλά δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Χαιρέτισε και πήγε κατά το σπίτι. Ούτως ή άλλως, ήταν γλυκιά η βραδιά κι ήταν φυσικό, άντρες γυναίκες και παιδιά, να έχουν μείνει έξω. Μόνον όταν είδε τα πάντα κλειστά, πόρτες παντζούρια και φώτα, τον ζώσανε τα φίδια. Αλλά έκανε την ανάγκη φιλότιμο, έβγαλε το κλειδί, άνοιξε την πόρτα και δρασκέλι
σε το κατώφλι.
Η Μόρφω δεν ήταν πίσω από την πόρτα. Καθόταν στο σαλόνι, μέσα στο σκοτάδι, επίσημα-επίσημα. Ήταν, ακόμη, ντυμένη, όπως την ώρα που έφυγε στο κατόπι του. Μίλησε ήρεμα:
«Δημητρό μου, έλα λίγο εδώ που σε θέλω»…
Πήγε κάτι να πει ο Δημητρός, αλλά το μετάνιωσε. Έσυρε τα βήματά του στο σαλόνι.
«Κάτσε εδώ δίπλα μου, να σου πω κάτι»…
Ταλαντεύτηκε λίγο. Είπε να κάνει μπροστά, έκανε λίγο πίσω, στο τέλος το πήρε απόφαση και κάθισε δίπλα της, στον ξύλινο καναπέ με το βελούδινο κάλυμμα.
«Δημητρό μου, δε θέλω να ξαναπάς εκεί».
Αυτό είπε μόνον η Μόρφω. Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα, άναψε το φως, του ΄βαλε στο τραπέζι να φάει –κεφτεδάκια με μακαρόνια, από το μεσημέρι- και, χωρίς να βάλει στην ίδια –συνήθεια χρόνων ήταν να τρώνε το βράδυ μαζί- πήγε στην κάμαρη κι έγειρε να κοιμηθεί.
Μπουκιά δεν του κατέβηκε κάτω του Δημητρού. Στριφογύρισε μακαρόνια και κεφτέδες καμιά ώρα, μέσα στο πιάτο, έπειτα πήγε έξω, τάισε τις γάτες της γειτονιάς –να μη φανεί ότι δεν το ΄φαγε το φαγητό της Μόρφως- και μπήκε, ξανά, στο σπίτι.
Περπάτησε, σαν τη γάτα κι αυτός, ως την κρεβατοκάμαρα. Γδύθηκε, έβαλε τις πιτζάμες του και ρώτησε:
«Κοιμάσαι Μόρφω»;
Εκείνη δεν απάντησε. Δεν έκλεισε μάτι, όλη τη νύχτα. Το ίδιο κι ο Δημητρός. Δεν αντάλλαξαν, όμως, κουβέντα. Το άλλο πρωί, συμπεριφέρονταν λες και δεν είχε γίνει τίποτα.
Ήταν η τελευταία φορά που ο Δημητρός πήγε στο Χριστινάκι. Κι έτσι, η πόρνη της Λέοντος Σοφού, έχασε έναν καλό πελάτη.
«Βρε, τι μ΄ έπιασε τώρα! Πού τα θυμήθηκα όλα αυτά! Κι ούτε καφέ δεν έκανα»…
Έπιασε το μπρίκι.

Συνεχίζεται

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

Σκέψεις του καφέ - 2ο μέρος

Την έκλαψε πολύ την Πελαγία. Περισσότερο κι από τη μάνα του την ίδια. Όμως τι τις ήθελε τέτοιες σκέψεις πρωινιάτικα;

Ρούφηξε άλλη μια γουλιά καφέ. Δυνατά. Να το ΄φχαριστηθεί.
«Βλέπω το χαίρεσαι το καφεδάκι σου! Το γλεντάς»!
Αυτή η κουτσομπόλα, η Μόρφω, ακόμη απέναντι ήταν.
«Ε, μια ευχαρίστηση μας έμεινε κι εμάς»…
«Α, κυρ-Θανάση μου… Ο κάθε άνθρωπος έχει τις ευχαριστήσεις που θέλει να
έχει. Γι αυτό και στα νιάτα κάνει λίγο κράτει, για να χαρεί στα στερνά»!
«Φαρμακόγλωσση»…
Αυτό το τελευταίο το είπε ψιθυριστά, αλλά του ερχότανε πολλές φορές να της το φωνάξει κατάμουτρα! Ήταν κουτσομπόλα και φαμακόγλωσση. Σκέτο δηλητήριο. Να σε πικάρει και τι στον κόσμο. Κι όταν ζούσε η Πελαγία του, δεν τους άφηνε σε χλωρό κλαρί.
«Ακόμα έτσι, κυρία Πελαγία μου; Ακόμα αστεφάνωτη»;
Κάθε μέρα που την έβλεπε, τη φαρμάκωνε τη γυναικούλα του με την κακία της. Αν και η Πελαγία, δεν χάριζε κάστανο. Μια φορά, δεν άντεξε άλλο, έσκασε. Και γύρισε και της είπε:
«Καλύτερα αστεφάνωτη κυρία Μόρφω μου, παρά άγαμη»!
Γέλασε η Μόρφω. Γέλασε τρανταχτά.
«Μα, κυρία Πελαγία μου, το ίδιο είναι άγαμη, το ίδιο και αστεφάνωτη»…

Κι εκεί που το ΄λεγε, είδε το χαμογελάκι της Πελαγίας και κατάλαβε. Η παμπόνηρη είχε φάει μια συλλαβή. Άλλο ήθελε να πει κι επίτηδες τα μπέρδεψε. Όλη η γειτονιά, όμως, είχε καταλάβει.
Κοκκίνισε η Μόρφω, σαν το παντζάρι έγινε και μπήκε, άρον άρον, στο σπιτικό της. Γιατί η Πελαγία είχε δίκιο. Ακόμη κι ο άντρας της, ο Δημητρός, προτιμούσε να πάει να τα δώσει στις πουτάνες, παρά να τακτοποιήσει τη Μόρφω. Και πήγαινε, ο συγχωρεμένος, κάθε δεύτερο Σάββατο, εκεί στην οδό Αφροδίτης και στη Λέοντος Σοφού. Ειδικά εκεί, στο Χριστινάκι, πήγαινε με βήμα ταχύ κι επέστρεφε αργά-αργά, μ ένα χαμόγελο στα χείλη. Γιατί το Χριστινάκι τα τιμούσε τα χρήματα που έπαιρνε και δώστου και φώναζε και βογγούσε. Και γινόταν ο άλλος, ο από πάνω, βασιλιάς!
Του ΄φυγε ένα γέλιο του κυρ-Θανάση. Τα θυμήθηκε όλα αυτά και γέλασε. Του έλειπε ο Δημητρός. Ήταν καλός ταβλαδόρος κι οι δυο τους έστηναν, πολλά απογεύματα, ειδικά από την άνοιξη ως το Σεπτέμβριο, σκληρές μάχες. Μόνον που ο Θανάσης ήταν μάστορας στο ζάρι και, παρά την αξία του αντιπάλου, κατάφερνε να παίρνει τις περισσότερες παρτίδες, με έναν τρόπο εκνευριστικό. Ασόδυο ήθελε; Ασόδυο έφερνε. Ντόρτια; Ντόρτια. Εξάρες; Εξάρες! Και τσαντίζονταν ο Δημητρός, χτυπούσε τα πούλια, πετούσε τα ζάρια, έδινε μια με το χέρι κι έκλεινε το τάβλι:
«Άρχισες, πάλι, τα σαλτανάκια σου»!
Και μ αυτήν την ατάκα, τέλειωνε η μάχη. Αλλά να πει να μην ξαναπαίξουν, αδύνατο. Την επομένη, πάλι εκεί, με το τάβλι υπό μάλης και τα μαξιλάρια, να μην πιάνονται, που κάθονταν στις ψάθινες καρέκλες. Έρχο
νταν και τα καφεδάκια, μαζευόταν και η μαρίδα, τριγύρω, να δίνει συμβουλές κι αρχίζανε:
«Πιάσε το πεντάρι»!
«Όχι το πεντάρι! Άνοιξε, καλύτερα, να φύγεις! Πού να σε προλάβει»!
«Μη φεύγεις από τώρα. Μετά; Τι θα κάνεις μετά; Μια φορά να φέρεις άσσο, στο πήρε διπλό».
Κι άλλα τέτοια. Εκεί ήταν που τσαντιζότανε ο κυρ-Θανάσης:
«Ρε σεις! Κωλόπαιδα! Από πότε μου γίνατε καθηγητές; Άντε πάντε παρά πέρα να παίξουμε με την ησυχία μας! Που μάθατε όλοι τάβλι κι έρχεστε να μας ζαλίζετε τον Έρωτα»!

Σταματούσαν, έτσι, οι συμβουλές κι αρχίζαν οι μουρμούρες:
«Δες τον τι έπαιξε! Τσκ, τσκ, τσκ»!
«Αυτό, ούτε στη φυλακή δεν το παίζουν. Κι αυτός το συνεχίζει»…
«Πάει, γέρασε. Είδες πως το έπαιξε»;
Γυρνούσε ο Δημητρός, τους έριχνε καμιά αυστηρή ματιά και σταματούσαν κι οι μουρμούρες. Και πάλι από την αρχή, ώσπου έφθανε η ώρα να μιλήσει στο ζάρι ο κυρ-Θανάσης, για να κερδίσει και να τσαντίσει τον Δημητρό:
«Άρχισες, πάλι, τα σαλτανάκια σου»!
Και, μπαμ, του έκλεινε το τάβλι με μια κίνηση του χεριού, γελούσαν οι άλλοι, γελούσε κι ο Θανάσης.
Γελούσε, πάλι, με τον ίδιο τρόπο, όπως και τότε. Η Μόρφω έκανε το σταυρό της, που τον έβλεπε να γελά μονάχος, κοιτώντας τον καφέ. Είπε να του μιλήσει, αλλά σκέφτηκε «άσ’ τον, ξεκούτιανε κι αυτός»… Κι έριξε το φταίξιμο στο γιο του κυρ Θανάση, τον Ηλία, που ερχόταν όλο και πιο σπάνια να τον δει.
Ο Ηλίας… Παλίκαρος ως εκεί πάνω! Όμως, τι τα θες… Αν τον άνδρα τον βάζει στο βρακί της η γυναίκα, πάει και η παλικαριά του, πάει και το καλό του…
Γύρισε ξανακοίταξε τον κυρ-Θανάση. Κοτσονάτος γέρος… Είδε και τον καφέ… «Ρε, δε φτιάχνω κι εγώ για μένανε έναν», σκέφτηκε και μπήκε στο διαμέρισμα, αφήνοντας στη μέση το άπλωμα.

Συνεχίζεται

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2007

Σκέψεις του καφέ - 1ο μέρος


Καθάρισε το λαιμό του. Τελευταία, με το που σηκωνόταν το πρωί, είχε αυτό το πρόβλημα.
«Κωλοτσίγαρο»…
Έπρεπε να το κόψει. Του το είχε πει κι ο γιατρός. Αλλά δεν τα κατάφερνε. Πάντα άρχιζε την προσπάθεια με θάρρος. Πετούσε το πακέτο, περνούσαν μια δυο μέρες, διαμαρτύρονταν σε όλους για τον καπνό τους και, όπως κάθε θαύμα, την τρίτη μέρα, διαλυόταν η προσπάθεια. Ξαναγόραζε πακέτο και φτου κι απ την αρχή…
Σύρθηκε ως την κουζίνα. Τελευταία είχε και πόνους στη μέση. Περπάτησε σκυφτός, προς τα μπροστά, άνοιξε το ντουλάπι κι έβγαλε ζαχαρίνη και καφέ. Είχε πεθυμήσει έναν νες, έναν φραπέ, αλλά κι αυτό το απαγόρευε ο γιατρός. Κι έτσι, έπεσε στον ελληνικό.
Έριξε τον καφέ στο μπρίκι με το νερό και το ακούμπησε στο μάτι της κουζίνας. Τα μάτια του θόλωσαν. Είδε μπροστά του να απλώνεται η χόβολη και τον καφέ να φουσκώνει, σιγά-σιγά. Πόσα χρόνια είχε να πιει καφέ στη χόβολη… Πάλι καλά που, πριν πέντε χρόνια, σε μια εκδρομή στην Αρναία, είχε ανακαλύψει το καφενεδάκι στην πλατεία, απέναντι από την Εθνική Τράπεζα. Ήταν η τελευταία φορά που γεύτηκε καφέ στη χόβολη και, στο τέλος, για να γλυκάνει το στόμα του, ένα λουκούμι τριαντάφυλλο.
Βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν ιερή αυτή η στιγμή. Μια απόλαυση που δεν τη θυσίαζε για τίποτα: Ο πρωινός καφές. Κάθισε στη σκιά κι άναψε ένα τσιγάρο. Τράβηξε μια γερή τζούρα και μια καλή γουλιά καφέ. Σφυριχτή.
«Ααααα»…
Μακρόσυρτο επιφώνημα. Ευχαρίστηση. Έγειρε προς τα πίσω, στην πολυθρόνα σκηνοθέτη. Απέναντι, η Μόρφω, είχε, ήδη, βάλει το πρώτο πλυντήριο κι άπλωνε. Ασπρόρουχα.
«Μόρφω! Μπουγάδα πάλι; Μπουγάδα»;
«Εμ, τελειώνουν ποτέ οι δουλειές κυρ-Θανάση; Ξέχασες την Πελαγία»;
Δεν την είχε ξεχάσει την Πελαγία. Πώς να την ξεχνούσε, δηλαδή. Νοικοκυρές σαν την Πελαγία, σπάνιζαν. Κούνησε το κεφάλι, πάνω-κάτω. Με έναν τρόπο, σα να συμφωνούσε με αυτά που άκουσε.
Η Πελαγία… Η δεύτερη –και καλύτερη- γυναίκα του. Μαγείρισσα πρώτη. Νοικοκυρά, η καλύτερη. Δούλα και κυρά. Και γυναίκα φλογερή, παρά την ηλικία της. Είχε περάσει βασανισμένη ζωή και δεν άντεξε. Παρά το ότι πέρασαν καλά οι δυο τους, παρά το ότι δεν ήθελε να παντρευτεί «γιατί έτσι νομίζουν ότι είμαι νέα», η αρρώστια έφαγε τα κόκαλά της κι έσβησε ένα απόγευμα, Μεγάλης Πέμπτης, την ώρα που όλοι ετοιμάζονταν για την Ανάσταση κι έβαφαν αβγά.


Συνεχίζεται

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

Το ζαρκάδι της Πάρνηθας

Ήταν νέο. Και περήφανο. Όταν κατέβαινε την πλαγιά κοιτούσε ψηλά. Κι όταν σκαρφάλωνε, με δυο πήδους έφθανε εκεί που ήθελε: Στον πιο ψηλό βράχο.
Τον φώναζαν «Το Ζαρκάδι Της Πάρνηθας». Λες και ήταν το μοναδικό ζαρκάδι του βουνού. Ήταν, όμως, το πιο όμορφο. Το πιο περήφανο.
Όταν έμαθε ότι το βουνό πήρε φωτιά, δεν το πίστεψε. Σκαρφάλωσε ως την πιο ψηλή κορυφή, για να δει από την άλλη πλαγιά –για να πειστεί. Κι όταν είδε τις φλόγες να τρέχουν προς το μέρος του, με δυο πηδήματα κατέβηκε όλο το βουνό –κι έφθασε στα πρώτα σπίτια.
Μπήκε στην πρώτη αυλή, που βρήκε μπροστά του, για να σωθεί. Από το ανοικτό παράθυρο μπορούσε να βλέπει μέσα. Ένας άνθρωπος παρακολουθούσε το δελτίο ειδήσεων. Έβλεπε το βουνό να καίγεται.

«Μα, αν βγει στο παράθυρό του, θα δει το ίδιο βουνό, μπροστά του, να γίνεται παρανάλωμα», αναρωτήθηκε Το Ζαρκάδι Της Πάρνηθας. Αλλά απάντηση δεν ήρθε από πουθενά. Μόνον τις μουρμούρες του ανθρώπου άκουγε, που έβριζε, πότε τους εμπρηστές και πότε το κράτος.
Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι έφθασε σε ένα άλλο σπίτι. Μπήκε, πάλι, στην αυλή. Πλησίασε το ανοικτό παράθυρο –φαίνεται ότι οι άνθρωποι αφήνουν πάντα ανοικτό ένα παράθυρο, είτε στα σπίτια τους, είτε στους νόμους τους. Και είδε, πάλι, το ίδιο θέαμα: Ένας άλλος άνθρωπος παρακολουθούσε τηλεόραση.
Αυτήν τη φορά, δεν έβλεπε τις φλόγες, ούτε άκουγε δραματικές περιγραφές για τον «τελευταίο πνεύμονα πράσινου που παραδόθηκε στις φλόγες». Το φλεγόμενο βουνό είχε γίνει ένα μικρό παραθυράκι. Κι είχαν ξεφυτρώσει κι άλλα παράθυρα, με πολλούς ανθρώπους. Κι ο ένας, φώναζε στον άλλον:
«Δεν κάνατε τίποτα! Αφήσατε το δάσος να καεί»!
«Κι εσείς τι κάνατε τόσα χρόνια; Κι εσείς τίποτα δεν κάνατε! Εμείς, τουλάχιστον, όποιον πιάνουμε να παρανομεί, τον στέλνουμε στη φυλακή»!
«Ούτε εσείς κάνατε τίποτα, 20 χρόνια, ούτε εσείς κάνατε τίποτα τα τελευταία τρία χρόνια! Εμείς θα μπορούσαμε να κάνουμε, αλλά δεν μας ακούτε»!
«Δε με νοιάζει εμένα τι λέτε εσείς! Το σπίτι μου καίγεται κι εσείς μαλώνετε αναμεταξύ σας»!
«Ας μην το έχτιζες μέσα στο δάσος, πάνω στον μπαζωμένο χείμαρρο! Ποιος σου φταίει τώρα»;
«Κύριοι, δεν είναι πράγματα αυτά! Πρώτα να σβήσει η φωτιά και μετά μαλώνουμε με την ησυχία μας! Αλλά πού να σβήσει με την απαίδευτη Πυροσβεστική Υπηρεσία που έχουμε»!
«Απαίδευτοι είναι οι δασικοί και καλά έκαναν αυτοί που σας κατήργησαν. Τίποτα δεν κάνατε! Μόνο λεφτά τρώγατε»!
«Τώρα όλα θα λυθούν με μας, τους αγροφύλακες»!
«Καλοί είστε κι εσείς! Γαλάζια παιδιά»!
«Μιλάς εσύ; Πρασινοφρουρέ; Που έγινες δασικός υπάλληλος έχοντας δει δάσος μόνο σε φωτογραφίες»;
Το Ζαρκάδι της Πάρνηθας γύρισε κι έφυγε από την αυλή. Δεν πήγε σε άλλο σπίτι ανθρώπου. Ανέβηκε πάλι στο βουνό. Εκεί το τύλιξαν οι φλόγες. Και κάηκε. Ζωντανό. Αλλά περήφανο!


ΥΓ. Τη φωτογραφία μου την έστειλαν με
email και είναι του Ιάκωβου Χατζησταύρου.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2007

Ροκάρει η Κρατική;

Η απάντηση είναι: ΡΟΚΑΡΕΙ και βγάζει και γόμα! Όπως τα καλά λάστιχα, στη ζεστή άσφαλτο.

Διότι, ο μεν Γκίλαν, είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι ροκάρει και σπινάρει, παρά τα… 62 του έτη(γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1945, άρα Λέων, άρα αρχηγός –έτσι εξηγείται και η κόντρα με τον Ρίτσι Μπλάκμουρ). Άρα, το ζητούμενο ήταν αν μια ελληνική συμφωνική κρατική ορχήστρα, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, θα μπορούσε να ροκάρει. Και η ΚΟΘ, το βράδυ του Σαββάτου 30 Ιουνίου, στο Θέατρο Γης, τα κατάφερε!

Η βραδιά άρχισε κλασσικά: Μπιζέ και η εισαγωγή από την όπερα Κάρμεν. Χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, αλλά με τον διευθυντή ορχήστρας Φρίντεμαν Ρίελε να μας προετοιμάζει για το τι θα ακολουθήσει: πάθος και βελάδα με… μπλουτζίν παντελόνι από κάτω!

Ο Χαράλαμπος Αγγελόπουλος ανέλαβε, ως σολίστας στο πιάνο, να δώσει τον καλύτερό του εαυτό στη Γαλάζια Ραψωδία του Γκέρσουιν. Τώρα, για ΄μένα που η Γαλάζια Ραψωδία είναι ό,τι πιο συγκινητικό έχω ακούσει, οποιαδήποτε κρίση είναι υποκειμενική. Πιστεύω, όμως, ότι και η ΚΟΘ και ο σολίστας τα πήγαν μια χαρά.

Ο κόσμος ζεστάθηκε, παρά το ότι και στα δύο μουσικά κομμάτια η ηχητική εγκατάσταση έκανε τα δικά της. Τελικά, θα συνέχιζε έτσι ως το τέλος και θα ήταν ένα από τα άσχημα της βραδιάς (έχει κι άλλα, όχι, πάντως, όσον αφορά το μουσικό μέρος). Κάθε τόσο… πέρδονταν θριαμβευτικά και μας έζωναν τα μαύρα φίδια ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε και όταν ανέβαινε στη σκηνή ο Ίαν.

Το Εμβατήριο αρ. 1 του Έλγκαρ ήταν μόνον μια γέφυρα, για να φύγουν κάποια όργανα από σκηνής και να ανέβουν ο ντράμερ Φράντισεκ Χένιγκ κι ο μπασίστας Τόμας Ζαχραντνίσκι. Όλα έτοιμα για την είσοδο του Ίαν…

Και ναι! Υπό τους ήχους του (ορχηστρικού φυσικά) Μπλακ Νάιτ ο Ιαν ανεβαίνει στη σκηνή. Γκίλαν κυρίες και κύριοι: ξυπόλητος (φυσικά, αφού είναι γνωστό ότι τραγουδάει μόνον ξυπόλητος –στο τέλος μας επεφύλασσε έκπληξη γι αυτό), με άσπρο φαρδύ παντελόνι, χαρούμενο… ροζ πουκάμισο (κάτι καραβάκια το διακοσμούσαν) και γκρίζα (μπαμπάκι μαλλί… ατσάλι κ.λπ. κ.π.) κοντοκουρεμένα μαλλιά. Αρπάζει το μικρόφωνο και… η ηχητική εγκατάσταση πέρδεται ξανά! Το Μπλακ Νάιτ ολοκληρώνεται μεταξύ παρεμβολών, αλλά οι 3.000 και κάτι πιστοί στις εξέδρες (το Θέατρο Γης παίρνει περίπου 4.500) δε δίνουν σημασία: Χειροκροτούν, τραγουδούν μαζί του και ξεσηκώνονται)!

Ο Γκίλαν ζητάει συγνώμη («φορ δε εξπλόσιονς»), ο κόσμος γελάει, εύχεται να μην ξανασυμβεί και χειροκροτάει την ΚΟΘ που αποδίδει… Once in a lifetime! Τα ΄χει δώσει όλα κι αν δεν δείτε μεσόκοπους βιολιστές να ροκάρουν με το δοξάρι, δεν έχετε δει τίποτα! Αλλά κι εμείς δεν είδαμε τίποτα.

Δεύτερο τραγούδι για τον Γκίλαν το Χάιγουέι Σταρ και κάποιοι σκέφτονται να χορέψουν μπροστά από τη σκηνή. Οι σεκιουριτάδες το αποτρέπουν με το… βλέμμα. Δεν πειράζει, χορεύουν στις σκάλες!

Κι εκεί που λέμε «μπράβο στην Κρατική, μια χαρά το πάει, ωραία ροκάρει», έρχεται το Γουμαν Φρομ Τόκιο. Και τότε ροκάρουν ΚΑΙ τα πνευστά! Να ακούσετε κορνέτες, τούμπες και τρομπέτες να συναγωνίζονται στα ίσια τις ηλεκτρικές κιθάρες και τι στον κόσμο! Μάλιστα! Η ΚΟΘ ξεσηκώνει ΚΑΙ 16χρονους ΚΑΙ… 46χρονους πουρορόκερ!

Στο Πέρφεκτ Στρέιντζερς ο Ίαν κατεβάζει ρυθμούς και εκεί, για πρώτη φορά, αντιλαμβανόμαστε ότι η φωνή του δεν είναι αυτή που ήταν. Στα χαμηλά δεν τα πάει καλά –γι αυτό εξάλλου δεν έχει ξανατραγουδήσει, εδώ και χρόνια, το Τσάιλντ Ιν Τάιμ.

Διάλλειμα δεν υπάρχει, αλλά αντί διαλλείματος, Μουσόρσκι και Η Μεγάλη Πύλη του Κιέβου. Έργο δύσκολο –νομίζω- και μάλλον ξένο για το ροκ κοινό. Η παρουσία του Γκίλαν, όμως, δίπλα στη σκηνή, κρατάει τον κόσμο.

Δεύτερο μέρος για τη φωνή των Ντιπ Πέρπλ: Στρέιντζ Κάιντ οφ Γούμαν, Τεντ δε Μεκάνικ και Γουέν Ε Μπλάιντ Μεν Κράις. Το ΄χει ακόμη. Πολλοί θα παρακαλούσαν να έχουν αυτή τη φωνή, τώρα, στα εξηνταφεύγα. Ακολουθεί το Φάιρμπολ και, για τελευταίο κομμάτι έχει επιλέξει το Σμόουκ Ον Δε Γουότερ. Χαμός! 3.500 άνθρωποι κάνουν σαν… 15.000(τι στο καλό, ΠΑΟΚτσήδες είναι;)! Ο Γκίλαν που… αστόχησε να μπει σωστά στο πρώτο τραγούδι, είναι εκεί, σωστός –κι αν τον βοηθούσε και η ηχητική εγκατάσταση, τώρα θα μιλούσαμε για το γεγονός του καλοκαιριού για τη Θεσσαλονίκη.

Τελειώνει, ευχαριστεί τον κόσμο, τη Θεσσαλονίκη, «θέλω να ξανάρθω», μας λέει και κατεβαίνει από τη σκηνή. Αλλά η ΚΟΘ έχει… κέφια! Κανείς δε φεύγει! Κι άντε, ο κόσμος ήθελε το ανκόρ. Η ΚΟΘ; Οι μουσικοί χτυπούν τα πόδια τους στη σκηνή, ο κόσμος φωνάζει το όνομά του και… μετά από 10 λεπτά(!) εμφανίζεται… παπουτσωμένος!

Οι φανατικοί γνωρίζουν ότι ο Γκίλαν τραγουδά μόνον ξυπόλητος. Καταλαβαίνουν ότι ανέβηκε στη σκηνή για ένα ευχαριστώ, για τους μουσικούς που είχαν βιδωθεί στις καρέκλες τους, αλλά ο κόσμος επιμένει: «Ουάν μόρ»! Ο ντράμερ κι ο μπασίστας είναι ακόμη κάτω, ο μαέστρος το ίδιο κι ο «μεγάλος» τους κάνει νόημα! Ε, αυτό ήταν!

«Θα σας πω το Μπλακ Νάιτ, το πρώτο, γιατί ξέχασα να μπω σωστά και το χρωστάω στο μαέστρο. Είχαμε και τις… εκρήξεις! Θα το ξαναπώ χωρίς το… πρρρ»!

Ο Γκίλαν τραγουδάει με άσπρο παπουτσάκι, ο κόσμος χορεύει –κάποιοι κάνουν κίνηση προς τη σκηνή, αλλά οι σεκιουριτάδες αποδεικνύονται παίκτες του αμέρικαν φούντμπολ (κρίμα, γιατί καμιά εικοσαριά πιτσιρικάδες θα έδιναν άλλον τόνο και δεν θα τον…έτρωγαν τον Ίαν, άσε που το ήθελε κι αυτός) και η επανάσταση καταπνίγεται σε δύο – τρία κεφαλοκλειδώματα.

Ένα ανκόρ, λοιπόν, για τον κουρασμένο καλλιτέχνη. Συναυλία μιάμισης, συνεχούς, ώρας. Κι όταν τελείωσε, ήταν γλυκόπικρη γεύση. Ήταν λίγη. Ήταν κακός ο ήχος. Ήταν μεγάλος ο ρόκερ. Αλλά ήταν μεγάλος όχι μόνο στην ηλικία. Και στην καρδιά και στη φωνή. Και στην αξία. Χαλάλι του, λοιπόν. Κατάφερε να μαζέψει 3.500 μέσα στο κατακαλόκαιρο, Σαββατιάτικα, στη μικρή, όπως αποδεικνύεται, Θεσσαλονίκη, την ίδια στιγμή που στην άλλη άκρη της πόλης, ένας του δικού του είδους, ο Ρόμπερτ Πλαντ, σκαρφάλωνε σε μια σκάλα στον ουρανό, με το συγκρότημά του.

Συμπέρασμα: Καλή η συναυλία, πολύ καλός ο Γκίλαν, άριστη η ΚΟΘ, άριστος κι ο μαέστρος, κάκιστος ο ήχος, κακή η οργάνωση, ελάχιστη η διαφήμιση (ούτε μία αφίσα δεν είδα σε όλη την περιφερειακή, πηγαίνοντας προς το Θέατρο Γης, την ίδια στιγμή που σκυλούδες και σκυλάδες β διαλογής κοσμούσαν γιγαντοαφίσες).

Κάτι πρέπει να γίνει επειγόντως! Εδώ πάνω μας κοροϊδεύουν! Από διαφήμιση μηδέν! Αν ήταν να τραγουδήσει ο ακατονόμαστος θα μας είχαν πρήξει τα αρ**δια. Θα βλέπαμε τη φάτσα του στα λεωφορεία, στα ταξί, σε γιγαντοαφίσες, στα γαριδάκια, στο ΙΚΑ! Και ποιος εγκέφαλος προγραμμάτισε δυο συναυλίες δυο γερόλυκων της ροκ την ίδια μέρα και ώρα; Μήπως ο κακός προγραμματισμός έχει σχέση με το ότι στη μία εκδήλωση χορηγός ήταν ο δήμος (Γκίλαν) και στην άλλη η νομαρχία (Πλαντ); Τη μεγαλομανία του Ψωμιάδη να γίνει δήμαρχος θα την πληρώσει η πόλη;

Και, τελικά, είναι δυνατόν, χορηγός στη συναυλία του Πλαντ να είναι καψουροραδιόφωνο επειδή αυτόν το σταθμό επέλεξε ο νομάρχης; Θα ήθελα πολύ να μάθω τι έγινε στη Μονή Λαζαριστών στην άλλη συναυλία. Δυστυχώς, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να βρισκόμουν και στις δύο.

Ενδεικτικό της ελληνικής προχειρότητας είναι ότι στην ιστοσελίδα της ΚΟΘ δεν υπάρχει το παραμικρό, ενώ σ αυτήν του Γκίλαν υπάρχει αναφορά για τη συναυλία του Σαββάτου(δες εδώ)!

Και κάτι προσωπικό: Τι σου είναι η ειρωνεία της Τύχης(;)! Για πρώτη φορά άκουσα το Μπλακ Νάιτ και τους Ντιπ Περπλ στο νταμάρι της Τριανδρίας, σε σχολική εκδρομή, από μονοφωνικό κασετόφωνο-ραδιόφωνο. Τριάντα χρόνια αργότερα, στον ίδιο, ακριβώς, χώρο (που, τώρα, είναι, πια, το Θέατρο Γης) θα ξανάκουγα το ίδιο τραγούδι.

Όσο για τον Γκίλαν, τον άκουσα για πρώτη φορά στο σπίτι του Σωτήρη, συμμαθητή και επίδοξου μουσικού. Μιλούσαμε για φωνές τραγουδιστών, του έλεγα για τους Μπιτλς και μου είπε: «Κάτσε να σου βάλω εγώ μια κασέτα, να ακούσεις φωνή». Έβαλε το Τσάιλντ Ιν Τάιμ…

ΥΓ. Στη δεξιά μπάρα υπάρχει το ανκόρ του Ίαν. Ζητώ συγνώμη για την ποιότητα, αλλά είναι τραβηγμένο από κινητό τηλέφωνο.

Από ήχο, πάντως, σκίζει!