Σάββατο, 24 Μαρτίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ρεπορτάζ

Η τηλεόραση, στο γραφείο της Πρήχα, ήταν συντονισμένη με το δελτίο ειδήσεων. Η οθόνη είχε γεμίσει με ένα μακρινό πλάνο δικό του και του Μίλτου, τη στιγμή ακριβώς που κυλιόντουσαν, σαν mud wrestlers, σε σόου φθηνού μπαρ με πόρνες. Στο κάτω μέρος της οθόνης υπήρχε μια επιγραφή: «Αστυνομικοί ανταλλάσουν γροθιές πάνω από πτώμα!»

Η φωνή του δημοσιογράφου ακουγόταν «οφ». Περιέγραφε τον καβγά και αναρωτιόταν για ποιο λόγο, δυο αστυνομικοί είχαν πιαστεί στα χέρια, την ώρα που έπρεπε να εξιχνιάζουν μια δολοφονία.

Το ρεπορτάζ τελείωσε και στην οθόνη εμφανίστηκε η παρουσιάστρια και σε παράθυρο ο ρεπόρτερ. Τον ρώτησε αν υπήρχαν νεώτερα κι ο δημοσιογράφος απάντησε πως οι πληροφορίες του ανέφεραν ότι οι δύο αστυνομικοί είχαν παλιούς ανοικτούς λογαριασμούς, από τότε που ο νυν υφιστάμενος ήταν προϊστάμενος και το ανάποδο. Τότε που μέσα σε μία νύχτα, κατά τη διάρκεια των «κρίσεων», το ανώτατο συμβούλιο αποφάσισε την προαγωγή του Μίλτου κατά δύο θέσεις και καθ΄ υπέρβασιν της ιεαρχίας και τη διατήρηση του Κώστα στην παλιά του θέση. Έτσι, ο Μίλτος Παντάκης έγινε διευθυντής Ασφαλείας και ο Κώστας Θεοδωρίδης παρέμεινε προϊστάμενος του τμήματος Εγκλημάτων Κατά της Ζωής.

Η οθόνη χωρίστηκε στα τρία. Η παρουσιάστρια στη μέση, δεξιά της ο δημοσιογράφος κι αριστερά της βρισκόταν, πλέον, ο σχολιαστής του δελτίου. Είπε ότι είχε τις δικές του πληροφορίες. Πως ο Θεοδωρίδης έχασε τη θέση του διευθυντή όταν, ως προϊστάμενος του τμήματος Εγκλημάτων Κατά Της Ζωής αποφάσισε να αφήσει ελεύθερο ύποπτο για δολοφονία ηλικιωμένων. Κι ο ύποπτος δολοφόνησε, το ίδιο βράδι, μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, για να συλληφθεί δυο μέρες μετά και να αποδειχθεί στην ανάκριση ότι ήταν ο πραγματικός δράστης. Τον είχε συλλάβει ο Παντάκης κι έτσι εξασφάλισε την προαγωγή του.

Παρενέβη η παρουσιάστρια και άρχισε να βγάζει έναν λόγο για το ότι όλα αυτά ήταν άσχετα και πως οι δύο αστυνομικοί έπρεπε να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να μην γρονθοκοπούνται μπροστά στα τηλεοπτικά συνεργεία. Όλοι συμφώνησαν. Κι ο σχολιαστής πρόσθεσε ότι είχαν κι άλλες διαφορές. Ότι ο Θεοδωρίδης ήταν παντρεμένος με μια αστυνομικίνα, την οποία αγαπούσε ο Παντάκης κι η οποία, όμως, κατέχει υψηλή θέση στο σώμα και δεν έχει δώσει ποτέ λαβές για σχόλια, γι αυτό και, παρά το ότι οι άλλοι δύο τον πίεζαν, δε θα απεκάλυπτε το όνομά της, ούτε τη θέση της.

«Μόνον τη φωτογραφία μου δεν έδωσε ο αλήτης…»

Η Κατερίνα μιλούσε ήρεμα. Θα περίμενε κανείς ότι με τέτοιες εξελίξεις θα ήταν πυρ και μανία. Θα είχε ορμήσει πάνω τους και θα τους είχε ξεσκίσει. Αντίθετα, ήταν ιδιαίτερα ήρεμη. Τους είχε και τους δύο μπροστά της, ήρεμη και παρακολουθούσε, μαζί τους, το δελτίο ειδήσεων.

Εκείνοι φορούσαν, ακόμη, τα λερωμένα και ξεσχισμένα από τον καβγά ρούχα τους. Δεν είχαν καμία όρεξη να σχολιάσουν.

«Σε λίγο θα πουν και τι χρώμα και μέγεθος σουτιέν φοράω»…

Του Κώστα του ήρθε, αυθόρμητα, να πει εκείνος χρώμα και διαστάσεις. Δε θα ήταν, όμως, η καλύτερη στιγμή για τέτοιου είδους χοντρό χιούμορ, ούτε για αναπόληση παλαιών καλών στιγμών. Κάθισε αμίλητος στη θέση του και είδε την Πρήχα να γυρνάει την πολυθρόνα της προς το μέρος τους.

«Κύριοι, γίναμε ρεζίλι. Ξεφτιλιστήκαμε οι ίδιοι, ξεφτιλίσαμε και το σώμα. Κι αν σήμερα οι δημοσιογράφοι σταμάτησαν στο ρόλο μου στη σχέση σας πριν χρόνια, αύριο να είστε σίγουροι ότι θα πουν και ποια είμαι και θα ζητούν την αποπομπή μου. Σήμερα ζητούν μόνον την παραίτηση του υπουργού, αύριο έρχεται η σειρά μας. Κι εμείς, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να καθίσουμε και να περιμένουμε»…

Μιλούσε σχετικά αργά, με κενά ανάμεσα στις προτάσεις. Προσπάθησε να μιλήσει ο Μίλτος:

«Θέτω την παραίτησή μου στη διάθεσή σου… Δεν…»

Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει:

«Άσ’ τα αυτά Παντάκη. Από την πρώτη στιγμή είσαι δίπλα στο Θεοδωρίδη. Του είχες γίνει στενός κορσές. Ως διευθυντής Ασφαλείας δεν ήσουν υποχρεωμένος να τρέχεις πίσω του. Εκείνος ήταν υποχρεωμένος να σε ενημερώνει! Εσύ, όμως, ήσουν πάντα εκεί, να του θυμίζεις το παρελθόν. Κι αυτός, ηλίθιος όπως πάντα, φρόντισε να μπλέξει με κάθε τρόπο στην υπόθεση κι ύστερα να κάνει τον νταή, όπως πάντα…»

Έπαιρνε στροφές! Μιλούσε πάλι γρήγορα και δυνατά. Ο Κώστας κάτι πήγε να πει, αλλά αντίθετα με τον Μίλτο, δεν πρόλαβε να σχηματίσει ούτε μία λέξη. Η Πρήχα, είχε βγει, για τα καλά, στην επίθεση:

«Περιττό, Θεοδωρίδη! Δε με γελάς ότι την Τιτάκου, ή την έριξες στο κρεβάτι, ή σκοπεύεις να τη ρίξεις! Κι αντί να ψάχνεις αυτόν που έσπειρε τέσσερα πτώματα, τρέχεις πίσω της σαν το σκύλο που σέρνει, πίσω από τη σκύλα»!

Όταν η Κατερίνα γινόταν κακή, ήταν μια πολύ καλή κακή.

«Τότε να υποβάλω κι εγώ την παραίτησή μου».

«Για να μην είστε τζάμπα μάγκες, δεκτές οι παραιτήσεις σας κύριοι! Άντε στα σπίτια σας τώρα»!

Κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Σηκώθηκαν αργά από τις πολυθρόνες τους και στάθηκαν όρθιοι μπροστά στην Πρήχα. Σε στάση προσοχής, με σφιγμένες γροθιές και ένα βλέμμα γεμάτο κακία, πρώτα μίλησε ο Μίλτος:

«Όπως επιθυμείτε… Θα συντάξω, αμέσως, το σήμα και θα το έχετε σε πέντε λεπτά»…

Στράφηκε προς την πόρτα κι έφυγε. Πιο χαλαρά όρθιος μπροστά της, ο Κώστας, την κοιτούσε μάλλον αδιάφορα.

«Δεν τα πάω καλά με τις γραφομηχανές και τα κομπιούτερ. Θα βάλω κάποιον να συντάξει την παραίτησή μου και θα στη στείλω».

«Δε γίνεται δεκτή, προς το παρόν, Θεοδωρίδη. Άσε ότι είπα προηγουμένως και πήγαινε σπίτι σου να αλλάξεις. Κάνε μπάνιο και γραμμή στον ιατροδικαστή. Έχει κάτι να μας πει. Και κοίτα ως αύριο το πρωί, άντε το μεσημέρι, να έχεις ξεμπερδέψει με την υπόθεση. Να ξέρεις ποιος το έκανε. Διαφορετικά, αύριο το απόγευμα, να στρώσεις τον κώλο σου κάτω και να συντάξεις μόνος σου την παραίτηση. Γκέκε;»

Γκέκε…

Συνεχίζεται

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Η τέταρτη

Ομίχλη. Η γνωστή ομίχλη της Θεσσαλονίκης. Είχε περάσει το μεσημέρι, αλλά θα μπορούσε να είναι και πρωί. Μπροστά του απλωνόταν ο κόλπος. Υγρός, μελαγχολικός. Δεξιά κι αριστερά του, το τεράστιο πλακόστρωτο της παραλίας. Πίσω του, είχαν μαζευτεί οι γνωστοί: Αστυνομικοί, ένστολοι και με πολιτικά, ταινίες για να μην περνάει ο κόσμος, περιπολικά, δικυκλιστές, ένα ασθενοφόρο, το αυτοκίνητο του ιατροδικαστή, τα συμβατικά αυτοκίνητα της ασφάλειας, ο Μίλτος, ο ιατροδικαστής, η λεσβία, συνάδελφοι...
Καθόταν ανακούρκουδα και σκούπιζε το στόμα του μ ένα χαρτομάντιλο. Μόλις είχε αφήσει το περιεχόμενο του στομαχιού του στη θάλασσα. Μικρά ψάρια έδιναν μάχη ποιο θα πρωτοφάει ό,τι ο οργανισμός του Κώστα είχε αποβάλει.
Ο Μίλτος τον πλησίασε από πίσω:
«Μπα, Θεοδωρίδη! Από πότε έχεις ευαίσθητο στομάχι; Ή έφαγες κάτι που σε πείραξε»;
Δεν είχε φάει κάτι που να τον πείραξε. Ψυχολογικοί ήταν οι λόγοι. Το έβλεπε, πλέον, καθαρά. Η Ελένη είχε σχέση με την υπόθεση. Κι εκεί που κάτι πήγαινε να ξεκαθαρίσει, ερχόταν μια μικροανατροπή, όπως αυτή με το νέο πτώμα, το τέταρτο, στην παραλία.
«Θα ήταν χαλασμένο το λουκάνικο…»
Πού να εξηγούσε, τώρα, στο Μίλτο τα ψυχολογικά του. Ότι μια γυναίκα που την ένοιωσε τόσο ανθρώπινη, τόσο κοντά του μέσα σε λίγες ώρες, είχε σχέση με τρεις δολοφονίες κι απ’ ότι φαινόταν και με τέταρτη…
Ανασηκώθηκε και στράφηκε προς το πτώμα. Το έδειξε με ένα νεύμα του κεφαλιού και ρώτησε το Μίλτο, χωρίς να τον κοιτά:
«Να μην έρχομαι τώρα εκεί… Τα ίδια, έτσι»;
«Καρμπόν! Την πλησίασε από πίσω, της έκοψε το λαιμό πέρα ως πέρα, στη συνέχεια της έκοψε το δεξί χέρι, από το ύψος του καρπού…»
«Να υποθέσω ότι η κυρία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όλους τους προηγούμενους»;
«Ακριβώς. Αναστασία Κλειτίδου, γνωστή στην πιάτσα ως Νατάσσα…»
«Πόρνη»;
«…και τοξικομανής. Δυο φορές προσπάθησε να αποτοξινωθεί. Την πρώτη στην Ιθάκη. Ξανακύλησε μετά από δύο μήνες. Τη δεύτερη μπήκε στο πρόγραμμα μεθαδόνης. Πουλούσε, ή έδινε, τη μεθαδόνη στον νταβατζή της κι εκείνος της πάσαρε κοκαΐνη. Άλλαξε ναρκωτικά, για να είναι χάι, να μην νοιάζεται για το πόσους πελάτες θα δει κάθε βράδυ…»
«Ο νταβάς»;
«Την έχει ο Σταύρος. Ο Ταύρος. Κανένα στοιχείο εναντίον του. Χρόνια τον κυνηγάει το Ηθών…»
«Ευκαιρία είναι. Μια προσαγωγούλα θα είναι όλη δική του…»
«Αναλαμβάνεις»;
«Πάντα ήθελα να στριμώξω αυτό το κάθαρμα…»
«Είναι όλος δικός σου»…
«Θα φτύσει το γάλα της μάνας του…»
Ο Μίλτος απομακρύνθηκε προς το σημείο όπου κείτονταν το πτώμα της Νατάσσας. Περπάτησε προς τα εκεί. Ο Κώστας ήταν κάπως καλύτερα. Τον ακολούθησε. Ο ιατροδικαστής εξέταζε, ακόμη, το πτώμα. Δυο νεαροί αστυνομικοί κρατούσαν ένα ματωμένο σεντόνι πάνω του. Σηκώθηκε κι οι νεαροί αστυνομικοί σκέπασαν απαλά το κορμί της Νατάσσας. Ένα κορμί που πάνω του είχαν ξαπλώσει πολλοί, για να ξεδώσουν από την οικογενειακή ρουτίνα, να ικανοποιήσουν βίτσια ερωτικά, να νοιώσουν, έστω για πέντε λεπτά, μεγάλοι εραστές. Ένα κορμί που είχε σαπίσει, εσωτερικά, από τα ναρκωτικά: Πρώτα χασίς, μετά χάπια, έπειτα ηρωίνη, στο τέλος κόκα. Η Νατάσσα τα είχε δοκιμάσει όλα. Είχε ζήσει λίγο, καμιά 25αριά χρόνια. Είχε ζήσει, όμως, έντονα.
Ο ιατροδικαστής κοίταξε πρώτα τον Μίλτο κι έπειτα τον Κώστα: «Έχουμε να κάνουμε με τρελό. Με ψυχασθενή. Είναι ο ίδιος. Θέλω να εξετάσω όλα τα πτώματα μαζί. Να βάλω τα πράγματα σε μία σειρά. Μπας και καταλάβουμε κάτι. Αλλά δεν προλαβαίνω. Έχουμε και το πρόβλημα με το εργαστήριο…»
Και οι δυο τους κούνησαν το κεφάλι συγκαταβατικά. Το γνώριζαν το πρόβλημα με το εργαστήριο. Δεν υπήρχαν χρήματα και είχαν κοπεί κάποιες δαπάνες. Το ψυγείο είχε, όλες κι όλες, πέντε θέσεις. Με το ρυθμό που έσφαζε ο δικός τους δολοφόνος, θα γέμιζε το ψυγείο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας σε μερικές ώρες. Και τα υπόλοιπα πτώματα; Από τροχαία, από ατυχήματα, από εγκλήματα άσχετα με το δικό τους; Θα στοιβάζονταν σε φορεία και ράντσα, λες και υπήρχε περίπτωση να αναστηθούν, σαν το Λάζαρο και ν αρχίσουν τις βόλτες στα υπόγεια του ΑΧΕΠΑ;
«Πρέπει να τελειώνουμε…»
Ο Μίλτος το έλεγε αυτό περισσότερο στον εαυτό του, παρά στον ιατροδικαστή που, ούτως ή άλλως, απομακρύνονταν. Ο Κώστας έγειρε προς το μέρος του Μίλτου και ψιθύρισε:
«Τι εννοείς»;
«Βλέπεις πίσω από τη γραμμή της αστυνομίας; Πέντε τηλεοπτικά συνεργεία τραβούν πλάνα. Τα τρία έχουν στήσει λινκ, για απευθείθας σύνδεση στα δελτία. Αύριο οι εφημερίδες θα μας έχουν πρώτο θέμα. Θα θυμηθούν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, που έχει πληγεί, άλλες παρόμοιες δολοφονίες που έμειναν ανεξιχνίαστες… Θα μας σταυρώσουν»!
«Και τι να κάνουμε, ρε Μίλτο; Να πιάσουμε έναν Παγκρατίδη, να τον στήσουμε στον τοίχο κι ο αληθινός δολοφόνος να κόβει βόλτες στην Ελβετία»;
«Άσε αυτές τις μαλακίες, Κώστα. Ο Παγκρατίδης ήταν ο δράκος της Θεσσαλονίκης. Πιάστηκε, καταδικάστηκε, εκτελέστηκε. Και τέλος».
«Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα… Θες έναν ένοχο για να τελειώνουμε, Μίλτο»;
«Ναι! Αν είναι να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, θέλω στο δελτίο των 8, σε απευθείας σύνδεση, να ανακοινώσω από το γραφείο μου τη σύλληψη του δολοφόνου. Δε θέλω να βγουν τα κοράκια στα παράθυρα και να με σταυρώνουν»!
«Λυπάμαι Μίλτο! Εγώ δεν κάνω τέτοια…»
«Γι αυτό θα πεθάνεις υπαστυνόμος»…
«Θέλω να κοιμάμαι ήσυχος…»
«Αν θες να κοιμάσαι ήσυχος, σταμάτα να κοιμάσαι με τους μάρτυρες»!
Η γροθιά του Κώστα προσγειώθηκε στο πρόσωπο του Μίλτου. Εκείνος παραπάτησε. Οι μπάτσοι της Αμέσου Δράσεως, οι ασφαλίτες, οι Ζητάδες, η λεσβία, στράφηκαν προς το μέρος τους. Ο Μίλτος σκούπισε το αίμα από τη μύτη του. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν κινούνταν κανείς. Οι δημοσιογράφοι είχαν σταματήσει τα σπικάζ, οι κάμεραμαν κοιτούσαν, ο κόσμος το ίδιο. Και τότε, ο Μίλτος όρμησε στον Κώστα. Έπεσαν κάτω κι άρχισαν να κυλιούνται στο πλακόστρωτο!
«Τράβα»!
Ένας δημοσιογράφος της τηλεόρασης φώναξε στον οπερατέρ του. Εκείνος έστρεψε την κάμερα και ζουμάρισε. Αυτόματα, όλες οι κάμερες στράφηκαν στον καβγά. Τα συνεργεία που δεν ήταν στημένα έτρεχαν να προλάβουν. Οι οπερατέρ έσπρωχναν να περάσουν τη γραμμή της αστυνομίας. Ζητάδες προσπαθούσαν να τους σταματήσουν. Κάποιος κατέβασε μια κάμερα. Οπερατέρ και δημοσιογράφοι άρχισαν να φωνάζουν:
«Φιμώνετε τον Τύπο! Μην κρύβετε την αλήθεια! Ο κόσμος πρέπει να μάθει τα πάντα»!
Από την άλλη πλευρά, οι ασφαλίτες έτρεχαν να χωρίσουν τους δυο άνδρες που κυλιόντουσαν στο πλακόστρωτο και αντάλλασαν γροθιές και κλοτσιές. Οι μισοί τραβούσαν τον Μίλτο κι οι υπόλοιποι τον Κώστα. Με τα πολλά τους χώρισαν.
«Ελάτε ρε παιδιά! Τι είναι αυτά, ρε παιδιά! Ρε, καλά, μαλάκες είστε; Οι κάμερες γράφουν»!
Αυτό το τελευταίο ήταν αρκετό για να στραφούν και οι δύο και να δουν τις κάμερες. Όντως, ο καβγάς τους είχε μαγνητοσκοπηθεί από την αρχή ως το τέλος.
«Τώρα θα έχεις το παράθυρο που θες»!
Ο Κώστας τα είπε αυτά με σφιγμένα δόντια. Γύρισε από την άλλη, σκούπισε τη ματωμένη μύτη του με την ανάποδη της παλάμης και έφτιαξε, με απότομες νευρικές κινήσεις το σχισμένο πουκάμισο και το στραπατσαρισμένο σακάκι. Γραβάτα δεν υπήρχε.
Αντίθετα, ο Μίλτος φορούσε, ακόμη, τη γραβάτα του, αλλά ήταν τραβηγμένη, ο κόμπος είχε γίνει στενός, μικρός. Το πουκάμισό του ήταν μισό μέσα και το άλλο μισό έξω από το σχισμένο του, πλέον, παντελόνι. Έδειξε με το δείκτη τον Κώστα και του φώναξε, καθώς εκείνος απομακρύνονταν:
«Είσαι τελειωμένος, ακούς; Τελειωμένος»!
Ο Κώστας, με γυρισμένη την πλάτη, σήκωσε το δεξί του χέρι σε μια άσεμνη χειρονομία με τον μέσο. Περπατούσε προς το αυτοκίνητο που τον έφερε. Πίσω του έτρεξε ο αστυνομικός οδηγός.
Στη διαδρομή –προς πού άραγε;- χτύπησε το κινητό του.
«Θεοδωρίδη, στο γραφείο μου! Τώρα»!
Μόνον η Πρήχα του έλειπε…



Συνεχίζεται

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2007

Διάλειμμα στο διάλειμμα

Με προκάλεσαν. Απαντώ:


-Δε φοράω το ΣΠΙΡΑΛ

Στεκόταν μπροστά μου, μόνον με τις ζαρτιέρες, τις κάλτσες και τις μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες. Τα στήθη της, στητά, τα πόδια μισάνοιχτα… Σε άλλη περίπτωση θα είχα σηκωθεί να βυθιστώ μέσα της, έτσι, στο όρθιο. Αυτές οι κουβέντες της, όμως, μ έκαναν να παραμένω ξαπλωμένος, με τα χέρια στο σβέρκο, ακίνητος, ανάσκελα, στο κρεβάτι.

-Δε μιλάς…

Τι να έλεγα; Την είχα γνωρίσει πριν τρεις μήνες. Και για 90 και μέρες, ζούσα το απόλυτο υγρό όνειρο. Δεν ξεκολλούσαμε. Θυμίζαμε εκείνα τα δυο σκυλιά που είχα δει, ένα καλοκαίρι, στο Φανάρι, στη Ροδόπη. Δεν ήθελε να βγω από μέσα της –ούτε ΄γω.

Την πρώτη φορά που χρησιμοποιήσαμε τα ΣΠΙΡΟΥΝΙΑ είναι αλήθεια ότι πόνεσα. Μίκρυνα απότομα, ενώ ήμουν μέσα της. Το κατάλαβε και με τύλιξε με τα πόδια της, με τράβηξε πάνω της με τα χέρια της και μου ΄δωσε ένα υγρό φιλί. Ύστερα κατέβηκε προς το στήθος μου και, πριν φθάσει χαμηλά στην κοιλιά, η βλάβη είχε αποκατασταθεί.

Το όνειρο άρχισε να γίνεται εφιάλτης χθες: ΣΚΑΛΙΖΟΝΤΑΣ το μικρό σεκρετέρ της, έπεσα πάνω σε ένα χοντρό τετράδιο –σαν αυτό που είχα στο λύκειο, για πρόχειρο. Το άνοιξα κι έπεσα στο ημερολόγιό της. Περιέγραφε τα πάντα. Οι περιγραφές με είχαν ανάψει, ώσπου έπεσα πάνω σε μια πρόταση που με άφησε παγωτό: «Θέλω να κάνω οικογένεια με αυτόν τον άνθρωπο, να αποκτήσω από αυτόν ένα παιδί, να σταθώ δίπλα του στην εκκλησία, ντυμένη νύφη»…

-ΓΑΜΩ το!

Η βρισιά μου ξέφυγε αλλά, σας ρωτώ: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Εκεί που νομίζατε ότι είχατε βρει το απόλυτο θηλυκό, αυτό που ζει μόνον για τον έρωτα και από τον έρωτα, μια πρόταση, 22 λέξεις, διαλύνουν το ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ όνειρο κι αποδεικνύουν ότι, τελικά, όλες είναι ίδιες.

Γύρισα και την κοίταξα.

-Πρέπει να χωρίσουμε…

Το είχα πει. Έμεινε να με κοιτάζει, με ένα βλέμμα κενό. Κανονικά θα έπρεπε να ρωτήσει για ποιον λόγο, αλλά δεν το έκανε. Ήταν πολύ περήφανη, τελικά, ή μήπως πολύ εγωίστρια; Δεν είχε σημασία. Σηκώθηκα, ντύθηκα, άνοιξα την εξώπορτα κι έφυγα.

Δεν είχα περπατήσει ούτε πενήντα μέτρα, όταν κατάλαβα το λάθος μου. Είχα συναντήσει μια τέτοια γυναίκα, που ήθελε να περάσει μια ζωή μαζί μου, να γίνουμε ένα, οικογένεια κι εγώ την παράτησα; Ρίψασπις; Κότα;

Γύρισα κι επέστρεψα, σχεδόν τρέχοντας. Ήμουν έτοιμος να χτυπήσω το κουδούνι, όταν την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο, πίσω από την κλειστή πόρτα:

-Ναι, σου λέω! Μου είχε γίνει τσιμπούρι! Τρεις μήνες κατσικώθηκε εδώ και δεν έλεγε να φύγει! Πού να ήξερα τι μαλάκας ήταν, όταν τον ψώνιζα για μια ξεπέτα, από το μπαρ…

Σοκ! Δεν μπορεί! Τέντωσα το αυτί μου:

-Το γνωστό κόλπο, σου λέω. Πρώτα, ένα ημερολόγιο –δήθεν- τυχαία ξεχασμένο σε μισάνοιχτο συρτάρι. Κι έπειτα, αφού ο μαλάκας δεν το είχε βρει, ένα υπονοούμενο στα ίσια. Ευτυχώς, δε χρειάστηκε να πω πως ήθελα ένα παιδί… Την έκανε αμέσως! Τι μαλάκας!

Αλήθεια... Τι μαλάκας!


Και ρίχνω το γάντι στους:

Composition Doll

Krotkaya

Aggelos-x-aggelos

Iris

Evelina


με τις λέξεις: Απατηλός, Χαμός, Ρύζι, Περιδιαβαίνω, Αλυσίδες

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2007

(Νέο) διάλειμμα ολίγων λεπτών

Νέο διάλειμμα. Η πρόκληση, όμως, δεν μπορεί να μείνει έτσι. Πρώτη η Composition Doll πέταξε το γάντι. Παίρνει την απάντησή της εδώ.

Η ΛΑΜΨΗ, από τους προβολείς του απέναντι με τύφλωσε. Ασυναίσθητα σήκωσα το χέρι μου και κάλυψα τα μάτια μου. Με δυο κινήσεις, δεξιά-αριστερά, κράτησα το αυτοκίνητο στο δρόμο.

Η αλήθεια είναι ότι έτρεχα για τα καλά. ΤΟ ΠΑΡΤΙ πρέπει να είχε αρχίσει. Βιαζόμουν.

Το ΠΟΡΦΥΡΟ ΧΡΩΜΑ της δύσης του ήλιου είχε χαθεί προ πολλού από τον ορίζοντα. Πάτησα κι άλλο το γκάζι. Αν συνέχιζα κι άλλο αυτήν την τρελή πορεία, θα με έβλεπα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ: ντεντέκτιβ θύμα τροχαίου…

Έστριψα από το σταθμό του τρένου, δεξιά. Μπήκα, με χειρόφρενο, στην ΤΣΑΙΝΑ ΤΑΟΥΝ της Θεσσαλονίκης. Τα κινέζικα μαγαζιά ήταν κατάφωτα. Κόσμος μπαινόβγαινε κι αγόραζε ρούχα και παιχνίδια. Η φτώχια θέλει καλοπέραση.

Βιαζόμουν. Τα πόδια μου έτρεμαν. Αν δεν είχα τόση αγωνία για το ποιους θα συναντούσα εκεί, μπορεί και να σωριαζόμουν. Ίδρωνα. Ένας πιτσιρίκος, με σχιστά μάτια, με κοιτούσε, ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΣ του άγχους μου.

Ήμουν κοντά. Έστριψα απότομα αριστερά. Κάποιος έβρισε στα κινέζικα. Δεν έδωσα σημασία. Μπροστά μου ήταν το σπίτι όπου κάποιοι γλεντούσαν. Ο ένας από αυτούς, είχε σκοτώσει τη Δώρα Τιμοθέου. Ήμουν αποφασισμένος να τον αποκαλύψω, με έναν τρόπο θεατρικό, ως νέος επιθεωρητής Πουαρώ.

Χτύπησα το κουδούνι. Ένας υπηρέτης άνοιξε. Μπήκα μέσα ψιθυρίζοντας: «Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΡΧΙΖΕΙ».

Για Μπόνους, μια ιστορία με επτά ελληνικές κωμωδίες:

Η ΘΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ έφθανε στο αεροδρόμιο σε ία ώρα. Η Μαρουσώ, ήταν η καλή αδελφή της μαμάς. Πάντα είχε κάτι να μας δώσει, όταν ερχόταν «στην πατρίδα», για διακοπές.

Μαζί της γινόμασταν, μεμιάς, ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ-ΤΡΕΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Αστεία, χωρατά, ιστορίες από το χωριό στον Έβρο, ανακατεμένα με την ανάμνηση της γιαγιάς Ελένης, της μάνας της Μαρουσώ. Με το που σμίγαμε, γινότανε ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ. Και το σπίτι, ΒΙΛΑ ΤΩΝ ΟΡΓΙΩΝ.

Δεν προλαβαίναμε να κρατάμε την κοιλιά μας από τα γέλια. Είχε έναν τρόπο να διηγείται, μοναδικό. Μπέρδευε εικόνες, πρόσωπα και καταστάσεις και μας ξεθέωνε. Μέναμε στον καναπέ, ΚΑΤΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ, να μην αντέχουμε άλλο γέλιο.

Ο Κώστας, Ο ΑΤΣΙΔΑΣ της οικογένειας, ήταν αυτός που παρέδιδε πρώτος τα όπλα. Τα παρατούσε όλα κι έφευγε, προς την τουαλέτα, ουρλιάζοντας.

Τελευταία, εγκατέλειπε η μάνα μου. Ακόμη κι εκείνη την ξεθέωνε με τα αστεία της η Μαρουσώ. Κι ύστερα έμεναν οι δυο τους, να θυμούνται καταστάσεις άλλες. Με συγγενείς που δεν ήταν, πια, μαζί μας. Με άλλους, που πέθαναν στη γέννα –άλλες εποχές τότε. Η Μαρουσώ, πριν φύγει για την ξενιτιά, ήταν Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ Η ΜΑΜΗ κι είχε γεμίσει χαρές, όλα τα σπίτια στο Σουφλί. Όταν έφυγε, την ξεπροβόδισαν φίλοι και γνωστοί, στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Είχαν, όμως, μείνει λίγοι, να την υποδέχονται πια, όποτε ερχόταν από το Μασατσούσετς.

Μας ήρθε, όμως, και δεύτερη πρόκληση. Ανάσα και συνεχίζω.

Ημίαιμε,

Krotkaya,

Alexandra,

An – Lu,

Allmylife,

Βοηθάτε! Παίξτε, έως ότου απαντήσω στη νέα πρόκληση και δώσω συνέχεια στην Ακατάστατη σειρά πτωμάτων.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Η τρίτη

Στη διαδρομή είχε μάθει όλα τα σχετικά. Ο αστυνομικός που οδηγούσε του τα μετέδωσε, με ρυθμό μοτορόλας. Κοφτά, λίγες λέξεις, δυνατή φωνή, καμία λεπτομέρεια: Πτώμα ηλικιωμένης γυναίκας, στο διπλανό διαμέρισμα από αυτό της Τιτάκου, φέρει μία μαχαιριά πέρα ως πέρα στο λαιμό και κομμένο το δεξί της χέρι, από τον καρπό!
Ζαλίστηκε. Άλλη μία επανάληψη, άλλος ένας κύκλος. Καταντούσε εκνευριστικό. Έβλεπε το μέλλον, όπως τα ψευτομέντιουμ της τηλεόρασης, με το κληρονομικό χάρισμα: Θα ήταν σίγουρο πως ο δολοφόνος ήταν ο ίδιος, θα πήγαινε στην Ελένη για να συνεχίσει την ανάκριση, θα του έλεγε πως δεν γνωρίζει τίποτα, ίσως να του έδινε καναδυό στοιχεία παραπάνω για τον μυστήριο Διονύση, αυτά… Και πριν ολοκληρώσουν την κουβέντα τους, ήταν σίγουρος πως κάποιος θα άνοιγε την πόρτα, να πει πως βρέθηκε και άλλο πτώμα –τέταρτο. Κάπου κοντά, αλλά και πάλι, μυστηριωδώς, κανείς δε θα γνώριζε τίποτα.
«Δε γαμιόμαστε λέω εγώ»…
Την ψιθύρισε τη φράση του, σφίγγοντας τα δόντια, αρχικά, αλλά με το που κατάλαβε πως η ευχή του είχε γίνει, νωρίτερα, πραγματικότητα, χαλάρωσε και χαμογέλασε.
«Σου ΄ρθε καμία ιδέα, αφεντικό»;
Ο αστυνομικός που οδηγούσε είχε ξαφνιαστεί από το «δε γαμιόμαστε». Ξαφνιάστηκε, όμως, ακόμη παραπάνω, από το ξαφνικό χαμόγελο.
«Όχι, όχι. Να… Σκέφτηκα ότι αυτή η υπόθεση μας έχει γαμήσει και…»
Δεν το είχε σώσει, ακριβώς, αλλά ο αστυνομικός ήταν τυπικός στα περί την υπηρεσία, δε ρώτησε τίποτε άλλο και το θέμα μπορούσε να χαρακτηριστεί λήξαν.
Στην πολυκατοικία της Τιτάκου η ίδια εικόνα: Αστυνομικοί, ένστολοι και με πολιτικά, ταινίες για να μην περνάει ο κόσμος, περιπολικά, δικυκλιστές, ένα ασθενοφόρο, το αυτοκίνητο του ιατροδικαστή, τα συμβατικά αυτοκίνητα της ασφάλειας, ο Μίλτος, ο ιατροδικαστής, η λεσβία, συνάδελφοι...
«Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», σχολίασε με το που έφθασε στον Μίλτο.
«Κι εμένα τα χεράκια σου, με λύνουν και με δένουν, λέει μετά το τραγούδι Κωστάκη»…
«Μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια»!
«Καλά, καλά… Λοιπόν, πας στο διπλανό διαμέρισμα από της Τιτάκου και θα βρεις την ηλικιωμένη γειτόνισσά της. Μην τη ρωτήσεις τίποτε, δεν είναι σε θέση να σου απαντήσει. Άντε. Από τις σκάλες, γιατί στο ασανσέρ είναι η σήμανση»!
Ανέβηκε από τις σκάλες την ίδια στιγμή που κατέβαιναν δυο «ζητάδες». Του έκαναν χώρο να περάσει, χαιρετήθηκαν κι εκείνος άρχισε να σιγοσφυρίζει το τραγούδι του Ρασούλη. Έφθασε στο διαμέρισμα. Έριξε μια ματιά στην πόρτα της Ελένης και μπήκε από την είσοδο του διπλανού διαμερίσματος, που ήταν ανοιχτή.
Γνώριμη σκηνή: Ο ιατροδικαστής πάνω από το πτώμα, αστυνομικοί τριγύρω, η Άννα η λεσβία –είχε γίνει κι αυτή μέρος της υπόθεσης- κάποιος τραβούσε φωτογραφίες με μια ψηφιακή με φλας… Στο πάτωμα, το πτώμα. Ο ιατροδικαστής το είχε ξεσκεπάσει και έκανε αυτοψία. Κάθισε ανακούρκουδα δίπλα του.
«Λέω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα στην πολυκατοικία, κύριε Θεοδωρίδη, να μη με τρώνε οι δρόμοι στο πάνε-έλα»!
«Και πολύ καλά θα κάνετε. Το σκέφτομαι κι εγώ. Τι έχουμε»;
«Τα γνωστά! Της έκοψε την καρωτίδα από άκρη σε άκρη, πλησιάζοντάς την από πίσω. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι χρησιμοποιεί νυστέρι. Την ακούμπησε μαλακά στο πάτωμα, σχεδόν ευλαβικά. Το ίδιο έκανε και με τους προηγούμενους –είμαι, πια, σίγουρος. Το αίμα ανάβλυζε ποτάμι –φαίνεται, άλλωστε, από τη λίμνη που έχει σχηματιστεί. Με άλλο όργανο, προφανώς μπαλταδάκι χασάπη, της έκοψε το δεξί χέρι. Μπαλταδάκι είχε χρησιμοποιήσει και στη δολοφονία Αλεξάνδρου, για να κόψει το χέρι, ενώ στη δολοφονία Ευσταθίου τον χάραξε πάλι με το νυστέρι»…
«Γιατί ειδική περιποίηση στον Ευσταθίου»;
«Τι να σου πω… Ή δεν προλάβαινε να χρησιμοποιήσει το μπαλταδάκι, ή τον θεωρούσε άσχετο με την υπόθεση. Από την άλλη δεν βρίσκω καμία σχέση της κυρίας Μαριάνθης –Παπαδοπούλου, ξέχασα να σας συστήσω, η κυρία την οποία παρατηρείς τώρα- με την όλη υπόθεση… Πάντως το όργανο το είχε μαζί του. Η κυρία που βλέπεις, συνάντησε το δολοφόνο λίγα λεπτά πριν τον Ευσταθίου»!
«Δηλαδή ο δολοφόνος ήρθε στον όροφο, είδε τον αστυνομικό έξω από το διαμέρισμα της Τιτάκου και μπούκαρε στης Παπαδοπούλου; Δε μου κολλάει γιατρέ μου…»
«Μπορεί να μη σου κολλάει, αλλά έτσι έγινε. Δεν μπούκαρε, χτύπησε και του άνοιξαν. Βλέπεις πουθενά γύρω σου ίχνη διάρρηξης; Ακόμη και τώρα που πέρασαν οι ορδές του Αττίλα (αυτά τα τελευταία τα φώναξε, σα να ήθελε να τα ακούσουν όλοι οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο διαμέρισμα) και κατέστρεψαν τα πάντα στη σκηνή του εγκλήματος, μπορείς να διακρίνεις πως τα πάντα είναι στη θέση τους. Κι η πόρτα, κατάγερη, απλά ανοικτή»!
«Δηλαδή τον γνώριζε τον δολοφόνο»;
«Μπράβο αστυνόμε. Κερδίζεις χρυσούν ωρολόγιον»!
Ήταν φανερό. Γνωρίζονταν όλοι. Η Παπαδοπούλου, ο δολοφόνος, η Ελένη, ο Αλεξάνδρου. Κι ο Ευσταθίου ήταν παράπλευρη απώλεια. Για την Ελένη πήγαινε ο δράστης. Κι ήταν σίγουρος πως κι ο Διονύσης δεν ήταν άσχετος. Ε πια, αυτό έκανε μπαμ! Ακόμη και παιδί του δημοτικού θα το είχε καταλάβει. Και η όλη υπόθεση περνούσε από το whodoneit στο whydoneit…
Έπρεπε να επιστρέψει στην Ελένη. Να προλάβει να τη ρωτήσει, πριν την ανακρίνουν επίσημα, πριν υπάρξουν κι άλλοι μάρτυρες της ομολογίας της. Είχε σχέση! Έπρεπε να μάθει την αλήθεια και να δει πώς θα τη γλίτωνε από τα χειρότερα.
Σηκώθηκε ζαλισμένος και στράφηκε προς την πόρτα. Στο κούφωμα στεκόταν ο Μίλτος:
«Αντέχεις; Πρέπει να πάμε στη Νέα Παραλία. Ένας λαθρομετανάστης που ψάρευε, τράβηξε ένα πτώμα. Μάντεψε: Κάποιος είχε κόψει το δεξί χέρι του στον καρπό κι έχει μια μαχαιριά πέρα ως πέρα, στο λαιμό»!
Τον Κώστα τον έπιασε ναυτία. Έψαχνε μια γωνία, να βγάλει έξω το περιεχόμενο του στομαχιού του...



Συνεχίζεται


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Διονύσης

Η Ελένη καθόταν στη γνώριμή της, πια, σιδερένια καρέκλα, πίσω από το μεταλλικό τραπέζι, στο δωμάτιο που χρησιμοποιούνταν για τις ανακρίσεις. Είχε κλάψει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και, παρά το ότι είχε φροντίσει να συμμαζέψει μάσκαρα και ρίμελ, ήταν φανερό πως δεν είχε περάσει και τις πιο ευχάριστες ώρες της εκεί μέσα. «Ο Μίλτος μπορούσε να γίνει πολύ κακός, ώρες ώρες, ακόμη και με γυναίκες σαν αυτήν», σκέφτηκε ο Κώστας.
Τον κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της:
«Θα με εκτελέσετε;»
Η προσπάθειά της να κάνει χιούμορ έπεσε στο κενό. Ο Κώστας στεκόταν απέναντί της ανέκφραστος. Άφησε μερικά δευτερόλεπτα να περάσουν κι έπειτα μίλησε αργά και σιγανά:
«Νομίζω ότι πρέπει να μας πεις μερικά πράγματα»…
«Μπα… Από τον ενικό της οικειότητας περάσαμε στον ενικό της απόλυτης εξουσίας»;
Τον εκνεύριζαν πάντα τέτοιες εξυπνάδες. Αλλά αυτό που ακούστηκε από το στόμα της, μάλλον τον έκανε να ντρέπεται. Στο κάτω – κάτω της γραφής, με τη γυναίκα αυτή είχε κάνει τον καλύτερο έρωτα που θυμόταν.
«Ελένη, έχουμε να κάνουμε με μια σειρά από πτώματα. Μια σειρά από πτώματα που δεν έχουν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Πρέπει να βρούμε την άκρη. Κι όλοι πιστεύουμε ότι κάτι μας κρύβεις».
«Κι εσύ»;
«Ειδικά εγώ»…
Κοίταξε το μεταλλικό τραπέζι μπροστά της. Μετά την ψευδοροφή. Έπειτα τον καθρέπτη που κάλυπτε τον έναν τοίχο, πέρα ως πέρα. Τον κοίταξε στα μάτια κι άρχισε να μιλάει:
«Αυτό που κρύβω, όπως λέτε, λέγεται Διονύσης. Και δεν το κρύβω. Απλά, τον είχα ξεχάσει. Ξεχνάμε, Κώστα, την επίπεδη καθημερινότητά μας, όταν γίνεται κάτι ξεχωριστό, που μας αλλάζει τη ζωή. Ήμουν μια υπάλληλος…»
«Στέλεχος»!
«…στέλεχος, όπως θες! Ήμουν ένα στέλεχος εταιρίας, που ζούσε μόνη της, επειδή η δουλειά της ήταν πρώτη προτεραιότητα. Μπήκε στη ζωή μου ένας άνθρωπος από το πουθενά»…
«Για το Διονύση νομίζω ότι θα μιλούσαμε»…
«Για το Διονύση μιλάμε! Άραξε στον καναπέ μου, μου έφερε κι ένα σκύλο για δώρο. Κι έγινε ρουτίνα. Βγαίναμε, τρώγαμε, πηγαίναμε σινεμά, ερχόταν σπίτι, ετοίμαζα φαγητό, κάναμε έρωτα, χάιδευε το σκύλο, έβλεπε τηλεόραση, έφευγε, ξαναερχόταν… Κι έπειτα, ένα πτώμα, ένας μπάτσος με καρδιά, κάποιος που προσπαθεί να μπει στο σπίτι μου και σκοτώνει έναν αστυνομικό-φρουρό… Δεν ήταν φυσικό να ξεχάσω τον Διονύση; Κι εκεί που με ρωτούσατε το ένα και το άλλο, μου ΄ρθε φλασιά. Τόσες μέρες τώρα, αυτός είναι άφαντος. Τον περίμενα στο σπίτι το βράδυ του φόνου. Δεν ήρθε κι έβγαλα τον Ντικ βόλτα. Κι από εκεί άρχισαν όλα. Αυτό είναι που σας κρύβω, Σέρλοκ»!
«Elementary, Γουότσον! Τι γνωρίζεις γι αυτόν το Διονύση»;
«Σχεδόν τίποτα. Τον γνώρισα στο μπαρ του σινεμά. Μοιράστηκε το ίδιο πάθος μαζί μου για τις ταινίες. Αγαπάει τα ζώα. Κάνει, ή τουλάχιστον έκανε, καλό έρωτα. Δε ρωτούσε πολλά – πολλά. Εργάζεται σε εταιρία παροχής υπηρεσιών –ξέρεις, ερχόμαστε, σου φτιάχνουμε τα υδραυλικά, σου αλλάζουμε τα φώτα, παίρνουμε μια μικρή περιουσία και αντίο»!
«Λίγες περισσότερες λεπτομέρειες»;
«Δηλαδή»;
«Ας αρχίσουμε από το επίθετό του»…
Του το είπε; Δεν του το είπε; Το ψιθύρισε και δεν το άκουσε; Και τι να άκουγε, δηλαδή; Τον ψίθυρο της Ελένης, ή τα ουρλιαχτά της Κατερίνας; Η Πρήχα είχε εισβάλει στο δωμάτιο:
«Παράτα τα Θεοδωρίδη! Βρέθηκε τρίτο πτώμα. Στο διπλανό διαμέρισμα από της κυρίας. Και μάντεψε: Δεν είναι ολόκληρο! Κάτι του λείπει. Ο Μίλτος, ήδη ξεκίνησε. Πάρε ένα περιπολικό, σε περιμένει ο Αποστόλου. Στο δρόμο θα σου πει λεπτομέρειες. Άντε! Τρέχουμε τώρα»!
Μούδιασε… Αλλά, πράγματι, έπρεπε να τρέξει. Όρμησε στην πόρτα. Η διευθύντρια στράφηκε στην Ελένη:
«Να μας συγχωρείτε κυρία Τιτάκου. Τα έχει αυτά η δουλειά. Απρόοπτα… Έξω από το δωμάτιο, είναι ένας αστυνομικός. Ζητείστε του ό,τι θέλετε, εκτός από το να φύγετε»…
«Είμαι κρατούμενη»;
«Φιλοξενούμενη… Έχουν την ίδια κατάληξη, όμως άλλη ρίζα».
«Οι φιλοξενούμενοι φεύγουν όποτε θελήσουν»…
«Μα φυσικά! Κι εσείς το ίδιο. Δε θα θέλατε, όμως, να μας στεναχωρήσετε… Εξάλλου, αρχίσατε μια κουβέντα και καλό θα είναι να την τελειώσετε»…


Συνεχίζεται