
Τους πλησίασε ο Ιορδάνης:
"Τι θα γίνει, κύριοι; Μεγάλη Πέμπτη σήμερα. Θα βγάλουν το Χριστό σε λίγο, θα τον σταυρώσουν κι εσείς, ακόμη θα παίζετε..."
"Και τι σε κόφτει εσένανε; Δε φέρνεις κανένα ούζο, με μεζέ; Τίποτα νηστίσιμο... Ελίτσες, ταραμά, τέτοια πράγματα"...
Δεν το άντεξε ο Θανάσης. Έσβησε το τσιγάρο του, έψαξε στη μέσα τσέπη του σακακιού το πακέτο, για ν΄ ανάψει άλλο ένα -ποτέ, όμως, με την κάφτρα του προηγούμενου, αλλά μόνον με τον αναφτήρα του (αναφτήρα τον έλεγε, με φι) κι αργά-αργά, γύρισε στους ταβλαδόρους.
"Ρε σεις... Ακόμα κι οι Ρωμαίοι που παίξανε στα ζάρια το χιτώνα του, το μετανοιώσανε μετά... Τι ψυχή θα παραδώσετε";
Μανώλης και Κώστας σταματήσανε τα τσάκα-τσούκα, παρατήσανε τα ζάρια και κοιτάξανε ο ένας τον άλλον.
"Δίκιο έχει", μίλησε πρώτα ο Κώστας. Ο Μανώλης έκλεισε, με θόρυβο, το τάβλι και, δήθεν πικαρισμένος, ρώτησε τον Θανάση:
"Και τι θα κάνουμε, μαθές, για να περάσει η ώρα; Ε; Γέροι άνθρωποι; Να δούμε τηλεόραση; Μπας κι έχει τίποτα το σαχλοκούτι; Κάτι αηδίες, για να μην πω την άλληνε τη λέξη, που λένε οι νέοι και μου πεις, πάλι, ότι είναι Μεγάλη Πέμπτη"...
"Να πάτε να βάψετε αβγά, ρε... Αυτό να κάνετε"...
"Αυτά είναι για τις γυναίκες, ρε Θανάση! Κοτζαμάν άνδρες, γερομπαμπαλήδες, να βάφουμε αβγά; Πού ακούστηκε";
"Να πάτε να βοηθήσετε τις γυναίκες σας. Να τις ξεκουράσετε. Ακούστε με εμένα! Έτσι δεν έδινα σημασία, έτσι ερχόμουνα για το ουζάκι μου κι εκείνη μαράζωνε στην κουζίνα της. Κι από το μαράζι το πολύ, με άφησε"...
Βούρκωσαν τα μάτια του Θανάση. Είχε χρόνια που την είχε χάσει, αλλά ούτε που την είχε ξεχάσει λεπτό. Κάθε τόσο, με κάθε ευκαιρία, τη μνημόνευε την κυρα-Ευθαλία. Και μόλις τη θυμότανε, άναβε άλλο ένα τσιγάρο. Μόνο που τώρα, το είχε, ήδη, ανάψει. Και το κρατούσε στα δυο δάχτυλα, ανάμεσα από δείκτη και μέσο, του δεξιού του χεριού. Μ΄ εκείνα τα δάχτυλα που ήταν, πια, κίτρινα, από τη νικοτίνη.
Δε μίλησαν οι άλλοι δύο. Τι να πουν; Αυτοί τις είχαν τις γυναίκες τους και γερνούσαν μαζί τους, ήσυχα κι όμορφα. Τράβηξαν τις καρέκλες κοντά στο τραπέζι του Θανάση κι έγνεψαν στον Ιορδάνη:
"Άντε ρε Ιορδάνη, φέρε και σε μας από εκείνο το κοριοζούμι που πίνει ο Θανάσης, το ουίσκι, να νοιώσουμε κι εμείς αέρα Λονδίνου"!
"Πού να νοιώσετε εσείς", είπε, τάχα πειραγμένος, ο Θανάσης. "Είδατε εσείς την Τραφάγκλαρ σκουέρ; Είδατε κόκκινα λεωοφορεία; Δεν είδατε"!
"Πού να τα δούμε, ρε συ Θανάση; Άντε, εσύ που τα ΄δες, για πε μας τα να τα μάθουμε κι εμείς'.
Κι άρχισε να εξιστορεί, το πώς έφτασε στο Χίθροου, πώς τον παρέλαβε ο γιος και τον έβαλε στο μαύρο ταξί, που έμοιαζε με νεκροφόρα και δεν ήθελε να ξαναμπεί, πώς κατέβηκαν στο μετρό και νόμιζε ότι κατέβαινε να βρει τον εξαποδώ, πώς τον πήγε σε κάτι κήπους, που ο βοτανικός της Αθήνας έμοιαζε με την αυλή της κυρα-Λένας, που είχε ένα σπιτάκι τόσο δα, πίσω από την εκκλησία...
Κι έτσι πέρασε κι εκείνη η Μεγάλη Πέμπτη, κι ούτε άκουσε τα 12 Ευαγγέλια, γιατί δεν ήθελε πια. Γιατί τα άκουγε εκείνη και τα σιγομουρμούριζε, μαζί με τον παπά. Γιατί ήξερε "όλα τα γράμματα απ' έξω κι ανακατωτά" και τέτοιες μέρες η θύμησή της ανασταίνονταν, μαζί με το Χριστό. Κι είναι σκληρό, όταν πάρεις την απόφαση πως ο άνθρωπός σου έφυγε, να τον ανασταίνεις μέσα σου. Γιατί μόνον ο Χριστός τα κατάφερε να αναστηθεί. Ο Χριστός κι ο Λάζαρος. Κι αυτός ο τελευταίος, δεν ξαναμίλησε ποτέ. Τέτοιο ήταν το σοκ που έπαθε.
Αυτά σκεφτόταν κι άναβε κι άλλο τσιγάρο...
Συνεχίζεται...
Σχόλια
νταξ ???????
καλημέρα διαστηματα μου !
χχχχχχχχχχχχχχχ
κάπως έτσι θα σκέφτεται και ο κυρ θανάσης...
Επίσης! Να είσαι γερή και τυχερή -και πάντα ερωτεύσιμη!
;-)
@ maya
Μια τενοντίτιδα με ταλαιπωρεί... Να δούμε. Καλημερούδια!
@ ria
Αληθώς ο κύριος! Ναι, έτσι θέλω να πιστεύω...
@ Κωστης Γκορτζής
Ευχαριστώ Κωστή μου, να γεράσουμε όμορφα!