Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ιατροδικαστής

Ξαπλωμένος ανάσκελα στο παγωμένο πεζοδρόμιο, δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί, ούτε να κουνηθεί, ούτε να μονολογήσει. Το μαχαίρι του δολοφόνου του είχε κόψει το λαιμό, από τη μια άκρη ως την άλλη. Είχε κομματιάσει την καρωτίδα και είχε χάσει τόσο αίμα, που ακόμη και μια μοδίστρα να τον αναλάμβανε και να έκλεινε το χάσμα κάτω από το σαγόνι του, δε θα μπορούσε να ανανήψει.

Το μόνο που μπορούσε να κάνει, πλέον, ήταν να υπομένει την εξέταση του ιατροδικαστή. Κι ο ιατροδικαστής, ευτυχώς για ένα φρέσκο πτώμα ξαπλωμένο σ ένα παγωμένο πεζοδρόμιο, τέλειωσε τη δουλειά του γρήγορα. Ανασηκώθηκε, κοίταξε το Μίλτο στα μάτια και, λες και του έκανε ερωτική εξομολόγηση, του είπε σχεδόν ψιθυρίζοντας:

«Τον πλησίασε από πίσω. Τον αιφνιδίασε. Του έκοψε λαιμό και καρωτίδα με μια κίνηση, πέρα ως πέρα. Τον ξάπλωσε ευγενικά στο πεζοδρόμιο. Όλη την ώρα έτρεχε ποτάμι το αίμα και πρέπει να τον έχει λερώσει. Δεν έδειξε, πάντως, να ενδιαφέρεται, αφού οι κινήσεις του δεν ήταν βιαστικές. Από τη γωνία που μπήκε το μαχαίρι στο λαιμό, πιστεύω ότι ο δράστης ήταν πιο κοντός από το θύμα. Κοντός και γρήγορος. Και ψύχραιμος. Αφού τον ξάπλωσε, είχε την ψυχραιμία να του πάρει αυτό»!

Ο ιατροδικαστής ξανακάθισε ανακούρκουδα κι ανασήκωσε το ματωμένο σεντόνι. Έπιασε το δεξί χέρι του θύματος και το κούνησε μπροστά στα μάτια του Μίλτου και του Κώστα, που είχαν καθίσει κι αυτοί δίπλα του. Μια βρισιά ξέφυγε από το στόμα του Μίλτου, ενώ ο Κώστας, κοιτούσε με ένα ύφος σαν κομπιούτερ που αναλύει δεδομένα:

"Όχι ρε πούστη μου! Του έχει κόψει το χέρι από τον καρπό"!



Συνεχίζεται

Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Συνάντηση

Η Γενναδίου στο Κερασοχώρι ήταν ένας δρόμος κατάφωτος. Περιπολικά, συμβατικά αυτοκίνητα της Ασφάλειας, προβολείς που είχαν στήσει οι αστυνομικοί, την έλουζαν στο φως. Αν δεν είχε τρέξει όλο αυτό το τσίρκο, θα ήταν ένας δρόμος θεοσκότεινος. Τα πορτοκαλί φώτα δεν άναβαν εκεί, σε αντίθεση με τον μεγάλο κάθετο δρόμο, που ήταν χαρά Θεού.

Το σκηνικό θύμιζε ταινία του Χόλιγουντ. Περίεργοι είχαν σχηματίσει έναν κύκλο γύρω από τους προβολείς της αστυνομίας. Ένστολοι είχαν τοποθετήσει κιγκλιδώματα, για να μην πλησιάσει κανείς τη σκηνή του εγκλήματος. Ζητάδες ακουμπούσαν στις σέλες των Χάρλεϊ, κάπνιζαν και γελούσαν δυνατά, αφού δεν είχαν δουλειά να κάνουν, καθώς κανείς δε φαινόταν να ενδιαφέρεται να διασχίσει με το αυτοκίνητό του την οδό Γενναδίου στο Κερασοχώρι. Ο Μίλτος κι εκείνος είχαν βάλει στη μέση μια χοντρούλα 30άρα με γυαλιά και το σκύλο της, ένα σπάνιελ με το υπέροχο θεόπνευστο όνομα Ντικ. Δίπλα, σκεπασμένο με ένα σεντόνι, βρισκόταν ένα πτώμα. Το σεντόνι είχε μουσκευτεί από το αίμα στο ύψος του λαιμού και γύρω από εκείνο το σημείο είχε σχηματίσει μια μικρή λίμνη. Ματωμένες πατημασιές ενός σκύλου, δίπλα στο πτώμα, έκλειναν την ευτυχισμένη αυτή εικόνα.

Κοιτούσε τη χοντρούλα αφεντικίνα του Ντικ. Του φαινόταν γοητευτική. «Μάλλον έχεις καιρό να γαμήσεις», σκέφτηκε. Αλλά, πάλι, ναι, ήταν γοητευτική. Καστανά κοντά μαλλιά, πράσινα μάτια, γυαλιά μικρά, ορθογώνια, το παλτό της έχασκε ανοικτό κι από μέσα φορούσε ένα παντελόνι, που άφηνε να φανούν ψωμάκια κι η γεμάτη περιφέρειά της κι από πάνω μια φόρμα, που μέσα της σχηματίζονταν ένα στήθος εν αφθονία. «Αν αδυνάτιζε λίγο, αν έχανε καμιά δεκαριά κιλά», συμπλήρωσε τη σκέψη του.

«Γράφτο αυτό Κώστα»!

Η φωνή του Μίλτου τον επανάφερε. Ανάθεμα κι αν ήξερε, όμως, τι ήταν αυτό που έπρεπε να γράψει. Έβγαλε το σημειωματάριό του κι ένα στυλό κι έκανε ότι σημείωνε. Ούτως ή άλλως, αργότερα, στο τμήμα, θα έπαιρνε κατάθεση από την γλυκούλα και θα γέμιζε τα κενά.

«Σας παρακαλώ, ακολουθήστε το όργανο στο Ανθρωποκτονιών και θα έρθουμε κι εμείς, να σας πάρουμε μια κατάθεση, να πάτε στην ευχή της Παναγιάς», της είπε.

Στράβωσε λίγο το στόμα της, με έναν τρόπο που την έκανε ακόμη πιο γοητευτική. Της χαμογέλασε κι εκείνη ανταπέδωσε:

«Τέλος πάντων. Αλλά τι θα κάνω με τον Ντικ»;

Σε άλλη περίπτωση θα απαντούσε μ΄ ένα ξερό «χέστηκα». Αλλά τώρα, που όσο την έβλεπε τόσο την ερωτευόταν, κι ας μην ήταν το πρότυπο ομορφιάς, είχε όρεξη για αρκετή κουβέντα:

«Μην ανησυχείτε, θα τον φροντίσουμε τον Ντικ σας. Να τον πάρετε μαζί. Θα σας βοηθήσει το όργανο να τον βάλετε στο αυτοκίνητο».

Το όργανο ήταν ένας υπέρβαρος μπάτσος, που στράβωσε όταν άκουσε τι έπρεπε να κάνει. Εποίησε, όμως, την ανάγκη φιλοτιμία και έβαλε τη χοντρούλα και τον Ντικ στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Στριμώχτηκε κι αυτός πίσω από το τιμόνι και ξεκίνησαν όλοι μαζί, μια ευχάριστη παρέα, για το Ανθρωποκτονιών.


Συνεχίζεται

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Κώστας και Μίλτος

Έπαιζε τη μια πασιέντζα πίσω από την άλλη. Τη μία τέλειωνε, την άλλη άρχιζε. Η τηλεόραση, απέναντί του, πάνω από τον γκρι φοριαμό, έπαιζε μια ενημερωτική εκπομπή. Στο πάνελ, ένας γνωστός βουλευτής, προσπαθούσε να μιλήσει, αλλά ο παρουσιαστής τον διέκοπτε συνέχεια, φωνάζοντας: «Λέτε ψέματα! Είναι ντροπή»! Ένας άλλος γνωστός βουλευτής, του άλλου κόμματος, παρενέβη: «Τέτοια κάνατε κι ο ελληνικός λαός σας τιμώρησε. Αλλά μυαλό δε βάλατε».

Στο κούφωμα της πόρτας ξεπρόβαλε ο διοικητής του.

«Ποιο είναι το θέμα», τον ρώτησε, δείχνοντας, με μια κίνηση του κεφαλιού προς την τηλεόραση;

Πάτησε για να μοιράσει άλλη μια γύρα, στην πασιέντζα του κομπιούτερ.

«Και ποιος βλέπει; Όλο οι ίδιοι μαλάκες, όλο οι ίδιες μαλακίες…»

Ο διοικητής χαμογέλασε.

«Πάλι πασιέντζες ρίχνεις; Δε γυρίζει πίσω, ρεεε! Πάρ΄ το χαμπάρι και περπάτα μπροστά»!

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε σκεφτεί να ρίξει πασιέντζες για να δει αν η αγαπημένη του γυναικούλα θα επέστρεφε. Όχι ότι την είχε ξεχάσει, ίσα-ίσα. Όμως δεν πίστευε ότι οι πασιέντζες, τουλάχιστον οι ηλεκτρονικές, θα του έδιναν απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα. Κοίταξε το διοικητή του και, με δήθεν σοβαρό ύφος, ρώτησε:

«Λες να πάω σε καφετζού»;

«Λες να είσαι μαλάκας; Ε, ρε, καημένε Καραμήτρο! Πού πα ρε…;»

«Σε είχα για σοβαρό άνθρωπο. Πίστεψες ότι θα πάω σε καφετζού»;

«Τι να πω ρε συ… Κι εγώ για σοβαρό άνθρωπο σε είχα, αλλά τρεις μήνες τώρα που η κυρία που έσταζε για σένα μέλι, έγινε κυρία δε με μέλει και την έκανε, να κόψει ρόδα μυρωμένα, ανθούς και πασχαλιές, είσαι καρφωμένος στην καρέκλα και παίζεις πασιέντζες. Κι από δουλειά, σκατά»!

«Και τι θες να κάνω ρε Μίλτο; Εδώ είναι το Ανθρωποκτονιών. Να πάω να σκοτώσω καναδυό, να κάνουμε σεφτέ; Δε λες πάλι καλά που είμαστε έτσι ήσυχα»;

Τον υπέροχο διάλογό τους σταμάτησε η μοτορόλα που ήταν σε μια γωνία:

«Ο Σ 32 ακούει; Έχουμε Ε 8 στο Κερασοχώρι. Γενναδίου 35, Ε8. Διενεργήστε ένα 13 με το κέντρο».

Προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις του. «Σ 32 είναι ο διοικητής του, ο επικεφαλής του Ανθρωποκτονιών. Ε 8 είναι δολοφονία. Καλά, Κερασοχώρι και Γενναδίου θα τα βρούμε, δεν είμαστε και ταξιτζήδες», σκέφτηκε. «Και ένα 13, σημαίνει πάρε το κινητό σου και τηλεφώνησε στο κέντρο, να μάθεις λεπτομέρειες, να μην ακούν και οι δημοσιογράφοι», ολοκλήρωσε τη σκέψη του. Γύρισε το κεφάλι του στο διοικητή του:

"Δεν έτρωγες έναν κουβά σκατά ρε Μίλτο; Δολοφονία ήθελες; Ε, πάρε τη δολογονία σου. Άντε, τηλεφώνα να ξεκινήσουμε"


Συνεχίζεται

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ο Ντικ

«Βρωμόσκυλο»!

Τον αγαπούσε τον Ντικ. Όμως η συνήθεια του μικρού της σπάνιελ να βγαίνει για την ανάγκη του μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, την εκνεύριζε.

«Δεν μπορείς να κάνεις ό,τι έχεις να κάνεις με το φως της ημέρας; Πρέπει να πέσουν τα μαύρα σκοτάδια για να χέσεις; Βρωμόσκυλο»!

Μονολογούσε φωνάζοντας. Λες και το σπάνιελ θα καταλάβαινε ό,τι του έλεγε και θα αποφάσιζε, από δω και στο εξής, να κατουριέται και να χέζεται σε ορισμένες ώρες της ημέρας. Αλλά εκείνο την κοιτούσε με τα μεγάλα μάτια του, κουνούσε την ουρά πέρα δώθε και, μόλις εκείνη περπατούσε πιο σιγά, την τραβούσε, με δύναμη, μπροστά. Την παράσερνε σε μια ακατάσχετη πιλάλα, χωρίς νόημα, αφού θα μπορούσε κάλλιστα, να σηκώσει το δεξί πίσω πόδι του στο πρώτο δένδρο που είχαν βρει, με το που βγήκαν από το σπίτι, να κάνει ό,τι έχει να κάνει και να επιστρέψουν.

Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαιναν όπως θα ήθελε εκείνη. Τα πράγματα πήγαιναν όπως ήθελε το σπάνιελ. Κι εκείνο, δώστου να την τραβάει κι εκείνη δώστου να τρέχει στο κατόπι του, λαχανιάζοντας.

«Σταμάτα ρε πούστη Ντικ! Γαμώ το μου… Ρε συ, δεν μπορώ ρε! Πού να τρέχω έτσι; Με ξελίγωσες! Σταμάτα σου λέω»!

Φώναζε, τραβούσε το λουρί, αλλά ο Ντικ, πραγματικός dick, δεν έλεγε να σταματήσει. Κι όταν, ξαφνικά, πάτησε φρένο σ εκείνον το θεοσκότεινο δρόμο, δεν έδωσε σημασία, ούτε για τα μαύρα σκοτάδια, ούτε για το πού θα ανακουφιζόταν το σπάνιελ.

«Επιτέλους»! Με ανακούφιση, που η πιλάλα σταμάτησε, έβαλε το χέρι της στο παλτό της και ανέσυρε ένα πακέτο Μάλμπορο μαλακό. Με το τσιγάρο είχε σχέση μίσους και πάθους. Κάπνιζε μανιωδώς και όλο ορκιζόταν ότι θα το έκοβε. Αλλά εκείνη την ώρα, το ήθελε όσο τίποτε άλλο.

«Α ρε Ελένη! Όλο θα το κόψω και θα το κόψω είσαι. Υποσχέσεις. Έτσι και με τον άλλονε. Όλο θα τον διώξω και θα τον διώξω, αλλά έχει στρογγυλοκαθίσει τον πισινό του στον καναπέ σου και δε λέει να ξεκουμπιστεί».

Όση ώρα μονολογούσε, έψαχνε στην άλλη τσέπη της, για τον αναπτήρα. Δεν τον έβρισκε. Ήταν ένας μπικ, άσπρος, μικρός πλαστικός.

«Πού χώθηκε; Γαμώ το! Πρέπει να σταματήσω να βρίζω. Όλο γαμώ το και γαμώ το είμαι. Και να ΄κανα και τίποτα, χαλάλι… Μα πού είναι…»

Δεν τον έβρισκε. Ο τύπος που ζέσταινε τον καναπέ της, της είχε χαρίσει έναν ζίπο, αλλά δεν τον χρησιμοποιούσε. Εκείνος φρόντιζε να είναι πάντα γεμάτος, αλλά εκείνη δεν ήθελε να τον χρησιμοποιεί. Τον κουβαλούσε, όμως, στο παντελόνι της, ή στην τσάντα. Το θυμήθηκε όταν είχε, σχεδόν, αποφασίσει να μην καπνίσει. Έβαλε το χέρι στο παντελόνι και τον βρήκε. Τον τράβηξε σιγά σιγά, σχεδόν τελετουργικά, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα και πλησίασε τον αναπτήρα στο πρόσωπό της. Τον άνοιξε μ΄ εκείνο τον χαρακτηριστικό θόρυβο που κάνουν οι ζίπο. Γύρισε τη ρόδα, το φυτίλι άναψε και τότε διαπίστωσε ότι ο Ντικ, ούτε έχεζε, ούτε κατουρούσε. Έγλυφε το αίμα που είχε κάνει μια λίμνη γύρω από το πτώμα ενός άνδρα, το αίμα που ανάβλυζε ακόμη από το λαιμό του. Τσίριξε με όλη της τη δύναμη…


συνεχίζεται

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ο πρώτος

Περπατούσε προς το σπίτι. Είχε νυχτώσει. Τα πορτοκαλί φώτα του δρόμου είχαν τυλίξει τα πάντα. Σήκωσε το κεφάλι του. Έψαξε για το φεγγάρι. Μια ημικυκλική, λεπτή γραμμή, σαν ένα κομμένο νύχι, έδειχνε το σημείο όπου έπρεπε να ήταν, λογικά, η σελήνη.

«Αν δεν υπήρχαν τα φώτα δε θα έβλεπα τη μύτη μου», σκέφτηκε. Κοινοτυπία, αλλά τέτοιες ώρες, τι άλλο να σκεφτεί κανείς;

Τα βήματά του ήταν γρήγορα. Πλησίαζε. Έστριψε τη γωνία.

«Γαμώ το»!

Βλαστήμησε κι ήταν έτοιμος να φτύσει στο έδαφος. Το μετάνιωσε, τελικά. Έμεινε να κοιτάζει τα σβησμένα φανάρια του δρόμου. Η διαδρομή ως την είσοδο του σπιτιού του ήταν θεοσκότεινη. Δεν ήταν ότι φοβόταν ιδιαίτερα. Αλλά είχε συνηθίσει στο πορτοκαλί φως και του φαινόταν ακόμη πιο σκοτεινό το τελευταίο μέρος της διαδρομής. Αλλά δεν είχε άλλη επιλογή –εκτός κι αν έμενε στη γωνία, λες και τον είχαν στήσει στο ραντεβού.

«Κοίτα μέρα που χάλασε το αυτοκίνητο», μονολόγησε. Η αλήθεια ήταν ότι δεν αγαπούσε το περπάτημα. Ακόμη και στο περίπτερο πήγαινε με το αυτοκίνητο. Κι όταν, το πρωί, δεν έπαιρνε μπροστά, τον έπιασε κρίση άγχους: Είχε ταχυπαλμία, ανάσαινε με δυσκολία και διαμαντάκια ιδρώτα ξεφύτρωσαν στο μέτωπό του. Έψαξε στη μηχανή, αλλά δε βρήκε το παραμικρό. Κι αναγκάστηκε να φωνάξει την οδική βοήθεια.

Η ζημιά ήταν μεγαλύτερη από ό,τι φαινόταν. Κι έτσι, παράτησε το αυτοκίνητο στο συνεργείο και χρησιμοποίησε τη συγκοινωνία. Μόνον που το μετρό σταματούσε τρία τετράγωνα μακριά από το σπίτι του. Κι αυτήν τη διαδρομή, έπρεπε να την περπατήσει. Αυτό έκανε, δέκα λεπτά τώρα. Μόνον που το τελευταίο κομμάτι της, ήταν θεοσκότεινο.

Πήρε βαθιά ανάσα και ξεχύθηκε στο στενό. Τα βήματά του σα να ήταν πιο βιαστικά από πριν. Και ο ήχος από τα παπούτσια του, σαν να ήταν πιο δυνατός. Τι ήταν εκείνο μπροστά του; Κάτι σα να είχε κουνηθεί στην πυλωτή της διπλανής πολυκατοικίας. Μια σκιά. Σταμάτησε να περπατάει.

«Είναι κανείς εκεί»;

Δεν πήρε απάντηση. Προσπάθησε να διακρίνει κάτι μέσα στο σκοτάδι. Ήταν αδύνατο. Είπε να συνεχίσει να περπατά. Δεν μπορούσε, όμως, να σύρει τα πόδια του.

«Έλα τώρα! Τι παιδιακίσια καμώματα είναι αυτά»; Μονολόγησε πάλι και έκανε το πρώτο βήμα προς τα εμπρός. Πλησίαζε, τώρα, την ύποπτη πυλωτή. Κοιτούσε προς τα εκεί, αλλά φαινόταν έρημη. Δεν υπήρχε ούτε ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο εκεί. Μόνον η είσοδος κι οι τοίχοι. Και, φυσικά, κανείς άνθρωπος. Τίποτα το ζωντανό.

Αυτές ήταν κι οι τελευταίες σκέψεις του. Όταν άκουσε το σφύριγμα στον αέρα κι ένοιωσε τη λεπίδα να του κόβει το λαιμό, από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενώ κάποιος σα να του έσπρωχνε τη μέση προς τα εμπρός, δεν είχε χρόνο να σκεφτεί το παραμικρό. Ο λαιμός του άνοιξε κι από την κομματιασμένη καρωτίδα ανάβλυζε σιντριβάνι το αίμα.

(συνεχίζεται)

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2007

Πάρε το χαπάκι σου


Εδώ και τρεις μέρες κάθομαι και γράφω ατέλειωτα κείμενα. Κι έπειτα, με μια κίνηση, τα σβήνω. Δεν έχω να καταθέσω το παραμικρό. Θέλω να γράψω κάτι που να βγάζει γέλιο. Να γίνω, για λίγο, λούνα παρκ. Αλλά δεν τα καταφέρνω. Όλο λυπητερά κομμάτια μου βγαίνουν. Κι ούτε, καν, νοσταλγικά.
Αρνούμαι, όμως, να καταγράψω κι άλλη κλάψα. Θέλω κάτι ευχάριστο. Τώρα! Έτσι, με το ζόρι! Θέλω να αρχίσω να γράφω και να μου βγει ένα κείμενο που θα το διαβάζουν οι φίλοι και θα τρέχουν στην τουαλέτα. Και δεν θα προλαβαίνουν να φθάσουν στην τουαλέτα. Αλλά τίποτα...
Αποφάσισα να το συζητήσω με μια φίλη. Σήκωσα το τηλέφωνο, κάλεσα το κινητό της και στρογγυλοκάθισα. Την πέτυχα στο δρόμο, αγχωμένη. Όμως, επειδή είναι και λίγο psycho, μόλις άκουσε το "πρόβλημα", ξέχασε και το πού βρισκόταν και πού είχε να πάει.
-Σώπα! Δε σου βγαίνει τίποτε αστείο;
-Ούτε ανέκδοτο μπορώ να πω. Να σκεφτείς, είπα προχθές, σε μια παρέα, εκείνο με τα τρία αβγά και δεν έσκασαν ούτε χαμόγελο.
-Μήπως επειδή όπου και να βρεθείς λες πάντα το ανέκδοτο με τα τρία αβγά;
-Δεν έχεις δίκιο. Λέω κι εκείνο με την Κοκινοσκουφίτσα.
-Ε, δε θα έλεγα ότι έχεις και μεγάλη γκάμα... Μήπως να ανανέωνες λίγο το ρεπερτόριο; Κάποτε έλεγες καλά ανέκδοτα.
-Να! Αυτό σου λέω! Ούτε να τα θυμηθώ δεν μπορώ.
-Άλλο το Αλτσχάιμερ, άλλο η έλλειψη έμπνευσης. Εσύ, μάλλον πάσχεις από Αλτσχάιμερ.
Έκλεισα το τηλέφωνο προβληματισμένος. Δεν μπορούσα να θυμηθώ από τι έπασχα. Την ξαναπήρα και μου το θύμισε. Και συνέχισε με μία συμβουλή:
-Να πας σε γιατρό. Καλά τα Blogs, δε λέω, αλλά δε θα σου λύσουν το πρόβλημα.
-Μα το Αλτσχάιμερ είναι ασθένεια των γερόντων...
-Από κάτι λεπτομέρειες που πιάνεσαι, καημένε...
-Και με ένα χάπι θα καταφέρω να γράψω κάτι αστείο;
-Ίσως να χρειαστεί και καμία ένεση...
Μπρος στο χιούμορ, τι είναι ο πόνος... Το αποφάσισα και πήγα στο γιατρό.
-Γδύσου!
-Επειδή ξεχνάω και δεν έχω χιούμορ; Μήπως υπερβάλετε γιατρέ μου λιγουλάκι;
-Μα τώρα, τη δουλειά μου θα μου υποδείξεις; Γδύσου!
-Τα πάντα;
-Όπως σε γέννησε η μάνα σου.
Άφησα τις κάλτσες. Ήταν κρύο το πάτωμα...
-Έτσι σε γέννησε εσένα η μάνα σου; Με κάλτσες; Σιγά μη σε γέννησε και με ζαρτιέρες!
-Κρυώνω...
-Θα σε ζεστάνω εγώ!
Δε μου φάνηκε καθόλου αστείο. Ο γιατρός, πάντως, κάθε τόσο, μουρμούριζε "θα σε ζεστάνω εγώ" και έσκαγε στα γέλια. Όλη την ώρα με ψαχούλευε, πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε στο σημείο της σκωληκοειδίτιδας.
-Πονάς;
Ε, τώρα, αν σε ζουπάνε κάτω από την κοιλιά, λες και είσαι ζυμάρι που πρέπει να σε κάνουνε ψωμί, δε θα πονάς; Αλλά ποιείς την ανάγκη φιλοτιμίαν και απαντάς:
-Πονάνε, ωρέ, τα παλικάρια;
Κι όσο εσύ δεν πονάς, τόσο εκείνος πατάει, ζουπάει, τσιμπάει. Κι έπειτα, φωνάζει κι έναν δεύτερο γιατρό.
-Τι λες;
-Μμμμ
-Είναι δυνατόν;
-Τόσο μεγάλο!
Εσύ, ο ασθενής, αγχώνεσαι -αρχικά. Κάνεις υπομονή, όμως. Περιμένεις τη γνωμάτευση. Και, μετά από τέτοια σχόλια, ενώ περιμένεις κάτι τρομακτικό, ακούς:
-Όλα καλά!
-Τι θα πει "όλα καλά"; Εδώ μια ώρα κάνατε ιατρικό συμβούλιο, με τα φιλαράκια σας, κουνούσατε τα κεφάλια σας και με κοιτούσατε με ένα ύφος λες και είχατε μπροστά σας το φάντασμα της Όπερας και τώρα μου λέτε "όλα καλά";
-Δεν είναι και για θάνατο βρε παιδί. Να, θα παίρνεις αυτό το χαπάκι (μισό κάθε μεσημέρι) κι όλα θα πάνε καλά.
-Και πώς θα θυμάμαι να παίρνω αυτό το χαπάκι; Αφού το πρόβλημά μου είναι, όπως λέτε, πρόβλημα μνήμης...
-Θα παίρνεις κάθε πρωί αυτό το χαπάκι κι έτσι θα θυμάσαι να παίρνεις το χαπάκι του μεσημεριού...
Ζήσε Μάη μου να φας χαπάκι... Πάρε το πρωινό χαπάκι, να θυμάσαι το μεσημεριανό, πάρε το μεσημεριανό για να θυμάσαι γενικώς -κι όλα αυτά επειδή ήθελα να ποστάρω κάτι να βγάζει γέλιο. Ρε, αν πάει έτσι, θα σας κάνω να πλαντάξετε στο κλάμα!

ΥΓ. Για σήμερα, ακούστε Μουσικές Ταξιαρχίες:

Πάρε το χαπάκι σου
κι ένα μηχανάκι
κι έλα νύχτα να με βρεις
στο Καραϊσκάκη.

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2007

Κυριάκος


Τον είχε βγάλει Κυριάκο. Είχε γεννηθεί Κυριακή. Έτσι έκανε ο παππούς. Την αγελάδα, την είχε βγάλει Παρασκευούλα –εκείνη είχε γεννηθεί Παρασκευή. Το γάιδαρο Τέταρτο. Και τη μάνα του Κυριάκου, Δεύτερη.

Ο Κυριάκος ήταν άλογο. Ένα πανέμορφο κόκκινο άλογο, με μια άσπρη γραβάτα στη μούρη. Πανύψηλο. Θύμιζε άλογο αγώνων. Αλλά είχε γεννηθεί σε ένα χωριατόσπιτο, έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Εκείνος, με τα άλογα είχε μανία. Όχι απλή αγάπη. Μανία, πραγματική. Έβλεπε άλογο κι ήθελε ν΄ ανέβει επάνω. Περίμενε, το σούρουπο, στην άκρη του χωριού, να επιστρέψει ο παππούς από το μποστάνι, ή το αμπέλι, να τον πάρει με τα τραχιά χέρια του και να τον βάλει πάνω στην πλάτη της Δεύτερης, που έσερνε το κάρο, γεμάτο με φρούτα καλοκαιρινά.

Με το που γεννήθηκε ο Κυριάκος, πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, ήταν όλο στο ντάμι. Εκεί που το μικρό αλογάκι έδινε τη μικρή του μάχη να κρατηθεί στη ζωή. Γιατί εκείνα τα χρόνια, ήταν δύσκολο να κρατήσεις ζώα. Ο κτηνίατρος περνούσε μια στις τόσες, για να εξετάσει τα κοπάδια και τις αγελάδες, σε πρώτη φάση. Έτσι, τα καημένα τα νεογέννητα που προορίζονταν για υποζύγια, πέθαιναν, πολλές φορές, στα χέρια των ιδιοκτητών. Κι εκείνοι, με μάτια δακρυσμένα, όχι για το συνεργάτη που έχαναν, αλλά για την ψυχούλα που δεν τα κατάφερνε, τα φόρτωναν στο κάρο και πήγαιναν να τα θάψουν κατά το μεγάλο λιβάδι.

Εκείνο το λιβάδι είχε γίνει νεκροταφείο αλόγων και γαϊδάρων. Κι όποτε περνούσαμε από εκεί, είτε με το κάρο είτε με τα πόδια, νόμιζε ότι άκουγε χλιμιντρίσματα και γκαρίσματα. Κι ήταν, λοιπόν, μεγάλος ο φόβος του μην τυχόν και καταλήξει εκεί ο Κυριάκος.

Μεγάλωναν μαζί. Αγκαλιά. Κι ονειρευόταν τη μέρα που ο Κυριάκος θα μπορούσε να τον σηκώσει στην πλάτη του. Μόνον που, όταν ήρθε εκείνη η ώρα, ο Κυριάκος είχε γίνει… μεγάλος τζαναμπέτης. Κανέναν δεν ήθελε πάνω του. Περήφανο άτι γεννήθηκε, περήφανο άτι ήθελε να πεθάνει.

Ο μόνος που τον κατάφερνε, ήταν ο παππούς. Άλλος κανείς δεν μπορούσε μήτε να τον καβαλήσει, μήτε να τον ζέψει στο κάρο. Ο παππούς, όμως, εκείνος ο κοντούλης, γυρτός από τα βάσανα και την κούραση της ζωής, κοντοκουρεμένος, γαλαζομάτης, αδύνατος άνδρας, έκανε τον Κυριάκο, το άτι, γατάκι που χουρχούριζε…

Η σχέση τους, βέβαια, είχε περάσει από σαράντα κύματα. Και τις κλωτσιές του είχε φάει ο παππούς και στο χώμα βρέθηκε, από την πλάτη του Κυριάκου και το κάρο δεν μπορούσε να σταματήσει και του ‘μεινε κομματιασμένο, έτοιμο για καυσόξυλα, μια Παρασκευή βράδυ, από την πιλάλα του κοκκινοτρίχικου αλόγου. Αλλά, στο τέλος, ο Κυριάκος, είχε γίνει γατούλα που έτρωγε τα καρότα του από το χέρι του παππού.

Εκείνος είχε καταφέρει μόνο να τον ταΐσει μήλα. Στα μήλα, ο Κυριάκος… χουρχούριζε κι όλας. Αλλά να τον ανέβει και να ξεχυθεί στα χωράφια, όπως ονειρευόταν, δεν τα κατάφερε. Ούτε αυτός, ούτε κανένας άλλος.

Ήταν Κυριακή πρωί, όταν πέρασε, από το χωριό, εκείνος ο μυστήριος τύπος. Είδε το άλογο και πλησίασε τον παππού.

-Πόσα θέλεις να μου το πουλήσεις;

-Δεν τον επουλάω…

-Και τι θα τον κάνεις, ρε γέρο;

-Ό,τι θέλω, μαθές. Μαζί του θε να πεθάνω, αλλά δεν τον επουλάω…

Ο μυστήριος έφυγε. Κι ο παππούς συνέχισε να ξύνει το τρίχωμα του Κυριάκου, με τη βούρτσα.

Το ίδιο βράδυ, βράδυ Κυριακής, ξέσπασε φωτιά στο στάβλο. Ο Κυριάκος, κλεισμένος μέσα στο δικό του χώρο, δεν κατάφερε να σπάσει την πόρτα, παρά το ότι κλωτσούσε με όλη του τη δύναμη. Κάηκε ζωντανός.

Από τότε, ο παππούς, δεν ξαναπήρε άλογο. Έλεγε συνέχεια ότι ήταν πολύ αδύναμος για να το κουμαντάρει. Με έναν γάιδαρο έμεινε, που τον ονόμασε Μέντιο, χωρίς φαντασία και χωρίς να λογαριάσει τη μέρα που γεννήθηκε. Ούτε ονομάτισε ξανά ζωντανό του με βάση τη μέρα που γεννήθηκε. Κι ένα σκυλί, που ήρθε στην αυλή του και το περιμάζεψε, κοντοπόδαρο και βρομερό, που έμοιαζε με παραπεταμένη σφουγγαρίστρα, το ονόμασε Λάσι, σαν το κόλεϊ-σταρ.

Εκείνος, δεν ξαναπλησίασε άλογο. Μόνον όταν γεννήθηκε η κόρη του –κι έβλεπε στα μάτια της να ΄χει την ίδια λαχτάρα με αυτόν, δεν της χάλασε το χατίρι και την ανέβαζε στα πόνι. Κι αργότερα, σε μια εκδρομή τους, σε ένα κανονικό άλογο κούρσας. Και μια μέρα, που ήταν μέρα Κυριακή, κι η μικρή επέμενε, της είπε:

-Όχι σήμερα...

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2007

Στρατιωτικές Ιστορίες ΙΙ -τελευταίο


Η καριέρα μου ως γραφέα του Συντάγματος δεν κράτησε, δα, και πολύ. Δόντι δεν είχα (βύσμα, μέσον, όπως θέλετε πείτε το) κι έτσι, αφού δακτυλογράφησα 100 σελίδες για μία άσκηση επί χάρτου κι ό,τι άλλο είχαν ανάγκη να γίνει γρήγορα, με έστειλαν πίσω στο λόχο μου. Κι από εκεί, ο λοχαγός μου, επειδή θεώρησε ότι… πρόδωσα το λόχο, τον ίδιο και τους συστρατιώτες μου, αποφάσισε να με τιμήσει με το να φρουρήσω τα σύνορα: Με έστειλε στο φυλάκιο.

Υποτίθεται ότι το φυλάκιο ήταν η εξορία του Αδάμ. Ακριβώς απέναντι από τα σύνορα, στην εσχατιά της ελληνικής γης, κοντά στο παραμεθόριο χωριό Μάνδρα. Η υπηρεσία πήγαινε δύο μέσα μία έξω (για τους μη μυημένους το «δύο μέσα» σημαίνει ότι δύο μέρες τη βδομάδα έχεις υπηρεσία και το «μία έξω» ότι την τρίτη μέρα μετά τις δύο της υπηρεσίας, ότι μπορείς να πάρεις έξοδο. Η έξοδος ήταν άδεια εξόδου από το χώρο του φυλακίου από τις 6 το απόγευμα ως τις 10 το βράδυ (επιστροφή με το σιωπητήριο και την κατάκλιση. Διότι, αγαπητοί αναγνώστες, στο στρατό υποτίθεται ότι πέφτουν για ύπνο στις 10 το βράδυ και ξυπνούν στις 6 το πρωί. Υποτίθεται…). Για να μείνεις ως τα μεσάνυχτα εκτός, έπρεπε να πάρεις δίωρη άδεια παραμονής (γνωστή, απλά, ως «δίωρη»). Για να κοιμηθείς κάπου αλλού, έπρεπε να πάρεις άδεια διανυκτερεύσεως (γνωστή ως «διανυκτέρευση») και για να γίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να έχεις συγγενείς α βαθμού στην έδρα της μονάδας.

Στο φυλάκιο, λοιπόν, δεν είχε τέτοια μπερεκέτια. Έξοδος 6 με 10. Τελεία και παύλα. Το ερώτημα, όμως, που προέκυπτε, ήταν το εξής: Άντε και βγήκες 6 με 10. Πού πας; Στη Μάνδρα; Το χωριό διέθετε 99 σπίτια. Ποτέ δεν έγιναν 100. Κι όπως έλεγαν οι κοντοχωριανοί Σουφλιώτες, με το που χτιζόταν το εκατοστό, κάτι γινόταν και γκρεμιζόταν ένα άλλο. Κι έτσι, τα σπίτια στη Μάντρα, έμεναν πάντα 99. Κι οι φαντάροι του φυλακίου, έμεναν στο φυλάκιο.

Ήταν πρωί Δευτέρας, όταν τελείωσα με τη δακτυλογράφηση. Ηλίθιος επαγγελματίας όπως ήμουν, θεώρησα ότι με το που τελείωσα τη δουλειά, έπρεπε να το αναφέρω στον ανώτερό μου. Το είπα, λοιπόν, στο συνταγματάρχη.

-Τελείωσες κι όλας;

-Βασικά, κ. συνταγματάρχα, είχα τελειώσει από την προηγούμενη βδομάδα, αλλά ο ταγματάρχης του 3ου γραφείου με έβαλε να δακτυλογραφήσω και μια δική του άσκηση και…

-Και την τέλειωσες κι αυτήν;

-Μάλιστα…

-Τι να σου πω βρε παιδάκι μου… Άλλος στη θέση του θα δακτυλογραφούσε ως το τέλος της θητείας του και πάλι δε θα είχε τελειώσει. Τέλος πάντων. Πάνε, τώρα, στο λόχο σου και, σε δυο μήνες, που θα σε χρειαστώ πάλι, θα σε ειδοποιήσω.

Επέστρεψα στο λόχο μου. Όχι ότι έκανα και κανένα μεγάλο ταξίδι… Το κτίριο του συντάγματος ήταν σε απόσταση 20 μέτρων από την πόρτα του λόχου. Και, το μεσημέρι, εμφανίστηκα στη μεσημβρινή αναφορά του λόχου, για να δηλώσω ότι η εργασία μου στο σύνταγμα είχε τελειώσει.

-Ωραία! Και τώρα λοχία, καιρός να υπηρετήσεις τον ελληνικό στρατό. Ετοίμασε τα πράγματά σου. Φεύγεις για το φυλάκιο.

Άλλος στη θέση μου, θα πήγαινε στο συνταγματάρχη, θα έλεγε το παράπονό του και, πριν αλέκτωρ λαλείσαι, ο λοχαγός θα βρισκόταν διοικητής του φυλακίου κι ο χρήσιμος φαντάρος γραφέας στο σύνταγμα, με μετάθεση. Εγώ θεώρησα ότι η τιμωρία ήταν δίκαιη. Και δεν έχασα.

Διότι, στο τρομακτικό φυλάκιο, ανακάλυψα το τι σημαίνει λούφα, οργάνωση του ελληνικού στρατού και άξιοι Έλληνες αξιωματικοί. Ακούστε: Ή, μάλλον, διαβάστε:

Όταν έφθασα στο φυλάκιο με υποδέχτηκε ο διοικητής του: Ένας «Δόκιμος»(κανονικός τίτλος ΔΕΑ=Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός). Ένας φαντάρος, δηλαδή, ο οποίος κατά τη διάρκεια της… φουσκωμένης θητείας του, δοκιμαζόταν σε ειδικές θέσεις για το αν είχε τα προσόντα να διοικήσει. Όχι μέσω κάποιου διαγωνισμού, ή φοιτώντας σε μια σχολή (όπως η ΣΑΣ, η ΣΣΕ και άλλες τέτοιες –έστω και η ΣΜΥ). Αλλά διεκπεραιώνοντας δουλειές που έπρεπε να διεκπεραιώσουν οι μόνιμοι αξιωματικοί. Ένας τέτοιος δόκιμος ήταν ο… διοικητής του φυλακίου.

Παλιότερα (αλλά πολύ παλιότερα, κοντά στο ΄40) Δόκιμοι γίνονταν οι δάσκαλοι. Γι αυτό και τα βουνά της Αλβανίας έχουν γεμίσει από τα κόκαλα των δασκάλων, που έπεσαν για την πατρίδα. Αργότερα, δόκιμοι γίνονταν οι βυσματούχοι. Γιατί ο δόκιμος μένει εκτός στρατώνα, πληρώνεται και τρώει στη στρατιωτική λέσχη. Στην εποχή που πήγα εγώ φαντάρος, δόκιμοι γίνονταν οι καβλωμένοι. Οι σύγχρονοι Ράμπο. Με σκοπό, όταν ολοκλήρωναν τη θητεία τους, να έβαζαν κι ένα μέσον και να ΄μεναν μόνιμοι, για να φθάσουν το πολύ ως το βαθμό του ταγματάρχη και να αποστρατευθούν με μια καλούτσικη σύνταξη.

Ένας τέτοιος Ράμπο ήταν ο νέος μου διοικητής.

Το πρόγραμμα της διαβίωσης στο φυλάκιο ήταν καθημερινά το ίδιο: Ξυπνούσαμε όποτε θυμόμασταν. Ή, όποτε είχαμε υπηρεσία. Παίζαμε τάβλι ώσπου βαριόμασταν. Ή , έως ότου είχαμε υπηρεσία. Τρώγαμε όλοι μαζί, σα μια καλή οικογένεια, το φαγητό που ερχόταν, έτοιμο, από την έδρα της μονάδας. Και κοιμόμασταν, έως ότου είχαμε υπηρεσία.

Οι υπηρεσίες ήταν οι εξής: Περίπολο(τρεις φαντάροι περπατούν από τη μια σκοπιά ως την άλλη, κυκλώνοντας έναν τομέα), σκοπιά (απλά πράγματα, δε χρειάζεται εξήγηση), λούφα (δυο φαντάροι τρυπώνουν σε μια τρύπα στη γη και… στήνουν αφτί, για να καταγράψουν ύποπτες κινήσεις, λουφάζουν, δηλαδή) και παρατηρητήριο (σκοπιά, από όπου με κιάλια παρατηρείς απέναντι, τις κινήσεις του εχθρού).

Μόνιμος αντίπαλός μου στο τάβλι, ξυλουργός από τη Νέα Ραιδεστό. Πόρτες παίζαμε; Πρώτη ζαριά του, το 6-5. Δική μου, το ασσόδυο. Δεύτερη ζαριά του, πάλι 6-5. Τρίτη ντόρτια, τέταρτη πεντάρες και πάει λέγοντας. Πλακωτό παίζαμε; Με τι πλάκωνε την παραμάνα; Με ντόρτια;

-Θα ΄χει πλάκα…

Αυτό μουρμούριζε κι έριχνε τα ζάρια. Κατά μία διαβολική σύμπτωση, πάντα είχε πλάκα. Ακόμη και στα παιχνίδια που ξέφευγα από τις αρχικές ζαριές, η εξέλιξή τους ήταν προκαθορισμένη.

Άλλο παιχνίδι που έδινε κι έπαιρνε, το βόλεϊ. Κι εκεί, έγινε άλλο ένα περιστατικό, χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε.

Οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους του απέναντι φυλακίου ήταν άριστες. Συχνά τα λέγαμε, στη μεθόριο, στα αγγλικά συνήθως. Στην πλειοψηφία τους ήταν μορφωμένοι, προερχόμενοι από μειονότητα, για να είναι αναγκασμένοι στα δύσκολα να προχωρήσουν μπροστά και να μην την κάνουν για πίσω. Κι επειδή ήμασταν εννιά, καλούσαμε τρεις γείτονες για να σχηματίσουμε δωδεκάδα για διπλό στο βόλεϊ.

Ένα απογευματάκι –κι ενώ το σκορ ήταν 12-11 (τότε τα σετ έληγαν στα 15) και τη μία ομάδα απαρτίζουν τρεις Έλληνες και τρεις «οχτροί»- εμφανίζεται στα 500 μέτρα το τζιπάκι του διοικητή της βασικής μονάδας. Παγώσαμε! Να το βάλουν στα πόδια οι επισκέπτες, ήταν αδύνατο. Να τους κρύψουμε, το ίδιο. Έμειναν, λοιπόν, σε στάση προσοχής, να βλέπουν το τζιπάκι να πλησιάζει.

Ευθυτενής, λυγερόκορμος, κατέβηκε ο αντισυνταγματάρχης.

-Τι έγινε; Τι κάνουμε εδώ; Παίζουμε; Παίζουμε;

Άρρωστος φίλαθλος του Ολυμπιακού, είχε μια ιδιαίτερη σχέση μαζί μου, ως αιωνίου αντιπάλου από τη Θεσσαλονίκη μεν, αλλά οπαδού ομάδας που στηρίζεται στον κόσμο της, όπως –πίστευε- και η δική του. Με κοίταξε, χαμογέλασε και πλησίασε ακόμη περισσότερο.

Οι καλεσμένοι μας είχαν γίνει άσπροι! Ιδροκοπούσαν σαν τα μοσχάρια και σίγουρα πίστευαν ότι, σε λίγα λεπτά, θα εκτελούνταν κάπου στην ενδοχώρα. Ο διοικητής τους είδε, χαμογέλασε (εκείνοι παρέμεναν προσοχή, ενώ εμείς ως… παλιοί γνωστοί, είτε ξύναμε ιδιαίτερες περιοχές του σώματος, είτε μουρμουρίζαμε κάτι του στιλ «τι θέλει τώρα μωρέ και δε μας αφήνει στην ησυχία μας»…) και στράφηκε σε μένα:

-Ρε λοχία, τι έχουν αυτόί και ιδρώνουν έτσι; Άρρωστοι είναι;

-Νέοι είναι κύριε διοικητά. Γι αυτό κάθονται προσοχή μια ώρα!

-Νέοι, ε;

Γύρισε προς το μέρος τους.

-Τι κοιτάτε ρε ψάρακες; Σφικτά τα χέρια στα πλευρά! Καθήστε πιο ίσια! Μέσα τα στομάχια!

Ξαναγύρισε προς τα μένα, με το χαμόγελο της επιτυχίας. Μου ψιθύρισε:

-Ψαρώσανε…

-Τά ΄χουνε κάνει πάνω τους! Αλλά κι εσείς, μην είστε τόσο άγριος…

-Νέοι είναι! Δε θα πάθουν τίποτα! Άσ’ τους. Αν γίνει κάτι με τους απέναντι, να είναι σκληροί!

Και με τα λόγια αυτά, μπήκε ξανά στο τζιπάκι του κι έφυγε, με τον οδηγό του (έναν πόντιο από το Κιλκίς) να μην του έχει μείνει άντερο από το γέλιο.

Εκείνη τη μέρα έληξε άδοξα η κοινή προσπάθεια για το καλύτερο καρφί και το πιο αποτελεσματικό μπλοκ. Βόλεϊ δεν ξαναπαίξαμε. Κι ο Δόκιμος, που όλη εκείνη την ώρα έτρωγε τα νύχια του κι είχε φθάσει αγκώνα, γιατί σαν υπεύθυνος διοικητής του φυλακίου θα έβρισκε το μπελά του, ζήτησε μετάθεση. Κι έτσι, βρέθηκε στην Κύπρο. Για κακή του τύχη, μαζί με τον συγκεκριμένο αντισυνταγματάρχη.

Δίνω τέλος στα στρατιωτικά ενθυμήματα με μια ιστορία από το ΚΕΒΟΠ, στο Χαϊδάρι. Ο λοχαγός έψαχνε τρεις ανθρώπους που θα μπορούσαν να βάψουν τη μάντρα του στρατοπέδου (μήκους ατέλειωτων χιλιομέτρων) σε χρώμα γκρι. Προσφέρθηκα με άλλους δύο που, φυσικά, δεν είχαν ιδέα από βούρτσες.

-Δε θέλουμε να δώσουμε χρήματα. Ό,τι μπορείτε να κάνετε, κάντε το με τα υλικά που έχουμε, μας είπε και μας οδήγησε στην αποθήκη.

Εκεί βρήκαμε ασβέστη, πολύ ασβέστη και πάρα πολύ ασβέστη. Βρήκαμε, επίσης, και ασβέστη. Κι επειδή με ασβέστη δεν μπορείς να βάψεις γκρι, ρίξαμε μέσα φούμο και πετύχαμε την πολυπόθητη απόχρωση.

Όταν, επιτέλους, τελειώσαμε το βάψιμο, πήραμε τριήμερη τιμητική άδεια. Οι δυο Αθηναίοι συνάδελφοι πήγαν στα σπίτια τους. Εγώ, ταξίδεψα Θεσσαλονίκη, για να πλύνω τα ρούχα μου, που είχαν γίνει χάλια κι επέστρεψα την επομένη (με το ΚΤΕΛ, αφού χρήματα για αεροπλάνο δεν υπήρχαν).

Την ημέρα που φεύγαμε από το ΚΕΒΟΠ για τις μονάδες, έπιασε βροχή. Καθώς απομακρυνόμουν μέσα από το στάγερ, έβλεπα το γκρι να ξεπλένεται από τα νερά της βροχής κι ο μαντρότοιχος να αποκτά και πάλι το παλιό καλό του χρώμα…

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2007

Στρατιωτικές Ιστορίες Ι


Είμαι πασίγνωστος(ε ρε ψωνάρα!) για τις παρενθέσεις μου. Τις ανοίγω στα κείμενα και ξεχνάω να τις κλείσω. Εδώ, όμως, θα ξεπεράσω τον εαυτό μου! Ανοίγω παρένθεση ΤΩΡΑ, πριν καν γράψω κάτι για το θέμα:

Παρένθεση. Υπηρέτησα στο στρατό το 1985. Στη δεύτερη θητεία του Ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ακόμη το κίνημα έβγαζε γούστα. Κι όποιος θεωρούνταν δεξιός, έπρεπε να περάσει τουλάχιστον τα μισά από όσα είχαν περάσει οι Αριστεροί επί Δεξιάς (και δεν είχαν περάσει και λίγα, ε;). Έτσι, βρέθηκα για βασική εκπαίδευση στο τάγμα αγραμμάτων της Δράμας, παρότι δούλευα σε κόμοντορ και γνώριζα γραφομηχανή (τυφλό σύστημα) πήρα την ειδικότητα «ολμιστής» και όταν ήρθε η ώρα της μετάθεσης, το χαρτί έγραφε: Λάβαρα Διδυμοτείχου Έβρου. Πέσανε πάνω στην περίπτωσή μου γνωστοί και άγνωστοι, για να σώσουν το παιδί. Ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας, παρακινούμενος από παλιό Πασόκο συνάδελφο («Ρε Άκη, είναι καλό παιδί, κάνε κάτι) προσπάθησε και βρήκε την άκρη: Μετάθεση σε τάγμα στην Ελευθερούπολη Καβάλας. Παρά, όμως, τις προσπάθειες, έως ότου πάω στο ΚΕΒΟΠ για ειδικότητα ολμιστή και φθάσω στο Τάγμα, η μονάδα είχε μεταφερθεί από την Ελευθερούπολη Καβάλας στην Κομοτηνή Ροδόπης. Κι έφθασε, τελικά, ως το τέλος της θητείας μας, στα πατροπαράδοτα Λάβαρα. Εγώ τη γλίτωσα με μετάθεση στο φυλάκιο Μάνδρας Διδυμοτείχου Έβρου. Κλείνει η παρένθεση.

Κατά τη διάρκεια της θητείας μου στην Κομοτηνή, βρέθηκα (από λάθος) γραφέας στο 29 Σύνταγμα Πεζικού –αν και ολμιστής. Το λάθος κράτησε λίγο κι εγώ επέστρεψα στα σκηνάκια και τις χειμερινές διαβιώσεις. Κατά τη διάρκεια του λάθους, όμως, είχα την τύχη να υπηρετήσω στα… ελικόπτερα!

Ήταν πρωί. Πολύ πρωί (όσοι πήγαν στρατό, ξέρουν). Μετά την πρωινή αναφορά και μετά την καθιερωμένη επίσκεψη στο καψιμί –ήταν Παρασκευή και το πρωινό ήταν τσάι με αντικαβλωτικό, ψωμί κι ελιές, ο προϊστάμενος του 3ου γραφείου μπήκε με ύφος θριαμβευτικό και ρώτησε:

-Δε μου λες λοχία(σ.σ. καλά, αυτό είναι άλλο ποστ, για αργότερα, με πολύ γέλιο), έχεις ανέβει σε ελικόπτερο;

-Ναι, λόγω δουλειάς, δυο φορές.

-Λοιπόν, αναλαμβάνεις δράση.

-Δηλαδή; Θα πάμε για άσκηση με ελικόπτερα;

-Όχι, γίνεσαι σηματωρός!

Πάγωσα! Η λέξη ηχούσε απειλητική. Θεώρησα ότι θα με βάζανε στόχο σε βολή με ελικόπτερα –στην καλύτερη περίπτωση- ή θα με πετούσαν κατά τη διάρκεια της πτήσης, να κάνω μπάτζι τζάμπιν. Μετά την πρώτη έκπληξη, βρήκα το κουράγιο να ρωτήσω:

-Δηλαδή;

-Θα κατεβάσεις το ελικόπτερο του στρατηγού!

Τώρα μάλιστα. Θα το κατεβάσω; Πώς; Θα στηθώ με ένα 50άρι πολυβόλο και θα το πυροβολήσω, να πέσει κάτω σα μπεκάτσα, ή αγριόπαπια, τον καιρό του κυνηγιού; Θα ρίξω τσιγκέλι να το αρπάξω από την ουρά, όπως τα καρτούν με το κογιότ και το μπιπ μπιπ; Θα ανέβαινα, εν πτήσει, ως άλλος 007 και θα βοηθούσα το χειριστή να το προσγειώσει;

Τίποτα από όλα αυτά. Οι απορίες μου λύθηκαν με μιας, όταν ο τγχης (ταγματάρχης για τους αγράμματους και τους λουφαδόρους) μου παρέδωσε σχετικό έντυπο κανονισμό και τον εξοπλισμό.

Στο βιβλιαράκι είδα πολύ όμορφα σκιτσάκια, με έναν φαντάρο, να κουνάει πέρα δώθε κάτι ρακέτες του μπάμπιγκτον, κι όλα αυτά να σημαίνουν κάτι για το χειριστή. Ο εξοπλισμός ήταν ένα κίτρινο κράνος (κανονικό, φαιοπράσινο, ήταν, αλλά το είχαν βάψει με λαδομπογιά), δυο αυτοσχέδιες ρακέτες επίσης κιτρίνου χρώματος και δυο κίτρινες μανσέτες (σαν εκείνες τις μαύρες που έβαζαν οι λογιστές, για να μη φθείρονται τα μανίκια τους, αλλά σε κίτρινο –όπως προείπα- χρώμα).

Κάθισα, λοιπόν, κι έμαθα τις κινήσεις. Και τα δυο χέρια λυγισμένα, κινούνται παράλληλα προς το πρόσωπο, σα να καλούν κάποιον, σημαίνει έλα μπροστά, το ένα λυγισμένο να ακουμπάει το κράνος και το άλλο να κινείται πάνω κάτω στρίψε από δω, με τα αντίθετα χέρια στρίψε από κει, χιαστί πάνω από το κεφάλι, καλά είσαι, σβήσε. Άσε τα κλειδιά πάνω, θα το παρκάρει ο μικρός…

Μια ώρα πριν τον ερχομό του στρατηγού (κι ενώ όλοι στο τάγμα, στο σύνταγμα, στην ταξιαρχία και στα ΛΥΒ έτρεχαν πανικόβλητοι να γρασάρουν ό,τι κινείται και να βάψουν ό,τι ήταν ακίνητο) εξετάστηκα ως υποψήφιος σηματωρός. Εγκρίθηκα (από τον ταγματάρχη προϊστάμενο, φυσικά κι όχι από κάποιον ειδικό) και στήθηκα στο χώρο προσγείωσης (το χωμάτινο γήπεδο ποδοσφαίρου της μονάδας).

Μια ώρα αργότερα, ακούστηκε να έρχεται το ελικόπτερο. Για κακή μου τύχη, ήταν Σινούκ, τεράστιο δηλαδή, με δυο έλικες πάνω, σαν αυτό που έπεσε στη Χαλκιδική και πνίγηκε ο πατριάρχης Καΐρου, σαν το άλλο που έπεσε στον Έβρο και μετέφερε το Μητσοτάκη (που δεν έπαθε τίποτα) και σαν το τρίτο που έπεσε στο Άγιον Όρος, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέσα (κι εκεί κανείς δεν έπαθε τίποτα, αλλά για τον Πατριάρχη το καταλαβαίνω. Ήταν ο Κύριος με τα Σου –και τα μπακλαβαδάκια- εκεί και γλίτωσαν. Με το Μητσοτάκη, ποιος ήταν;).

Τι σημαίνει να προσγειώνεται Σινούκ; Η Μάρτζι ο τυφώνας και το τσουνάμι μαζί. Πέτρες, ξύλα, όλα αυτά σηκώθηκαν κι άρχισαν να περνάνε από δίπλα μου, εγώ να προσπαθώ να μείνω ακίνητος και να κουνάω τις ρακέτες σαν κουρδιστό λαγουδάκι, ο πιλότος να μου κάνει νοήματα να φύγω μη σκοτωθώ. Τελικά, το ΄βαλα στα πόδια, όχι γιατί μου το ΄πε ο πιλότος, αλλά επειδή μια πέτρα στο μέγεθος γροθιάς με πέτυχε (ευτυχώς) στο κράνος και μια άλλη (δυστυχώς) στο γόνατο.

Μετά την προσγείωση (που επετεύχθη από το χειριστή χωρίς τη δική μου συμβολή) κι ενώ ο στρατηγός επιθεωρούσε τους υπολοίπους, με πλησίασε ο ελικοπτεράς.

-Ποιος σε έβαλε εκεί παιδί μου;

-Ο ταγματάρχης!

-Καλός μαλάκας κι αυτός…

Η μικρή αυτή στιχομυθία τόνωσε το ηθικό μου. Όχι ότι κέρδισα τίποτα. Ο ταγματάρχης άκουσε τα σχολιανά του, αλλά εγώ διέπρεψα ως σηματωρός για τους υπόλοιπους τρεις μήνες που έμεινα στην Κομοτηνή: Κατέβασα άλλα πέντε ελικόπτερα, ευτυχώς Χιούι, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ο δε ταγματάρχης, κατάφερε να φθάσει ως το ΓΕΣ.

Θα ακολουθήσουν κι άλλες ιστοριούλες από το στρατό, αφού κατά τη θητεία μου έγινα σημεία και τέρατα. Όλες οι ιστορίες βγάζουν γέλιο. Για το τέλος, αφιερώνω σε όσους γλίτωσαν τη θητεία τους δίνοντας κάτι παραπάνω, τους γνωστούς στίχους του Σαββόπουλου:

«Καλύτερα στο στράτευμα

παρά στους λουφαδόρους..."

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2007

Μανώλη γερά, παρ΄ τους τα μυαλά!


Είμαι φαν. Γκρούπι, που λένε. Γουστάρω τον Ρασούλη με τα χίλια! Είχα την τύχη να πιούμε και μερικά κρασιά, άλλες φορές στο ουζερί του Τότη, που το γουστάρει, άλλες φορές στο σπίτι μου στην Περαία, με ψάρι σπιτικό, από τα χεράκια της συντρόφου μου.
Λοιπόν, σήμερα ποστάρω για διαφήμιση -κι ας κακοχαρακτηριστώ:

Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ο γνωστός αναζητητής της αλήθειας, στην πόλη σας!
Στο Οξυγόνο, Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2006...

Θα μου πείτε, καλά, εσύ γεροντοφρικιό, ντεμέκ ροκάς, που άκουγες συνέχεια (κι ακούς ως τώρα) Deep Purple, Pink Floyd, Queen και Dire Straits, τι σχέση έχεις με τον Ρασούλη. Είναι γιατί ο Ρασούλης είναι πιο ροκ κι από τον David Gilmour. Και πιο σόουμαν από τον Ozzy Osbourn (στα νιάτα του). Καταφέρνει να φτιάξει ένα σύνολο ανθρώπων να ανεβούν στα τραπέζια και να χορέψουν το καλύτερο τσιφτετέλι που γράφτηκε ποτέ (Πότε Βούδας Πότε Κούδας), να ανάψουν αναπτήρες με τη Ρωγμή του Χρόνου, να χορέψουν σε δημοτικούς χορούς με το Αχ Ελλάδα Σ Αγαπώ, να γλεντήσουν με το Ζήλεια Μου και να μαγκέψουν με τις Νταλίκες. Κι όταν έρθει στο κέφι, ρίχνει κι ένα ριζίτικο, για τους φίλους, έτσι μοναδικά όπως μπορεί ο ίδιος, ως Κρητικός.

Για όσους πάνε, καλή διασκέδαση. Για τους υπόλοιπους, να περιμένουν την έκδοση του νέου βιβλίου του από τον Ιανό. Περιλαμβάνει όλους τους στίχους που έχει γράψει. Θα δίνουν μαζί κι ένα καροτσάκι, να το κουβαλάς. Γιατί ο Μανώλης έχει γράψει κι αν έχει γράψει. Μερικές φορές πιστεύω ότι όλα τα τραγούδια είναι στίχοι δικοί του, ή του Πυθαγόρα, ή του Παπαδόπουλου, ή του Γκάτσου.

ΥΓ. Δεν έχω αναλάβει διαφήμιση. Κι επειδή με το Μανώλη δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος, πάρτε πρώτα ένα τηλέφωνο, μήπως κάνω λάθος στην ημερομηνία.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2007

Ο Καζαμίας του 2007


Όπως γνωρίζετε όσοι κάνετε και μια βόλτα από το ζόρι μου, το 2007 μου μπήκε λίγο άσχημα, λίγο στραβά, λίγο με… ζόρι. Επειδή προσπαθώ απεγνωσμένα να ανακτήσω το χαμένο χιούμορ μου, αποφάσισα να γράψω έναν καζαμία αλά παλαιά, όπως τότε στο Ρομάντσο και τον Οικογενειακό Θησαυρό.
Δεν τον πολυπέτυχα. Τώρα που τον ξαναδιαβάζω, θα μπορούσα να βάλω διάφορα μέσα. Υπόσχομαι, του χρόνου, να είμαι καλύτερος.

Κυρίες και κύριοι,
αυτός είναι ο Καζαμίας του 2007, όπως τον εμπιστεύτηκαν τα πνεύματα του μέλλοντος στον μεγάλο μάγο Χαρούμ Ελ Διαστήμ. Απολαύστε τον!

Ιανουάριος
Ο Ερμής στον Αιγόκερω. Ο Μικρούτσικος στον Άλφα. Κι ο Ζαγοράκης στον ΠΑΟΚ. Απέκτησε και παιδί, μετά της εριτίμου και καλλιπύγου Ιωάννας. Σειρά έχει ο Ντέμης. Ανακοινώνεται ότι η Δέσπω είναι έγκυος –στο δεύτερο. Τα όνειρα για διεθνή καριέρα στην Ελλάδα, καταρρέουν. «Είμαι πρώτα μάνα και μετά τραγουδίστρια» θα δηλώσει προς τέρψιν και ικανοποίησιν των φιλόμουσων.

Φεβρουάριος
Η Αφροδίτη στον Υδροχόο. Ο Παπανδρέου σε περιοδεία στην Αχαΐα. Καρναβάλι έχουμε, είπε να πάει Πάτρα, να το ρίξει έξω. Μπορεί να ήπιε ως και τρεις πορτοκαλάδες Έψα. Κάνει φοβερή δήλωση: «Είμαστε έτοιμοι για πρόωρες εκλογές», θα πει. Ο Βενιζέλος χειροκροτεί. Ο Άκης ξυπνά από το θόρυβο και κάνει παράπονα.

Μάρτιος
Ο Κρόνος στους Ιχθύες. Οι εφημερίδες του ΔΟΛ επιμένουν: Έρχονται πρόωρες εκλογές. Οι δημοσιογράφοι ξεροσταλιάζουν έξω από του Μαξίμου για μια δήλωση του Καραμανλή. Θα την κάνει πηγαίνοντας, γαντοφορεμένος, να πετάξει αϊτό, με αγκαλιά τα δίδυμα: «Η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει το έργο της». Το ΠΑΣΟΚ σχολιάζει: «Ολοκληρώστε αλλά όχι στα μούτρα μας».

Απρίλιος
Ο Πλούτωνας στον Κριό. Η Παπαρήγα στον Περισσό. Ο νέος δήμαρχος Πειραιά, Παναγιώτης Φασούλας, ορίζει τέσσερις αντιδημάρχους. Κατά τη διάρκεια σύσκεψης, στο Παπαστράτειο, μπερδεύονται, αρπάζουν μια μπάλα και, με επικεφαλής τον δήμαρχο, παίζουν μπάσκετ με αντιπάλους ομάδα ναυτών του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού. Ο Φασούλας, με την κραυγή «για την Ελλάδα ρε γαμώτο», καρφώνει με δύναμη τη μπάλα στο καλάθι, για να διαπιστωθεί ότι κάρφωσε στο καλάθι της ομάδας του. Μπαίνει στο βιβλίο ρεκόρ του Γκίνες, ενώ οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ ανα-κράζουν το γνωστό σύνθημα περί γκέι προδοτών.

Μάιος
Η σελήνη στον Ταύρο. Ο Ολυμπιακός παίρνει το πρωτάθλημα. Ο Σωκράτης Κόκκαλης υπόσχεται μεταγραφές. Στο λιμάνι έρχεται ο γνωστός άσος του πορτογαλικού ποδοσφαίρου Εουσέμπιο. «Πάντα ήθελα να παίζω με αυτόν τον νεαρό, το Ρίμπο», δηλώνει. Πέντε χιλιάδες φίλαθλοι του Ολυμπιακού τον σηκώνουν στα χέρια. Από το σφίξιμο ανεβάζει πίεση, ζάχαρο και ουρία.

Ιούνιος
Ο Άρης(ο πλανήτης) στους Διδύμους. Ο Άρης (Θεσσαλονίκης) στη Β Εθνική. Εκλογές στο Συνασπισμό για ανάδειξη νέας ηγεσίας. Επανεκλέγεται ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Η Νέα Δημοκρατία κάνει πρόταση στον Αλέκο Αλαβάνο να γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Αλαβάνος δέχεται και περιμένει τηλέφωνο από τον πρόεδρο της ΝΔ Κώστα Καραμανλή.

Ιούλιος
Ο Δίας στον Καρκίνο. Ο Ψωμιάδης ετοιμάζεται για να πάει για προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά. Ψήνει σορβά και βράζει λαχανιά. Φωτογραφίζεται να κάνει μπάτζι τζάμπινγκ, ποδήλατο, σκέιτμπορντ, πατίνι, να παίζει τζαμί, τα μηλάκια, μακριά γαϊδούρα, κρυφτό (όπου και μετά από έρευνες μίας εβδομάδας δηλώνεται ως αγνοούμενος). Τον αναζητούν άντρες της ΕΜΑΚ(Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών). Γίνονται εκκλήσεις για λαϊκή συμμετοχή στις έρευνες. Η ΕΡΤ3 οργανώνει τηλεμαραθώνιο. 150.000 Θεσσαλονικείς συγκεντρώνουν χρήματα. Άλλοι τόσοι προθυμοποιούνται να τον κρύψουν στο υπόγειό τους, ώστε να μη βρεθεί.

Αύγουστος
Ο Ουρανός στο Λέοντα. Ο λαός στις αμμουδιές. Ο πρωθυπουργός στην Ίο. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Μύκονο. Η Παπαρήγα στη Μόσχα. Ο Αλαβάνος ακόμη πάνω από το τηλέφωνο. Ο μήνας του μεγάλου ρεμπελιού. Η Μαριέττα Γιαννάκου προτείνει αλλαγές στην εκπαίδευση (για να μην υπάρχουν και αντιδράσεις). Αντιδρά, όμως, ο γνωστός συνδικαλιστής της ΔΑΚΕ, Μανώλης.

Σεπτέμβριος
Ο Ήλιος στην Παρθένο. Η Παρθένος αγοράζει αντηλιακά, μαύρα γυαλιά ηλίου, τεντόπανα πριμαβέρα, ψάθινη καπελαδούρα και υδατική κρέμα, για μετά το ντουζ. Ο πρωθυπουργός έρχεται στη Διεθνή Έκθεση. Ανακοινώνει την έναρξη των εργασιών για το μετρό και την υποθαλάσσια αρτηρία και παθαίνει terendiun tremens ο Μπουτάρης. Εγκαινιάζει το διάδρομο προσαπογείωσης αεροσκαφών στο αεροδρόμιο Μακεδονία και παθαίνει taracullum tremens ο ημίαιμος.

Οκτώβριος
Η Σελήνη (μου τελειώσαν οι πλανήτες) στο Ζυγό. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έρχεται στη Θεσσαλονίκη για τον Αϊ-Δημήτρη. Την υποδοχή οργανώνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ο Θανάσης, που πηγαίνει να υποδεχτεί τον πρόεδρο τον σφιχταγκαλιάζει κι ο Παπανδρέου, για να τον ευχαριστήσει, ζητά εκλογές. «Η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει το έργο της», απαντά ο πρωθυπουργός.

Νοέμβριος
Ο Ερμής (είπαμε, δεν ξέρω άλλους πλανήτες, εκτός κι αν βάλω τίποτα σώματα του νέφους του Oort, που βρήκα στο Ίντερνετ) στο Σκορπιό. Ο Ολυμπιακός εκτός Τσάμπιονς Λιγκ. Απολύεται ο προπονητής κι επανέρχεται ο Τάκης Λεμονής. Η Δέσποινα Βανδή ανακοινώνει ότι έχει γεννήσει εδώ και τρεις μήνες, αλλά κρύβουν το παιδί από τους παπαράτσι. Ανακατατάξεις στα κανάλια. Ο Κουίκ επιστρέφει στον Αντέννα, ο Ευαγγελάτος ανοίγει το Τσάνελ έντεκα κι ο Χατζηνικολάου επιστρέφει στο Μέγκα. Ο Κοντομηνάς ξαναγοράζει τον Άρη. Η Ρούλα Κορομηλά αποκτά Κυριακάτικη εκπομπή. Τη βαπτίζει Χίλιες Ευχές, γιατί η προηγούμενη λεγόταν Τρεις Ευχές και κόπηκε στις Τρεις Εκπομπές.

Δεκέμβριος
Η Αφροδίτη (ξέρω, ξέρω) στον Τοξότη. Οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού του θυμίζουν ότι λήγει η θητεία της κυβέρνησης και πρέπει να προκηρύξει εκλογές. Ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι «η κυβέρνηση θα ολοκληρώσει το έργο της, ακόμη κι αν χρειαστούν πέντε τετραετίες». Ο Γιώργος Παπανδρέου αντιμετωπίζει ενδοπασοκική κρίση: Τέλειωσε το άι λάινερ της Μαριλένας Ξενογιαννακοπούλου. Η Αλέκα Παπαρήγα γυρνά από τη Μόσχα –και αναχωρούν οι αδελφές της. Ο Αλέκος Αλαβάνος αποφασίζει να σηκώσει το ακουστικό του τηλεφώνου για να δει αν λειτουργεί, καθώς ακόμη δεν του έχει τηλεφωνήσει κανείς, για το θέμα της Προεδρίας. Στον Παναθηναϊκό κάνουν δηλώσεις για πρωτάθλημα. Ο Κόκκαλης τηλεφωνεί στο Βαρδινογιάννη και τον ρωτά: «Τι είναι αυτά που λέτε για πρωτάθλημα»; Ο Βαρδινογιάννης απαντά: «Ε, λέμε και καμιά μαλακία, για να περνά η ώρα…». Η Άννα Βίσση ανακοινώνει ότι είναι έγκυος. Την αναζητούν από το βιβλίο Γκίνες, για να γίνει η πιο γηραιά μητέρα του πλανήτη.

Και του χρόνου να είμαστε γεροί!

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2007

Πάει ο παλιός ο χρόνος...

Πάει ο παλιός ο χρόνος,
ας γιορτάσουμε παιδιά
και του χωρισμού ο πόνος
ας φωλιάσει στην καρδιά
Καλή χρονιά, καλή χρονιά
χαρούμενη Χρυσή Πρωτοχρονιά!

Γέρε χρόνε φύγε τώρα,
πάει η δική σου η σειρά,
ήρθε ο νέος με τα δώρα,
με τραγούδια, με χαρά!
Καλή χρονιά -χρόνια πολλά-
καλή χρονιά -χρόνια πολλά-
χαρούμενη χρυσή Πρωτοχρονιά!

Αν δεν κάνω κάπου λάθος στους πρώτους στίχους, παρά το ότι είμαστε πληγωμένοι από το χωρισμό, κάνουμε την καρδιά μας πέτρα και συνεχίζουμε. Παρατάμε το γέρο, για έναν νέο, φραγκάτο (αφού ήρθε με δώρα) και γλετζέ. Έτσι δε γίνεται, άλλωστε, στη ρημάδα τη ζωή;
Κι επειδή, όπως φαίνεται από το ζόρι μου, δεν είμαι και στα καλύτερά μου, δεν έχω καμία όρεξη να ανάψω τα πυροτεχνήματα. Γι αυτό, πάρτε το ποντίκι σας, κάντε κλικ στο εικονίδιο με το play now και ανάψτε τα εσείς. Άντε να δούμε, πόσο γρήγοροι είστε!