Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Επιτέλους, Ανάσταση!

«Άντε! Η καμπάνα χτύπησε»!
Ο κυρ – Ανδρέας στεκόταν, εδώ και ώρα, στην είσοδο του διαμερίσματος. Με το καινούργιο του κοστούμι, την άσπρη λαμπάδα στα χέρια, τη γραβάτα του δεμένη στην εντέλεια, φρεσκοπλυμένος, φρεσκοσιδερωμένος, σαν έτοιμος από καιρό. Είχε βάλει κι ένα κόκκινο αβγό στην τσέπη, που το είχε διαλέξει επιμελώς, όχι πολύ μικρό, ούτε πολύ μεγάλο, ούτε σουβλερό, αλλά στρόγγυλο. Με μια, μόνον, έγνοια: Να σπάσει τα αβγά όλων των υπολοίπων.

Αν ήταν δυνατόν, θα είχε ξεκινήσει εδώ και ώρα για την εκκλησία. Δεν του άρεζε καθόλου που όλοι έτρεχαν, στις 12 παρά δέκα στην εκκλησία και, με το που ακουγόταν το «Χριστός Ανέστη» τρέχαν να προλάβουν τη μαγειρίτσα. Δεν μπορούσε, όμως, να κάνει διαφορετικά, από τότε που παράτησε το χωριό, για να ζήσει στην πόλη, στο σπίτι του γιου του, του Μανώλη.
Πολλές φορές είχε πει να τον αφήσουν στην ησυχία του, εκεί στο χωριό του, εκεί που γεννήθηκε, που μεγάλωσε, που έζησε πολέμους και κατοχές. Εκεί που συγχωρέθηκε η γριά του και την έθαψαν, παρά τις θέλησες και τις επιθυμίες της, στο νεκροταφείο μαζί με όλους.
Γιατί εκείνη, η κυρα – Λένη, ήθελε να ταφεί στο καπνοχώραφο. «Το καπνοχώραφο μου ΄δωσε φαγί, το καπνοχώραφο έκαμε τον Μανώλη μου γιατρό, το καπνοχώραφο μας ανέστησε. Το καπνοχώραφο θε να μας πάρει, όταν μας καλέσει ο Θεός και κλείσουμε τα μάτια μας», έλεγε.
Όταν, όμως, ο κυρ – Ανδρέας, ο Ανδρίκος της, προσπάθησε να τους πείσει να τη θάψουν στο καπνοχώραφο, χτύπησε σε ντουβάρια. Πρώτος και καλύτερος ο παπα – Βασίλης:
«Μα είναι πράματα αυτά; Να θάβουμε τον κόσμο στα καπνοχώραφα; Δε θα ησυχάσει η ψυχούλα της»!
Άδικα προσπαθούσε ο κυρ – Ανδρέας να τους πείσει ότι ήταν επιθυμία της. Και πως, αν δεν τη θάβανε στο χωράφι της, λίγο το ΄θελε να σκάψει, με τα χέρια της, να βρουκολακιάσει, να βγει έξω και να τους κυνηγάει όλους!
Όταν, λοιπόν, συγχωρέθηκε η γριά του, τον πήραν, σχεδόν σηκωτό, από το χωριό, για την πόλη. Και, κάθε Ανάσταση, είχαν το ίδιο βιολί:
Ο κυρ – Ανδρέας ντυνότανε, ετοιμαζότανε, από νωρίς – νωρίς. Με το που άκουγε την πρώτη καμπάνα, άρχιζε τις προσταγές. Και με το που πήγαιναν στην εκκλησία, τα παρακάλια:
«Τώρα που θα πει, με το καλό, ο παπάς το Χριστός Ανέστη, εμένα αφήκετέ με εδώ. Να φχαριστηθώ και λίγη εκκλησία, που με μαζεύετε σαν το μωρό και με βάζετε να φάγω τη μαγειρίτσα»!
«Πάλι τα ίδια, ρε πατέρα; Μόνος σου θα φας, μετά; Τα παιδιά είναι μικρά, δεν αντέχουν ως το τέλος της εκκλησίας! Θα πάμε να φάμε όλοι μαζί»!
Τα λόγια του γιου του είχαν μια βάση λογική. Κι ο κυρ – Ανδρέας αναγκαζόταν να πειστεί. Και βρισκόταν, μαζί με όλους, το γιο, τη νύφη –τη Μαρία- την εγγόνα του, την αδυναμία του, την Ελενίτσα –που είχε και το όνομα της γριάς του- και τον εγγονό, τον Κώστα –που πήρε το όνομα του αδικοχαμένου πατέρα της Μαρίας, και γι αυτό τον αγαπούσε δέκα φορές. Κι ήταν τα μάτια του μικρού, που τον κάρφωναν στα δικά του, αυτά που δεν μπορούσε να δει –γι αυτό έλεγε «εντάξει», έστω και με βαριά καρδιά.
Έτσι και φέτος. Πήγαν, την τελευταία στιγμή, στην εκκλησία. Είπε ο παπάς το «Χριστός Ανέστη», έπεσαν τα βαρελότα, φοβήθηκε η Ελενίτσα, έκανε τον θαραλέο (αν και χτυπούσε δυνατά και γρήγορα, σαν του σπουργιτιού η καρδούλα του) ο Κωστάκης και, με το που φιλήθηκαν σταυρωτά και τσούγκρισαν τα αβγά –με νικητή τον παπού- έδωσε το σύνθημα ο Μανώλης:
«Πάμε για τη μαγειρίτσα»;
Εκεί ήταν που στήλωσε τα πόδια ο κυρ – Ανδρέας:
«Αφήκετέ με εμένα! Πάντε εσείς, με τα παιδιά. Να νοιώσω και λίγη Πάσχα… Και λίγη εκκλησία»…
Κι εκεί που περίμενε πάλι την γκρίνια, πάλι την άρνηση και τα μάτια του Κωστάκη να τον καρφώνουν, ένοιωσε το χέρι του μικρού στην παλάμη του.
«Θα πάμε κι εμείς με τον παπού»!
Γύρισε και είδε τον μικρό, ξαφνιασμένος. Κρατούσε τη λαμπάδα του, λίγος κρόκος από το αβγό του είχε καθίσει στο χνουδάκι κάτω από τη μύτη του, αλλά φαινόταν αποφασισμένος. Πριν καταλάβει καλά-καλά ο κυρ – Ανδρέας τι γινότανε, άκουσε και τη φωνή της Ελενίτσας:
«Καλά λέει ο Κώστας. Να πάτε εσείς στο σπίτι, να ετοιμάσετε κι εμείς θα κάτσουμε με τον παπού, να ακούσουμε λίγη εκκλησία»!
Πιο πολύ, όμως, είχε ξαφνιαστεί ο Μανώλης. Κάτι πήγε να πει, άνοιξε το στόμα του, αλλά τον έκοψε η Μαρία:
«Πάμε αγάπη μου… Άσε τα παιδιά στον παππού και πάμε. Θα έρθουν αργότερα. Άμα κουραστούν». Κι έπειτα, στράφηκε στον κυρ – Ανδρέα: «Εντάξει πατέρα»;
Έλαμπε ολόκληρος ο κυρ – Ανδρέας. Μεσ’ στη χαρά, άρπαξε τα εγγόνια του, έδωσε και τη λαμπάδα, να ΄χει τα χέρια ελεύθερα, να πιάνει τα παιδιά και τράβηξαν, κόντρα στο ρεύμα, προς την εκκλησία.
Κάθισαν ως το τέλος. Ούτε κουράστηκαν τα εγγόνια του, ούτε τίποτα. Κι όπως γυρνούσαν, στο σπίτι, μετά την Ακολουθία, γύρισε και τα ρώτησε, νοιώθοντας και λίγο τύψεις:
«Δεν κουραστήκατε, βρε; Δε νυστάξατε»;
«Κοιμηθήκαμε το μεσημέρι, βρε παππού! Κι ήταν ωραία! Δίκιο είχε η μαμά, που είπε να σου κάνουμε αυτό το δώρο»!
Κοντοστάθηκε ο κυρ – Ανδρέας:
«Η Μαρία»;
Πήρε το λόγο η Ελενίτσα:
«Η μαμά»!
«Μα… γιατί»;
«Γιατί, λέει, εσύ της έκανες το πιο μεγάλο δώρο, με το να δεχτείς να βαπτίσουν τον Κωστάκη με αυτό το όνομα… Κι ας ήθελες να ακούσεις το δικό σου. Κι αξίζεις, είπε, τα πιο καλά δώρα, τα πιο ακριβά, γιατί μας ανέχεσαι κι είσαι, συνέχεια, με το χαμόγελο»…
Στον υπόλοιπο δρόμο δεν μίλησαν. Εκείνο το βράδυ –τι βράδυ, δηλαδή, που ήταν, ήδη, ξημέρωμα», ο κυρ – Ανδρέας φίλησε τη νύφη του σταυρωτά, με δάκρυα στα μάτια. Έβγαλε έναν χρυσό σταυρό, εκείνον που φορούσε η γριά του και τον έβαλε στα χέρια της. «Ευχαριστώ», της είπε.
Ήταν η δική του Ανάσταση.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2008

Λουλουδάτο φόρεμα

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, επί οκτώ χρόνια, έκλαιγε η Αθανασία. Λες και είχε έναν δικό της άνθρωπο, πεθαμένο, μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Λες κι οι καμπάνες ακούγονταν για δικό της νεκρό.
Το κλάμα της άρχιζε βουβό, από το πρωί. Κι ύστερα, όσο η μέρα περνούσε, όσο πήγαινε από τον έναν Επιτάφιο στον άλλον, γινόταν λυγμός. Ώσπου, το βράδυ, στα Εγκώμια, δεν είχε άλλο δάκρυ. Στέρευαν τα μάτια της κι έμενε εκεί, να κοιτάζει τον ξύλινο, στολισμένο με λουλούδια, Επιτάφιο.
Μόλις 28 χρονών ήτανε η Αθανασία. Όμως φορούσε μαύρα, εδώ και οκτώ χρόνια. Ήταν 20, τότε. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, τότε. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα, με πράσινα και κίτρινα λουλούδια. Εκείνη τη μέρα δεν έβρεχε. Είχε ήλιο. Κι ήταν ευκαιρία, να το φορέσει –κι ας ήταν κοντομάνικο.
Η μάνα της φώναζε: «Θα κρυώσεις»! Μα ποιος την άκουγε… Έβαλε το λουλουδάτο φόρεμα κι έτρεξε στο Νίκο.
Αχ, ο Νίκος… Ο μεγάλος έρωτας… Ο σχολικός. Από παιδιά ήταν μαζί. Μόλις επτά χρονών, όταν εκείνος έσκυψε και τη φίλησε, για πρώτη φορά. Στην αλάνα. Πίσω από τα παρκαρισμένα φορτηγά, που είχαν κρυφτεί τα δυο τους, παίζοντας κρυφτό με τα άλλα παιδιά.
Και μεγάλωσαν μαζί. Και μπήκαν μαζί στο Πανεπιστήμιο. Και πήραν, μικροί-μικροί, την απόφαση. Στα 20 τους, Χριστούγεννα, αρραβωνιάστηκαν.
Οι γονείς τους, δεν είχαν καμία αντίρρηση. Ίσα-ίσα, που το χάρηκαν. «Είδες, που φοβόσουνα» της είχε πει ο Νίκος, με μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της και τον φίλησε, απαλά, στο στόμα. Πόσο χαζή ήταν, που φοβήθηκε τι θα πουν οι δικοί της.
Όλα μέλι, όλα ζάχαρη. Περάσανε έτσι, τέσσερις μήνες. Κι ήρθε το Πάσχα. Αγόρασε το λουλουδάτο φόρεμα. Και, τη Μεγάλη Παρασκευή, το φόρεσε για να πάει στους επιτάφιους. Έτσι έκανε από μικρή.
Μεσημεράκι, πια, έφθασε στο μαγαζί του Νίκου. Ψιλικατζής ήταν ο καλός της. Ευγενικός, πρόθυμος, το καμάρι των γονιών του κι ο αγαπημένος της γειτονιάς. Μπήκε μέσα, με τον αέρα του φορέματος και του χαμογέλασε.
Εκείνος, έδινε τα ρέστα σε έναν πελάτη. Την κοίταξε, σφύριξε έτσι όπως σφυρίζουν οι άντρες όταν δουν μια γυναίκα που αξίζει να της σφυρίξουν και της χαμογέλασε κι εκείνος.
«Θα πάμε»;
«Ξέρω γω, μωρέ Νίκο… Αργά δε θα είναι; Θα είσαι και κουρασμένος»…
«Ούτε να το σκέφτεσαι»…
Του είχε πει να πάνε στο μοναστήρι, στην Αγία Αναστασία. Είχε ακούσει πως εκεί, είναι υπέροχα στην περιφορά. Κόσμος πολύς, με κεριά στα χέρια –το μοναδικό φως, αυτό και των αστεριών. Όμως τώρα, το ξανασκεφτόταν.
Με τα πολλά, ο Νίκος την έπεισε. Πήραν και τους γονείς της, εκείνη έριξε μια ζακέτα πάνω από το λολυλουδάτο φόρεμα, μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν.
Ήταν έξω από τη Νέα Ραιδεστό, όταν είδαν τα φώτα. Το λουλουδάτο φόρεμα γέμισε αίματα. Έκανε να περπατήσει τρεις μήνες. Δεν κατάφερε να πάει στις κηδείες των γονιών της και του Νίκου. Το παιδί χάθηκε… Πριν γνωρίσει τον κόσμο… Της είπαν πως ήταν τριών μηνών, πως δεν είχε, ακόμη, σχηματιστεί, πως, πως, πως… Όλα αυτά, δε μετρίασαν τον πόνο της.
Από τότε φορούσε τα μαύρα. Στην εκκλησία δεν ξαναπήγε. Μόνον κάθε Μεγάλη Παρασκευή, έτρεχε από επιτάφιο σε επιτάφιο. Κι έκλαιγε. Από το πρωί, ως το βράδυ…
Κι ας επέμεναν οι γονείς του Νίκου. Ας την είχαν πάρει δίπλα τους, σαν παιδί τους. «Τι θα πει σαν… Παιδί μας είσαι», έλεγε και ξανάλεγε ο μπάρμπα – Κώστας, ο πατέρας του Νίκου. Κι ας την έσπρωχνε, με το ζόρι, να βγει έξω, να διασκεδάσει. Να γνωρίσει «ένα καλό παιδί, να, σαν το Νίκο μας», της έλεγε κι έβαζε τα κλάματα ο μπάρμπα – Κώστας. Και το ΄λεγε με την καρδιά του -το ήξερε εκείνη.
Αλλά και η Θοδώρα, η μάνα του Νίκου, την είχε αγκαλιάσει από την πρώτη στιγμή. Εκείνη σταματούσε τον άντρα της: «Όταν θελήσει, η Αθανασούλα μας, θα βρει μόνη της το καλό το παιδί! Άσ’ τον παιδί μου, γέρασε και ξεκούτιανε», έλεγε κι έκανε πως τον μάλωνε…
Έτσι κι εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή. Μετά από οκτώ χρόνια. Πήρε τους δρόμους –και τους επιτάφιους.
Εκεί, στον Άγιο Στυλιανό, δεν είχε πολύ κόσμο. Κάποιες γριές κάθονταν στα στασίδια. Παιδιά έπαιζαν στην αυλή. Και μέσα, ένας μεσόκοπος προσκυνούσε. Κανείς άλλος.
Πλησίασε τον Επιτάφιο. Έσκυψε να προσκυνήσει.
«Δεν κάνεις καλά, που κρατιέσαι μακριά μου»!
Τραβήχτηκε απότομα. Στράφηκε πίσω της. Την κοιτούσε κατάματα. Ψηλός, αδύνατος, με ένα βλέμμα γλυκό, μέλι… Της φάνηκε ότι τον είχε ξαναδεί, μια – δυο φορές, στη γειτονιά. Της φάνηκε πως αγόραζε τσιγάρα, από το ψιλικατζίδικο. Αλλά δεν ήταν σίγουρη.
Έμεινε να τον κοιτάζει –δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήξερε, καν, αν μιλούσε σ΄ εκείνη. Όταν της ξαναμίλησε, σιγουρεύτηκε:
«Φτάνει τόσο… Έλα κοντά μου. Έλα μαζί μου»…
Κι ύστερα γύρισε προς την έξοδο. Βγήκε στο προαύλιο. Εκεί που έπαιζαν τα παιδιά.
Η Αθανασία, τον ακολούθησε με το βλέμμα της. Τον είδε να χάνεται στο φως του μεσημεριού. Στα αυτιά της έφθαναν, πια, μόνον οι φωνές των παιδιών.
Πήρε ένα λουλούδι από τον Επιτάφιο. Βγήκε στην αυλή. Άρχισε να περπατάει προς το σπίτι. Το είχε πάρει απόφαση. Αύριο, Μεγάλο Σάββατο, θα πήγαινε να αγοράσει ένα φόρεμα. Ένα λουλουδάτο φόρεμα.

Η φωτογραφία είναι του Νίκου Ζερβονικολάκη, Μεγάλη Παρασκευή, στην Τήνο

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου


Η φωτογραφία δική μου, από την Αερόπολη της Μάνης.
Posted by Picasa

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Σαράντα κόκκινα αβγά


Μέτρησε πάλι τα αβγά της: Δύο, τέσσερα, έξι, δέκα, είκοσι, σαράντα… Σαράντα… Τόσα είχε παραγγείλει. Τόσα έβαφε, κάθε χρόνο.
Η κυρά-Σωσώ έσιαξε το μαντήλι της (το φορούσε πάντα κι ας την έλεγαν παλιάν καιρίσια), ανασήκωσε κι άλλο τα μανίκια και έβαλε τη χύτρα στη φωτιά.
Κάθε χρόνο έβαφε 40 αβγά. Ένα για κάθε μέρα νηστείας. Κι όλα κόκκινα. Όχι μπλε, πράσινα, πιτσιλωτά, με ραβδώσεις, όπως έκαναν οι φιλενάδες της.
Οι φιλενάδες της… Όσες είχαν απομείνει στη ζωή. Γιατί η κυρά-Σωσώ, μπορεί να μην ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά η ζωή στο χωριό ήταν δύσκολη. Και, μόνη της καθώς ήταν, από τα 42 της, που έχασε τον Άγγελό της, τον άνθρωπό της, όπως έλεγε κάθε τόσο, έπεσαν τα βάρη του σπιτιού πάνω της. Και κύρτωσε. Κι «έσπασε». Και γέρασε. Κι έκανε παρέα με όλες τις γριές της γειτονιάς. Κι εκείνες, η μία μετά την άλλη, πήγαιναν να συναντήσουν το δημιουργό τους.
Δυο είχαν απομείνει, όλες κι όλες. Η Μαριάνθη και η Γαρουφαλιά.
Η Μαριάνθη ήταν, ακόμη, νέα. Μεγαλύτερη από την κυρά-Σωσώ, αλλά μπροστά στις άλλες, ήταν παιδούλα.
Η Γαρουφαλιά ήταν η μεγαλύτερη από όλες. Στο χωριό έλεγαν ότι τα ΄χε πατημένα τα 100, ότι ζούσε από την εποχή του Μεγαλέξανδρου, ότι κρατούσε την κορδέλα στα εγκαίνια του Λευκού Πύργου –κι άλλα τέτοια. Εκείνη τα ήξερε –και χαμογελούσε. Έκανε ότι πειράζονταν, έλεγε ένα ξερό «για δε μ αφήνετε ήσυχη! Άντε! Βρομόπαιδα!» και έμπαινε στο σπιτικό της με εκείνο το περπάτημα που θύμιζε καράβι σε θαλασσοταραχή: Μια δεξιά, μια αριστερά κι όλο ίσια…
Ξαναμέτρησε τα αβγά της. Σαράντα… Θα τα έβαφε, θα τα γυάλιζε κι έπειτα θα έβαζε μπροστά τα τσουρέκια. Δεν τα πετύχαινε όπως η Μαριάνθη, αλλά της γίνονταν αφράτα και τα εγγόνια της τα καταβρόχθιζαν πριν προλάβεις να πεις κύμινο.
Έριξε τη βαφή στο τσουκάλι. Κι όταν άρχισε να κοχλάζει το νερό, έριχνε, ένα-ένα, τα αβγά. Τις καινούργιες βαφές, αυτές με το κρύο νερό, δεν τις είχε εμπιστοσύνη. Μια φορά είχε πάρει κι είχε κάνει τα αβγά της μ αυτές και της βγήκαν «σαν κατουρημένα». Το είχε πει ο Βασιλάκης, ο γιος της Γιωργίας, της κόρης της Γαρουφαλιάς και της άρεσε. Αν κι έκανε ότι προσβλήθηκε και του ΄ριξε μια σφαλιάρα στο κεφάλι, δήθεν πειραγμένη.
Είχε τελειώσει με τα αβγά. Σηκώθηκε στις μύτες, να πιάσει το λάδι από το περβάζι του τζακιού. Τότε ένοιωσε τον πρώτο πόνο. Δεν έδωσε σημασία. Πήρε το λάδι κι έπιασε να γυαλίζει τα αβγά της.
Εκεί στο πέμπτο θα ήτανε, όταν ο πόνος ξανάρθε. Διπλώθηκε στα δυο. Έκανε να βγει στην αυλή, να φωνάξει στη γειτονιά. Δεν μπορούσε. Βρέθηκε στο πάτωμα. Γέμισαν τα μάτια της δάκρυα, που τέτοια χρονιάρα μέρα δε θα κατάφερνε να φτιάξει τα τσουρέκια της. Κι ας τα ΄φτιαχνε η φιλενάδα της καλύτερα.
Γύρισε προς το εικονοστάσι. Είδε ότι είχε ξεχάσει να ανάψει την καντήλα.
«Σώσε με Χριστέ μου και δεν θα την ματαξεχάσω», μουρμούρισε.
Ο πόνος δυνάμωνε. Αισθάνθηκε όλα να σκοτεινιάζουν…
Οι κερασιές είχαν ανθίσει νωρίς φέτος. Είχε βοηθήσει κι ο καιρός. Περπάτησε ανάμεσά τους. Είδε τις φιλενάδες της, καθισμένες στις ρίζες της, να κουτσομπολεύουν και να γελάνε.
«Εδώ είστε εσείς»;
Γύρισαν και την κοίταξαν.
«Πάρε σκαμνάκι…»
Πήρε. Κάθισε δίπλα τους.

Στο χωριό είχαν να το λένε. Οι τρεις φιλενάδες φύγαν μαζί, την ίδια μέρα, με ένα λεπτό η μία από την άλλη.
«Ο Θεός κάλεσε την κλάση τους», σχολίασε ο Βασιλάκης, ο γιος της Γιωργίας, ο εγγονός της συγχωρεμένης της Γαρουφαλιάς. Κι η μάνα του, του ριξε μια σφαλιάρα στο κεφάλι, όπως η κυρά-Σωσώ. Περισσότερο για να τον πειράξει. Και δάκρυσε. Δάκρυσε κι ο Βασιλάκης, που τις αγαπούσε και τις τρεις, σα γιαγιάδες του.
Κι ύστερα, γέλασαν. Με δάκρυα. Όπως γίνεται πάντα στις κηδείες, στα χωριά…

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Η κακιά η ώρα - Όλα εδώ πληρώνονται

Από εκεί που βρισκόταν τα έβλεπε όλα. Ο Θάνος έμπαινε και ξανάμπαινε, βίαια, στην Τίνα. Εκείνη φαινόταν πολύ αδύναμη, για να προβάλει κάποια αξιόλογη αντίσταση. Κάτι προσπαθούσε να κάνει, αλλά τα χέρια της έπεφταν στο πλάι, ξεψυχισμένα.Ο Γιώργος έκανε ένα βήμα πίσω...

...η συνέχεια με ένα κλικ εδώ.

Βλέπετε, από σήμερα, "Η Κακιά η Ώρα" αποκτά το δικό της χώρο. Για να συνεχίσουμε να τα λέμε, πού και πού, από τα "Διαστήματα", χωρίς να "σπάει" ο ειρμός της.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Καινούργιο κοσκινάκι...

Έπεσε δουλειά. Έπεσε κι αυτό και δεν προκάμω... Αλλά η ιστορία, ιστορία. Υπόσχομαι επεισόδιο μέσα στο Σαββατοκύριακο!

ΥΓ. Τώρα θα μου πείτε τι το θες το αυτό. Ένα πείραμα κάνω. Η νεκροψία θα δείξει.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

Η κακιά η ώρα - Παλιοί λογαριασμοί

Περίληψη προηγουμένων: Γιώργος και Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών αντίστοιχα, προσπαθούν να φορτώσουν σε ανύποπτο πρεζόνι το θάνατο της Ντίνας Παπαθεοδώρου, κόρης του κυβερνητικού βουλευτή Θεόφιλου. Ο επιθεωρητής Παντάκης, που ερευνά την υπόθεση γνωρίζει (πράγμα που αγνοούν οι υπόλοιποι) ότι το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα πριν βρεθεί στις ρόδες του αυτοκινήτου του Γιώργου. Πίσω από το εμπόριο ναρκωτικών φέρεται αναμεμιγμένος ο πολιτικός εχθρός του βουλευτή, επιχειρηματίας Κώστας Χατζηαναγνώστου, ο οποίος συνδιαλέγεται με το Θάνο. Ο Γιώργος ξεφορτώνεται το τζιπ με το οποίο παρέσυρε την κοπέλα, την ίδια στιγμή που ο επιθεωρητής Παντάκης αναζητά στοιχεία στο περιβάλλον της και ανακαλύπτει ότι ήταν υιοθετημένη.


Αισθανόταν ανάλαφρος. Σα να περπατούσε πάνω σε σύννεφα. Είχε φύγει αυτό το βάρος από πάνω του. Είχε δώσει το τζιπ στο Γύφτο και, πλέον, οι σχέσεις του με το Θάνο θα ήταν, πάλι, μέλι και ζάχαρη. Χαμογελούσε. Περπατούσε στους δρόμους του Δενδροποτάμου και χαμογελούσε. Οι τσιγγάνοι κοιτούσαν τον μπαλαμό με το ακριβό κοστούμι και το χαμόγελο. Έσκυβαν, ο ένας στον άλλον και ψιθύριζαν.
Κάποια τσιγγανόπουλα έπαιζαν με ένα ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο. Ένα καθόταν στη σκωροφαγωμένη σέλα και τα άλλα το έσπρωχναν. Το ποδήλατο δεν είχε πετάλια, ούτε αλυσίδα. Μόνο ρόδες και σκελετό.

Από μια παράγκα ακουγόταν τσιφτετέλια. Ξεχώρισε τη φωνή του Παϊτέρη, από το cd player. Θυμήθηκε τον πατέρα του. Εκείνος, βέβαια, άκουγε Αγγελόπουλο. Τον μεγάλο, τον Μανώλη. Όχι το γιο. «Τα μαύρα μάτια σου», και κάτι άλλα, «ψυχοπονιάρικα», όπως τα έλεγε ο γέρος του.
Έξω από την παράγκα, δυο κορίτσια, ντυμένα με τα τσιγγάνικα, πολύχρωμα φορέματα, χόρευαν. Το ένα θα ήταν δε θα ήταν δώδεκα χρονών, αλλά κουνιόταν υπέροχα. Καθώς περπατούσε, κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της.
Μια γριά τσιγγάνα, στην είσοδο της παράγκας, τον κοίταξε άγρια. Στράφηκε αλλού, του έφυγε και το χαμόγελο και τάχυνε το βήμα του.
Τότε κατάλαβε πού βρισκόταν.
Σε λίγο είχε βγει από τις παράγκες και βάδιζε στους δρόμους με τα σπίτια. Εδώ έμεναν άλλου είδους τσιγγάνοι. Σπιτωμένοι. Με δουλειές –του ποδαριού, βέβαια, αλλά δουλειές. Με παιδιά σε σχολεία. Αυτοί που ίδρυσαν συλλόγους, ομάδες, που παίρνουν μέρος στις εκλογές, που φωνάζουν για γκετοποίηση και ίσα δικαιώματα.
Σε αυτά τα σπίτια μένει κι ο Θανάσης, ο Γύφτος, που είχε ανοίξει τις δουλειές με τους Βούλγαρους, με τα αυτοκίνητα μαϊμούδες. Όμως οι ρίζες του ήταν στις σκηνές και τις παράγκες κι εκεί είχε το μαγαζί του. Εκεί που η αστυνομία έμπαινε δύσκολα. Και για να μπει, περνούσε πρώτα από χαρακώματα και φυλάκια.

Την ώρα που περνούσε από ένα φυλάκιο –μια καβάτζα δίπλα σε μια αυλή, με μια πολυθρόνα γραφείου, μαζεμένη από τα σκουπίδια, ένα τραπεζάκι και ένα τασάκι πάνω του, ο φρουρός –ένα αγόρι γύρω στα δέκα- έβγαλε ένα κινητό τηλέφωνο από την τσέπη και σχημάτισε έναν αριθμό. Έδωσε αναφορά στον αρχηγό της συμμορίας του, ότι ο μπαλαμός, που είχε φέρει το τζιπ, έφευγε από την περιοχή τους.

Ο Γιώργος βγήκε στον κεντρικό δρόμο. Βρήκε, αμέσως, ταξί. Μπήκε μέσα:

«Ελαιώνες»!

Σε κανένα 20λεπτο θα ήταν στο σπίτι του Θάνου. Επιτέλους, είχε ξεφορτωθεί το τζιπ και μπορούσαν να αρχίσουν την επιχείρηση.

---------------------

Ο Παντάκης στεκόταν σαστισμένος. Είχε, μπροστά του, ένα χαρτί και το κοιτούσε, ξανά και ξανά. Εκείνη την ώρα μπήκε στο γραφείο του η Πρήχα.
«Τι έγινε»;

«Δε χτυπάς ποτέ, εσύ»;

«Όταν μπαίνω στο γραφείο κάποιου ανώτερού μου… Λοιπόν»;
«Λοιπόν, μπλέξαμε…»
«Τι ενοείς»;

«Δες και μόνη σου»!
Της πρότεινε το χαρτί. Εκείνη το πήρε, με μια απότομη κίνηση κι άρχισε να διαβάζει μουρμουρίζοντας ακατάληπτα. Σε κάποια στιγμή, είπε δυνατά:
«Ωραία! Ο μισός επιχειρηματικός κόσμος της Θεσσαλονίκης και το ένα τρίτο της Βουλής και της κυβέρνησης»!
«Τι περίμενες»;
«Μα καλά, έναν φίλο εκτός πολιτικής, εκτός επιχειρήσεων, δεν είχε αυτό το κορίτσι»;
«Και να είχε, κυρία γενικe, δε μας το λένε»…
«Πιστεύεις ότι κάτι κρύβουν»;

«Ίσως ναι. Ίσως, πάλι, δε θέλουν δημοσιότητα. Να μαθευτεί ότι ένας κυβερνητικός βουλευτής, είχε μια κόρη υιοθετημένη, χωρίς να το ξέρει κανείς –ή σχεδόν κανείς- και κάποιος τη μαχαίρωσε, την έσερνε με ένα αυτοκίνητο κι έπειτα την πέταξε στη θάλασσα με τσιμενταρισμένα άκρα. Για μπες στη θέση τους»…

«Δεν ξέρω, Μίλτο. Εγώ στη θέση τους θα σκύλιαζα, για να βρω ποιος σκότωσε το παιδί μου».
«Το υιοθετημένο σου παιδί»;

«Ναι, γιατί όχι; Για να υιοθετήσει, κάποιος, Παντάκη, πάει να πει ότι θέλει να γίνει γονιός. Ότι δεν έγινε από τύχη, μια νύχτα που τους είχαν κόψει το φως, ή, επειδή δεν έβρισκε προφυλακτικά. Αλλά έγινε γονιός επειδή το ήθελε και δεν είχε άλλον τρόπο»!
«Εντάξει, εντάξει… Με έπεισες. Αλλά πες μου, τώρα, εσύ, έναν τρόπο να αρχίσω»…

«Γι αυτό πληρώνεσαι από τον δημόσιο κορβανά, Παντάκη! Για να βρεις έναν τρόπο να αρχίσεις, να συνεχίσεις και να τελειώσεις»!

«Κοίτα, Κατερίνα… Θα πρέπει να ενοχλήσω διάφορους»…

«Ενόχλησε όποιον θέλεις. Ο υπουργός είναι ενημερωμένος. Και ζήτησε…»
«…ξέρω, ξέρω… Να μπει το μαχαίρι στο κόκαλο, να χυθεί άπλετο φως, να λάμψει η αλήθεια… Έχω κι εγώ τηλεόραση στο σπίτι μου, κυρία γενικέ»…
«Δεν περίμενα ότι την ανοίγεις, Παντάκη»…

«Καμιά φορά… Όταν είμαι μόνος τις νύχτες»…

«Δηλαδή, δεν την κλείνεις και ποτέ σου»…

«Μμμμ! Μ αρέσει! Δηλητήριο! Είχα καιρό να το νοιώσω»…

«Άσε τους θεατρινισμούς! Ως το βράδυ θέλω κάτι. Ακούς»;

«Όπως διατάξατε»!
«Αδιόρθωτος… Σαν τον»…
Σταμάτησε απότομα. Σαν τον Κώστα, θα έλεγε. Αλλά αυτή ήταν μια ιστορία που την πονούσε. Μια ιστορία που πονούσε, ακόμη περισσότερο τον Μίλτο.
Σαν τον Κώστα, θα έλεγε. Ο Μίλτος είδε να περνάει από μπροστά του, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, όλη εκείνη η νύχτα: Η Ελένη, ο Κώστας, εκείνος ο ψυχασθενής που είχε μακελέψει ό,τι έβρισκε σε θηλυκό, η αυτοκτονία, η εισβολή, ο βίαιος θάνατος ενός δολοφόνου… Φωνές, φασαρία, πυροβολισμοί, ένα ταχύπλοο του λιμενικού με πάνοπλους άνδρες των ΕΚΑΜ, το πτώμα της Ελένης με τα μάτια ορθάνοιχτα στο κενό, το διάτρητο πτώμα του δολοφόνου, η τρύπα στον κρόταφο του Κώστα, το ξεραμένο αίμα…
«Παντάκη, περιμένω αποτελέσματα»…

Η φωνή της Κατερίνας δεν ήταν σκληρή. Αντίθετα. Σα να έτρεμε.
Ο Μίλτος πήρε το χαρτί και βγήκε στο διάδρομο. Στην ανοιχτή πόρτα του γραφείου του, η γενική διευθύντρια της αστυνομίας τον παρακολουθούσε με το βλέμμα της. Της φώναξε:

«Σε τέσσερις ωρίτσες θα έχεις ό,τι θες! Παίρνω τον Θεοδοσίου μαζί μου»!

Άνοιξε μια πόρτα στο διάδρομο. Η επιγραφή έγραφε: Υποδιεύθυνση Εγκλημάτων Κατά της Ζωής. Ο Θεοδοσίου, ένας νεαρός, ψηλός, μελαχροινός, με μυώδες κορμί, είχε τα πόδια του πάνω στο γραφείο και διάβαζε εφημερίδα. Τινάχθηκε όρθιος με το που είδε τον προϊστάμενό του. Ο Παντάκης τον κοίταξε κι έπειτα έκανε, δήθεν αυστηρά:

«Παντελή, τσακίσου! Φόρα πιστόλι, σακάκι και πίσω μου»!

«Μάλιστα»!

Ο νεαρός ασφαλίτης πήρε το πιστόλι του, που ήταν περασμένο σε μια πλαστική θήκη με σκρατς και λουριά και το φόρεσε, κάτω από τη μασχάλη του. Με γρήγορες κινήσεις άρπαξε το σακάκι του και ακολούθησε τον προϊστάμενό του στο διάδρομο.


---------------

Ο Θάνος μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι. Βρήκε την Τίνα να κοιμάται στον καναπέ του σαλονιού, με μια μικροσκοπική φούστα και μια μπλούζα που άφηνε να φαίνεται ο αφαλός της. Έβγαλε σακάκι και παντελόνι, με αργές κινήσεις. Ύστερα πλησίασε την μικρή. Τη γύρισε μπρούμυτα. Εκείνη ήταν πολύ μαστουρωμένη για να αντιδράσει.
Ο Θάνος κοίταξε αριστερά του, στο τραπεζάκι του σαλονιού. Υπήρχαν, ακόμη, υπολείμματα κόκας. Χαμογέλασε. Της κατέβασε το εσώρουχο. Η Τίνα καταλάβαινε, πια, τι γινόταν. Προσπάθησε να συγκρατήσει το εσώρουχό της. Δεν είχε δύναμη. Ο Θάνος της το έσχισε βίαια. Το πέταξε στο πάτωμα κι έβγαλε και το δικό της εσώρουχο.
Εκείνη προσπαθούσε, πλέον, να τον χτυπήσει. Μάταια. Δεν είχε την παραμικρή αντοχή. Δεν μπορούσε, καν, να σφίξει τις γροθιές της.

«Κάτσε ήσυχη, μωρή πουτάνα»!

Τη χτύπησε στο κεφάλι. Η Τίνα ζαλίστηκε περισσότερο. Τα πάντα σκοτείνιασαν. Τα χέρια της παράλυσαν κι έπεσαν στο πλάι. Ο Θάνος της ανασήκωσε τους μηρούς. Μπήκε βίαια μέσα της, φωνάζοντας:

«Έτσι»!


--------------

Το ταξί του Γιώργου σταματούσε έξω από το σπίτι του Θάνου, στους Ελαιώνες. Ο Γιώργος κατέβηκε κι είδε την μπέμπα του Θάνου παρκαρισμένη όπως – όπως, από έξω. Ανέβηκε σιγά τα σκαλιά κι άνοιξε με τα κλειδιά του. Πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα, άκουσε φασαρία από το σαλόνι:
«Κάτσε ήσυχα μωρή πουτάνα»!

Ήταν η φωνή του Θάνου. Πλησίασε αργά, προς το σαλόνι. Πάγωσε…

Συνεχίζεται…



Ο πίνακας Gypsy Lady είναι του Giuseppe Tampieri

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Η κακιά η ώρα - Η κυρία

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος, βαποράκι ναρκωτικών, παρασέρνει, με το τζιπ του, την κόρη του κυβερνητικού βουλευτή Παπαθεοδώρου. Με το φίλο του Θάνο, ντίλερ ναρκωτικών, την πετούν στη θάλασσα, αλλά το πτώμα εκβράζεται στην ακτή. Ο ιατροδικαστής διαπιστώνει ότι η κοπέλα ήταν νεκρή –από μαχαιριές- πριν το τροχαίο. Γιώργος και Θάνος, με τη βοήθεια της φίλης του πρώτου, Τίνας, σχεδιάζουν να το φορτώσουν σε κάποιο ανύποπτο πρεζόνι –χωρίς να έχουν ιδέα για το μαχαίρωμα. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας της νεκρής, παραδέχεται, μιλώντας στον αστυνομικό επιθεωρητή Παντάκη ότι είχε προηγούμενα με τον επιχειρηματία –και παράγοντα ποδοσφαίρου- Κώστα Χατζηαναγνώστου. Ο Χατζηαναγνώστου είναι ο άνθρωπος πίσω από την «εταιρία» του Θάνου. Ο Παντάκης, χωρίς να το γνωρίζει, αποφασίζει να μιλήσει με τους γονείς της νεκρής – η οποία ήταν υιοθετημένη.

Η Ελένη Παπαθεοδώρου καθόταν στον καναπέ, ακριβώς απέναντι από τον Παντάκη. Τα μεγάλα γαλάζια μάτια της ήταν κόκκινα, σα να έκλαιγε πριν λίγο. Ο βουλευτής στεκόταν πίσω της, όρθιος. Και οι δυο κοιτούσαν τον Παντάκη σαν παρείσακτο. Πρώτος μίλησε ο Παπαθεοδώρου.
«Επιθεωρητά, απορώ. Για ποιο λόγο θέλατε να μας δείτε; Δε φθάνουν όσα τραβήξαμε»;
«Την κυρία ήθελα να δω, κύριε βουλευτά. Με ΄σας τα είπαμε…»
«Η Ελένη είναι κουρασμένη»…
Ο τόνος της φωνής της Ελένης Παπαθεοδώρου, δεν έδειχνε κούραση. Αλλά ούτε κι οδύνη:
«Εντάξει, Θεόφιλε… Δυο κουβέντες μπορώ να της πω στον επιθεωρητή».
Δεν είχε γυρίσει προς το μέρος του. Μίλησε με το κεφάλι σκυμμένο, χωρίς να τον κοιτά. Αντίθετα, έστρεψε το βλέμμα της στον Παντάκη και τον κοίταξε κατάματα:
«Λοιπόν»;
«Λοιπόν, προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε κάποια στοιχεία που να μας οδηγήσουν στο δράστη»…
«Δεν έχετε ιδέα, λοιπόν»…
«Ακριβώς… Το ξέρω ότι είναι άσχημο να παραδεχόμαστε κάτι τέτοιο, αλλά δε θα ήθελα να σας κοροϊδέψω».
«Ούτε κι εγώ θα το ήθελα, επιθεωρητά. Τη Ντίνα δεν τη γέννησα, αλλά ήταν το παιδί μας. Κάποιος σκότωσε το παιδί μας και θέλω να πληρώσει γι αυτό»!
Τα μάτια της πετούσαν σπίθες. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι έλεγε αλήθεια. Όμως ο Παντάκης δεν είχε πεισθεί ακόμη. Πήρε βαθιά ανάσα και ρώτησε:
«Είχε εχθρούς η Ντίνα, κυρία Παπαθεοδώρου»;
«Τι εχθρούς να έχει ένα παιδί; Η Ντίνα ήταν, ακόμη, παιδί, κύριε… Αλήθεια, δε μου πάει το ‘επιθεωρητής’. Πώς να σας φωνάζω»;
«Επιθεωρητή Παντάκη»…
«Πολύ καλά… Επιθεωρητή Παντάκη… Η Ντίνα, λοιπόν, ήταν παιδί. Κι ως εκ τούτου, δεν είχε εχθρούς».
«Και φίλους»;
«Τι εννοείτε»;
«Φίλους… Σε ποιους κύκλους σύχναζε, με ποιους έβγαινε… Τέτοια πράγματα»…
«Υποψιάζεστε κάποιον από τον κύκλο μας, δηλαδή»;
«Δεν μπορώ να αποκλείσω κάποιον από τον κύκλο σας»…
«Οι φίλοι της Ντίνας είναι πρώτης τάξεως»…
«Δεν αμφιβάλω. Αλλά πάλι, θα ήθελα να ξέρω πού να βαδίσω. Κυρία μου, η κόρη σας δολοφονήθηκε άγρια. Κάποιος τη μαχαίρωσε και, έπειτα, την πέταξε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου που περνούσε από την περιοχή. Ή την μετέφερε κάπου και την πέταξε σε κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Αλλά ήταν νεκρή, όταν έγινε αυτό. Το μαχαίρι, δεν είναι όπλο που χρησιμοποιείται σε εκτελέσεις. Είναι όπλο εραστών, ή συγγενών. Επίσης, είμαστε σίγουροι ότι η κόρη σας δεν αντιστάθηκε»…
«Αρκετά»!
Είχε μπει στην κουβέντα ο Παπαθεοδώρου. Αλλά και πάλι, η σύζυγός του ήταν αυτή που, με ιδιαίτερη ψυχραιμία, έδωσε το λόγο στον Παντάκη:
«Δε χρειάζεται Θεόφιλε. Ο κύριος επιθεωρητής κάνει, απλά, τη δουλειά του. Θα το υποστούμε κι αυτό… Λοιπόν, επιθεωρητά, η Ντίνα είχε τέσσερις φίλους και δύο φίλες. Γνωστοί από τα χρόνια του γυμνασίου. Αυτή ήταν η παρέα της. Τα παιδιά, όλα πλούσιων οικογενειών, αναγκαστικά, δεν είχαν άλλες παρέες. Καταλαβαίνετε… Πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν τη φιλία της, αλλά είχαμε μάθει στην Ντίνα να είναι εκλεκτική. Για να προστατευθεί. Για εκείνη»…
«Μπορώ να έχω ονόματα και διευθύνσεις»;
«Φυσικά. Αλλά θα μου κάνετε μια χάρη. Την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, θέλω να τη μάθω πρώτη, από εσάς. Μην με αφήσετε να τη διαβάσω στα ταμπλόιντ, ή να την δω στις μεσημεριάτικες εκπομπές».
«Θα σας ενημερώσω προσωπικά»…


------------------


Ο Γιώργος πάρκαρε το τζιπ έξω από το συνεργείο του Θανάση του γύφτου, στο Δενδροπόταμο. Ήταν κοινό μυστικό ότι ο Θανάσης δεν ασχολούνταν με επιδιορθώσεις, αλλά με διαλύσεις. Διέλυε σε κομμάτια τα αυτοκίνητα που του πήγαιναν τα κλεφτρόνια και, παλιότερα, τα πουλούσε έτσι, ως ανταλλακτικά, στις μάντρες των ανθρώπων του. Πλέον οι δουλειές είχαν ανοίξει. Έστελνε τα κομμάτια στο Σαντάνσκι κι εκεί, οι Βούλγαροι συνεργάτες του, έφτιαχναν ολοκαίνουργια αυτοκίνητα, με αλλαγμένους τους αριθμούς του σασί και της μηχανής. Μεταποίηση… Η αρχή της ελεύθερης οικιακής οικονομίας…
Μέσα στο συνεργείο δούλευαν, πυρετωδώς, τέσσερις νεαροί. Με τις οξυγονοκολλήσεις στα χέρια, έκοβαν πόρτες, μπάρες, ουρανούς, καπό, σασί… Το μαγαζί άστραφτε στις λάμψεις του οξυγόνου. Σπίθες πετάγονταν δεξιά-αριστερά.
Ο Γύφτος βγήκε από το γραφείο του –έναν χώρο του μαγαζιού, χωρισμένο με τζάμια. Φορούσε μια βρόμικη μπλε φόρμα εργασίας και σκούπιζε τα χέρια του με ένα στουπί. Ήταν κοντός, χοντρός και βρόμικος. Χαμογέλασε στο Γιώργο:
«Αφεντικό; Πώς από δω»;
«Γεια σου Θανάσαρε άρχοντα»!
Έδωσαν τα χέρια.
«Έμπα στο γραφείο. Έλα, να μιλήσουμε ήσυχα. Τσαμπούκαρε μέσα»!
Ο Γιώργος μπήκε πρώτος κι ο Γύφτος τον ακολούθησε. Ένας νεαρός τσιγγάνος καθόταν στον παλιό καναπέ, που ήταν καλυμμένος με ένα παλιό, κόκκινο και βρόμικο ριχτάρι.
«Γκιτ μπουρντά, Σερίφ! Έχουμε να μιλήσουμε»!
Στην προσταγή του Γύφτου, ο νεαρός σηκώθηκε, ράθυμα, έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα στον Γιώργο και βγήκε στο μαγαζί. Πήγε κι έπιασε κουβέντα με έναν από τους εργάτες.
«Κάτσε»!
Ο Γιώργος, που δεν είχε, ακόμη, σκουπίσει το χέρι του, μετά τη χειραψία, κοίταξε ερευνητικά τον καναπέ. Μπορούσε να δει τη βρόμα να κόβει βόλτες στο ριχτάρι. Αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να προσβάλει τον Γύφτο, αν ήθελε να γίνει η δουλειά του. Εποίησε την ανάγκη φιλοτιμία και κάθισε.
«Για πες»…
«Θανάση, ήρθα για δουλειά»…
«Εμ, για τι θα ερχόσουνα στο Δενδροπόταμο; Για βεγγέρα; Χε χε»!
«Θέλω να ξεφορτωθώ το τζιπ»…
«Ποιο τζιπ; Αυτό που είναι απέξω»;
«Ναι»…
«Κλεμμένο το ΄χεις, μπρε»;
«Όχι, αγορασμένο, κανονικά. Με άδειες και φορολογικές ενημερώσεις».
«Σκατά! Αν ήταν κλεμμένο, πιο εύκολα θα την κάναμε τη δουλειά»…
«Ε, καλά τώρα… Αν ήταν κλεμμένο, τα ίδια θα μου έλεγες»…
Ο Γύφτος γέλασε.
«Άντε χαλάλι! Να σου δώκω πέντε χιλιάρικα, να στο πάρω, μπρε»…
«Ρε συ Θανάσαρε… Σοβαρολογείς; Πέντε χιλιάρικα; Ξέρεις πόσο κάνει»;
«Όσο και να κάνει, Γιωργάκη, εγώ κομμάτια θα το κάνω και σε κομμάτια θα το πουλήσω. Και θα στο σβήσω, κι όλας. Γιατί, για να το πουλάς εσύ, μπρε, πάει να πει ότι καίει. Σωστά»;
Έτσι ήτανε… Σωστά τα έλεγε ο Γύφτος. Κι ο Γιώργος ξανάνοιωθε φυλακισμένος, όπως όταν τον πίεζε ο Θάνος.


Συνεχίζεται…

Ο πίνακας Dinner Alone είναι του Fred Gibbons