Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

Η χαμένη τιμή του ελληνικού κινηματογράφου

(συνέχεια από το προηγούμενο...)

Πολλές φορές στο παρελθόν ο ελληνικός κινηματογράφος είχε την ευκαιρία του. Πολλές φορές ο κόσμος τον αγκάλιασε, πίστεψε, γέμισε τις αίθουσες. Αλλά όλο κάτι γινόταν και ο κόσμος έφυγε.
Τελευταία, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν κατάφερε να ακολουθήσει τα διεθνή στάνταρ. Κι όχι επειδή δεν είχε σκηνοθέτες με όραμα. Αλλά επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για να γίνουν ταινίες θεαματικ
ές, που, κακά τα ψέματα, είναι της μόδας. Σκεφτείτε ότι, για μια σκηνή λίγων λεπτών, με τα καρυκεύματα να στροβιλίζονται, στην "Πολίτικη Κουζίνα", ή η διέλευση των Μιράζ στις ¨Σειρήνες στο Αιγαίο¨, κοστίζουν κάτι εκατομμύρια ευρώ!
Η πρώτη μου επαφή με τον ελληνικό κινηματογράφο έγινε στην Κομοτηνή. Κινηματογράφος Ποάλα, θερινός (από τη μία) και χειμερινός (από την άλλη πλευρά του δρόμου). Πρώτη ταινία, την οποία θυμάμαι σαν όνειρο, μια με το Σταυρίδη. Μία σκηνή είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου: Ο Σταυρίδης παρακολουθεί έναν τρελό, να μιλάει με ένα μυρμήγκι. "Ό,τι και να κάνεις, θα σε φάει ο σπούργος", λέει ο τρελός. Ο Σταυρίδης πλησιάζει το περβάζι με τα μυρμήγκια, κοιτάζει από ψηλά και, με τη χαρακτηριστική του φωνή, επαναλαμβάνει: "Το ακούς μέρμηγξ; Θα σε φάει ο σπούργος"!
Άγνωστο για ποιο λόγο, ήμουν τεσσάρων χρονών, αλλά αυτή η σκηνή έμεινε αποτυπωμένη στη μνήμη μου.
Η επόμενη επαφή με τον ελληνικό κινηματογράφο, έγινε δύο χρόνια αργότερα. Στη Δαδιά Έβρου. Παραθέριζα σ αυτό το υπέροχο μέρος, δίπλα στην προστατευόμενη, από τη συνθήκη Ραμσάρ, περιοχή, όταν διαπίστωσα ότι, κάθε Σαββατοκύριακο, η πλατεία του χωριού μετατρέπονταν σε... σινεμά! Με έκπληξη είδα ένα στρατιωτικό όχημα (χρειάστηκαν 20 χρόνια για να μάθω ότι λεγόταν "Καναδέζα") να φθάν
ει στην πλατεία. Τρεις φαντάροι κατέβασαν μία μηχανή προβολής και ξύλινους πάγκους. Έστησαν ένα πανί στον απέναντι τοίχο και, με το που έπεσε το σκοτάδι, άρχισε η προβολή της ταινίας "Της Κακομοίρας".
Κι έπειτα ήρθε η τηλεόραση. Ο ελληνικός κινηματογράφος απέκτησε μέρα: Σάββατο. Ώρα: 9 το βράδυ. Και κανάλι: ΥΕΝΕΔ. Εκεί γνώρισα τον υπέροχο ελληνικό κινηματογράφο και δημιουργούς όπως ο Σακελάριος, ο Δαλιανίδης, ο Λάσκος, ο Τσιφόρος.
Στα 16 μου γνώρισα το Χόλιγουντ. Τα "Σαγόνια του Καρχαρία" και τον "Ε.Τ". Άρχισα να παραμελώ τον ελληνικό κινηματογράφο, ώσπου είδα το "Θίασο". Κατάλαβα ότι υπήρχε κι άλλο σινεμά.
Στριμώχθηκα στην ουρά για να δω Τάσιο. Ξαγρύπνησα για να παρακολουθήσω το "Ναι μεν Αλλά" στην ΕΡΤ. Και έμεινα με το στόμα ανοικτό όταν έπεσαν οι διακ
όπτες στην ταινία του Αλευρά "Πέφτουν οι Σφαίρες σαν το Χαλάζι κι ο Καλλιτέχνης Αναστενάζει", για την περίφημη σκηνή του θηλασμού. Ο ελληνικός υπαρκτός σοσιαλισμός είχε κάνει το θαύμα του: Πρώτα, διάλεξε μια ταινία στην τύχη. Έπειτα, την πρόβαλε στην τηλεόραση, σε ώρα που, σήμερα, λέμε πράιμ τάιμ. Και τέλος, την έκοψε στη μέση, αφήνοντας την εικόνα μαύρη, κατάμαυρη, πίσσα.
Στο μεταξύ είχα γνωρίσει και τον Νικολαϊδη, με είχε γλυκάνει η "Συμμορία" του, είχα σφυρίξει στο ρυθμό των "Κουρελιών" του. Απογοητεύτηκα με τους "Απέναντι", χασμουρήθηκα με το "Μετέωρο Βήμα του Πελαργού", αλλά του έβγαλα το καπέλο στο "Λιβάδι που Δακρύζει".
Ξαναμπήκα σε μούλτιπλεξ για τις "Σειρήνες στο Αιγαίο". Απλά χαμογέλασα με τις απόπειρες του Καφετζόπουλου και του Λαζόπουλου. Τους κατέταξα μόλις ένα σκαλί πάνω από τους Ρέπα-Παπαθανασίου και το Σέιφ Σεξ τους. Όλοι τους, φυλακισμένοι στη μικρή οθόνη, lcd ή tft, δεν έχει σημασία. Γέλασα με το "Γέλιο βγήκε από τον Παράδεισο", αλλά μου έδωσε την εντύπωση της τηλεταινίας. Της καλογυρισμένης, έξυπνης τηλεταινίας. Κάτι σαν τις "Μέλισσες τον Αύγουστο".
Δεν κατάφερα να δω, ακόμη, τον "Ελ Γκρέκο". Θα στεναχωρηθώ όταν δω τον Μουστάκα, που δεν είναι, πια, μαζί μας, αλλά θα δώσω άλλη μία ευκαιρία.
Έχουν περάσει 27 χρόνια από τότε που άρχισα να βλέπω σινεμά, για το σινεμά. Έχω δει χιλιόμετρα σελιλόιντ να περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Και, πλέον, με φόβο Θεού και γνώση ψυχής, υπογράφω: Η "Θεία από το Σικάγο" είναι μία από τις καλύτερες ταινίες που έχω δει στη ζωή μου!
Αναλυτικά, για την ταινία αυτή -και για τις ελληνικές αγαπημένες μου- σε επόμενο ποστ.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Λάμψη! Φώτα! Κάμερες! Κόσμος! Σταρ!

Εεεεεεπ! Σταρ; Ποιος σταρ; Ο Μάλκοβιτς μόνον σταρ δεν μπορεί να θεωρηθεί. Βεβαίως κι έχει έρθει από το Χόλιγουντ στη φραπεδούπολη, αλλά δεν είναι, αυτό που θα λέγαμε, ο ήρωας των μπλοκ μπάστερς.

Το εφετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έχει τα πάντα, εκτός από λαμπερά ονόματα. Κι ίσως αυτό να είναι καλύτερο. Ποιος θέλει ένα Φεστιβάλ που θα συγκεντρώνει στη Θεσσαλονίκη παρέες σαν αυτήν του Κλούνεϊ; Να βουλιάξουν και τα πλωτά μπαρ από παπαράτσι και σταρλετίτσες; Άσε καλύτερα.


Είναι εδώ κι ο Ντάνι Γκλόβερ. "Δε μετανιώνω για τους ρόλους μου", δήλωσε κατά τη διάρκεια του Μάστερ Κλας που παρέδωσε. Και πρόσθεσε: "Πιστεύω πως η φήμη και η αναγνωρισιμότητά μου με βοηθάνε να κάνω φιλμ τα οποία είναι σημαντικά για μένα. Η τέχνη, εξάλλου, λειτουργεί ως όχημα για μεταμόρφωση, εξελίσσει τη συλλογική μας μνήμη, τροφοδοτεί τη φαντασία μας και μας δίνει μια ευκαιρία να αλλάξουμε. Μέσα από την τέχνη οι άνθρωποι αναζητούν την ταυτότητα και τον εαυτό τους. Αυτοί που έχουν την δύναμη να ελέγξουν τον καλλιτεχνικό χώρο, μπορεί να αποδειχθούν πολύ επικίνδυνοι αν προσπαθήσουν να εκμεταλλευτούν την θέση τους. Έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν τη φαντασία μας και κατ’ επέκταση τις ιδέες μας".
Ο κ. Γκλόβερ δε μάσησε τα λόγια του. Όταν του επισήμαναν ότι, δήθεν, βλέπουμε όλο και περισσότερους αφροαμερικανούς ηθοποιούς σε ταινίες του Χόλιγουντ, απάντησε στα ίσια -και παλικαρίσια: "Η αύξηση είναι ποσοτική κι όχι ποιοτική"!
Για όσους δεν καταλάβατε για ποιον κύριο μιλάμε, είναι ο παρτενέρ του τρελοαυστραλού Μελ Γκίμπσον, στη σειρά ταινιών "Φονικό Όπλο", αλλά, πάνω από όλα, είναι ο φαλοκράτης, βίαιος σύζυγος της Γούπι Γκόλντμπεργκ, στο "Πορφυρό Χρώμα" του Στίβεν Σπίλμπεργκ.


Το "Πορφυρό Χρώμα" είναι η ταινία που θα ήθελα να έχω σκηνοθετήσει. Μια ταινία που μπορεί, άνετα, να χαρακτηριστεί Φεστιβαλική (έλα, έχει κι άλλα Φεστιβάλ εκτός της Θεσσαλονίκης), αλλά και Χολιγουντιανή. Ειδικά η σκηνή που τα δυο κοριτσάκια, κατατρεγμένα από τον αιμομίκτη πατέρα, παίζουν το παιχνίδι με τα παλαμάκια, μέσα στο χωράφι με το στάρι, για να πάρουν θάρρος η μία από την άλλη, σε κόβει στα δύο -τουλάχιστον.
Με τον Γκλόβερ και τον Μάλκοβιτς στη Θεσσαλονίκη, κινούμενος στο Λιμάνι, θυμήθηκα το πρώτο μου -καλό- Φεστιβάλ. Είχαν προηγηθεί κι άλλα τρία, αλλά κινήθηκα περιστασιακά, σε λίγες προβολές, καθώς ήμουν, ακόμη, μαθητής.
Έτος: 1981. Αίθουσα: Αριστοτέλειον. Ηλικία: 18. Επάγγελμα: Σπουδαστής. Ταινία: Ο Άγγελος. Σκηνοθέτης: Γιώργος Κατακουζηνός. Ηθοποιοί: Μιχάλης Μανιάτης, Διονύσης Ξάνθος, Βασίλης Τσάγκλος, Κατερίνα Χέλμη.


Η υπόθεση με 25 λέξεις: Νεαρός ομοφιλόφιλος, κατατρεγμένος από την κοινωνία του χωριού πάει Αθήνα, βρίσκει εραστή κι ο τελευταίος τον βγάζει στο κλαρί. Ο εκδιδόμενος ομοφιλόφιλος θα τον σκοτώσει.
Η αίθουσα, κατάμεστη. Η ιστορία είναι αληθινή, είχε αφήσει άφωνη την κοινή γνώμη όταν αποκαλύφθηκε το έγκλημα και, φυσικά, τότε, όλοι κατηγορούσαν "τον πούστη που σκότωσε το παλικάρι".
Η ταινία έχει τεράστια τεχνικά προβλήματα. Ο ήχος είναι κακός, η ποιότητα της εικόνας το ίδιο και, εκτός από τις ερμηνείες του Μανιάτη και του Τσάγκλου (είναι ο πατέρας του "ανώμαλου") οι υπόλοιπες είναι από διεκπεραιωτικές ως κακές. Το κοινό, όμως, την αγκάλιασε, την καταχειροκρότησε (δε θυμάμαι αν πήρε βραβεία) και φαινόταν πως το ελληνικό σινεμά θα έκανε το βήμα μπροστά -ήταν, βλέπετε, η εποχή της βιντεοκασέτας.
Το βήμα, όμως, δεν έγινε. Όπως δεν πιστεύω ότι θα γίνει και τώρα. Αλλά αυτά θα τα πούμε αύριο.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

Ο Διαστήματας χορεύει τα μπλουζ

Εμ, τι νομίζατε; Ότι μόνον η Κυρία θα Τραγουδάει τα Μπλουζ; Μεγάλο σας λάθος. Ο Διαστήματας τα χόρεψε κι όλας!
Εξηγούμαι, για να μην παρεξηγούμαι: Όταν ήμην νεανίας, προ αμνημονεύτων ετών, ήτις θα ήτο σωφρονέστερον να μην αναφέρομεν επακριβώς την χρονολογίαν (παρατώ και την καθαρεύουσα γιατί εδώ μέσα στα blog είναι κάτι blogers που μου ρίχνουν σε χρόνια και την είχαν μάθει απ έξω κι ανακατωτά), τα μπλουζ δεν είχαν καμία σχέση με… τα μπλουζ. Τα τραγούδια των μαύρων, αυτές τις υπέροχες παραλλαγές των γκόσπελς, τα λέγαμε «νέγρικα». Από εκεί προήλθε κι εκείνος ο κορυφαίος δίσκος του Μάνου Λοΐζου, «Τα Νέγρικα», με τη Μαρία Φαραντούρη, στα οποία, δεύτερη φωνή κάνει ο… Μανώλης Ρασούλης!
Και τα μπλουζ; Τα μπλουζ, κυρίες μου και κύριοι ήταν… οι μπαλάντες. Ο,τιδήποτε σλόου. Αυτά ήταν τα μπλουζ για μας. Υπήρχαν τα σέικ, που χορεύονταν σε… ζωηρό ρυθμό και τα μπλουζ, που έπαιρνες τη ντάμα αγκαλιά και τα περιμέναμε πώς και πώς, για να κατέβουν λίγο πιο κάτω τα χέρια, να πιάσουν μια μέση, να αισθανθούν έναν άλλον άνθρωπο σε απόσταση αναπνοής, να ζεσταθεί ο ένας από το κορμί του άλλου, να νοιώσει η μία καρδιά την άλλη.
Το πρώτο μπλουζ ήταν μεγάλη υπόθεση. Πότε θα το χορέψεις; Με ποιαν; Στήνονταν ολόκληρες κομπίνες, για να έρθεις κοντά με εκείνην που ήθελες, να βρεθείτε την κατάλληλη στιγμή ο ένας δίπλα στον άλλον και να κάνεις την πολυπόθητη ερώτηση:
«Χορεύουμε»;
Ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μας ότι και «η άλλη πλευρά» κατάστρωνε τα δικά της σχέδια, για να βρεθεί στο ίδιο σημείο, ή να μας βοηθήσει. Κι όλα αυτά, για ένα φιλί. Τρυφερό, απαλό, την ώρα του χορού. Κι έπειτα, χέρι-χέρι ως την πόρτα του σπιτιού της κι εκεί, μόνιμη επωδός:
«Καληνύχτα»!
«Καληνύχτα»…
Από εκεί βγήκε κι ο τίτλος: «Καληνυχτάκιας»! Όπου «καληνυχτάκιας» ήταν ο νεανίας ο οποίος δεν κατάφερνε να αποσπάσει τίποτε άλλο, παρά μόνον την ευχή, για καλή νύχτα κι όνειρα γλυκά. Ο ακίνδυνος. Ήταν αυτός στον οποίο εμπιστεύονταν οι περισσότεροι τη γκόμενα, για να την πάει σπίτι, αν εκείνοι σκόπευαν να συνεχίσουν τη βραδιά «με τα παιδιά». Εμένα μου είχε μπει στο μάτι (κι όχι μόνον) η Χριστίνα. Η Χριστίνα ήταν σκέτη φωτιά. Αδύνατη (τότε κι εγώ αδύνατος ήμουν, άντε το πολύ – πολύ να με έλεγε κάποιος «γεματούτσικο»), ξανθιά, με σγουρά κοντά μαλλιά. Κυκλοφορούσε με μίνι, μπότες και (φυσικά) ποδιά! Γιατί τότε, οι μαθήτριες, κυκλοφορούσαν με ποδιά. Μπλε, με άσπρο γιακαδάκι, όλες ίδιες.
Το κακό με τη Χριστίνα ήταν ένα: Ήταν μεγαλύτερη. Είχε χάσει μια χρονιά λόγω ασθένειας κι ήμουν μικρότερός της. Ήμουν, όμως, ερωτευμένος. Κι ήθελα να χορέψω ένα μπλουζ μαζί της.
Η ευκαιρία δόθηκε στο σπίτι του Θανάση. Ο Θανάσης, ψηλός και ξανθός, με μάνα Γερμανίδα και πατέρα Έλληνα, είχε έρθει εκείνη τη χρονιά, από το Βούπερταλ, στη Θεσσαλονίκη. Κι είχε φέρει μαζί του ένα στερεοφωνικό Dual άλλο πράμα! Γιατί τότε η ύπαρξη στερεωφονικού στο σπίτι ήταν πράγμα δύσκολο. Για να καταλάβετε, είχα αγοράσει με χρήματα που μάζεψα εργαζόμενος, το καλοκαίρι, ένα πικ απ Technics και οι οικονομίες μου εξαντλήθηκαν εκεί. Με τα χίλια ζόρια είχα καταφέρει τη μάνα μου να τσοντάρει κάτι λίγα και να πάρω έναν ραδιοκασετοφωνοενισχυτή (αυτό κι αν ήταν μηχάνημα) Crown με δυο ηχεία Bose. Τα ηχεία καλά, το υπόλοιπο μάπα το καρπούζι. Έτσι, όταν ο Θανάσης έβαζε το Whish you were here, αναστέναζε η γειτονιά.
Το στερεοφωνικό ήταν και η πρώτη γκομενοπαγίδα. Άκουγαν τη μουσική, κοιτούσαν στα μπαλκόνια κι εκεί καραδοκούσαμε εμείς: εγώ, ο Θανάσης κι ο Θόδωρος –άλλος μετανάστης εκ Γερμανίας- μαζί με τον Λάζαρο, κιθαρίστα σε συγκρότημα.
Εγώ κι ο Λάζαρος είχαμε τη φήμη των μουσικών. Και καλά ο Λάζαρος, έπαιζε. Εγώ; Πού στο καλό την είχα αποκτήσει αυτήν τη φήμη; Το μόνο που έπαιζα, με καλά αποτελέσματα, ήταν το πουλάκι μου. Όμως για έναν μυστήριο λόγο η φήμη πως ήμουν ο ντράμερ του συγκροτήματος του Λάζαρου είχε φουντώσει. Κι εγώ, φυσικά, δεν είχα κάνει το παραμικρό για να την ξεφουντώσω.
Η αλήθεια είναι ότι, με τη μουσική ήμουν παθιασμένος. Και, με το Σωτήρη, που έπαιζε αρμόνιο, είχαμε γράψει κάποια τραγούδια. Ο στιχουργός ήμουν εγώ κι ο συνθέτης εκείνος. Αλλά ως εκεί.
Η φήμη, όμως, είναι κακό πράγμα. Γιατί οι μουσικοί, λέει, είναι άστατοι χαρακτήρες, γκομενιάρηδες κι έτσι, η Χριστίνα, δεν ήθελε ούτε να το ακούει. Ήταν και μεγαλύτερη… Παρόλα αυτά, εγώ έπλεκα τον ιστό μου, ως άνδρας αράχνη, να αρπάξω το μυγάκι. Πού να ΄ξερα.
Σ ένα «από το τίποτα πάρτι»(σ.σ. πάρτι που ξεκινούσαν όταν έφευγαν οι δικοί μας από το σπίτι, χωρίς αιτία, χωρίς να γιορτάζει κάποιος, στα οποία συμμετείχαν λίγοι) βρέθηκε απέναντί μου η Χριστίνα. Η γκομενοπαγίδα του Θανάση είχε λειτουργήσει καλά. Όμως, συν τοις άλλοις, ο Διαστήματας ΔΕ ΧΟΡΕΥΕ!
Ή, μάλλον, χόρευε, αλλά χόρευε ροκ! Διαλυόταν κυριολεκτικά, στην πίστα, χωρίς να έχει πάρει το παραμικρό. Έκανε σπαγκάτο, μαγκάτο κι ό,τι άλλο θέλετε, μιμούνταν τους κιθαρίστες, τους ντράμερ, τους μπασίστες, τον Κιθ Τάουνσεντ, τον Φρέντι –Η ΦΩΝΗ- Μέρκιουρι, τον Τζόνι Ρότεν, τον Ρότζερ Ντάλτρι και, πάνω από όλα, τον ΘΕΟ Ίαν Γκίλαν –κι όλους αυτούς μαζί. Αλλά μπλουζ, ούτε να τα δει, ούτε να τα μυρίσει. Για να ΄ρθει κοντά, όμως, με τη Χριστίνα, έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα. Και σβήσαν τα φώτα, ανάψαν τα φωτορυθμικά κι έβαλε ο Θανάσης το Highway Star κι έγινε κόλαση! Χόρεψα με την ψυχή μου –από κοντά κι η Χριστίνα, αλλά και μια φίλη της, η Αλέκα, που ήταν ίδια η Χριστίνα στο μελαχρινό, αλλά πιο τρελή.
Με το που τέλειωσε το τραγούδι, Χριστίνα, Αλέκα και Διαστήματας, είχαν γίνει ένα. Κι ο Θανάσης, σίγουρος πως είμαι δίπλα στο αντικείμενο του πόθου μου, αλλάζει δίσκο και βάζει το Epitaph (το… μπλουζ που λέγαμε). Απλώνω τα χέρια μου προς τη Χριστίνα και βρίσκομαι αγκαλιά με την Αλέκα! Γιατί, όπως σας είπα, και η άλλη πλευρά οργάνωνε το δικό της σχέδιο δράσης.
Από τότε μίσησα τις ξανθές. Πέρασα, όμως, δυο πολύ ωραία εφηβικά χρόνια με την τρελή μελαχρινή. Ήταν εκείνη που μου έμαθε τα πραγματικά μπλουζ, όπως αυτά της Νίνα Σιμόν. Κι έγινα πράσινος από τη ζήλεια όταν, τελικά, με παράτησε για να ζήσει τη ζωή της, επειδή είχα γίνει, από ρόκερ – στρείδι.
Παντρεμένη πλέον, με δυο παιδιά, τη συνάντησα στο σούπερ μάρκετ. Έσπρωχνε ένα γεμάτο καρότσι κι ένα σγουρομάλλικο τερατάκι, με τεράστια μαύρα μάτια σαν τα δικά της, την τραβούσε από το παντελόνι. Τη Χριστίνα, με το τέλος εκείνης της χρονιάς, δεν την ξανάδα.
Έχασε.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

November Rain

Όταν το άκουσα την πρώτη φορά, είπα: "Τραγουδάρα"! Μετά, το ξανάκουσα και μου γεννήθηκε η απορία: "Γιατί να βρέχει το Νοέμβριο"; Ύστερα κατάλαβα. Δε βρέχει το Νοέμβριο. Ο Νοέμβριος είναι ένας βροχερός μήνας.
Κι έχει δίκιο. Αδικήθηκε. Γιατί ο Νοέμβριος είχε όλα τα προσόντα να γίνει ο πρώτος μήνας του έτους. Τι του έλειπε, δηλαδή; Και ζεστές μέρες έχει, για να κάνεις τις βόλτες σου στην παραλία και να πίνεις το ουζάκι σου με θέα το Θερμαϊκό, αλλά και κρύες, να χουχουλιάζεις στο σπίτι, βλέποντας τη βροχή να δέρνει αλύπητα τα τζάμια, δίπλα στο τζάκι και με μπόλικα dvd και βιβλία στο τραπεζάκι του σαλονιού. Όλα τα ΄χει ο Νοέμβριος.
Κι εκείνος, ο Θεός, πήγε κι έκανε πρώτο μήνα τον Ιανουάριο! Αν έχεις το Θεό σου! Τι έχει, δηλαδή, ο Γενάρης; Κρύο. Ψόφο. Χιόνια. Ανθρώπους να αποκλείονται μέσα στα αυτοκίνητά τους και να περνά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να τους χαιρετά από μακριά και να τους πετά κουραμπιέδες.
Θα μου πεις, έχειτη γιορτή του Άι Βασίλη. Σιγά τα λάχανα Βρυξελλών. Γιορτάζει ο προστάτης της Κόκα Κόλας! Κι ο Νοέμβριος έχει τη γιορτή των Αρχαγγέλων. Των φουσκωτών του Θεού, δηλαδή. Αυτών που είναι "πόρτα" στον Παράδεισο. Γιατί μπορεί να κρατά τα κλειδιά (να ΄ναι κλειδοκράτορας) ο Σαν Πιέτρο, όμως, αυτοί που είναι "πόρτα", οπλισμένοι σαν αστακοί, είναι Ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ. Άρα, στις γιορτές είμαστε πάτσι. Να ήταν πρώτος μήνας ο Δεκέμβριος, να πει ο Νοέμβρης "πάσο". Γιατί ο Δεκέμβριος έχει τα Χριστούγεννα. Τα γενέθλια του Τζίσους Κράιστ Σούπερ Σταρ. Όπως και να το κάνουμε, είναι τα γενέθλια του γιου του αφεντικού. Αλλά ο Γενάρης; Από πού κι ως πού;
Αν κι εδώ που τα λέμε κι ο Δεκέμβριος, δεν είναι και καλύτερος. Ας όψετε το βισμα του αφεντικού. Τι, δηλαδή; Επειδή τραγουδάν οι Αλβανοί τα κάλαντα είναι καλύτερος ο Γενάρης;
Έτσι τα ΄βαψε μαύρα ο Νοέμβριος. Και σήμερα, που έχει και Φεστιβάλ Κινηματογράφου στην ατέλειωτη φραπεδούπολη, μας έριξε μια βροχή που μας πήρε και μας σήκωσε. Άρχισε να βρέχει στις 7 κι έχει πάει μεσάνυχτα και δε λέει να σταματήσει.
Αυτή η αδικία τον μαράζωσε τον Νοέμβριο. Άσε που έχει να ανεβάσει ποστ κάτι χρόνια. Πήγε κι έγραψε δυο τρεις αηδίες (γιατί ο Νοέμβριος είναι trendy μήνας ΚΑΙ blogger), αλλά δεν του ΄βγαινε τίποτα καλύτερο. Κατάπιε το δηλητήριό του. Όμως, πιστέψτε με, είναι μαύρη η καρδούλα του.
Ειδικά αυτές τις μέρες, που κυκλοφορύν τα νέα ημερολόγια, του ΄ρχεται κάτι, σα σκοτοδίνη, σα ζαλούρα, σα να ΄ναι έγκυος (από ποιόν; Απ το κρίνο;). Βλέπει και ξαναβλέπει, σε όλα τα ημερολόγια, πρώτη φάτσα, πρώτο τραπέζι πίστα, άλφα τράπεζα πίστεως που έλεγαν κι αρχαίοι, εκείνον τον χοντρό, κοντό, με τα χοντρά τα ρούχα, σαν Κούρδο λαθρομετανάστη που πουλάει το περιοδικό του PKK στα φανάρια και του ΄ρχεται να σηκωθεί και να του ρίξει δυο χαστούκια.
Όχι, δεν είναι ρατσιστής ο Νοέμβριος. Πικραμένος μήνας είναι. Πικραμένος, γιατί αδικήθηκε. Αλλά, ρε Νοέμβριε, έτσι είναι η ζωή. Αδικεί. Και, για να κοιμάσαι ήρεμος τα βράδυα, πρέπει να έχεις αυτοέλεγχο.
Του τα ΄λεγα, που λέτε, αυτά, πριν λίγο, γιατί είχα βαρεθεί να βρέχει συνέχεια και να μας μουχλιάζει (έχω και κάτι αθριτικά)... Αλλά ο Νοέμβριος εκεί! Συνέχιζε! "Βρε χρυσέ μου", "βρε καλέ μου", "τι τα θες τι τα γυρεύεις", τίποτα αυτός.
Είναι και παραπονιάρης. Η αλήθεια είναι πως είναι ακόμη πιτσιρίκος. Θέλει το χάδι του. Στοργή και προδέρμ. Ταλκ στο κωλαράκι κι ένα χαδάκι, καθαρή πάνα, σκούπισμα τα ματάκια και φυσιολογικό ορό στη μυτούλα, καθαρό φορμάκι και αγκαλίτσα. Θέλει και το νανούρισμά του, να το ακούει και να χαίρεται, που έχει στην πόλη τα προικιά του, στη Βενετιά τα ρούχα του και τα χρυσαφικά του. Να ακούει που είναι ο καλύτερος.
Είναι; Ε, από τον Γενάρη, μια φορά, είναι καλύτερος.
Εγώ του το ΄πα του Θεού: "Τον αδικείς το Νοέμβριο. Άσε το Γενάρη". Μου είπε, όμως, ότι ο Ιανουάριος "γράφει καλύτερα στο φακό". Πάει, χάλασε κι ο Θεός. Φαίνεται πως, τελευταία, κάνει πολλή παρέα στον Ψινάκη. Άσε που κυκλοφορεί ότι τον πήραν στην κριτική επιτροπή του "Τηλεστάρ Παρουσιάστε"!
Λοιπόν, Νοέμβριε, πάρ' το χαμπάρι: Όλη η ιστορία είναι να ζεις με φίλους, να τρως χωρίς πολλά λιπαρά, να πηγαίνεις για ψάρεμα (αν σ αρέσει), να διαβάζεις κανένα βιβλίο, να βλέπεις καμία ταινία και να δουλεύεις για να ζεις. Όχι να ζεις για να δουλεύεις. Εκτός κι αν έχεις σοβαρές υποχρεώσεις.
Ξέρω, είναι βάσανο να βλέπεις έναν άλλον μήνα, να έχει γίνει πρώτος, επειδή έχει 31 μέρες και μέσον μια πολυεθνική, όπως η Κόκα Κόλα. Ηρέμησε. Εδώ, ο Άγιος, φορούσε πράσινα ρούχα και, για να ταιριάζει με το προϊόν, του τα ΄βαψαν κόκκινα. Ολόκληρος Άι Βασίλης και πήγε με το ρεύμα (σα το Βενιζέλο). Αφέθηκε στα κελεύσματα των καιρών (που θα ΄λεγε κι ο Λιακόπουλος). Αφέσου, για λίγο. Να ΄σαι σίγουρος, θα ΄χεις την ευκαιρία σου. Εξάλλου, σε προστατεύουν δυο Αρχάγγελοι.
Κι επειδή ξέρω ότι σ αρέσει, δυνατά τα ηχεία, χαμήλωσε το φως και απόλαυσε:


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Αν με κόψεις, αίμα δε θα τρέξει...

Δεν είμαι καθόλου στα καλά μου, στο τελευταίο χρονικό διάστημα. Έχω μπλέξει σε κάτι ιστορίες απίστευτες, που με κάνουν να βογκάω.
Κατ αρχήν, γράφω και επώνυμα, σε ένα blog. Κυρίως ασχολούμαι με συνδικαλιστικά θέματα του κλάδου μας, καθώς -τρομάρα μου- κάνω ΚΑΙ το συνδικαλιστή. Μια συνδικαλίστρια θεώρησε ότι στην άποψή μου για το πρόσωπό της, τη συκοφάντησα και με απειλεί με παραπομπή στα πειθαρχικά όργανα. Ο δε πρόεδρος του σωματείου, ζητά να του παραδώσω όλα τα κείμενα του blog, για να κρίνει αν βγάζω στη φόρα τις συνεδριάσεις του δ.σ. και εκθέτω το σωματείο!
Θα μου πείτε, τώρα, ότι υπάρχει η "ελευθερία της έκφρασης", ότι "οι συνδικαλιστές είναι σαν τους πολιτικούς κι αφού εκτίθενται στον συνδικαλιστικό στίβο θα πρέπει να δέχονται την κριτική -ακόμη και κακοπροαίρετη", ότι "τα blog είναι τα προσωπικά μας ιστολόγια, άρα περιέχουν προσωπικά δεδομένα και απόψεις και δεν είναι δυνατό να τα παίρνει, χύμα, όποιος τα ζητήσει, όποτε τα ζητήσει" και άλλα τέτοια. Θα σας απαντήσω ότι, το Μάιο έχουμε εκλογές στο σωματείο. Γκέγκε;
Το άλλο μου ζόρι έχει να κάνει με λογιστικά και αναθέσεις έργων. Δεν εμπλέκομαι εγώ, αλλά ένας φίλος. Κι επειδή στις εταιρίες υπάρχουν και αυτοί που γλύφουν και αυτοί που συκοφαντούν, επειδή είμαι φίλος, βρέθηκα κατηγορούμενος: "Ποιος μας τον έφερε αυτόν εδώ; Ο Διαστήματας"! Άντε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας (αφού ούτε ο φίλος είναι, που κι αυτός μπλέχτηκε από την καλή του την καρδιά κι από την επιθυμία του να βοηθήσει και να προσφέρει).
Το τρίτο μου ζόρι, στο... ζόρι μου.
Ουφ!

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Αφιερωμένο εξαιρετικά


Βαριέμαι σήμερα. Παρασκευή, γαρ, η καλύτερη μέρα της βδομάδας. Βαριέμαι θανάσιμα κι είχα σκοπό να κρεμάσω ένα ψιλοχαχά ποστ, να γελάσει το χειλάκι μας, που έρχεται Σαββατοκύριακο θανάτου. Γιατί εκεί στο ΠΑΣΟΚ θα γίνει ο θάνατος της αλεπούς και ξέρω κόσμο και ντουνιά (και φίλους από τα Blog), που θα τρέξουν να ψηφίσουν με την κάρτα στο στόμα και την ψυχή κρυμμένη καλά στην κωλοτσέπη. Είπα "δε βαριέσαι Διαστηματάκι, ρίξε κάτι χαρωπό, σαν ψυχή μικρού παιδιού, σαν τα μάτια της κόρης σου, να πάνε κάτω τα φαρμάκια, να γράψουν και τρελιάρικα σχόλια τα φιλαράκια, να περάσει ευχάριστα το Σαββατοκύριακο". Είχα λογαριάσει, όμως, χωρίς τους ξενοδόχους. Πρώτα ένας (εκτός Blog) φίλος, που, συνήθως, μου γεμίζει το email βίντεο και φωτογραφίες καλλίπυγων δεσποινίδων, σε ιδιαίτερες στιγμές. Είδα το email του στο inbox και είπα: "άνοιξέ το Διαστηματάκι, να δεις κάτι το καλόν, κάτι το ωραίον, να πάρεις κουράγιο και παραστάσεις για το βράδυ". Έλα, όμως, που τον έπιασε η φιλοσοφική διάθεση και μου ΄στειλε ένα κείμενο του Χαριτόπουλου, από το 2002, κείμενο το οποίο πολύ με είχε απασχολήσει τότε και με είχε βάλει σε σκέψεις, αλλά και σε αλλαγή προσανατολισμού... Λίγο αργότερα έχω συνέλθει και λέω να ρίξω κανα σχόλιο στα link μου, να τα ξεπετάξω, που -ναι μεν, περνάω από τα σπίτια σας, αλλά- έχω καιρό να αφήσω μια κουβέντα της προκοπής. Και αρχίζω από το τέλος -καθότι ανάπόδος άνθρωπος. Και πέφτω στην Τσαπερδόνα. Και διαβάζω:
"Πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να με πείσει ότι «η ζωή ξεκινάει στα 40» και στα «50 να δεις τι sexθα κάνεις» και «την Έλλη Στάη δεν τη βλέπεις πως καλοκρατιέται»??
Που ας κάνω εγώ την καριέρα της, κι ας είμαι και σαν την ντραπέ κουρτίνα......
Γιατί το lift στο πρόσωπο το κάνεις και συνέρχεσαι και συ και ,κακά τα ψέματα, και οι γύρω σου.
Με την καριέρα όμως τι γίνεται?
Επιδέχεται διόρθωσης? Και αν ναι, έως πότε?
Ή μήπως υπάρχειένα νοητό χρονικό όριο που σου λέει: ΣΤΟΠ.
Και ή που τα χεις καταφέρειή ,που ούτε για αναπληρωματικό στην Ανόρθωση Κύπρου δε σε θέλουνε...."

Είχα πέσει και χθες βράδυ στη Σοφία από τη Τζαμάικα, σε αυτό:
"Κανείς από τους φίλους μου δεν θέλει να κάνει οικογένεια , γιατί να κάνει εξάλλου ; Έχει όποιον γκόμενο, γκόμενα θέλει ανά πάσα στιγμή, τα λεφτά από την δουλειά που κάνει που δεν έχει καμία σχέση με αυτό που σπούδασε ή ονειρεύτηκε, του φτάνουν μόνο για να πληρώσει το ενοίκιο και τις πιστωτικές κάρτες .Παρόλα τα πτυχία και τις ξένες γλώσσες δεν μπορεί να κάνει πραγματικότητα την προκοπή που ονειρεύτηκαν οι γονείς μας για μας ."

Και με αποτέλειωσαν και οι δύο. Γιατί, πριν δυο μέρες είχα πέσει και στο Νοέμβριο, δηλητηριώδη ή μη, δεν έχει σημασία, αλλά μάλλον χαμένο στη μετάφραση της πραγματικότητας, των υπό συνθήκη σχέσεων, του βολέματος και της αγωνίας για καριέρα, που έγραφε αυτό:
"Αγαπώ το Νοέμβριο.
Ξέρω ότι πάντα θα μου φέρει κάτι σημαντικό.
Φέτος μου έφερε κάτι που, αργά ή γρήγορα θα ερχόταν, το ήξερα.
Και, την Πέμπτη, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, θα γιορτάσω γενέθλια μόνη μου."

Έτσι, αποφάσισα να μην ποστάρω κάτι δικό μου, σήμερα, ούτε κάτι ελαφρύ. Αλλά κάτι βαρύ και ξένο, που το έκανα δικό μου, όταν το διάβασα, για πρώτη φορά, το 2002. Είναι του Διονύση Χαριτόπουλου κι έχει δημοσιευτεί στα Νέα, το Δεκέμβριο του 2002:
"Στις σύγχρονες επιχειρήσεις η εργασιακή σκλαβιά επανήλθε λουστραρισµένη, αλλά εξίσου εξοντωτική. Η µοίρα του σπουδασµένου εργαζόµενου είναι δυσµενέστερη από του αγράµµατου εργάτη Ο πραγµατικός πλούτος της χώρας παράγεται στο χωράφι και στο εργοστάσιο· γι' αυτό οι αγρότες και οι εργάτες δεν διανοήθηκαν ποτέ να επικαλεστούν κάποια νεφελώδη ιδεολογήµατα για τη δουλειά τους. Η προσφορά τους είναι αυταπόδεικτη.
Αντιθέτως, οι απασχολούµενοι στον τριτογενή τοµέα, των υπηρεσιών, δεν αρκούνται
στην υψηλότερη αµοιβή που εισπράττουν· αγωνιούν να δώσουν και ανώτερο νόηµα σ' αυτό που κάνουν. Το επάγγελµα έγινε ιδεολογία. Ο καλώς εννοούµενος επικερδής χαρακτήρας του αποσιωπάται συστηµατικά και προβάλλεται κατά κόρον σαν ζωτική ωφέλεια για το κοινωνικό σύνολο. Οι χρηµατιστές κόπτονται για την "ανάπτυξη", οι διαφηµιστές µοχθούν για την "επικοινωνία", οι ασφαλιστές χτίζουν την "ασφαλιστική συνείδηση" κ.ο.κ. Εξ ου και το καταγέλαστο ορισµένων ότι ασκούν λειτούργηµα.
Η κοινωνία, που διευθύνεται από τους εγγράµµατους, έχει περί πολλού αυτά τα επαγγέλµατα και περιφρονεί εξόφθαλµα τον αγρότη και τον εργάτη. Απόδειξη, ότι τους αµείβει µε τα χαµηλότερα των εισοδηµάτων και τους επιφυλάσσει πενιχρές συντάξεις και ανεπαρκέστατη υγειονοµική περίθαλψη. Ουδείς ζηλεύει τη µοίρα τους.
Οι νέοι ονειρεύονται να σπουδάσουν για να κάνουν καριέρα σε κάποια από τις µοντέρνες και αστραφτερές δουλειές. Αυτές έχουν πέραση· προσφέρουν υψηλές αµοιβές και απείρως υψηλότερο κοινωνικό στάτους.
∆εν υποψιάζονται καν πως η καριέρα είναι η δική τους κοιλάδα των δακρύων. Για να πετύχεις σ' αυτές τις δουλειές, το παν είναι να ξέρεις να πουλάς τον εαυτό σου.
Να είσαι αυτό που επιθυµεί ο άλλος να είσαι. Αλλού σε θέλουν τολµηρό και επιθετικό και αλλού µετρηµένο και αξιόπιστο. Οι απαιτήσεις αλλάζουν ανάλογα µε τον κλάδο· άλλο σέιλς κι άλλο φαϊνάνς. Αυτή την κωµωδία του αγκρέσιβ ή του ριλάιαµπλ δεν θα σταµατήσεις ποτέ να την παίζεις· αυτή θα σε κρατάει στη δουλειά.
Επίσης, από τη µέρα που θα εισέλθεις σε κάποιον κλάδο, θα πρέπει να ασπαστείς και
τις ιδεοληψίες του· σαν να µυείσαι σε θρησκευτική αίρεση. Ο κλάδος υπεράνω όλων. Είναι ο ιερός δεσµός που προστατεύει και ανυψώνει τα µέλη του, ασχέτως των εσωτερικών ανταγωνισµών. Με αυτή τη συντεχνιακή αντίληψη της χειρίστης µορφής οι "συνάδελφοι" θωρακίζουν την επαγγελµατική τους ιδιότητα και διεκδικούν από την κοινωνία διαρκώς και νέα προνόµια.
Μαζί µε την είσοδο στην αγορά εργασίας των νέων επαγγελµάτων εισήχθη και η δυτική νοοτροπία του ολοκληρωτικά αφοσιωµένου στη δουλειά του προτεστάντη. Ο χρόνος που αφιερώνουν οι υπάλληλοι στην εταιρεία είναι τροµαχτικός.
Στις σύγχρονες επιχειρήσεις η εργασιακή σκλαβιά επανήλθε λουστραρισµένη, αλλά εξίσου εξοντωτική. Η µοίρα του σπουδασµένου εργαζόµενου είναι δυσµενέστερη από του αγράµµατου εργάτη. Το καθορισµένο ωράριο θεωρείται παρωχηµένη αντίληψη, και η αµοιβή για υπερωρίες είναι αδιανόητη. Οι υπάλληλοι δουλεύουν εντυπωσιακά περισσότερες ώρες από τις προβλεπόµενες από τον νόµο, απασχολούνται Σαββατοκύριακα και αργίες χωρίς την ανάλογη αµοιβή.
Τα εξοντωτικά 12ωρα και 14ωρα δουλειάς είναι νον στοπ. Η µεσηµβρινή σιέστα έχει τεθεί πλέον και στη χώρα µας υπό διωγµόν· κατάντησε µοµφή. Λένε "αυτός κοιµάται µεσηµέρι" εννοώντας πως είναι εκτός πνεύµατος· εν ολίγοις ακατάλληλος. (Αν οι επιστήµονες µπορούσαν να καταθέσουν δηµοσίως για τις ευεργετικές
ιδιότητες του µεσηµβρινού ύπνου, θα είχε καταρρεύσει προ πολλού το δυτικό
εργασιακό µοντέλο. Ο ύπνος του µεσηµεριού είναι βάλσαµο για την ψυχική και τη σωµατική µας υγεία και, εννοείται, συµβάλλει καίρια στη µακροβιότητα. Είναι κατά πολύ πιο απαραίτητος και ζωογόνος από όλες τις "χελθ" βιταµίνες, τα "σπα" και τις λοιπές τεχνικές στήριξης του ανθρώπινου οργανισµού.)
Ο ευπρεπής µισθός και ίσως κάποιο ετήσιο µπόνους που παρέχουν οι εταιρείες στα µοντέρνα εργατόσκυλα δεν αντισταθµίζουν τις ατελείωτες ώρες πρόσθετης δουλειάς. Γι' αυτό υπάρχουν συνήθως και κάποιες έξτρα παροχές κολακείας· το ωραίο γραφείο (µε παράθυρο ή όχι, ανάλογα µε τη θέση σου στην ιεραρχία της επιχείρησης) και κάποιοι φανταχτεροί τίτλοι, που ουσιαστικά δεν σηµαίνουν τίποτα. Προβιβάζεσαι σε εξέκιουτιβ, σίνιορ εξέκιουτιβ, κοoρντινέιτορ, σουπερβάιζορ, νταϊρέκτορ, βάις πρέζιντεντ, τσιφ, µέλος του εξέκιουτιβ µπορντ και άλλα του σωρού και χωρίς νόηµα. Η µακροβιότητα της καριέρας σε µια σύγχρονη εταιρεία κρίνεται από δύο βασικά στοιχεία: την όλο και µεγαλύτερη "τρέλα" για δουλειά και το λόγιαλτι (την πιστότητα) στην εταιρεία και στους στόχους της.
Επίσης, είναι απαραίτητο να συµµεριστείς κάποιες νέες "αξίες". Όπως το
σχιζοφρενικό "άλλο δουλειά κι άλλο φιλία", λες κι ο άνθρωπος µπορεί να κάνει αναστολή αισθηµάτων. Ή το δόγµα ότι µε κάθε θυσία πρέπει να φέρεις σε πέρας τη δουλειά που σου ανέθεσαν.
Όλα αυτά καλύπτονται µε την πρόστυχη στρεψοδικία του σωστού "επαγγελµατία". Που σηµαίνει ότι, προκειµένου να γίνει η δουλειά σου, όλα επιτρέπονται· η δουλειά προηγείται κάθε ανθρώπινου αισθήµατος· φιλία, αγάπη, δίκιο, κατανόηση είναι δευτερεύοντα. Λένε "είµαι προφέσιοναλ" κι αυτό τα εξηγεί όλα. Κι ο Αλ Καπόνε "προφέσιοναλ" ήτανε.
Μάλιστα, οι νέοι επαγγελµατίες διηγούνται εµφατικά το παράδειγµα του Ωνάση που φιλοξενούσε έναν φίλο του, επίσης εφοπλιστή, στη θαλαµηγό του. Ενώ έπαιζαν τάβλι, ο άλλος του αποκάλυψε χαρούµενος πως έδωσε εντολή αγοράς δύο πλοίων που µόλις είχαν βγει προς πώληση.
Ο Ωνάσης δεν φάνηκε να δίνει σηµασία στην πληροφορία· συνέχισαν το παιχνίδι, µα κάποια στιγµή σηκώθηκε, να πάει στην τουαλέτα, και άργησε λίγο. Όταν επέστρεψε, ξανάπιασε τα ζάρια και είπε χαµογελαστός στον φίλο του πως τα πλοία που του είχε αναφέρει τα αγόρασε µόλις πριν ένα λεπτό εκείνος. Αυτόν τον κτηνώδη αµοραλισµό εννοούν όταν λένε "είµαι προφέσιοναλ".
Το πλέον ψυχοφθόρο για τον εργαζόµενο είναι πως πρέπει να δίνει κάθε µέρα εξετάσεις. Τα σύγχρονα επαγγέλµατα έχουν υψηλό βαθµό ανασφάλειας σε σχέση µε τα παραδοσιακά. Και απείρως σκληρότερο ανταγωνισµό· τόσο εξωτερικό, από άλλες οµοειδείς εταιρείες, όσο και εσωτερικό, από άλλους καπάτσους που εποφθαλµιούν την ίδια θέση. Ακόµη και το υψηλόβαθµο στέλεχος δεν αισθάνεται σιγουριά· πάει ένα πρωί, και χωρίς καµία προειδοποίηση βρίσκει το γραφείο του στον διάδροµο.
∆υστυχώς στην ίδια λούµπα έπεσαν και οι γυναίκες. Μέχρι πρόσφατα δεν επιδείκνυαν την ολοκληρωτική αφοσίωση των αντρών στη δουλειά τους. Ως όντα πιο πολύπλοκα, αισθαντικά και ερωτικά, έδιναν µεγαλύτερη σηµασία στα αισθήµατα και στις χαρές της ζωής.
Γι' αυτή την ανεξαρτησία τους η κοινωνία τις φιλοδώρησε εκδικητικά µε σωρεία κατηγοριών· άπιστες, ελαφρόµυαλες, ανεύθυνες, γλωσσούδες κ.λπ. Η χαρά και ο ερωτισµός δεν συγχωρούνται στην παραγωγή. Τελευταίως µάλιστα, αν αποπειραθείς στη δουλειά ένα πονηρό αστείο, κάποιο υπονοούµενο, καραδοκεί η εξευτελιστική κατηγορία της "σεξουαλικής παρενόχλησης". Αυτό κι αν είναι ευνουχισµός· σηµαίνει "όσοι περάσετε αυτή την πόρτα αφήστε έξω το φύλο σας".
Οι γυναίκες, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν ένα ακόµη αντρικό οχυρό, γίνονται κι αυτές "προφέσιοναλ" θύµατα. Τυπικές, σοβαρές, µε πολυάσχολο ύφος, ασέξουαλ ντύσιµο, κάτι σκούρα ταγιέρ σαν αντρικά κουστούµια, λευκό πουκάµισο και αποµίµηση γραβάτας. Έσβησε το χαµόγελο, το σκέρτσο και το παιχνίδισµα, που τις έκαναν αξιολάτρευτες. Έχασαν το πλεονέκτηµα της ζωής που είχαν έναντι των εξουθενωµένων από τη δουλειά αντρών.
Ο Γκι Ντεµπόρ το έγραψε µε συνταρακτική απλότητα: "Μόνο όσοι δεν δουλεύουν ζουν".
Στο πίσω µέρος του κεφαλιού µας όλοι ξέρουµε ότι στον κόσµο δεν ήρθαµε για να κάνουµε καριέρα, λεφτά και όνοµα· ήρθαµε πρωτίστως για να ζήσουµε και, ει δυνατόν, να αφήσουµε αυτόν τον κόσµο λίγο καλύτερο απ' ό,τι τον βρήκαµε. Αλλά δεν ζούµε. Κι αυτό µας τρελαίνει.
"Το άγχος, το στρες, ο φόβος, η ντροπή, η περιφρόνηση, η επιθετικότητα, η θέληση της δύναµης γεννιούνται από µια καταπιεσµένη θέληση για ζωή". (Βάνεγκεµ)
Με την πιο κοινή λογική, όσες ώρες δουλεύεις, άλλες τόσες πρέπει να έχεις ελεύθερες
για να χαρείς αυτά που έβγαλες.
Όµως ο νέος άνθρωπος σπαταλά όλο τον χρόνο του, την ευφυΐα, την εφευρετικότητα και τις εµπνεύσεις του υπέρ της καριέρας του και όχι της ζωής του. Ο ψυχισµός του µολύνεται από αυτό το δηλητηριώδες αλισβερίσι. Φυσικώ τω τρόπω, το εξέκιουτιβ τερατάκι γραφείου θα µεταφέρει µακάβρια το πάρε δώσε και στις προσωπικές του σχέσεις:
"Αυτά έκανα για σένα, περιµένω ανταπόδοση".
Μοιραία οι λαµπρές καριέρες είναι πυραµίδες που θεµελιώνονται πάνω σε προσωπικές και οικογενειακές τραγωδίες."

Δεν έχω σκοπό να σας μαυρίσω την ψυχή. Να σας βάλω να σκεφτείτε, θέλω. Ειδικά την Τσαπερδόνα, το Νοέμβριο και τη Σόφι, που τα κείμενά τους με οδήγησαν εδώ. Αυτά και καλό Σαββατοκύριακο. ΥΓ. Δε θα σας αφήσω έτσι. Μέσα στο Σαββατοκύριακο θα βάλω κάποια από τις περιπέτειές μου, με πολλή δόση χιούμορ, να σας δω, πάλι, να χαμογελάτε.

O πίνακας
Office Night , είναι του Edward Hopper

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

Όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο


Ουφ! Θα σκάσω!
Μ έχει πάρει από κάτω η καθημερινότητα και με πατάει αδίστακτα! Τι να σας τα λέω φίλοι μου αγαπημένοι (που έλεγε κι ο Άλκης Στέας). Από τη μία δουλειά τρέχω στην άλλη -και να ΄χεις και τη CD να διαμαρτύρεται που τη συναντάς μεσάνυχτα και κάτι! Μα είναι τρελοί αυτοί οι Αθηναίοι)!
Ξυπνάω, που λέτε, στις 8, πλένομαι, ντύνομαι, πηδάω τη Βεράντα και πάω στο σχολείο. Όπου το σχολείο είναι γνωστό ΙΕΚ, στο οποίο εγώ παριστάνω τον καθηγητή. Και λέω παριστάνω, γιατί επί 15 συναπτά έτη, δεν τα πήγαινα και τόσο καλά, με δασκάλους και καθηγητές -με ελάχιστες εξαιρέσεις. Άρα, πώς να μπω, εγώ, τώρα, στο πετσί του ρόλου.


Το μέλλον

Δε λέω ότι ήμουν άγιος. Δεν υπάρχει, ως γνωστόν, κόσμος Αγγέλων. Διαβολάκι ήμουν, με κερατάκια και ουρά. Τους πείραζα, με ανέχονταν -γιατί το χιούμορ και η μετριοφροσύνη είναι δύο πράγματα που με χαρακτηρίζουν- και περνούσαμε, εγώ καλά κι αυτοί καλύτερα. Όμως, αυτό που συμβαίνει τη σήμερον ημέραν, με τη μαθητιώσσα νεολαία της χώρας μας, ξεπερνά κάθε νοσηρή φαντασία.
Μπαίνεις στην αίθουσα. Μιλάνε. Δηλαδή, τι μιλάνε, φωνάζουν. Κραυγάζουν. Ένας στη γωνία μιλάει στο κινητό του. Ο διπλανός του φωνάζει και τραβάει το χέρι με το οποίο ο άλλος κρατάει το κινητό, ουρλιάζοντας:
"Η Σούλα είναι; Δώσ΄την να της μιλήσω ρε μαλ@κ@"!
Ξέχασα να σας πω, ότι οι μαθητές μου είναι όλοι ξαδέλφια! Έχουν το ίδιο επίθετο: Μαλ@κ@ς! Ο Κώστας ο Μαλ@κ@ς, ο Θανάσης ο Μαλ@κ@ς, η Ελένη ο Μαλ@κ@ς...
Επιστροφή στη ζούγκλα του μαυροπίνακα: Στις προτελευταίες θέσεις μία ζωγραφίζει, ένας κοιμάται και ένας άλλος διαβάζει εφημερίδα. Τουλάχιστον αυτοί δεν κάνουν φασαρία. Λίγο πιο μπροστά ένας έχει πιάσει μία από το λαιμό και την κουνάει πέρα δώθε. Εκείνη ουρλιάζει γελώντας. Ένας τρίτος έχει γυρίσει πλάτη στην έδρα και δείχνει στους πιο πίσω τον ανδρισμό του (ευτυχώς, πάνω από τα ρούχα), φωνάζωντας:
"Να, ρε, τι πήρατε την Κυριακή! Να και τι θα πάρετε την άλλη Κυριακή στο Κλεάνθης Βικελίδης"!
Το κακό είναι ότι οι άλλοι είναι πιο πολλοί και απαντούν:
"Να εσένα, ρε μαλ@κ@ (σ.σ. όπα τα ξαδελφάκια!), που θα μας πεις εμάς να! Να στα μούτρα σου, σκουλήκι"!
Ο άλλος ακάθεκτος:
"Ου να μου χαθείτε, Τούρκοι"!
Κι όλοι μαζί σκάνε στα γέλια. Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να συλλάβω τόσο λεπτό Αγγλοσαξονικό χιούμορ.
Μια άλλη κάθεται με τα γυαλιά ηλίου στην αίθουσα, σαν το πούλμαν. Η διπλανή της γελά και σπρώχνει, σε στιλ Μενεγάκη, την παραδιπλανή της, η από πίσω της ουρλιάζει στο δικό της κινητό.
Τι κάνει ο καλός καθηγητής; Περιμένει να σταματήσουν τα παιδιά τις φωνές και να προσέξουν ότι έχει, ήδη, μπει στην αίθουσα, να καθίσουν στις θέσεις τους και να αρχίσει η παράδοση.
Δέκα λεπτά αργότερα το μόνο που έχει αλλάξει είναι οι θέσεις αυτών που μιλούσαν στα τηλέφωνά τους. Τώρα αυτοί που ούρλιαζαν για το ποδόσφαιρο μιλούν στα κινητά τους και αυτές που μιλούσαν στα κινητά τους μαλώνουν για το Μαρία η Άσχημη.
"Άντε μωρή κότα που θα μου πεις εμένα ότι η Μαρκέλα είναι όμορφη! Σαν ανάποδο γαμώτο είναι"!
"Εσύ είσαι, μωρή, σαν ανάποδο γαμώτο! Η Μαρκέλα μια χαρά γκόμενα είναι! Που προσπαθούν να μας πείσουν ότι της έφαγε τον γκόμενο το φθισικό"!
Η παιδαγωγική απαιτεί να περιμένεις από τα παιδιά να ησυχάσουν. ΑΥτό κάνω κι εγώ.
Αμ δεν ησυχάζουν! Ένα τέταρτο μετά είμαι μεταξύ του να καλέσω την πυροσβεστική, ή τα ΕΚΑΜ. Αποφασίζω να μιλήσω δυνατά. Έχει περάσει μισή ώρα και οι πρώτοι έχουν αρχίσει να κάθονται στις θέσεις τους. Φαίνεται να κερδίζω τη μάχη. Στα τρία τέταρτα, λίγο πριν το διάλλειμμα, έχω αρχίσει την παράδοση.
Τότε, ο Βασιλάκης (παιδάκι ετών 21, ύψους 2.05 και βάρους 142 κιλών) αποφασίζει να μιμηθεί τους προγόνους του, τους οποίους, με τόση επιτυχία, πλησίασε η Σιγκούρνεϊ Γουίβερ στο "Γορίλες στην Ομίχλη": Βγάζει τη γλώσσα του πρώτα στη διπλανή του, δείχνοντας τα κομμάτια κουλουριού που δεν είχε καταπιεί ακόμη, μετά στους από πίσω και καταλήγει να ξερνάει τα υπολείμματα σουσαμιού στην κουκούλα του μπουφάν της μπροστινής του.
Και σας ερωτώ: Ποία η θέσις μου; Ποιό παράδειγμα παιδαγωγικής να ακολουθήσω;


Το παρελθόν

Πήγα Λύκειο στην Τούμπα. Οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν καλά τι σημαίνει αυτό. Δεν είμασταν κολλέγιο. Αποφοίτησα το 1981. Άλλα χρόνια. Πέτρινα.
Για να περάσω στο Γυμνάσιο, έδωσα εξετάσεις. Και τότε το Γυμνάσιο ήταν εξατάξιο. Στην πορεία, κόντυνε. Του μείναν οι τρεις τάξεις.
Στην πρώτη χρονιά κάναμε αποχή για να δοθεί ο σκελετός μιας γάτας στον καθηγητή Φυσικής Ιστορίας Γιώργο Σπανό. Κάναμε, επίσης, αποχή, για να μπουν καλοριφέρ στα αποδυτήρια. Και ξανακάναμε αποχή για να πάνε πενταήμερη εκδρομή οι τότε απόφοιτοι του εξατάξιου γυμνασίου.
Στην παρέλαση μαζευόμασταν να πετάξουμε στραγάλια στο Ανατόλια. Και εκείνοι, κάθε μέρα που περνούσαν, με τα λεωφορεία, έξω από το σχολείο μας, πετούσαν αβγά. Την επομένη τους περιμέναμε στα φανάρια, με άλλα αβγά. Κι όταν παίξαμε στον τελικό του μαθητικού πρωταθλήματος μπάσκετ, αντίπαλοι με το 4ο του Φασούλα, η αστυνομία δεν προλάβαινε να μαζεύει. Κατάσχεσε από στιλέτα, ως σιδερογροθιές και σιδηρολοστούς.
Κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτή η αγριότητα δεν έμπαινε στις αίθουσες. Δεν ξέρω γιατί. Δεν χρειάστηκε να το ψάξω ποτέ. Και να τώρα που ψάχνω να καταλάβω για ποιον λόγο κάποια παιδιά, που πληρώνουν έναν σκασμό λεφτά για να σπουδάσουν κάτι που, υποτίθεται, τους αρέσει, όχι μόνον δε δίνουν δεκάρα για όσα θα τους πει ένας "καταρτισμένος" στην αίθουσα (αυτό θα το άντεχα, να είστε σίγουροι) αλλά αντιδρούν με τέτοιον τρόπο.
Θέλω να πιστεύω ότι έτυχε. Ότι είναι σύμπτωση που τα κινητά τους χτυπούν, όλα μα όλα, στους ήχους τραγουδιού της Κέλυς Κελεκίδου, ή του Νίνο. Ούτε καν του ΟΤΕγιάννη!

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

H ΦΩΝΗ από τη Ζανζιβάρη

Μια blogoφίλη μετατράπηκε σε φίλη, πριν δυο μέρες. Κι ήταν αυτή που μου θύμισε τον Φαρούκ Μπουσάρα, περισσότερο γνωστό ως Φρέντι Μέρκιουρι. Τη ΦΩΝΗ. Τον τραγουδιστή που ερμήνευσε, με χαρακτηριστική ευκολία, ροκ, σόουλ, όπερα, ντίσκο κι ό,τι άλλο έπεσε στο χέρι του.
Η φίλη, γνήσια ρόκερ -κάτι που το δείχνεις με τη ζωή σου κι όχι αποκλειστικά με τα ακούσματά σου- είχε στο κινητό της το Γουί Γουίλ Ροκ Γιου, κορυφαιο κομμάτι των Κουίν, του συγκροτήματος του Μέρκιουρι. Και μου δωσε την ευκαιρία να ανασύρω ένα dvd που είχα καιρό να δω:



Ήταν το 1970, όταν ο Μέρκιουρι κατέληξε σε συνεργάτες: Μπράιαν Μέι, Ρότζερ Τέιλορ και, μερικούς μήνες αργότερα ο Τζον Ντίκον, ήταν αυτοί που τον συνόδεψαν σε ένα απίστευτο ταξίδι. Μας έφερεραν τα νέα από τον κόσμο. Από το Κουίν 1, ως το Μέιντ Ιν Χέβεν, ο ένας δίσκος καλύτερος από τον άλλον.



Η σκηνική παρουσία του Μέρκιουρι δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου. Παίζει με το κοινό, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Μας βούτηξε στο ροκ, μας έκανε να αισθανθούμε λίγη μαγεία, μας πήρε από το χέρι και μας πήγε μια βραδιά στην Όπερα, μια μέρα στις κούρσες, μας υποσχέθηκε τζαζ και μας έκανε να χορέψουμε με ντίσκο, μας έκανε πρωταθλητές κόσμου. Κρίμα που χάθηκε τόσο γρήγορα.



Από την άλλη, όμως, ποιος θέλει να ζήσει για πάντα;