Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2006

Δυο δυο...


-Πόσο μ' αγαπάς;
-Όσο κι εσύ...
-Μμμμ... Τόσο λίγο;
Είχε ένα πρόβλημα η Νάνσι. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι απολάμβανε το καλό σεξ. Έψαχνε μόνιμα να βρεί μια ιστορία, για να "καλύψει" ένα στα γρήγορα. Ακόμη και σχέσεις δημιουργούσε, για να μην τη χαρακτηρίσουν φίλες και συμφοιτήτριες.
Έτσι έγινε και με την αφεντιά μου. Με είδε σ΄ ένα πάρτι, γούσταρε και με πλησίασε. Δυο ώρες μετά βρισκόμασταν στο κρεβάτι της. Σ΄ ένα φοιτητικό διαμέρισμα, με τα απαραίτητα για επίπλωση, αλλά με μια ντουλάπα από δω ως εκεί κάτω. Εκεί έβαζε τα ρούχα της -εξαρτήματα της δουλειάς. Ή, μήπως, της διασκέδασης;
Μόλις είχαμε ανάψει τσιγάρο. Τότε διάλεξε να ρωτήσει και να αστειευτεί. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μόνον που η Νάνσι δεν αστειευόταν.
Την επομένη -κι ενώ μου είχε πει να μην μιλήσω σε κανέναν για τη νύχτα που περάσαμε- όλες οι φιλενάδες της γνώριζαν πως εγώ κι η Νάνσι είμασταν ζευγάρι.
Ήμουν σίγουρος πως είχα βρει το ταίρι μου. Κι όταν, το βράδυ, γυρίσαμε -πάλι- μαζί στο σπίτι της και βγάλαμε -πάλι- τα μάτια μας, ήμουν έτοιμος να αγοράσω βέρες.
Τα άσχημα μαντάτα ήρθαν την μεθεπόμενη. Όταν μου είπε ότι είχε διάβασμα λόγω εξεταστικής και θα έμενε σπίτι. Δεν έδωσα σημασία. Βγήκα με τους φίλους μου. Στο σινεμά είχα την εντύπωση πως την είδα να βγαίνει, βιαστικά, από την έξοδο, αλλά μπορεί και να είχα κάνει λάθος.
Μια μέρα μετά βρισκόμουν, πάλι, σπίτι της. Πάλι τα ίδια. Κι όταν της είπα ότι την επομένη είχα εργαστήριο, δεν έδωσα σημασία που έλαμψε το μάτι της.
Τελικά ο καθηγητής αρρώστησε. Το εργαστήριο δεν έγινε κι εγώ πήρα το δρόμο για το σπίτι της, νωρίς νωρίς το πρωί. Πήρα τυρόπιτες από έναν φούρνο, γάλα σοκολάτα κι ετοιμάστηκα για την έκπληξη.
Χτύπησα το κουδούνι. Ακουσα το ελαφροπάτημά της και την ανάσα της πίσω από την πόρτα. Πήρα το καλό μου χαμόγελο. Κι έμεινα με το χαμόγελο στα χείλη. Η πόρτα δεν άνοιξε. Ξαναχτύπησα. Άκουσα κάποιον να τρέχει μεσ' στο διαμέρισμα. Σκόνταψε σ΄ ένα έπιπλο. ΈΒρισε. Φωνή βαριά. Νταλικιέρη. Κι όχι φοιτήτριας της γαλλικής φιλολογίας.
-Νάνσι;
Ρώτησα διακριτικά, σχεδόν ψιθυριστά. Η πόρτα άνοιξε. Πρόβαλε χαμογελαστή, μάλλον αγουροξυπνημένη και μου είπε να περάσω. Μπήκα. Κι έμεινα με τις τυρόπιτες στα χέρια. Και τα γάλατα στα πόδια, αφού μου είχαν πέσει. Το στόμα μου έμεινε ανοικτό και φωνή δεν έβγαινε. Στο πάτωμα του δωματίου, σκεπασμένος με μια κουβέρτα, κοιμόταν ένας νεαρός με μαλλί αφάνα.
-Ο φίλος;
Αυτό βρήκα να πω, αυτό είπα. Εσείς, δηλαδή, θα βρίσκατε κάτι καλύτερο;
-Ο Πάκης...
-Πάκης;
-Ναι ρε παιδί μου. Προκόπης. Προκόπης, Προκοπάκης, Πάκης.
-Όνομα είναι αυτό; Χάθηκε ένα όνομα αντρίκιο; Κώτσος, Μήτσος, Χρήστος... Ιορδάνης εν ανάγκη...
Το είχα ρίξει στις ατάκες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, για να γελάσουμε. Όχι ότι μου έβγαινε γέλιο. Αλλά λέμε τώρα.
-Πάκη τον λένε...
-Γειά σου ρε Πάκη!
Του έσφιξα το χέρι. Τι θέλατε, δηλαδή... Να βγάλω καμια μαχαίρα να του πάρω το νειάτο; Αυτά γινόντουσαν κάποτε, στην ελληνική επαρχία. Στο κάτω κάτω της γραφής, ούτε γυναίκα μου ήταν, ούτε τίποτα. Κι όπως έδειχνε το πράγμα, ούτε θα γινόταν.
-Ο Πάκης είναι άστεγος...
Συνέχιζε τις εξηγήσεις. Τι τις ήθελε...
-Ώστε έτσι... Κρίμα ρε Πάκη... Γιατί ρε παιδί;
-...
Τι να πει ο καημένος... Για ένα γαμίσι πήγε, άστεγος βρέθηκε.
-Έφυγε από το σπίτι του και του πρόσφερα στέγη.
-Γιατί ρε Πάκη έφυγες από το σπίτι σου; Πού θα βρεις καλύτερο φρικασέ από της μαμάς; Ας είναι καλά η Νάνσι. Τι θα έκανες χωρίς αυτήν... Στο κρύο και στη βροχή θα έμενες.
Τώρα ήταν κι εκείνη αμήχανη. Τι να έλεγε, δηλαδή. Μάλλον το είχε πάρει χαμπάρι ότι τον δούλευα. Αλλά εγώ είχα πάρει φόρα. Στράφηκα και σ εκείνη:
-Καλά έκανες και το μάζεψες το παιδί. Φάγατε τίποτα; Έφερα τυρόπιτες...
-Δεν πεινάω...
Ο Πάκης μίλησε! Πού να πεινάσει ο άνθρωπος. Με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω και προσπαθούσε να καταλάβει τι έτρεχε ανάμεσα σε μένα και τη Νάνσι. Να ζυγίσει την κατάσταση, αν θα γλίτωνε με μώλωπες, ή θα φωνάζαμε τον Κουτσάφτη (τον ιατροδικαστή).
-Εσύ γλυκιά μου δεν πεινάς;
-Είναι χωριάτικες ή σφολιάτα;
-Σφολιάτα...
-Αμάν ρε παιδί μου! Φέρε μια φορά χωριάτικες. Έχουν καλύτερο φύλλο.
Πήρε τη σακούλα με τις τυρόπιτες. Έβγαλε μία κι άρχισε να τρώει. Στράφηκε στον Πάκη.
-Θες;
Εκείνος δεν είπε κουβέντα. Σηκώθηκε, έβαλε την μπλούζα του (τον βρήκα με το παντελόνι), ψιθύρισε ένα "εμένα με συγχωρήτε", άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Γύρισα και την κοίταξα. Έτρωγε αδιάφορη. Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν.
-Τι;... Έχει γούστο να νομίζεις... Ε, δεν είσαι καλά! Φϋγε αμέσως απ το σπίτι μου!
Χωρίς δεύτερη κουβέντα μ έσπρωξε στο διάδρομο, ανοίγοντας την πόρτα με μια απότομη κίνηση. Στο επόμενο δευτερόλεπτο ήμουν στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, αποσβολωμένος. Δίπλα μου, με μάτια γεμάτα έκπληξη, ο Πάκης. Φορούσε τις κάλτσες του, που πάνω στην τρομάρα του, είχε πάρει στα χέρια, για να βγει μια ώρα γρηγορότερα από το σπίτι.
-Είσαι για έναν καφέ;
Κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του. Ήταν η αρχή μιας όμορφης φιλίας.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2006

Η Γέφυρα των Στεναγμών

Πρόταση: Να γίνονται οι δημοτικές εκλογές κάθε χρόνο! Διαφορετικά δεν υπάρχει περίπτωση να δούμε έργα.

Με το που σφύριξε σέντρα ο διαιτητής, εφόρμησαν εντός οι ζογκλέρ και οι ταχυδακτυλουργοί. Απλώθηκαν στα σχεδιαστήρια τα μιλιμετρέ χαρτιά κι άρχισαν οι σχεδιασμοί.

Το τι ακούστηκε δεν περιγράφεται:

1. Γέφυρα από τον Αξιό ως το Μικρό Έμβολο

2. Επιστροφή των Μαγεμένων από το Λούβρο

3. Υπόγεια πάρκιγκ στις αυλές των σχολείων

4. Σήραγγα στον Χορτιάτη

Μάλιστα, λέω να κάνουμε ένα τεστ: Να βρείτε σε ποιους ανήκουν οι προτάσεις. Έχουμε και λέμε:

Α. Γιώργος Καρατζαφέρης

Β. Γιάννης Μπουτάρης

Γ. Βασίλης Παπαγεωργόπουλος

Δ. Χρύσα Αράπογλου

Η λύση του τεστ βρίσκεται κάτω από αυτό το ποστ. Αλλά μην κλέψετε. Προσπαθήστε.

Εμπρός λοιπόν: Ταιριάστε τα ζευγάρια. Ποιος πρότεινε τι; Όπως διαπιστώνετε, από φαντασία σχίζουν. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι πού σκαλώνουν και δεν υλοποιούν αυτά τα μεγαλόπνοα έργα.

H λύση του τεστ: 1-γ, 2-δ, 3-β, 4-α

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2006

Θεσσαλονίκη, αιχμάλωτη πόλη


Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο. Χα! Ας γελάσω! Στη μικρή επαρχιακή μας Θεσσαλονίκη τα Ι.Χ. ήταν, σήμερα, περισσότερα από ποτέ.
Γιατί; Μα επειδή η πόλη, εδώ και δεκαετίες, είναι αιχμάλωτη των αναγκών της και του ΟΑΣΘ.
Εξηγούμαι: ΟΑΣΘ σημαίνει Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης. Όπου Συγκοινωνίες είναι οι γραμμές των αστικών λεωφορείων και ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Τελεία.
Το μοναδικό ΜΜΜ(Μέσο Μαζικής Μεταφοράς) στην… ερωτική Θεσσαλονίκη, είναι το αστικό λεωφορείο. Μπλε και άσπρο, ή κόκκινο, συνήθως παλιό, με ξύλινα άβολα καθίσματα και οδηγό που νομίζει ότι κουβαλάει πατάτες κι όχι ανθρώπους.
Λόγω επαγγέλματος, είχα την ευκαιρία (δε λέω τύχη) να ακούσω τις προτάσεις δύο υποψηφίων δημάρχων για τη συγκοινωνία. Ο μεν Γιάννης Μπουτάρης θέλει να δημιουργήσει μίνι μπας και είναι υπέρ ενός τραμ. Ο δε Σπύρος Καρατζαφέρης θέλει να ανοίξει μια σήραγγα στον Χορτιάτη και με τα μπάζα να επιχωματώσει την παραλία και να φτιάξει πάρκα και μια λεωφόρο με δέκα λωρίδες κυκλοφορίας.
Ο νυν δήμαρχος, Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, περιμένει να τελειώσει η κατασκευή του μετρό (που, επιτέλους, άρχισε και θα ολοκληρωθεί σε επτά χρόνια) και όσο θα εκτελούνται έργα, θα βάλει μίνι μπας για να κάνουμε δρομολόγια στο κέντρο.
Η Χρύσα Αράπογλου (άλλη υποψήφια, υποστηριζόμενη από το ΠΑΣΟΚ) προσπαθεί ακόμη να ξεμπλέξει το κουβαράκι που έχει στο κεφάλι της. Χτυπά μια στο καρφί και μια στο πέταλο, με μόνο σκοπό της να μη βγει ξανά δήμαρχος ο Παπαγεωργόπουλος.
Για τον Τάσο Κουράκη δεν εκφράζω γνώμη, δε διάβασα –ακόμη- το πρόγραμμά του.
Αλίμονο… Αν περιμένουν να λύσουν το κυκλοφοριακό έτσι, καήκαμε. Σε μία πόλη χωρίς δρόμους λόγω κατασκευής, δε χωράει τραμ. Χωράνε μίνι μπας, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες αστικές συγκοινωνίες, το μονορέιλ, φυσικά το μετρό, πάρκιγκ, προαστιακό σιδηρόδρομο. Όλα αυτά μαζί, καλά δεμένα, τέλεια οργανωμένα.
Μια ιδέα: Μετρό στο κέντρο, μονορέιλ παραλιακά, μίνι μπας στο ιστορικό κέντρο, προαστιακό προς τα δυτικά και από τη Νέα Ελβετία προς τα ανατολικά (να φθάνει ως τη Χαλκιδική, για να κάνει απόσβεση με τους τουρίστες, που τώρα στριμώχνονται στην επικίνδυνη ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ οδό Θεσσαλονίκης – Νέων Μουδανιών), εκεί που το έδαφος είναι επίπεδο και ανήκει (ως αιγιαλός) στο δημόσιο. Κι επιτέλους, κάντε πάρκιγκ σε κτίρια στο κέντρο που, τώρα, ζουν τις τελευταίες μέρες της ύπαρξής τους, αφού χτίστηκαν γύρω στο 50. Και, φυσικά, θαλάσσια συγκοινωνία, από το Καλοχώρι ως την Επανομή.
Μόνον έτσι η πόλη θα σταματήσει να είναι αιχμάλωτη του ΟΑΣΘ και να γιορτάζει τη μέρα χωρίς αυτοκίνητο μόνον τις απογευματινές ώρες. Γιατί, ο ΟΑΣΘ, συμφώνησε να μεταφέρει δωρεάν τον κόσμο από τις 17.00 ως τις 00.00 σήμερα! Μη χάσουν οι μέτοχοι τα φράγκα…
Αχ…

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2006

Έτσι για πλάκα


Τον είδα σήμερα το βράδυ για πρώτη –και τελευταία- φορά. Δεν γνωρίζω ούτε το όνομά του –και μάλλον δε θα το μάθω ποτέ.

Ήταν ξαπλωμένος από την θέση του οδηγού ως το πίσω κάθισμα. Δεν κουνιόταν. Δεν ανέπνεε. Η μια φίλη του, στο οδόστρωμα, βογκούσε και μονολογούσε: «Τους έλεγα, μη ρε παιδιά»! Η άλλη φίλη του, μισολιπόθυμη, στη θέση του συνοδηγού, δεμένη στη ζωή από τη ζώνη ασφαλείας.

Η καμπίνα επιβατών είχε αντέξει. Τήρησε τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, που κάνει λόγο για ακαμψία. Η ακαμψία του νεκρού οδηγού δεν είναι στις προδιαγραφές της ανθρώπινης ζωής.

Τον έβγαλαν με κόπο από τα συντρίμμια του ασημί αυτοκινήτου. Επί τρία τέταρτα ένας γιατρός προσπαθούσε να τον ξαναφέρει στη ζωή. Του κάκου… Η ψυχή του πέταξε λίγα μέτρα από την είσοδο του γνωστού εμπορικού κέντρου. Λίγα μέτρα από εκεί όπου, αν δεν γινόταν το κακό, θα διασκέδαζε με την παρέα του. Θα τα έπιναν για το μωρό της φίλης του, που ήρθε στη ζωή πριν μερικές ημέρες.

Κόσμος πάει, κόσμος έρχεται…

Οι φίλοι του, σοκαρισμένοι, αμίλητοι. Προσπαθούσα να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Ο ένας μιλούσε με τη μητέρα του, στο κινητό του τηλέφωνο. «Σε παρακαλώ, έλα. Δεν είναι καλά. Οι κοπέλες είναι καλά. Αλλά…»

Ο φίλος δεν ήταν καλά. Ένας αστυνομικός πλησίασε. Τον ρώτησε: «Τι έγινε»; Κάποιος είπε: «Έκαναν κόντρες»… Έσκυψε το κεφάλι. Λες κι ο αστυνομικός θα τον μάλωνε. Αλλά κι εκείνος δεν είπε τίποτε. Απομακρύνθηκε αμίλητος.

Λίγο αργότερα, ο φίλος πήγε μόνος του στο περιπολικό. Κάτι είπαν, ο αστυνομικός του άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα. Την ίδια ώρα έφθανε η μητέρα του. Μαύρο 4Χ4, καλοντυμένη, ρούχα ακριβά. Τι σημασία έχει; Ο φίλος του γιου της, ο κολλητός, σήμερα το μεσημέρι θα φορέσει το τελευταίο του κοστούμι. Έφυγε από εδώ, έτσι για πλάκα.

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2006

Χαβαλές


Αντιγράφω ένα σχόλιό μου στο blog του paralysis by analysis για τη χώρα που τρέχει από πανηγύρι σε πανηγύρι.

«Τώρα άναψα.

Μιλάς για τη ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΧΑΒΑΛΕ.

Για τη χώρα που ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΤΙΠΟΤΕ, ούτε καν καρφίτσες.

Για τη χώρα που οι επιχειρήσεις που ανθούν είναι ΤΑ ΜΠΑΡΑΚΙΑ και τίποτε άλλο.

Για τη χώρα που ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΜΑΤΣΑΣ γκρεμίζοντας τα ιστορικά στούντιο της Κολούμπια.

Για τη χώρα που ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΑΘΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ από αυτούς που δουλεύουν.

Για τη χώρα που ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΝΑ ΣΟΥ ΚΟΨΕΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ο ηλεκτρολόγος ή ο υδραυλικός.

Για τη χώρα που ΕΚΡΙΝΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΡΙΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΟΥΝ και τα πάρουν οι μαθητές στα χέρια τους.

Για τη χώρα που Ο ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ ΓΚΡΕΜΙΣΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΝ ΜΙΑ ΝΥΚΤΙ, που καιγόταν το Σέιχ Σου και κανείς δεν το πήρε χαμπάρι.

Για τη χώρα που ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ο Κόκκαλης και ο Βαρδινογιάννης.

Για τη χώρα που οι επιχειρηματίες πήραν χοντρές επιδοτήσεις για να κτίσουν εργοστάσια στη Θράκη και ΤΑ ΠΑΡΑΤΗΣΑΝ ΓΙΑΠΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΝΕ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ.

Για τη χώρα που ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΙΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ τη μία πίσω από την άλλη.

Για τη χώρα που ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΑΚΡΙΒΑ ΙΝΤΕΡΝΕΤ και χρεώνει ίδια τιμή για ADSL 500άρι και 1000άρι.

Για τη χώρα που έχει τις ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΕΣ ΑΚΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΔΩΜΑΤΙΑ

Η λίστα δεν έχει τέλος...»

Και συμπληρώνω:

Θα μπορούσα να προσθέσω πολλά περισσότερα. Η Ψωροκώσταινα είναι μία και μοναδική. Ασύγκριτη. Κερδίζει τους αμερικάνους στο μπάσκετ με περίπατο και χάνει από τους Ισπανούς με κατεβασμένα τα χέρια. Πότε Βούδας, πότε Κούδας.

Έχω και μια σειρά από απορίες:

Αυτοί που αράζουν, από τις 10 το πρωί στις καφετέριες στην παραλία της Θεσσαλονίκης είναι όλοι σεκιουριτάδες βραδινή βάρδια;

Αυτοί που οδηγούν με 70 χιλιόμετρα την ώρα στην αριστερή λωρίδα της εθνικής οδού είναι οι ιδιοκτήτες του δρόμου;

Αυτοί που κόπτονται το 2006 για τη διαφθορά μελετούσαν για το πανεπιστήμιο το 1996 και δεν ήξεραν τι συμβαίνει;

Αυτοί που έφεραν στον ΠΑΟΚ τον Μπατατούδη ως σωτήρα έχουν καμία σχέση με αυτούς που υποδέχτηκαν ως ήρωα του ΄21 τον ομογενή Ιβάν Σαββίδη;

Αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως πίσω από το γκισέ των δημοσίων υπηρεσιών είναι τυφλοί ή αγράμματοι και δεν βλέπουν την πινακίδα «Ευχαριστούμε που δεν καπνίζετε»;

Αυτοί που παίρνουν το ένα τηλέφωνο πίσω από το άλλο στα τηλεπαιχνίδια τύπου «βρες- τη- διαφορά- που- βλέπει- όλος- ο- κόσμος- αλλά- δεν- προλαβαίνει- να- μας- την- πει- μέσα- σε- 15- λεπτά- που- διαρκεί- η- σύνδεση» έχουν πρόβλημα Αλτσχάιμερ;

Αυτοί που γράφουν στα Blog τη νύχτα και κάνουν moderation ανά 10 λεπτά υποφέρουν από αϋπνίες ή είναι συγγενείς του κόμη Βλαντ Ντράκουλα;

Αυτοί που σχολιάζουν τα blog «ανώνυμα» βρίζοντας γουστάρουν τα πισωγλέντια ή τους μπουλκουμέδες;

Αυτοί που περιμένουν να κερδίσουν λεφτά στο στοίχημα έχουν δει ποτέ να αγωνίζεται η Κριού ή η Πατσούκα και στοιχηματίζουν πάνω της ένα σπίτι; Κι αν ναι, σε πιο κανάλι;

Αυτοί που στήνονται να δουν τα μεσημεριάτικα στα κανάλια πάσχουν από ανορεξία και δεν έχουν πρόβλημα εμετού;

Αυτοί που στήνονται να δουν τα πρωινάδικα στα κανάλια πόσα χρόνια έχουν να βγουν από τα σπίτια τους;

Αυτοί που κριτικάρουν ταινίες και μουσική διάβαζαν από παιδιά Γεωργουσόπουλο και τους έχει μείνει απωθημένο;

Έχω κι άλλες απορίες. Αλλά τις αφήνω για σήμερα. Θα επανέλθω.

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2006

Il compadre


-Καλημέρα κουμπάρε…
Έφτυσα τον κόρφο μου! Είναι μέρες, τώρα, να σηκώνεις το κινητό και να ακούς κάποιον να σε αποκαλεί κουμπάρο; Κι ας είναι κι ο άνθρωπος που του βάπτισες το παιδί.
-Καλά, τρελός είσαι;
-…
-Τι λόγια είναι αυτά; Δεν ξέρεις ότι μπορεί να μας παρακολουθούν;
Θα ήθελα πολύ να ήταν βιντεοκλήση, να έβλεπα τα μούρτα του Σωκράτη –του κουμπάρου. Θα πρέπει να ήταν αποσβολωμένος, σοκαρισμένος. Μπορεί και να κούνησε κάνα δυο φορές το κινητό, να διαπιστώσει αν χάλασε ή αν αυτά που άκουγε ήταν πραγματικότητα. Τελικά αποφάσισε να μου μιλήσει. Αλλά το επαναδιέπραξε το σφάλμα.
-Ρε κουμπάρε… Τι μαλακίες είναι αυτές που μου λες;
Έγινα Τούρκος. Αν ήταν άλλος, θα του είχα κλείσει το τηλέφωνο. Αλλά επειδή στο Σωκράτη, πέρα από την κουμπαριά, είχα και μία άλφα (για να μην πω βήτα και γάμα μαζί) υποχρέωση, αποφάσισα –με βαριά καρδιά- να δώσω εξηγήσεις.
-Ρε Σωκράτη, εφημερίδες δε διαβάζεις; Τηλεόραση δε βλέπεις; Ραδιόφωνο δεν ακούς; Στο Ίντερνετ δεν μπαίνεις; Δεν έμαθες τι έγινε με τους κουμπάρους;
-Ναι ρε συ, διαβάζω εφημερίδες. Διάβασα για το νέο έρωτα της Γωγώς και το πού χάθηκε η Άννα μετά τον καταποντισμό. Είδα και τηλεόραση, για μια συγγραφέα που κάνει μάγια. Και ραδιόφωνο άκουσα, το καινούριο σουξέ του Νίνο. Στο Ίντερνετ είδα κάτι τσόντες. Δεν καταλαβαίνω… Τι σχέση έχουν όλα αυτά, με τις κουμπαριές;
Μπορεί ο Σωκράτης να μην καταλάβαινε, κατάλαβα, όμως, εγώ. Καμία σχέση δεν έχουν όλα αυτά με τις κουμπαριές. Γι αυτό και κανείς δεν έδωσε σημασία στον κουμπάρο του… κουμπάρου, που βοήθησε τον πρώτο ξάδελφο της ανιψιάς του θείου της συννυφάδας του πρώτου του ξαδέλφου, να γλιτώσει ένα καραγκαγκάν πρόστιμο από την επιτροπή Ανταγωνισμού. Γιατί οι μισοί Έλληνες ενδιαφέρονται για τα ξέκωλα και οι άλλοι μισοί για τους ξέκωλους.
Μισή ώρα μετά, ήρθε ένα δεύτερο τηλεφώνημα. Αυτήν τη φορά, από άνθρωπο που είναι «μέσα στα πράγματα». Τον Περικλή.
-Είδες, ρε, τι έγινε με τους κουμπάρους;
-Είδα… Άσε… Πράματα και θάματα!
-Ναι ρε γαμώ το. Και είδες ποιος ήταν μέσα στο κόλπο; Ο Παντελάκος… Που τον είχαμε στη σφαλιάρα στη νομική… Που κουβαλούσε τους κουβάδες στην οργάνωση, όποτε είχαμε αφισοκόλληση…
-Είχατε αφισοκόλληση. Εγώ ήμουν πάντοτε απέξω από αυτά…
-Ναι ρε, απολιτίκ… Άκου πράματα… Ο Παντελάκος!
-Ρε Περικλή, τι μέλλει γενέσθαι;
-Ξέρω κι εγώ… Αυτό που ξέρω είναι ότι, πάλι στην απέξω ήμασταν…
Έμεινα σαν τη γυναίκα του Λωτ. Στήλη (αν)άλατος –καθότι έχω πίεση και πρέπει να αποφεύγω τα αλμυρά. Το ζόρι του Περικλή ήταν που είχε μείνει εκτός σκανδάλου! Κι εκεί συνειδητοποίησα ότι οι μισοί Έλληνες ζηλεύουν τους άλλους μισούς, επειδή οι τελευταίοι κάνουν κομπίνες και κονομάνε!
«Τώρα το κατάλαβες», θα μου πείτε; Ξέχασες το νόμο του ΠΑΣΟΚ για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων στους παραμεθόριους νομούς, που έκανε πλούσιους κάποιους οι οποίοι χρηματοδοτήθηκαν και, στη συνέχεια, έκλεισαν την επιχείρηση για να πάνε (την ίδια επιχείρηση) στο εξωτερικό; Ξέχασες τους αγρότες που γέμισαν τα φορτηγά των αποσύρσεων τσιμεντένια μπλόκια κι από πάνω μια στρώση ροδάκινα για να πάρουν, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερη αποζημίωση; Αυτές ήταν κομπίνες όλου του κόσμου κι όχι των μεγάλων καρχαριών. Γιατί, όπως δείχνουν τα πράγματα, σ αυτόν τον τόπο οι ΚΑΙ μικροκομπιναδόροι έχουν ψυχή.
ΥΓ. Η φωτογραφία δεν έχει καμία σχέση με το κείμενο. Τοποθετήθηκε εκεί επί σκοπού: να αποκτήσει το ποστ περισσότερους αναγνώστες. Η τεχνική των μεγάλων καναλιών εισχώρησε και στο Ίντερνετ...

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2006

Πρώτη μέρα στο σχολείο


Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τα ξυπνητήρια. Είτε με τρόμαζαν και πεταγόμουν, αλαφιασμένος, από το κρεβάτι, είτε δεν τα άκουγα –ανάλογα με το τι είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ.
Αυτό το συγκεκριμένο ξυπνητήρι, όμως, ήταν διαφορετικό. Το άκουσα και δεν με τρόμαξε. Μου δημιούργησε έντονο πονοκέφαλο. Σηκώθηκα με τα χίλια ζόρια κι έψαξα τις παντούφλες μου. Βλέπετε, ο πατέρας μου είχε, ως παιδί της Κατοχής, την εντύπωση πως όταν περπατάς ξυπόλητος στα ξύλινα πατώματα του τετάρτου ορόφου πενταόροφης οικοδομής υπάρχει περίπτωση να πάθεις κρυοπαγήματα και να στα κόψουν και τα δυο (τα πόδια) από τη ρίζα. Από το να ακούω, λοιπόν, επί μισάωρο «πάλι ξυπόλητος περπατάς; Δεν έχεις παντούφλες εσύ; Έτσι κάνεις και τη μισή σχολική χρονιά θα είσαι άρρωστος… Παιδί είσαι εσύ; Όλα τα παιδιά τριγυρνάνε με τις παντούφλες τους. Μόνον εσύ είσαι σαν τον τσιγγάνο στο τσαντίρι. Πού τα είδες αλλού αυτά; Έτσι κάνουν οι φίλοι σου; Όταν κάνεις εσύ παιδιά και πληρώνεις εσύ φάρμακα και γιατρούς, να τα αφήνεις να κυκλοφορούν χωρίς παντούφλες» και άλλα σχετικά, τις βρήκα και τις φόρεσα.
Περπάτησα ως την κουζίνα. Πατέρας και μητέρα έπιναν τον καφέ τους.
-Για μένα δεν έχει;
-Έλα! Έλα! Παιδί πράμα να θες καφέ! Πού ακούστηκε; Φάε ένα μήλο. Θα σε κρατήσει περισσότερο.
Τελικά δεν τις γλίτωσα τις πατρικές συμβουλές. Το σκέφτεστε, τώρα, πρωί πρωί να τρως μήλο; Κι άντε, αν το μήλο είναι υποκατάστατο του καφέ, να το φας. Υποκατάστατο του πρώτου πρωινού τσιγάρου πού θα βρεις; Πάντως, αν υπάρχει κάτι σχετικό, να μου το πείτε, να το κόψω το ρημάδι.
Με τα χίλια ζόρια έφθασα ως την τουαλέτα. Πλύσιμο προσώπου, δοντιών, οδοντικό νήμα, διάλυμα, επί 30 δευτερόλεπτα (έλα αντέχεις! Είδες;), σκούπισμα, έξω. Και πάλι κουζίνα. Χυμός πορτοκάλι. Δυο γουλιές. Γραμμή για το δωμάτιο. Ρούχα.
Γαμώ το! Τι φοράνε πρώτη μέρα; Μαύρο τι σερτ και τζιν για ρούχα, εντάξει. Αξεσουάρ; Το δερμάτινο με τα καρφιά στον δεξί καρπό; Τις χορδές της κιθάρας; Ή το δερμάτινο κορδόνι με τις χάντρες; Πρόβλημα.
Διάλεξα τις χάντρες. Έχει και μια μπλε, για το μάτιασμα. Πρόχειρο τετράδιο στην κωλότσεπη, διπλωμένο στα δυο. Στυλό, στην άλλη τσέπη. Ρολόι στο δεξί. Σαν κόσμημα. Πρόχειρο χτένισμα, τζελ, λακ. Έτοιμος!
-Έλα δω! Έτσι θα φύγεις; Ένα φιλάκι στη μάνα σου για την καλή χρονιά;
-Έλα ρε μάνα! Δώδεκα χρόνια τώρα δε βαρέθηκες;
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω, ενώ εκείνη με σταύρωνε καθώς κατέβαινα τις σκάλες. Μαρτύριο οι πολυκατοικίες χωρίς ασανσέρ…
Στο δρόμο, από κάθε γωνία ξεπρόβαλε κι άλλος φίλος. Πιο κάτω ο κολλητός. Περίμενε, με το τσιγάρο στο στόμα, ακουμπισμένος, με την πλάτη, στην κολώνα. Άσπρο φαρδύ πουκάμισο, τζιν, φουλάρι.
-Τι έγινε;
-Τι να γίνει…
-Ντάξει;
-Ντάξει…
-Η Δώρα;
-Χάλια ήταν χθες. Δεν έβλεπε μπροστά της. Αφού δεν το σηκώνει, τι σκατά το πίνει; Η δικιά σου;
-Γερό ποτήρι. Εγώ πιο ζαλισμένος ήμουνα…
-Πώς πίνει έτσι ρε μαλάκα… Σα νεροφίδα.
-Κι εσύ πού το ξέρεις ρε μαλάκα; Έχεις δει νεροφίδα;
Γέλια, ο ένας σπρώχνει τον άλλον, περπάτημα αργό. Αργό, γρήγορο, το ίδιο αποτέλεσμα είχε: αυλή σχολείου. Ψηλά κάγκελα, γκρι κτίριο, πολλά γκράφιτι, δεκάδες συνθήματα –τα περισσότερα αθλητικού περιεχομένου- κι αναρχικά τσιτάτα (άλλη δουλειά δεν είχε ο Χρήστος, είχε γεμίσει τον τόπο με τον μαύρο μαρκαδόρο). Τσάτσοι, ρουφιάνοι, μαλάκες, κολλητοί, φιλαράκια, απλοί γνωστοί. Γκόμενες, καλές, χάλια, πολύ καλές, μανεκένε, απλησίαστες. Όλοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον, στην ίδια αυλή.
Κουδούνι. Άδειασμα στο στομάχι. Πάλι τα ίδια –άντε, για τελευταία χρονιά. Να πιάσουμε τη βάση, να πάμε παραπάνω, να περάσουμε σε καμία πόλη σε απόσταση 300 χιλιόμετρα και βάλε, μπας και κάνουμε ζωή. Γιατί αν μείνουμε στη Θεσσαλονίκη, τη βάψαμε. Πού να σ αφήσουν να πιάσεις σπίτι. Θα γλεντάνε οι άλλοι κι εσύ θα δίνεις αναφορά μέχρι το πτυχίο.
-Ρε, πού είναι το Γ1;
-Εδώ!
-Εδώ είναι το Γ2. Να πάτε αλλού, μην έχουμε τσαμπουκάδες από την πρώτη μέρα…
-Σιγά ρε ζόρικε. Πάρε λίγο πιο κει τη μαγκιά να χωρέσουμε…
-Κοίτα, σε γαμάω εσένα.
-Μάζεψέ την ρε, μην την πατήσουμε…
-Ρε Μιχάλη…; Αυτό το μαλακό που πατάω η δικιά σου είναι;
-Ρε συ, μη γαμάς τόσο πολύ, θα στραβοψωλιάσεις!
Φωνές, χάχανα, σπρωξίματα. Κάποιες το παίζουν άνετες. «Ούούού», κάνουν, δήθεν εντυπωσιασμένες.
-Τι μαλάκες είστε!
-Ντάξει ρε Κάτια. Πώς κάνεις έτσι.
-Όλο με τους πούτσους σας ασχολείστε.
-Και με τι να ασχοληθούμε, με τον δικό σου;
Πάλι γέλια, πάλι σπρωξίματα. Η Κάτια τα ΄χει πάρει –κι έχει και βαρύ χέρι. Ευτυχώς βγαίνουν οι καθηγητές κι ο Λύκος. Παίρνει το μικρόφωνο.
-Σκασμός! Να κάνουμε τον Αγιασμό, να μπείτε στις αίθουσες. Θα πάρετε βιβλία και πρόγραμμα. Άντε, καλή σχολική χρονιά…
-Μπα! Ήρθαν τα βιβλία; Στο Σουφλί δεν πήγαν ακόμη.
-Παναγιωτογιαννάκη, άρχισες τις εξυπνάδες; Σε βλέπω με Κοσμία και φέτος…
-Μια πλάκα κάναμε κύριε λυκειάρχα…
-Καλά, καλά. Λοιπόν, αγιασμός…
Η σειρά των παπάδων. Πώς το είχε γράψει ο Νίκος Δήμου; Όλοι οι λαοί έχουν θρησκείες. Εμείς έχουμε παπάδες. Σοφόν!
Τέλος κι ο αγιασμός. Πάμε στις αίθουσες. Με το γνωστό βαριεστημένο βάδισμα, αλλά οι φωνές… καμπάνες. Και μόλις μπεις μέσα, άλλο άγχος: Σε ποιο θρανίο και με ποιόν;
-Αθανασίου, σήκω!
-Γιατί ρε; Την αγόρασες την καρέκλα;
-Γιατί πίσω κάθομαι εγώ με τον Ακσελή.
-Ωχ μωρέ! Κάθε χρόνο τα ίδια… Πάλι μπροστά θα με στείλετε…
-Κάτσε με τον Γιάντση…
-Αυτός κάνει μπάνιο κάθε Σάββατο. Για μαλάκα μ΄ έχεις;
Τέλος πάντων, βρήκαμε τη θέση μας (πάνω κάτω την ίδια, από την πρώτη γυμνασίου). Κι έπειτα, ήρθε εκείνη…
Ξανθιά, ψηλή, φούστα μίνι, σανδάλια…
-Όπα! Τι είναι αυτό;
-Με λένε Χαρούλα Βεϊνόγλου. Μαζί θα κάνουμε ιστορία. Είμαι η υπεύθυνη τμήματος.
-Πλάκα μου κάνεις!
-Δεν σε κατάλαβα…
-Άσε, θα καταλάβεις…
Γέλια από τους υπόλοιπους.
-Εσύ είσαι ο έξυπνος της τάξης;
-Όχι. Έχει πιο έξυπνους. Εγώ είμαι ο ωραίος!
-Καθρέφτη έχεις στο σπίτι σου;
-Αμέ…
-Ε, να τον κοιτάς καμία φορά.
-Ουουουου
-Έλα, έλα, ησυχάστε όλοι τώρα… Λοιπόν, ωραίε. Πάρε και τον διπλανό σου, τον άσχημο και πηγαίνετε στο γυμναστήριο. Θα σας δώσουν τα βιβλία, να τα μοιράσετε. Μαζί τους εσύ κι εσύ…
Κόλαση. Χέρια σηκώνονται στο πιτς φιτίλι.
-Κυρία κι εγώ!
-Κι εδώ!
-Όλο αυτοί πηγαίνουν! Κι εμένα! Πού να τα φέρουν μόνοι τους όλα…
Πήρα τα βιβλία στα χέρια μου. Το άνοιξα στη μέση. Το μύρισα. Αυτή η μυρωδιά…
-Ρε συ… Τι βιβλίο είναι αυτό; Ιστορία… Πω πω… Ολόκληρο τούβλο.
Πίσω στο σπίτι. Τελευταία χρονιά. Θα περάσω; Κι αν ναι, θα περάσω μακριά; Κάθισα στο γραφείο. Κοίταξα το ημερολόγιο. Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου, 1980…

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2006

Ανοίξαμε και σας περιμένουμε


Γιορτάζουμε. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε. Η Θεσσαλονίκη έχει την τιμητική της. Βλέπετε, άνοιξε η ΔΕΘ.

Τι εστί ΔΕΘ; Θα μπορούσε να είναι ερώτημα στο e-leukoma. Αλλά δεν είναι. Είναι οι αναμνήσεις μας.

Φορούσα κοντά παντελονάκια. Κάναμε μπάνιο οικογενειακώς, στολιζόμασταν σαν τα καραβάκια που έκαναν το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη-Μπαχτσέ και παίρναμε το δρόμο για την «Έκθεση». Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα.

Οι μεγάλοι το είχαν για διασκέδαση. Πώς πάνε οι νυν σαραντάρηδες στα μπουζούκια ν ακούσουν τη Βανδή κι αφήνουν τα πιτσιρίκια στις γιαγιάδες; Καμία σχέση. Τότε μας ζαλώνονταν λες κι ήμασταν αξεσουάρ και παίρναμε ομαδικώς το δρόμο για την «Έκθεση». Εμείς θα παίζαμε στο Λούνα Παρκ, θα τρέχαμε δεξιά κι αριστερά στα περίπτερα των διεθνών συμμετοχών και, όλοι μαζί, θα καταλήγαμε στις υπαίθριες μπιραρίες, για μαύρη μπίρα και… σάντουϊτς λουκάνικο.

Αγαπημένο περίπτερο, αυτό της ΔΕΗ. Είχε μακέτες… Στα μάτια μας, οι μακέτες των φραγμάτων των υδροηλεκτρικών σταθμών, έμοιαζαν με βάσεις εξωγήινων στον Άρη. Μισοκλείναμε τα μάτια και το ταξίδι άρχιζε:

“Space. The Final Frontier. This is the story of spaceship Entrerprise…”

Αυτή είναι η ιστορία του διαστημοπλοίου ΔΕΘ. Βόλτες στα περίπτερα και αγορές. Οι πιο τυχεροί όλο και κάτι θα έβαζαν στην τσέπη. Θυμάμαι ακόμη τη μέρα που πήρα (από την Έκθεση) το πρώτο μου τάκα τάκα.

Παρένθεση: Για τους νεώτερους, το τάκα τάκα ήταν το πλέον σπαστικό παιχνίδι της εποχής. Ήταν δυο μπαλάκια, δεμένα μ ένα κορδόνι. Έπιανες το κορδόνι από τη μέση, κουνούσες το χέρι κάθετα και συνεχόμενα και τα μπαλάκια χτυπούσαν το ένα το άλλο, κάνοντας… τάκα τάκα! Θαύμα! Τα μπαλάκια πήγαιναν πάνω κάτω και το τάκα τάκα έσπαγε άλλα μπαλάκια. Από αυτό το παιχνίδι προέκυψε και το αλήστου μνήμης σουξέ της εποχής «Τάκα τακατάκα τακατάκα τα, καρδιά μου πως χτυπά». Το τραγούδησε, με φοβερή επιτυχία, ο Δάκης. Εμ, έτσι είναι. Τότε βγαίνανε τραγούδια με ποιότητα. Κλείνει η παρένθεση.

Θα μου πείτε τώρα: Αυτό ήταν ρε φίλε η Έκθεση; Όχι. Ήταν και οι ακροβάτες. Σχοινοβάτες, ξυλοπόδαροι, άνθρωποι που κατάπιναν φωτιές και ξίφη. Μέσα στους δρόμους της ΔΕΘ δίνονταν συνέχεια παραστάσεις. Κι ήταν κι ο Σπαθάρης. Κάθε χρόνο. Κάθε μέρα, δύο παραστάσεις. Κι εμείς, με τα κοντά παντελονάκια, στηνόμασταν κατάχαμα μπροστά στον μπερντέ, οκλαδόν, να ακούμε τα αστεία του Καραγκιόζη, να μετράμε τις φάπες που έριχνε ο Μπαρπαγιώργος στον Βεληγκέκα, να γελάμε με τα καψόνια στον Πασά και τη Βεζυροπούλα, να φωνάζουμε να φύγει το φίδι και να το σκοτώσει ο Μεγαλέξανδρος και να τραγουδάμε μαζί με τον Σιόρ Διονύσιο και τον Ονούφριο Μορφονιό.

Τέλος, ήταν τα πυροτεχνήματα. Μαζευόμασταν, τη μέρα των εγκαινίων, στο σπίτι της θείας μου της Μαριάνθης. Που έμενε στη Δελφών και από την ταράτσα της έβλεπες το λιμάνι. Με το που τελείωνε ο πρωθυπουργός τα εγκαίνια κι έλεγε: «Κηρύττω την έναρξη της εφετινής Διεθνούς Εκθέσεως» (ατάκα την οποία οι πρωθυπουργοί από τον Ανδρέα και μετά την ξεχνάνε –κι απορώ πώς γίνεται η έναρξη αφού την ξεχνάνε οι πρωθυπουργοί), μπάμπα μπούμπα τα πυροτεχνήματα. ΩΩΩΩΩ!!!!!!! ΑΑΑΑΑ!!!!!! Κράζαμε όλοι από τις ταράτσες. Και περιμέναμε το τελευταίο – το μεγάλο.

Γέμιζε ο ουρανός χρώματα και φωτιές. Γέμιζαν τα μυαλά μας όνειρα. Καρφώναμε τα μάτια στον ουρανό, να τα δούμε όλα. Σηκωνόμασταν στα ακροδάχτυλα των ποδιών, να δούμε και τη «βροχή», εκείνα τα πυροτεχνήματα που δεν πήγαιναν ψηλά, αλλά φώτιζαν συνεχόμενα, κοντά στο έδαφος.

Κάποια χρονιά, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ(του Ανδρέα), αποφάσισε να αλλάξει το χαρακτήρα της Έκθεσης. Να σταματήσει να είναι πανηγυράκι και να μείνει οικονομικό πάρε δώσε. Ήταν πάλι το ΠΑΣΟΚ (του Σημίτη αυτήν τη φορά) που αποφάσισε να ξαναφέρει ακροβάτες και ταχυδακτυλουργούς, μπας κι επιστρέψει η αίγλη κι ο κόσμος, με τα ακροβατικά και τη μαύρη μπίρα.

Εφέτος η έκθεση είχε πολλά πυροτεχνήματα. Και κτίρια της Θεσσαλονίκης που φωτίστηκαν με τα πρόσωπα καλλιτεχνών. Από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, ως τη Δήμητρα Γαλάνη. Είχε και μπίρα. Και λουκάνικα. Και κυβερνητικές υποσχέσεις κι εγκαίνια έργων. Από όλα είχε. Είχε, όμως και ΠΑΟΚτσήδες. Αλλά γι αυτούς, θα πω πολλά, εκεί που πρέπει: greek-football.blogspot.com

Όσο για τις υποσχέσεις, αύριο. Σήμερα είναι η μέρα του διαστήματος της φαντασίας. Η πραγματικότητα ας περιμένει.

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2006

Απουσία...

Κάποιος, στη δουλειά, κοπιάρισε τον σκληρό μου δίσκο, μέσω του δικτύου και τον άφησε σε κοινή θέα. Νοιώθω βιασμένος. Συγνώμη, αλλά θα απουσιάσω για μερικές ημέρες.

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2006

Η ΦαΠΑ του ΦΠΑ


Οι σχέσεις μου με τις δημόσιες υπηρεσίες είναι, όπως όλων των Ελλήνων. Κακές. Αποφεύγω, όπως ο διάολος το λιβάνι (παρένθεση: Έχει δει κανείς το διάολο να αποφεύγει το λιβάνι; Αν ναι, ας ποστάρει ένα σχόλιο σχετικό κι ένα λινκ να το δω κι εγώ –κλείνει η παρένθεση) να πηγαίνω σε εφορίες, δημοτολόγια, ΔΟΥ, ΤΕΒΕ, ΤΣΠΕΑΘ, ΚΕΠ, ΚΚΕ, ΚΚΕ μ-λ, Λ-ΚΚΕ-Μ κι άλλες δημόσιες υπηρεσίες.

Έλα, όμως, που το βιβλιάριο αποδείξεων παροχής υπηρεσιών είχε λήξει… Προσπάθησα, είναι η αλήθεια, να βισματώσω τον αδελφό μου, να κάνει αυτήν τη δουλειά για μένα. Αλλά ήταν αδύνατο να τον πείσω. Υποσχέθηκα, αρχικά, να του δώσω το πρόγραμμα μετατροπής αρχείων σε mp3, πέρασα σε ένα τραπέζι με ψάρια στο Μαϊάμι (σ.b. ψαροταβέρνα με μεγάλα ψάρια και ακόμη μεγαλύτερους λογαριασμούς στη Θεσσαλονίκη), σε μια τηλεόραση 32΄΄, σε μια δίμετρη ξανθιά Τσέχα μπέιμπι σίτερ, αλλά του κάκου. Ο αδελφός μου ήταν αμετάπειστος.

-Εγώ με την εφορία δεν μπλέκω! Να πας εσύ!

Το ξέκοψε. Είδα κι αποείδα, τι άλλο να έκανα, πήρα το δισάκι μου στον ώμο, με όλα τα δικαιολογητικά που μου είπε ο λογιστής μου κι έσυρα για την κοντινή ΔΟΥ.

Νέα παρένθεση: Τι μανία έχει το word να αλλάζει το ΔΟΥ σε ΔΥΟ δε λέγεται. Ακόμη κι αν ακυρώσεις την επιλογή, εξακολουθεί να σε αγνοεί και να κάνει το σωστό, λάθος. Επίσης, δεν αναγνωρίζει ως ορθογραφημένη τη λέξη «συνετρίβη». Του αρέσει το «συντρίφτηκε». Άντε τώρα να ακούσεις σε ειδήσεις να σου λένε ότι ο δορυφόρος Σμαρτ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαστήματος συντρίφτηκε στο φεγγάρι. Κλείνει η (νέα) παρένθεση.

Έφθασα στη ΔΟΥ , που από δω και στο εξής θα την αποκαλώ Εφορία επειδή βαρέθηκα να αλλάζω το Υ με το Ο, γύρω στις 10. Θεώρησα ότι ήταν καλή ώρα να κάνω τη δουλειά μου ως τις 2 και να συνεχίσω την παραγωγική μέρα μου. ΧΑ!

Επλανήθην πλάνην οικτράν. Γιατί η ουρά τύλιγε το κτίριο της Εφορίας δυο φορές. Γιατί στην ουρά περίμεναν άνθρωποι μιας ηλικίας (και μιας υπομονής) που, όποτε έφθαναν στον προορισμό τους, θεωρούσαν υποχρέωσή τους πρώτα να στολίσουν τους υπαλλήλους για την ταλαιπωρία της αναμονής, έπειτα να ακούσουν τις δικαιολογίες («σήμερα έτυχε να αρρωστήσουν δυο συνάδελφοι, γι αυτό είμαστε έτσι») και στο τέλος να ρωτήσουν αυτό για το οποίο αρχικά ξεκίνησαν να πάνε στην εφορία.

Βλέπετε, όλα αυτά τα συνάντησα στις πληροφορίες. Πού να ΄ξερα…

Με τα πολλά, έφθασε η σειρά μου να ρωτήσω: «για ανανέωση αποδείξεων παροχής υπηρεσιών»;

Έδειξε με το χέρι του ένα χαρτί Α4. Διάβασα τα δικαιολογητικά τα οποία είχα, ήδη, μαζί μου.

-Μα, δε θέλω να μάθω τα δικαιολογητικά. Πού να πάω θέλω να μάθω.

-Στο γραφείο εισοδήματος κύριέ μου.

Έλα που η Εφορία εκτείνεται σε τρία διαφορετικά κτίρια… Κι όταν ξαναρώτησα, με αποπήρε:

-Θα δείτε τις πινακίδες!

Ντράπηκα. Έπρεπε να το ξέρω. Μάζεψα την πληγωμένη μου περηφάνια και περπάτησα προς τις πινακίδες.

Βρήκα το εισόδημα. Ήταν, ήδη, 11. Μία ώρα είχε περάσει στο ντούκου. Ο νεαρός που θα με εξυπηρετούσε ήταν ευγενικότατος. Μου ζήτησε τα δικαιολογητικά. Τα έδωσα (είχα φροντίζει δυο μέρες πριν να πάω στο ΙΚΑ και να πάρω δήλωση ότι… δεν απασχολώ υπαλλήλους, να βγάλω φωτοτυπίες την νέα μου ταυτότητα –χωρίς το θρήσκευμα- την ακριβώς προηγούμενη μέρα, να έχω αγοράσει νέο δελτίο, να το έχω σφραγίσει με νέα σφραγίδα και να έχω μαζί μου το παλιό δελτίο). Τα κοίταξε. Κάτι πληκτρολόγησε στο κομπιούτερ και η περιπέτεια άρχισε:

-Δεν έχετε υποβάλει περιοδικές ΦΠΑ.

-Ναι, δεν έχω υποβάλει, επειδή δεν υπόκειμαι σε ΦΠΑ. Είμαι τάδε επαγγελματίας και δεν υπόκειμαι.

Με κοίταξε με ένα ύφος σα να έλεγε «καημένε μου… Πού να ξέρεις εσύ»…

-Και ποιος το λέει αυτό;

-Υπάρχει προεδρικό διάταγμα και εγκύκλιος του αρμόδιου υπουργού εδώ και έξι χρόνια!

Τι την ήθελα τη σιγουριά… Με αποστόμωσε:

-Εγώ δεν έχω τίποτα στα χέρια μου…

Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν έφταιγα εγώ γι αυτό. Κι ότι δεν ήταν δουλειά μου, τέλος πάντων, να ψάξω εγώ στην αλληλογραφία της υπηρεσίας, για να βρω μια προ εξαετίας εγκύκλιο.

-Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, χωρίς την εγκύκλιο, μου είπε.

Κατάλαβα ότι δε θα έκανα τίποτα χωρίς μέσον. Τηλεφώνησα σε έναν παλιό συμμαθητή, εφοριακό υπάλληλο, σε άλλη εφορία.

-Σ΄ αυτήν την εφορία ήταν ανάγκη να είσαι; Πάλι τα ίδια… Δεν ξέρουν για την εγκύκλιο. Πέρνα από δω, να σου δώσω μία.

Μάζεψα τα χαρτιά μου και πήρα το δρόμο για την άλλη εφορία. Βρήκα τον παλιό συμμαθητή και πήρα την περίφημη εγκύκλιο. Ετοιμαζόμουν να επιστρέψω στη δική μου εφορία όταν μου είπε:

-Άστο τώρα! Δεν προλαβαίνεις… Οι συναλλαγές με το κοινό σταματούν σε λίγο! Αύριο πάλι!

………………………………

Μέρα δεύτερη. Πάλι στον ίδιο υπάλληλο. Η ώρα ήταν –πάλι- δέκα. Έδωσα την εγκύκλιο και τα υπόλοιπα πιστοποιητικά. Τα εξέτασε κι εκεί που περίμενα να μου θεωρήσει το δελτίο και να πάω στην ευχή της Παναγιάς, με κατακεραύνωσε:

-Ωραία. Από δω και στο εξής, δε θα έχετε την υποχρέωση ΦΠΑ. Να πάτε, τώρα, στο ΦΠΑ, να πληρώσετε για τα προηγούμενα έτη!

-Μα αφού εδώ και έξι χρόνια δεν υπόκειμαι σε ΦΠΑ. Για ποιον λόγο να πληρώσω τώρα –και μάλιστα με πρόστιμο;

-Επειδή πριν επτά χρόνια είχατε καταβάλει ΦΠΑ…

-Μα τότε δεν ίσχυε η εξαίρεσή μου! Ισχύει τα τελευταία έξι χρόνια!

-Ναι, αλλά έπρεπε να αυτοεξαιρεθείτε!

Ιονέσκο! Δεν έβγαζες άκρη. Ακόμη κι ο Αραμπάλ είχε πιο κατανοητούς διαλόγους στα θεατρικά του… Ξαναπήγα στο «μέσον» μου, τον έφορο.

Με άκουσε με κατανόηση. Παραδέχτηκε ότι κανονικά θα έπρεπε η υπηρεσία να με εξαιρέσει, αλλά τότε δεν υπήρχαν κομπιούτερ κι όλα γίνονταν στο χέρι. Και, τέλος πάντων, να μην ανησυχούσα, να πήγαινα στον έλεγχο, στην κυρία Τάδε, να βεβαιώσει ότι δεν υπόκειμαι σε ΦΠΑ, για να τελειώσει η περιπέτεια.

Πήγα στην ελεγκτή. Μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο. Περίμενα, υπομονετικά, να τελειώσει. Όταν, μισή ώρα μετά, τελείωσε, ζήτησε συγνώμη «αλλά έχουμε κι έναν άνδρα κι ένα παιδί». Δέχτηκα τη συγνώμη της και είπα «τι στα κομμάτια, τουλάχιστον θα τελειώσω».

Της εξήγησα την κατάσταση. Της είπα ότι με στέλνει ο έφορος. Της είπα ότι ήθελα να βεβαιώσει πως ορθά δεν κατέβαλα ΦΠΑ επί έξι χρόνια, αφού ο νόμος με εξαιρούσε, μαζί με εκατοντάδες παρόμοιους επαγγελματίες. Το κατάλαβε. Αλλά δεν είχα τελειώσει…

-Θα ψάξω το φάκελό σας, για να βάλω σωστές ημερομηνίες στην έκθεσή μου και θα σας ειδοποιήσω. Έχετε κινητό;

Είχα. Το έδωσα (όχι το ίδιο, το νούμερο). Θα με καλούσε.

…………………………………………

Με κάλεσε στις 9 της επόμενης ημέρας. Ευτυχώς. Είχε συνεννοηθεί και με τον προϊστάμενό της, για το τι θα έγραφε. Μία ώρα αργότερα ήμουν στο γραφείο της και περίμενα να πάρω την έκθεσή της.

-Συντάξτε μία αίτηση…

-Ορίστε!;!;! Τι ήταν πάλι αυτό; Αίτηση για πιο πράγμα;

-Αίτηση ότι θέλετε να σας κάνουμε έλεγχο.

-Ναι, αλλά δεν θέλω! Εσείς μου κάνατε έλεγχο!

-Ναι, αλλά δεν μπορώ να δράσω αυτεπάγγελτα… Κάντε την αίτηση να τελειώνουμε…

Την έκανα την αίτηση. Αλλά δεν τελειώσαμε. Με την έκθεσή της στα χέρια και το μπιλιετάκι από τον έφορο, πήγα στον υπάλληλο τον οποίο είχα επισκεφθεί την πρώτη μέρα της περιπέτειας. Του έδωσα εγκύκλιο, έκθεση ελέγχου, μπιλιετάκι, και μ΄ έστειλε στο… ΦΠΑ!

-Από εκεί θα σας διαγράψουν, από τα κομπιούτερ κι έτσι θα μπορώ εγώ να δώσω εντολή για ανανέωση του δελτίου σας…

Δεν είχα πολλές επιλογές. Πήγα στο ΦΠΑ. Νέος τραγέλαφος!

-Και γιατί δεν καταβάλατε ως τώρα ΦΠΑ; Θα πρέπει να πληρώσετε και το πρόστιμο!

-Επειδή δεν υπόκειμαι σε ΦΠΑ. Ήδη παρέδωσα την εγκύκλιο στον άλλο υπάλληλο.

-Κι εγώ;

-Τι εσείς; Είστε μαλωμένοι; Δεν μπορείτε να του μιλήσετε να σας το βεβαιώσει; Έχει τοίχο ανάμεσά σας; Δεν έχετε το εσωτερικό του τηλέφωνο;

-Θέλω κι εγώ εγκύκλιο.

Πήγα στον προηγούμενο υπάλληλο. Του εξήγησα. Ευγενικά –είναι η αλήθεια- έβγαλε την εγκύκλιο από το αρχείο και μου την έδωσε. Βλέπετε, η εφορία δεν είχε φωτοτυπικό για την εξυπηρέτηση του κοινού (εμ, βέβαια. Κι ο τύπος που έχει από έξω το μαγαζί για φωτοτυπίες κλέφτης θα γίνει;) και πήγα για αντίγραφα.

Έβγαλα πέντε. Μπας και μου ζητούσαν κι άλλοι την περίφημη εγκύκλιο. Πήγα στο ΦΠΑ και μου ζήτησαν το αποτέλεσμα του ελέγχου. Κι όταν (ξανά με την ίδια διαδικασία) το έδωσα, άκουσα αυτό που δεν έπρεπε να ακούσω:

-Έπεσε το σύστημα!

-Να το σηκώσουμε! Να βάλουμε όλοι ένα χέρι να σηκωθεί!

Αμ δε γινόταν… Με είχε προδώσει το σύστημα. Αυτό το οποίο υπηρετώ με τόση θέρμη… Καθημερινά.

……………………………………

Ημέρα τέταρτη. Το σύστημα είχε σηκωθεί. Επιτέλους… Είχα παραδώσει όλα τα δικαιολογητικά. Είχα ό,τι έπρεπε. Είχα μοιράσει εγκυκλίους παντού. Ήμουν έτοιμος.

Πήγα στις 11 στην εφορία. Πρώτα στο ΦΠΑ. Πήρα τη βεβαίωση κι έπειτα βάδισα στο μητρώο, να δηλώσω ότι ήθελα… εξαίρεση ΦΠΑ. Παρά το ότι η ελεγκτής και ο έφορος βεβαίωναν ότι είχα ήδη εξαιρεθεί! Συμπλήρωσα δύο διαφορετικά έντυπα, βυσσινί χρώματος. Και, όταν πέρασα από την ουρά, σφραγίστηκα και εγκρίθηκα, ξαναβρέθηκα στον ίδιο υπάλληλο από όπου είχε αρχίσει η περιπέτεια.

Πήρε το δελτίο μου. Το σφράγισε (πλέον κολλούν ένα αυτοκόλλητο στην τελευταία σελίδα) και πήγε να το τρυπήσει.

Επέστρεψε ένα λεπτό αργότερα, με το δελτίο ατρύπητο.

-Η πόρτα…

Κοιτούσε το πάτωμα. Ήταν κόκκινος. Είτε από ντροπή, είτε επειδή θα έσκαγε στα γέλια.

Τι είχε συμβεί; Η πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν η μηχανή που τρυπάει τα δελτία, είχε σφηνώσει! Θα έπρεπε να την ανοίξει κάποιος τεχνίτης –ή να τη σπάσει κάποιος χωρίς υπομονή. Το πήρα απόφαση. Επέστρεψα μια μέρα αργότερα.

……………………………………………

Ημέρα πέμπτη. Η πόρτα άνοιξε. Το δελτίο τρυπήθηκε. Μπορούσα, πλέον, να πληρωθώ, ως επαγγελματίας και να μην αποδώσω ΦΠΑ, όπως είχε αποφασίσει ένας υπουργός κι είχε εγκρίνει ένας Πρόεδρος Δημοκρατίας, προ εξαετίας.

Ομολογώ ότι οι υπάλληλοι της εφορίας μου φέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Ήταν πρόσχαροι, ευγενικοί (αν εξαιρέσουμε τον κύριο στην υποδοχή) και άκουγαν την περιπέτεια και τα παράπονά μου με κατανόηση.

Όμως αυτό το τέρας της γραφειοκρατίας, που ζει στις δημόσιες υπηρεσίες, είναι σα τη Λερναία Ύδρα. Κόβεις ένα κεφάλι και βγαίνει άλλο.

Μια απλή ερώτηση: Πόσο δύσκολο είναι να μπω στο Ίντερνετ, να πληκτρολογήσω και να πάρω το περίφημο αυτοκόλλητο και να το κολλήσω μόνος μου; Πόσο δύσκολο είναι η εγκύκλιος για το ΦΠΑ να φθάσει σε όλες τις εφορίες και να πρωτοκολληθεί ΚΑΙ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΙ αμέσως; Να τη γνωρίζουν όλοι και να τη δέχονται; Να εξαιρούμαι από το ΦΠΑ με μια βεβαίωση; Και η εξαίρεσή μου να καταγράφεται αμέσως στην ηλεκτρονική μου μερίδα κι έτσι να τελειώνει η περιπέτειά μου γρήγορα;

Ζητάω πολλά;

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2006

Άυπνος στο προάστιο


Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Έξω είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Προχώρησε προς τη μπαλκονόπορτα. Τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει και γέμιζαν με ένα πορτοκαλί φως το δωμάτιο.

Πάλι δεν τον έπιανε ύπνος. Αυτό γινόταν συνέχεια τελευταία. Με το που έδυε ο ήλιος, εκείνος λες και ξυπνούσε στη στιγμή. Χωρίς να έχει κουραστεί στο ελάχιστο, γεμάτος ενέργεια, μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ή, τουλάχιστον, έτσι αισθανόταν.

Περπάτησε ως το σαλόνι. Στον καναπέ καθόταν εκείνη. Είχε αρχίσει να νυστάζει. Την είδε να σηκώνεται και να βαδίζει, αργά, προς την κρεβατοκάμαρα. Πέρασε από μπροστά του, αμίλητη. Πήγε και ξάπλωσε.

Έμεινε να την κοιτάζει από το άνοιγμα της πόρτας. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έκλεισε τα μάτια της. Τι όμορφη που ήταν… Με ένα κοντό νυχτικό, στη ζέστη των τελευταίων ημερών του καλοκαιριού, αποκοιμήθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.

Ατυχία… Πάλι θα περνούσε αυτές τις ώρες μόνος. Βασανιστικά. Να έβλεπε τηλεόραση; Μπα…

Βγήκε στο μπαλκόνι. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Ησυχία. ΟΙ δρόμοι έρημοι. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Ξαναμπήκε στο διαμέρισμα. Αποφάσισε να ντυθεί και να κάνει μια βόλτα.

Μέσα σε λίγα λεπτά περπατούσε στους δρόμους του προαστίου. Τόση ώρα και δεν είχε συναντηθεί με κανέναν. Μόνον μια αγέλη αδέσποτα σκυλιά του έκοψε, κάποια στιγμή, το δρόμο. Κι εκείνα, μόλις τον συνάντησαν, έφυγαν ουρλιάζοντας.

Έστριψε από τη γωνία. Από απέναντι περπατούσε ένα ζευγάρι. Ερχόταν προς το μέρος του. Χαμογέλασε. Η κοπέλα του έριξε μια ματιά. Είδε στα μάτια της τον οίκτο. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ο νεαρός ούτε καταδέχτηκε να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Έφθασε στην παραλία. Η θάλασσα, σκοτεινή, απλωνόταν μπροστά του. Κάλυπτε τα πάντα. Έχασκε, σα μια τεράστια μαύρη τρύπα. Σκέφτηκε να βγάλει τα παπούτσια του και να περπατήσει στα ρηχά νερά. Του φάνηκε καλή ιδέα. Το έκανε.

Δεν αισθάνθηκε τη δροσιά. Όσο καιρό τώρα ταλαιπωρούνταν από αυτές τις αϋπνίες, δεν αισθανόταν το παραμικρό. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Δεν έτρωγε. Δεν έπινε τίποτα.

………………………………

Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Όλη τη νύχτα περπατούσε, από δω κι από κει. Είχε καθίσει, για αρκετή ώρα, σε ένα παγκάκι, κοιτώντας προς τον ουρανό. Τέλος, είχε πάρει την απόφαση να επιστρέψει στο σπίτι του.

Έμπαινε από την είσοδο όταν την άκουσε στην κουζίνα. Ετοίμαζε καφέ. Ένα φλιτζάνι, μόνο για εκείνη.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Άφησε τον καφέ της και το σήκωσε. Ήταν μια φίλη της. Την ρωτούσε πώς ήταν.

«Μόνη», την άκουσε να λέει. «Είναι άδειο το σπίτι χωρίς εκείνον». Έβαλε τα κλάματα.

Έκλεισε το τηλέφωνο και κάθισε στον καναπέ του σαλονιού. Παράτησε τον καφέ μπροστά της. Σκούπισε τα δάκρυά της. Άπλωσε το χέρι της και πήρε τη φωτογραφία του. Την κοίταξε και την πήραν, πάλι, τα δάκρυα.

«Πού μ άφησες», την άκουσε να λέει. «Τόσο νέος… Τόσο νέος»…

Φάνηκε να τα χάνει. Προσπάθησε να της φωνάξει, ότι ήταν εκεί, μπροστά της. Ότι απλά, έπασχε από αϋπνίες. Αλλά δεν έβγαινε φωνή από το στόμα του. Δεν μπορούσε καν να την πλησιάσει. Λες και μπροστά του ξετυλιγόταν ένα όραμα κι όχι η εικόνα της γυναίκας την οποία αγαπούσε τόσο πολύ.

Την είδε να σηκώνεται και να ψάχνει να βρει ρούχα, στη ντουλάπα, να ντυθεί. Φόρεσε μαύρα. Ένα μαύρο φουστάνι. Τον παραξένεψε. Αποφάσισε να την ακολουθήσει, να δει που θα πήγαινε.

………………………………………………

Την είδε να περνάει την πύλη του νεκροταφείου. Έτρεξε πίσω της. Στάθηκε δίπλα της, όταν εκείνη κάθισε ακίνητη, κλαίγοντας, μπροστά από ένα μνήμα. Έσκυψε να δει. Πάνω στο μάρμαρο, ήταν η φωτογραφία του…