Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Παλιές ιστορίες

Ήταν σίγουρος, πλέον. Κάτι του έκρυβε. Τι, όμως; Γνώριζε τον δολοφόνο; Τον είχε δει; Για ποιον λόγο τον έκρυβε, αν τον έκρυβε; Είχε παρατήσει την ανάκριση στο Μίλτο και καθόταν στο γραφείο του. Απέναντι έπαιζε η τηλεόραση. Ειδήσεις. Περίμενε μήπως θα έλεγαν κάτι για τον νεκρό αστυνομικό. Στα παράθυρα μάλωναν δυο δημοσιογράφοι και δυο τι βι περσόνες, για το νομοσχέδιο για την Παιδεία. Κουβέντα για τον αστυνομικό.
«Τα παρατήσαμε»;
Στο κούφωμα της πόρτας στεκόταν η Γενική Διευθύντρια. Σηκώθηκε, απότομα, όρθιος, λες και είχε μπει στην αίθουσα ο δάσκαλος.
«Δεν παρατάμε τίποτα! Εκτός από την έρευνα, υπάρχει και η σκέψη, κυρία Πρήχα…»
«Στρατηγέ Πρήχα, για σένα Θεοδωρίδη! Μην ξεχνιόμαστε! Δεν έφαγα τα πεζοδρόμια και τους δρόμους για να με αποκαλούν με το επίθετό μου… Σε λίγο θα μου μιλήσεις στον ενικό και θα με φωνάζεις με το μικρό μου όνομα…»
Ο Κώστας έσφιξε το στόμα του. Περπάτησε προς την πόρτα κι έπιασε τη Γενική Διευθύντρια από το μπράτσο. Σχεδόν την έσυρε στο γραφείο του κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να μην τη χτυπήσει στο κούφωμα.
«Για πρόσεχε…»
«Όχι, Κατερίνα! Εσύ να προσέχεις! Μας στριμώχνεις άγρια και το ξέρεις. Μας μιλάς λες και είμαστε σκουπίδια! Κι άντε! Με μένα, υπάρχει ένα παρελθόν. Τον άλλον, όμως; Γιατί τον στριμώχνεις τόσο»;
«Ποιο παρελθόν καημένε Κώστα; Νομίζεις ότι ακόμη θα είμαι κολλημένη σε σένα; Ποτέ δεν τόλμησες να παραδεχτείς ότι ήμουν καλύτερή σου. Ακόμη κι όταν έπαιρνα τον έναν βαθμό πίσω από τον άλλον, ακόμη και τότε ούτε γύρισες, ποτέ, να πεις ένα μπράβο! Ήθελες τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι, να σου έχει παντούφλες και φαγητό έτοιμα και να σου κάθεται όποτε ήθελες να γαμήσεις! Κι όταν είχες πυροβολήσει κανέναν, να κλάψεις στον ώμο της! Ε, λοιπόν, τέτοια γυναίκα δεν ήμουν ποτέ! Δεν είχαμε κοινό παρελθόν, από τότε που έγινα αστυνόμος κι έμεινες πίσω στην ιεραρχία. Από τότε πέθανες μέσα μου»…
«Τέλειωσες»;
«Όχι, δεν τέλειωσα! Άκου να σου πω, Κώστα, γιατί οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Εσύ έμεινες κολλημένος πάνω μου και έκανες λες και χωρίσαμε χθες. Όσο για το αν σας κολλάω, σας σπάω τ’ αρχίδια επειδή πρέπει να βρείτε κάτι και δεν το κάνετε! Έχουμε δυο πτώματα μπροστά μας και ούτε μία απάντηση. Κι εσύ φέρεσαι στη μάρτυρα με το σεις και με το σας, λες και είναι συγγενής σου! Με πιέζουν κι εμένα, από πιο πάνω! Ο Αλεξάνδρου δεν ήταν τυχαίος. Είχε φίλους ψηλά! Και κάποιος τον σκότωσε και του πήρε το χέρι για σουβενίρ! Κι εσύ μου λες ότι σας στριμώχνω; Δεν έχεις δει, ακόμη στρίμωγμα! Τώρα τέλειωσα»!
Δεν είχε κουράγιο να της πει το παραμικρό. Τα μάτια της έδειχναν ότι έλεγε αλήθεια. Η πρώην γυναίκα του και νυν προϊσταμένη του, δεν είχε αφήσει περιθώρια.
«Εντάξει, εντάξει… Αλλά κατάλαβέ το ρε συ Κατερίνα… Η υπόθεσή είναι δύσκολη. Δεν έχουμε το παραμικρό. Κι αν το μυαλό μας πήγαινε σε μεγάλα πράγματα, με τη δολοφονία του Αλεξάνδρου, η δεύτερη δολοφονία, που έγινε μάλλον για να βγει η Τιτάκου από τη μέση, μας έχει φέρει σε αδιέξοδο. Η πρώτη δείχνει πως κάτι μεγάλο κρύβεται από πίσω, η δεύτερη είναι ακατανόητη… Τι γύρευε εκεί ο δολοφόνος ενός στελέχους επιχειρήσεων που έχει, όπως λες κι εσύ, φίλους στα ψηλά;»
«Εμένα ρωτάς; Βάλ΄ τα κάτω και βρες τη λύση. Εσύ θα γινόσουν διευθυντής Ασφαλείας…»
Τον χτύπησε άλλη μία φορά, εκεί που πονούσε. Λες και υπήρχαν σημεία που δεν πονούσε… Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Μίλτος.
«Συγνώμη, διακόπτω»;
«Μαλακίες, Παντάκη! Μιλάμε για την υπόθεση. Έχουμε τίποτα»;
«Τίποτα. Η Τιτάκου κάτι μας κρύβει, αλλά δε μιλάει με τίποτα. Κι ούτε μπορούμε να την κρατήσουμε, δεν έχουμε το παραμικρό στοιχείο σε βάρος της».
«Αφήστε την να πάει σπίτι της, λοιπόν, βάλτε μια καλή φρουρά μέσα κι έξω και πρήξτε την με το να την φέρνετε για ανάκριση δυο φορές τη μέρα».
«Αυτό σκεφτόμουνα κι εγώ… Ήδη ζήτησα να την μεταφέρουν στο σπίτι της και, σε λίγο…»
«Γιατί σε λίγο, Παντάκη»;
«…»
«Λοιπόν»;
«Θέλει να δει τον Κώστα»…
Η Πρήχα γύρισε απότομα προς το μέρος του Κώστα. Τον κοίταξε στα μάτια και ρώτησε, δήθεν αδιάφορα, τον Μίλτο:
«Έχει προτιμήσεις η μάρτυς; Τι να κάνουμε, Μίλτο, θα πάμε με τα νερά της… Άντε κύριε Θεοδωρίδη… Πηγαίνετε. Μπας και μάθουμε τίποτα, δηλαδή…»

συνεχίζεται

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ανάκριση

Χώρισαν τις δουλειές. Ο Κώστας ανέλαβε να μιλήσει στην Τιτάκου. «Τι βολικό», σκέφτηκε. Ο Μίλτος θα ανέθετε μέρος της έρευνας σε δύο υπαστυνόμους και θα συναντιόντουσαν στα κεντρικά της Ασφάλειας. Εκεί που η Ελένη «δέχονταν ψυχολογική στήριξη».

«Μαλακίες»…

Ο Κώστας ήξερε ότι οι ψυχολόγοι της αστυνομίας έχουν άλλους σκοπούς σε τέτοιες περιπτώσεις. Θα προσπαθούσαν να της πάρουν, με ωραίο, ομολογουμένως, τρόπο, ό,τι γνώριζε και δε γνώριζε για την ιστορία. Γι αυτό ήταν ιδιαίτερα βιαστικός. Χαιρέτισε με ένα νεύμα του κεφαλιού το φρουρό της πύλης και πήρε το ασανσέρ για τον τρίτο. Εκεί που βρισκόταν οι ειδικοί θάλαμοι ανακρίσεων, εκεί όπου ένας ψυχολόγος συζητούσε με την Ελένη.

Το τι γινόταν μέσα στο θάλαμο, μπορούσες να το δεις από το διπλανό δωμάτιο. Ένας καθρέπτης χώριζε τους δυο θαλάμους. Καθρέπτης από τη μεριά του ανακρινόμενου και φιμέ τζάμι από την άλλη. Η συζήτηση με τον ψυχολόγο βιντεοσκοπούνταν.

Η Ελένη είχε συνέλθει. Συζητούσε με άνεση με τον ψυχολόγο, απαντούσε σε ό,τι κι αν τη ρωτούσε. Την ιστορία, όμως, την είχε ξανακούσει. Εξιστορούσε πώς βρήκε το πτώμα του Αλεξάνδρου.

«Περσινά ξινά σταφύλια».

Ο Μίλτος βρισκόταν, ήδη, πίσω του. Είχε προλάβει να αναθέσει τις δουλειές που έπρεπε κι ήταν εκεί, για να μην του αφήσει χρόνο να μιλήσει μόνος με την Ελένη. Κατάλαβε ότι, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, έπρεπε να ξαναγίνει αστυνομικός και να πάψει να είναι αγαπητικός.

«Μπαίνουμε»;

Η πρότασή του βρήκε θετικό τον προϊστάμενό του:

«Βουρ στον πατσά»!

Άνοιξαν την πόρτα. Η Ελένη γύρισε στο μέρος του. Του φάνηκε πως, με το βλέμμα της, έψαχνε μια σανίδα σωτηρίας. Έπρεπε, όμως, να μην δείξει το παραμικρό. Χαμήλωσε το βλέμμα, έβγαλε το σακάκι κι άφησε να φαίνεται το υπηρεσιακό του περίστροφο, που ήταν στερεωμένο με μια ζώνη αμερικάνικου τύπου, κάτω από την αριστερή του μασχάλη. Το ίδιο έκανε κι ο Μίλτος.

«Λοιπόν; Θα με πυροβολήσετε»;

Ανέλαβε ο Μίλτος.

«Κυρία Τιτάκου, θα αποφύγουμε τις ακραίες λύσεις».

Χαμογέλασε. Εκείνη, όμως, όχι. Είχε συννεφιάσει το βλέμμα της. Είχε καταλάβει πως, σε αυτήν τη φάση, τουλάχιστον, δε θα είχε συμμάχους. Ο Μίλτος συνέχισε.

«Κάτι δεν κάθεται καλά στην ιστορία, κυρία Τιτάκου. Αν, απλά, είχατε βρει το πτώμα, όπως μας είχατε πει, ο δολοφόνος δε θα είχε κανέναν λόγο να επιστρέψει, να μπει στο στόμα του λύκου, σε ένα κτίριο με δύο αστυνομικούς, για να σας βρει. Γιατί, προφανώς, κυρία Τιτάκου, ο δολοφόνος ήρθε ως εκεί, για να βρει εσάς»!

«Δεν καταλαβαίνω… Εμένα για ποιον λόγο; Ούτε τον ήξερα τον Αλεξάνδρου. Ούτε μου περνάει από το μυαλό για ποιον λόγο τον σκότωσαν. Γιατί να με ψάχνει, λοιπόν;»

Μπήκε στην κουβέντα ο Κώστας.

«Επειδή πιστεύει ότι τον είδατε». Έσκυψε προς το μέρος της, με τέτοιον τρόπο που μπορούσε μόνον εκείνη να δει τα μάτια του. Την παρακαλούσε, με το βλέμμα του, να τον ακούσει προσεκτικά. Και συνέχισε: «Σκεφτείτε: Μήπως είδατε κάτι που ξεχάσατε να μας το πείτε; Κάτι που δεν σας τράβηξε την προσοχή από την πρώτη στιγμή; Κάποιο αυτοκίνητο, κάποια σκιά, κάποιον θόρυβο»;

«Όχι! Είμαι σίγουρη. Είμαι…»

Είχε σταματήσει να μιλά. Έσκυψε το κεφάλι της. Το ξανασήκωσε σχεδόν αμέσως και συνέχισε:

«Όχι! Το παραμικρό σας λέω…»

Εκείνη τη στιγμή, ο ψυχολόγος της αστυνομίας έκανε ένα βήμα προς την πόρτα.

«Κύριοι, εγώ να πηγαίνω. Αν θέλετε, συνοδέψτε με ως την έξοδο».

Ουσιαστικά αυτό ήταν ένα σύνθημα. Συνήθως ο ψυχολόγος χρησιμοποιούσε αυτά τα λόγια, για να πει κάτι στον έναν από τους δύο αστυνομικούς που έκαναν την ανάκριση. Τώρα, όμως, είχε χρησιμοποιήσει πληθυντικό. Κώστας και Μίλτος πήραν το μήνυμα.

«Ναι, ναι… Συγνώμη για την καθυστέρηση. Κυρία Τιτάκου, επιστρέφουμε». Γύρισαν προς την πόρτα. Βγήκαν από το δωμάτιο και οι τρεις. Χώθηκαν στο διπλανό θάλαμο. Από εκεί μπορούσαν να βλέπουν την Ελένη, να την ακούν και να μιλούν χωρίς να τους ακούει. Στράφηκαν και οι τρεις προς το τζάμι-καθρέπτη.

«Η κυρία κάτι κρύβει», άρχισε ο ψυχολόγος. «Είναι πολύ άνετη όταν μιλάει για το πώς βρήκε το πτώμα, επίσης άνετη όταν μιλάει για τα επαγγελματικά της, αλλά για την προσωπική της ζωή δε θέλει να μιλήσει. Με δυο απλά τεστ, κατάλαβα ότι το αποφεύγει. Κάτι τη βασανίζει».

«Μάλιστα… Υπάρχει περίπτωση να μας λέει ψέματα; Να γνώριζε από πριν τον Αλεξάνδρου»;

«Δεν είμαι μάντης κύριε διοικητά! Ψυχολόγος είμαι. Πάντως τα τεστ δεν δείχνουν κάτι τέτοιο. Δεν της έκανα, όμως και τεστ της αλήθειας…»

«Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Σ ευχαριστώ, Δημήτρη. Αν σε χρειαστούμε ξανά, θα σε ειδοποιήσω».

Ο Δημήτρης Σταύρου ήταν από τους καλύτερους ψυχολόγους της αστυνομίας. Ο Μίλτος είχε πάρει πολύ στα σοβαρά την υπόθεση. Η σκέψη αυτή περνούσε από το μυαλό του Κώστα, όταν αποφάσισε να ρωτήσει κάτι τον ψυχολόγο που, μόλις, είχε ανοίξει την πόρτα του διαδρόμου:

«Πότε σιγουρεύτηκες ότι κάτι κρύβει; Από τα αποτελέσματα του τεστ;»

«Όχι, τα ψυχολογικά τεστ δεν είναι τεστ του Κοσμοπόλιταν. Ανοίγουν δρόμους. Τα τεστ μου έδειξαν κάτι. Αλλά σιγουρεύτηκα όταν τη ρώτησες εσύ. Εκείνη η στιγμή που χαμήλωσε το βλέμμα, σε συνδυασμό με τις απαντήσεις που μου είχε δώσει κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας, με έκανε να σιγουρευτώ για το ότι κάτι μας κρύβει. Πάντως θα ήθελα να την ξαναδώ, έ»;

«Ναι, ναι. Θα τα πούμε Δημήτρη».

Ο Μίλτος ήταν βιαστικός. Με το που έφυγε ο ψυχολόγος, στράφηκε στον Κώστα:

«Είσαι και μαλάκας…»

«Δε σε πιάνω, κύριε διοικητά»…

«Τι τα ψειρίζεις, ρε; Εσένα κρύβει η Τιτάκου. Γι αυτό χαμήλωσε το βλέμμα. Κι εσύ πας και ρωτάς; Γιατί; Για να σε καταλάβει ο Σταύρου και να πας καρφωτός;»

"Δεν κρύβει εμένα Μίλτο... Κάτι κρύβει κι από ΄μένα η κυρία..."


Συνεχίζεται

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

Διάλειμμα Ολίγων Λεπτών

Εδώ και μέρες (πολλές) έχω βαλθεί να γράψω μια ιστορία μίσους. Μόλις, όμως, δέχτηκα μια προ(σ)κληση, από την evelina και δεν αφήνω το γάντι πεσμένο κάτω. Το σηκώνω κι ορμάω! Καλούμαι να γράψω πέντε πράγματα για μένα και να προ(σ)καλέσω πέντε. Έχουμε και λέμε:

1. Το «διαστήματα» προέρχεται από τα αρχικά του μικρού μου ονόματος, του πατρώνυμου και του επιθέτου μου –με την… κατάληξη –τήματα.

2. Πιστεύω στη δύναμη του χιούμορ. Από το φλεγματικό χιούμορ των Άγγλων (που το καταλαβαίνουν μόνον οι ίδιοι –ίσως και κανένας σκότος, μαύρος σκότος) ως τον αυτοσαρκασμό και την πατροπαράδοτη ελληνική πλάκα. Περισσότερα πράγματα μπορείς να πεις με το χιούμορ, παρά αν αντιμετωπίσεις το συνομιλητή σου ως πολιτικό στη Βουλή (δείτε τι κατάφερε με το Βίκτορ Βικτόρια ο Γουάιλντερ).

3. Είμαι, πράγματι, πάνω από 100 κιλά, καθώς είμαι αδυνάμου χαρακτήρος και δεν μπορώ να αντισταθώ μπροστά στη θέα ενός καλά σιροπιασμένου κανταϊφιού, όπως και μπροστά στη θέα μιας αδύνατης βραζιλιάνας με στρινγκ (ίδια συγκίνηση)!

4. Πεθαίνω για κινηματογράφο! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τις καλύτερες ταινίες που έχω δει ποτέ, αφού δεν μπορώ να αποφασίσω αν πρέπει να προτάξω τα Όνειρα του Κουροσάβα, το Θίασο του Αγγελόπουλου, το Μερικοί το Προτιμούν Καυτό του Γουάιλντερ, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τζάκσον, τη Λάμψη του Κιούμπρικ, τις περιπέτειες του Ιντιάνα Τζόουνς του Σπίλμπεργκ, το Κιλ Μπιλ (1 και 2) του Ταραντίνο, τον Πόλεμο των Άστρων του Λούκας, το Φάργκο των αδελφών Κοέν, το Μάτριξ των αδελφών Σουατσόφσκι, τον Ανδαλουσιανό Σκύλο του Μπουνιουέλ, τα 400 Χτυπήματα του Τριφό, τον Κλέφτη Ποδηλάτων του Βισκόντι, το Μίστικ Ρίβερ του Ίστγουντ, το Νορθ μπάι Νόρθγουεστ του Χίτσκοκ, το Από Κάποιον Θα Το Βρει του Λι, το Ολ Δατ Τζαζ του Φόσι, στην πρώτη θέση μιας λίστας όπου θα υπάρχουν ακόμη ταινίες όπως Ο Εξωγήινος, Ο Άγνωστος του Εξπρές, Ο Χρυσοθήρας, Τα Φώτα της Ράμπας, Μοντέρνοι Καιροί, Η Λίστα του Σίντλερ, Χρώμα Πορφυρό, Κότον Κλαμπ, Μπάρι Λίντον, Κάψα, Σάρκα, Σκουπίδια, Θάνατος στη Βενετία, Σημασία Έχει να Αγαπάς, Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη, Ντόλτσε Βίτα, Η Μανταλένα, Μια Ιταλίδα Από την Κυψέλη, Ο Θόδωρος και το Δίκαννο, Της Κακομοίρας, Η Κυρά μας η Μαμή, Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο Κοντός, Η Θεία από το Σικάγο, Δεσποινίς Διευθυντής, Τζένη Τζένη, Τα Κίτρινα Γάντια, Κάλπικη Λίρα, Οι Κυρίες της Αυλής, Ο Δράκος, Μεγαλέξανδρος, Για Όλα Φταίει το Γκαζόν, Αστερίξ και Κλεοπάτρα, Σρεκ 1 και 2, Νοσταλγία, Η Μπλε Ταινία, Με Κομμένη την Ανάσα (και η λίστα δεν έχει τέλος)… Σημειώστε ότι κλαίω ευκολότατα (ακόμη και στο Σρεκ έκλαψα, για να μην πω για το I am Sam)…

5. Έχω μία κόρη 9 ετών, κούκλα πραγματική, πριγκίπισσα, που είναι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο δεν έχω ουρλιάξει ούτε μια φορά στη ζωή μου.

Και τώρα η σειρά σας:

An Lu

Imiaimos

Aggelos-x-aggelos

Onomatodosia

Woman in the city

Το διάλειμμα τέλος. Εντός ολίγου το επόμενο επεισόδιο από το

ΜΙΑ ΑΚΑΤΑΣΤΑΤΗ ΣΕΙΡΑ ΠΤΩΜΑΤΩΝ

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Υποθέσεις

«Δεν υπάρχει αμφιβολία. Είναι ο ίδιος άνθρωπος. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω για πιο λόγο σκότωσε τον Ευσταθίου. Είναι ένας χαμηλόβαθμος αστυνομικός, που…»

«…ήταν σε λάθος μέρος, τον λάθος χρόνο». Από παλιά ο Κώστας συμπλήρωνε το Μίλτο. Τότε, βέβαια, ο Κώστας ήταν ο διοικητής κι ο Μίλτος ο υφιστάμενος. Αλλά, πλέον, τα πράγματα είχαν αλλάξει.

«Τι λάθος χρόνος και λάθος μέρος… Είναι δυνατόν;»

«Έτσι φαίνεται, Μίλτο. Ο Ευσταθίου δεν είχε καμία σχέση με το προηγούμενο έγκλημα. Όσο και να ψάξουμε, δε θα βρούμε την παραμικρή σχέση. Κάτι άλλο ήθελε ο άνθρωπός μας εδώ, βραδιάτικα. Βρήκε στην πόρτα τον Ευσταθίου και τον καθάρισε για να συνεχίσει. Κι αν δεν ήταν η Άννα…»

«…θα είχε σκοτώσει την Τιτάκου. Για ποιον λόγο, όμως; Η ίδια δεν μας είπε ότι δε γνώριζε το πρώτο θύμα; Μας έλεγε ψέματα»;

«Δεν ξέρω. Πού είναι τώρα;»

«Στα κεντρικά. Τη βλέπει ψυχολόγος, για υποστήριξη».

Τότε και μόνον τότε κατάλαβε ότι η Τιτάκου, για την οποία μιλούσε τόσο ψυχρά, λες και δεν την είχε ξαναδεί στη ζωή του, ήταν η γυναίκα με την οποία είχε κάνει παθιασμένο έρωτα μέσα στο σπίτι της. Στο ίδιο σπίτι που εκείνη, ώρες μετά, δέχτηκε την επίθεση, ενός άγνωστου δολοφόνου. Όλα αυτά σχετίζονταν μεταξύ τους; Ή, μήπως, επρόκειτο για σύμπτωση; Απάντηση θα μπορούσε να δώσει μόνον ένας άνθρωπος: Η Ελένη!

«Μίλησες με τον ιατροδικαστή»;

Ο Μίλτος τον ξανάφερε στην πραγματικότητα.

«Ναι! Λέει τα ίδια, όπως και στον πρώτο φόνο. Κάποιος αιφνιδίασε το δικό μας. Χρησιμοποίησε το ίδιο όπλο, έκανε την ίδια κίνηση. Σα μηχανή, είπε ο ιατροδικαστής».

«Και το χέρι; Γιατί δεν έκοψε το χέρι»;

«Δεν μπορεί να καταλάβει. Φαίνεται ότι έκανε την πρώτη κίνηση. Χάραξε τον καρπό στο σημείο όπου θα προσπαθούσε να τον κόψει. Αλλά δεν προχώρησε. Τα παράτησε…»

«Ίσως οι φωνές της Άννας…»

«Αυτή η λέσβω φαίνεται ότι φωνάζει δυνατά…»

«Αυτή η λέσβω, όπως τη λες, έσωσε τη δικιά σου. Και μην αρχίσεις τις μαλακίες… Τι έγινε Κωστάκη; Τη γάμησες»;

Τσαντίστηκε. Τον έπιασε, με το δεξί χέρι, από το γιακά του πουκαμίσου του.

«Πρόσεχε! Όχι σε μένα μαλακίες»!

«Ήρεμα Κωστάκη…Δε σε παίρνει…»

Ο Μίλτος του πήρε το χέρι με το δικό του και το τίναξε κάτω. Εκείνη την ώρα μπήκε στο δωμάτιο της Τιτάκου η Γενική Αστυνομική Διευθύντρια.

«Σιγά ρε παλικαράδες. Βρόμισε το δωμάτιο βαρβατίλα… Τι έχουμε εδώ»;

«Τίποτα. Με τον Κώστα είμαστε παλιά φιλαράκια».

«Γνωστό Παντάκη. Πασίγνωστο. Δεν αφήνετε τη φιλία σας κατά μέρος να δείτε τι θα κάνετε με τα δύο πτώματα που έχουν ξεφυτρώσει στο δρόμο σας; Για πείτε μου τι έχετε μέχρι τώρα»;

Ανέλαβε να μιλήσει ο Κώστας.

«Όχι πολλά. Οι δυο φόνοι φαίνεται να μην έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους. Ο δολοφόνος είναι ο ίδιος. Για άγνωστο λόγο ήρθε εδώ απόψε και έβγαλε από τη μέση το δικό μας, για να φθάσει στην Τιτάκου. Προφανώς δεν περίμενε ότι στο εσωτερικό του διαμερίσματος θα ήταν κι άλλος αστυνομικός, άκουσε την Άννα, φοβήθηκε και…»

«…και λες μαλακίες! Τι φοβήθηκε; Αν δεν πυροβολούσε η μικρή, ο τύπος θα είχε μπει μέσα. Το πιστόλι φοβήθηκε. Αλλά δε μου λέτε τι ήθελε από τη μάρτυρα»;

«Μάρτυρας είναι κυρία Γενικέ, προφανώς φοβάται ότι τον έχει δει και θέλει να την βγάλει από τη μέση».

«Εσείς δε γράψατε στην αναφορά σας ότι δεν είχε δει τίποτα»;

Ανέλαβε ο Μίλτος: «Έτσι είχε πει. Είναι με ψυχολόγους τώρα, για υποστήριξη, αλλά και για σκιαγράφηση της προσωπικότητάς της. Μετά θα αναλάβουμε εμείς».

«Να τελειώνετε. Ακούς; Ξεμπερδέψτε την ιστορία. Και δε με πείσατε. Αν δεν είχε σχέση ο δεύτερος φόνος με τον πρώτο, για ποιον λόγο προσπάθησε να κόψει το χέρι του Ευσταθίου, όπως είχε κάνει και με τον Αλεξάνδρου»;

Κανείς από τους δύο δεν απάντησε. Η γενική αστυνομική διευθύντρια συνέχισε μόνη της:

«Κατάλαβα… Χαμπάρι δεν έχετε. Να τελειώνετε, κύριοι! Σήμερα, το πολύ αύριο, να τελειώνετε. Και να βρείτε αυτό το κάθαρμα»!

Συνεχίζεται

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ο δεύτερος

Η οδήγηση δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Πήρε το δίπλωμα επειδή ο εξεταστής γνώριζε ότι ήταν μπάτσος. Αλλά μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να είχε πάθει κάτι η Ελένη, είχε γίνει Σουμάχερ. Είχε κολλήσει το γαλάζιο καρούμπαλο στον ουρανό κι είχε σανιδώσει το γκάζι. Πέρασε τέσσερις διασταυρώσεις με κόκκινο και πρόλαβε να δει έναν από τους οδηγούς να σταυροκοπείται.

Όταν έφθασε στο σπίτι της Ελένης, ήδη είχαν φθάσει δύο περιπολικά. Ανέβηκε από τα σκαλιά, σπρώχνοντας όποιον έβρισκε μπροστά του. Όρμησε στο διαμέρισμα.

«Ελένη»!

Ήταν καθισμένη στον καναπέ. Είχε κατακόκκινα μάτια και η σκιά της είχε μεταμορφωθεί σε δυο μαύρα αυλάκια, από τα μάτια ως χαμηλά στα μάγουλα. Που και που τις ξέφευγε ένας λυγμός.

«Είναι καλά. Απλά έχει τρομάξει…»

Γύρισε και είδε τη λέσβω αστυνομικίνα δίπλα του. Τα μάτια της έδειχναν τρομαγμένα.

«Μα τι…»

«Ούτε καταλάβαμε καλά – καλά. Ακούσαμε γδούπους στην πόρτα. Έβγαλα το πιστόλι, πλησίασα και φώναξα το συνάδελφο. Δεν απαντούσε. Άνοιξα λίγο την πόρτα και τότε κάποιος έσπρωξε με όλη του τη δύναμη. Κρατούσε στα χέρια ένα μαχαίρι, ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Έπεσα προς τα πίσω και πυροβόλησα. Στα τυφλά. Μια, δυο φορές. Η κυρία φώναζε. Αυτός πρέπει να έφυγε. Της φώναξα να ησυχάσει και πήγα προς την πόρτα. Τότε είδα το συνάδελφο κάτω…»

Ο Κώστας στράφηκε προς την πόρτα. Τότε μόνον είδε το πτώμα του αστυνομικού πεσμένο στο διάδρομο. Ο δολοφόνος του είχε κόψει το λαρύγγι, από τη μία άκρη ως την άλλη. Σηκώθηκε αργά – αργά και πήγε προς το πτώμα. Κοίταξε τα χέρια του. Δεν έλειπε κάποιο. Όμως, στη βάση του δεξιού καρπού, το χέρι του αστυνομικού ήταν χαραγμένο με μια βαθιά μαχαιριά. Λες και κάποιος είχε προσπαθήσει να το κόψει…



συνεχίζεται

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Τηλεφώνημα

Μούλιαζε κάτω από το ντους. Είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο για μισή ώρα. Δεν έλεγαν τίποτε. Αλλά ήταν ερωτευμένοι. Οι ερωτευμένοι έχουν αυτό το προνόμιο. Μιλούν με τις ώρες, χωρίς να λένε το παραμικρό. Ή, τουλάχιστον, λένε πράγματα που στους κανονικούς ανθρώπους μοιάζουν ασήμαντα. Μόνον σε εκείνους είναι σημαντικά.

Είχαν συμφωνήσει το επόμενο πρωινό να το περάσουν μαζί. Ο Κώστας είχε φροντίσει να μην υπάρχει φρουρά κι έτσι, αναγκαστικά, να πάει εκείνος στο σπίτι της, γι αυτόν τον… άχαρο ρόλο. Θα έμεναν μαζί από τις 8 το πρωί, ως το μεσημέρι. Τέσσερις ώρες γεμάτες έρωτα.

Ήταν τυλιγμένος με το μπουρνούζι του, μπροστά στην τηλεόραση, όταν χτύπησε το τηλέφωνο.

«Ναι…»

«Αστυνόμε… Τρέχα! Είναι νεκρός! Έχω κλειδώσει και είμαστε μέσα. Αλλά δεν ξέρω… Κάλεσα το 100 από το κινητό μου. Βγαίνει Αθήνα. Δεν ξέρω τι θα γίνει με τις συνεννοήσεις τους. Γαμώ τα κινητά μου, γαμώ! Τρέχα!»

Η λεσβία! Νεκρός; Ποιος ήταν νεκρός; Τι έγινε; Δεν είχε ώρα για απαντήσεις. Τώρα έπρεπε να τρέξει…

συνεχίζεται

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Έρευνα

Μίλτος και Κώστας συναντήθηκαν στο νεκροτομείο. Το πτώμα του Αλεξάνδρου ήταν τοποθετημένο, γυμνό, πάνω σε έναν πάγκο. Ο ιατροδικαστής φορούσε πράσινη ρόμπα, είχε κλειστό το στόμα και τη μύτη με ιατρική μάσκα και είχε ανοίξει τα σωθικά του Αλεξάνδρου. Τα έκοβε ένα-ένα, τα έβγαζε, τα ζύγιζε σε μια ζυγαριά που κρεμόταν πάνω από τον πάγκο και τα τοποθετούσε σε έναν άλλο πάγκο πίσω του. Το όλο σκηνικό θύμιζε έντονα κρεοπωλείο.
«Δεν έχω να πω τίποτα καινούργιο», τους είπε ο ιατροδικαστής. «Ισχύουν όσα σας είπα και στη νεκροψία. Η νεκροτομή μας δείχνει ότι ο Αλεξάνδρου δεν είχε πιει, δεν είχε φάει πρόσφατα και είχε ένα παλιό σπάσιμο, στο δεξί πόδι. Ζήτησα ιστολογική εξέταση σπλάχνων, αλλά είμαι απόλυτα σίγουρος ότι δε θα βρεθούν ίχνη αλκοόλ ή ναρκωτικών».
Το ίδιο σίγουροι ήταν κι ο Μίλτος με τον Κώστα. Βγαίνοντας από το νεκροτομείο, αναπνέοντας και πάλι καθαρό αέρα, χωρίς τη μυρωδιά της φορμόλης, έβγαλαν, σχεδόν ταυτόχρονα, τα κινητά τους. Ο Μίλτος πήρε στο γραφείο, να δει αν τον είχε ζητήσει κανείς. Ο Κώστας κρυφοκοίταξε έναν αριθμό στο χέρι του και πήρε στην Ελένη.
Ήταν καλά, ήσυχη. Η λεσβία ήταν μαζί της στο διαμέρισμα. Ο χοντρούλης μπάτσος από έξω, σε μια καρέκλα που του είχε δώσει, έλυνε σταυρόλεξα. Είχε ζητήσει άδεια πέντε ημερών, από τη δουλειά της. Η βάρδια της λεσβίας τέλειωνε στις 8 το πρωί και ο Κώστας πρότεινε να ζητήσει να κάνει αυτός το πρωινό τετράωρο, ως το μεσημέρι, για να περάσουν κάποιες ώρες μαζί. Όταν του έλεγε «ωραία», του φάνηκε πως χαμογελούσε. Θα ήθελε να ήταν μπροστά του.
Έκλεισαν ταυτόχρονα τα τηλέφωνα. Κοιτάχτηκαν.
«Θα πάω από το σπίτι, για κανένα μπάνιο. Θα σκεφτώ και λίγο, ποιον μπορούμε να ανακρίνουμε...»
Ο Μίλτος τον διέκοψε:
«Δεν ξεκινάς από τη δουλειά του;»
«Δε νομίζω ότι θα βρούμε άκρη εκεί. Ας το κάνει κανένας νέος στο Ανθρωποκτονιών. Θα προτιμούσα…»
«Κοίτα, δεν ξέρω τι θα προτιμούσες. Ξέρω ότι έχω ένα πτώμα με κομμένο το χέρι από τον καρπό. Ξέρω ότι αυτό το χέρι δεν το έχουμε βρει ακόμη και χτενίζουμε όλη την περιοχή. Ξέρω ότι αυτό εμένα μου θυμίζει μαφία. Άρα πρέπει να αρχίσεις από τη δουλειά του»!
Έτσι βρέθηκε με βαριά καρδιά στη δουλειά του Αλεξάνδρου. Και δε βρήκε το παραμικρό. Στέλεχος επιχειρήσεων, μοναχικός τύπος, τους άφησε άναυδους όταν παντρεύτηκε. Τη γυναίκα του την είχε γνωρίσει σε ένα σεμινάριο, είχε τελειώσει μάρκετινγκ, αλλά δεν εργαζόταν. Ο Αλεξάνδρου έβγαζε αρκετά, για να μην εργάζεται και μετά το γάμο. Γάμος πρόσφατος, πάντως, αφού δεν είχαν κλείσει, ακόμη, χρόνο.
Στη δουλειά του ήταν τακτικός, χωρίς επαγγελματικές εξάρσεις. Φαινόταν να μην κυνηγάει την καριέρα. Διεκπεραίωνε με τον καλύτερο τρόπο ό,τι αναλάμβανε, αλλά μέχρις εκεί. Σύμφωνα με το διευθυντή του, δεν ανέλαβε κάποια επικίνδυνη δουλειά. Μόλις είχε κλείσει μια συμφωνία εξαγοράς μιας μικρής επιχείρησης –ένα κλωστήριο- από την επιχείρηση την οποία αντιπροσώπευε. «Καθημερινά πράγματα» τα χαρακτήρισε ο κουστουμαρισμένος διευθυντής, με το χρυσό ρολόι και το δακτυλίδι στο μικρό δάκτυλο του δεξιού χεριού.
Όλη η διαδικασία είχε κρατήσει μία ώρα. Χρειάστηκε άλλη μισή ώρα για να βρεθεί στο τμήμα και περίπου δέκα λεπτά για να τα πει στο Μίλτο.
«Βρισκόμαστε από εκεί που αρχίσαμε», σχολίασε. «Και το οικογενειακό περιβάλλον»;
«Τους έχουμε εντοπίσει και, από το πρωί, θα τους φέρνουμε έναν έναν εδώ. Θα χρειαστούμε περίπου μια ώρα για να τελειώσουμε…»
«Δηλαδή»;
«Δηλαδή κανείς συγγενείς. Μάνα πατέρας δε ζουν, αδέλφια δεν υπάρχουν, κάποια μακρινή θεία μόνον. Κι όταν λέμε μακρινή, το εννοούμε. Η αδελφή της μητέρας του είχε φύγει στην Αυστραλία μετά τον πόλεμο. Από τότε έχει να τη δει. Θα εξετάσουμε την γυναίκα του».
«Οι δικοί της συγγενείς»;
«Το αυτόν! Ένας πατέρας υπάρχει και τίποτε άλλο. Α! Και μια θεία, αδελφή της μητέρας της, στη Γερμανία».
«Πού πήγαμε και τους βρήκαμε»…
"Δεν τους βρήκαμε... Αυτοί μας βρήκαν"!


Συνεχίζεται

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Φύλακες

Της φάνηκε ότι είχαν κάνει έρωτα για δυο με τρεις ώρες. Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι είχαν κάνει έρωτα μόλις για πέντε λεπτά. Ντύθηκε στα γρήγορα, γιατί φοβόταν ότι θα χτυπούσε η πόρτα και θα ήταν οι αστυνομικοί που θα αναλάμβαναν να κάνουν τον ύπνο της χωρίς εφιάλτες κι αγωνία. Ντύθηκε κι εκείνος.

«Βιάζεσαι»;

«Δε θα ΄ρθουν οι φίλοι σου»;

«Εντάξει, έχουμε καιρό…»

«Τότε να βάλω ένα ποτό…»

«Καλύτερα όχι εν ώρα υπηρεσίας. Μια άλλη φορά».

«Μπα, θες ανκόρ»;

Ήταν λίγο άγαρμπο αυτό, αλλά ξαφνικά αισθανόταν φτηνή. Τον είχε γνωρίσει πριν μερικές ώρες, ντυμένο με παλτό, τον συνάντησε σε ένα γραφείο με σακάκι και, ξάφνου, ήταν από πάνω της, γυμνός, να κουνιέται πέρα δώθε και να βογκάει. Κι εκείνη να τυλίγει τη μέση του με τα πόδια της και να τον σπρώχνει όλο και πιο βαθιά.

Περίμενε ότι θα της κατεβάσει καμία ξανάστροφη, αλλά αντίθετα, εκείνος έσκυψε το βλέμμα σαν αρσακειάδα του 50 και βγήκε στο σαλόνι. Τον ακολούθησε.

«Κοίτα, δεν το εννοούσα. Απλά, όλα έγιναν γρήγορα και δεν προλάβαμε, καλά καλά, ούτε τα ονόματά μας να πούμε. Δε θέλω να με πάρεις για καμία πουτάνα που…»

«Ελένη…»

«Ορίστε;»

«Σε λένε Ελένη. Κι εμένα Κώστα. Ορίστε! Είπαμε και τα ονόματά μας. Τώρα είναι καλύτερα; Θα σε δω αύριο»;

Είχε σαστίσει με το θάρρος του. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Ειδικά με την πρώην του, όλοι του έλεγαν πως δεν ταίριαζαν, επειδή η Δανάη δε χαμπάριαζε κι εκείνος κοιτούσε πάντα τι θα πει ο κόσμος. Και, ξαφνικά, αυτός ο τυπολάτρης αστυνόμος, έκανε έρωτα με τη μάρτυρα ενός εγκλήματος, μέσα στο ίδιο της το σπίτι, περιμένοντας τη φρουρά της! Του έκοψε τις σκέψεις απότομα:

«Κοίτα, δε γουστάρω τις ξεπέτες! Αυτό είναι όλο. Εντάξει, πριν μερικές ώρες είχα βγάλει το σκύλο βόλτα κι έπεσα πάνω σε ένα πτώμα. Δεν είναι και το πιο συνηθισμένο πράγμα. Έπειτα βρέθηκε κάποιος να με πάει σπίτι, κάποιος που ήταν κοντά μου σε μια δύσκολη στιγμή, έχω και μια κακή σχέση…»

«Αυτό κάνεις πάντα;»

«Δηλαδή…;»

«Ψυχαναλύεις όλες σου τις πράξεις;»

Χαμογέλασε.

«Απλά, όταν γνωρίσω κάποιον, δεν ξαπλώνω κατευθείαν στο κρεβάτι. Ή, τέλος πάντων, έτσι έκανα…»

Ο ήχος του κινητού τηλεφώνου του Κώστα τους διέκοψε. Ήταν κάποιος αστυνομικός που έψαχνε το διαμέρισμα της Ελένης. Προφανώς η φρουρά της. Του έδωσε λεπτομερείς οδηγίες και, μετά από δέκα λεπτά, ο αστυνομικός, μαζί με μία αστυνομικίνα, βρισκόταν στο διαμέρισμά της.

Ο αστυνομικός ήταν κοντός, με κοιλίτσα, φαλακρός. Η αστυνομικίνα, αντίθετα, έδειχνε γυμνασμένη. Σχετικά ψηλή, ξανθιά, με μακριά μαλλιά, πιασμένα αλογοουρά. Κάτω από το κοντό μπουφάν της φαινόταν ένα δυσανάλογα ογκώδες πιστόλι. Η μπλούζα της άφηνε να φανούν οι κοιλιακοί της –θα τους ζήλευε κάθε άνδρας. Από κάτω φορούσε ένα γκρι παντελόνι από ελαστικό ύφασμα και ίσια αθλητικά παπούτσια. Ήταν σα να ετοιμαζόταν να κάνει τζόκιν.

«Λεσβία», σκέφτηκε η Ελένη.

«Λεσβία», σκέφτηκε ο Κώστας.

«Αστυνόμε μπορείτε να πηγαίνετε», ακούστηκε η λεσβία.

«Ναι», μουρμούρισε. Περπάτησε προς την έξοδο. Η Ελένη τον ακολούθησε.

«6945565765», της είπε.

«…»

«Το κινητό μου. Αν θες να τα ξαναπούμε, πάρε».

Γύρισε σε ένα τραπεζάκι, δίπλα στην έξοδο. Πήρε ένα στιλό και του έγραψε, στην παλάμη, τον δικό της αριθμό κινητού.

"Εσύ πάρε", του είπε. Χαμογέλασε κι έκλεισε την πόρτα.

Συνέχεια

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Αλεξάνδρου

Μισή ώρα μετά, οι δυο τους βρίσκονταν στο σημείο όπου είχε βρεθεί δολοφονημένος ο Αλεξάνδρου. Το μέρος φυλάσσονταν από την αστυνομία κι ήταν, ακόμη, φωτισμένο από τους προβολείς. Ένας φωτογράφος, αστυνομικός με πολιτικά, έπαιρνε φωτογραφίες από διάφορα σημεία. Τότε η Ελένη παρατήρησε κάτι, που δεν είχε δει προηγουμένως: Όλη η πυλωτή της πολυκατοικίας ήταν χωρισμένη σε μικρά τετράγωνα, με άσπρο νήμα.

«Τι είναι αυτά»;

«Ένας τρόπος να βρίσκουμε χαμένα πράγματα. Χωρίζουμε τη σκηνή μιας δολοφονίας σε μικρά μέρη και τα εξετάζουμε, ένα προς ένα. Έτσι, είμαστε σίγουροι ότι δεν έχουμε ξεχάσει κάτι», της εξήγησε.

Τον πλησίασε ένας αστυνομικός και του έδωσε ένα ντοσιέ. «Αστυνόμε, είναι ό,τι μαζέψαμε ως τώρα», του είπε.

Η Ελένη τον κοίταξε με ένα ερευνητικό ύφος. «Αστυνόμε; Έχεις τον ίδιο βαθμό με τον διοικητή σου», τον ρώτησε;

Χαμογέλασε αδιόρατα. Την κοίταξε κατάματα. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι και είπε, μέσα από τα δόντια του:

«Κάποτε ήμουν προϊστάμενος του Μίλτου. Αλλά η ζωή είναι ρόδα και γυρίζει»…

Κοίταξε το ντοσιέ. Η Ελένη θα συνέχιζε να τον ρωτάει, αν δεν την έκοβε κάπως απότομα:

«Ανθυπαστυνόμε! Για έλα εδώ»!

Τον πλησίασε ο ίδιος άνδρας που του είχε δώσει το ντοσιέ. «Διατάξτε»!

Άνοιξε το ντοσιέ κι έδειξε με το χέρι του:

«Εδώ γράφεις ότι βρέθηκε μια βέρα. Η βέρα του θύματος»…

«Μάλιστα. Είχε, από μέσα, την ημερομηνία του αρραβώνα τους και το όνομα της συζύγου. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Τη βρήκαμε στο πίσω μέρος της πυλωτής, στην πρασιά».

«Και το χέρι»;

«Ούτε δάχτυλο…»

Η Ελένη είχε ανατριχιάσει. Δεν είναι και το πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο να μιλούν κάποιοι για ένα κομμένο, χαμένο χέρι… Δεν άντεξε και τον ρώτησε:

«Γιατί του έκοψε το χέρι»;

Την κοίταξε, χαμογέλασε και με την πιο γλυκιά φωνή που μπορούσε να βγάλει, της είπε:

«Αν το ήξερα αυτό, θα είχα πιάσει το δολοφόνο».

Της πρότεινε να περπατήσουν, ως το σπίτι της. Περπάτησαν. Εκείνη στα δεξιά του κι ανάμεσά τους το σπάνιελ. Δεν είπαν τίποτα, ώσπου έφθασαν στην πόρτα της.

«Εδώ μένεις»;

«Ναι… Στον τρίτο»…

«Μάλλον θα χρειαστεί να σου κάνω μία επίσκεψη. Δουλεύεις αύριο»;

«Θα πάρω μια άδεια. Πέντε χρόνια και έχω πάρει μόνον δυο βδομάδες πέρσι το καλοκαίρι. Κι αυτές για να μετακομίσω εδώ»…

«Ε, το δικαιούσαι. Άρα, θα τα πούμε…»

«Ναι…»

Γύρισε να φύγει. Σαν κάτι να είχε ξεχάσει, ξαναγύρισε. Την είδε να τον κοιτάζει, ακίνητη. Της χαμογέλασε.

«Φοβάσαι»;

«Δεν είναι και το πιο ευχάριστο πράγμα στον κόσμο…»

«Περίμενε…»

Έβγαλε το κινητό του τηλέφωνο. Σχημάτισε έναν αριθμό.

«Αστυνόμε, ο Κώστας. Μήπως θα έπρεπε να στείλουμε φρουρά στο σπίτι της Τιτάκου; Λέω για την περίπτωση που ο δράστης την είδε όταν βρήκε το πτώμα… Αχά! Καλά, θα περιμένω μαζί της».

Έβαλε το κινητό στην τσέπη και στράφηκε στο μέρος της. «Είχαν μεριμνήσει. Σε λίγο θα βρίσκεται εδώ η προσωπική σου φρουρά. Ως τότε, θα μείνω μαζί σου».

Του χαμογέλασε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Έβγαλε τα κλειδιά της και ξεκλείδωσε την εξώπορτα. Την ακολούθησε στο εσωτερικό και περίμενε δίπλα της το ασανσέρ. Όσο το κουβούκλιο ανέβαινε στον τρίτο, σκεφτόταν ότι δεν είχε φερθεί σωστά. Γνώριζε καλά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσουν χωρίς φρούρηση την Ελένη, αφού αποτελούσε στόχο. Είπε, όμως, να κάνει τον καμπόσο.

Του άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ και την πόρτα του διαμερίσματος. Την ακολούθησε στο εσωτερικό. Ήταν μικρό και ακατάστατο. Τα τασάκια ήταν γεμάτα αποτσίγαρα.

«Ο Ντικ δεν αφήνει τίποτα ήσυχο. Τα κάνει όλα άνω κάτω», είπε εκείνη για να δικαιολογηθεί.

Εκείνος σήκωσε από τον καναπέ ένα ζευγάρι μαύρες ανδρικές κάλτσες. «Του πατέρα σου, να υποθέσω…» της είπε περιπαικτικά.

Τις άρπαξε με μια βιαστική κίνηση.

«Του Διονύση. Και πριν ρωτήσεις, ο Διονύσης είναι ιστορία. Όχι η ιστορία μου, ιστορία σκέτη. Μάγκας, πολλά βαρύς και κολλιτσίδα. Μπήκε πριν δυο χρόνια στη ζωή μου, μου έφερε τον Ντικ δώρο κι από τότε στρογγυλοκάθισε. Κατσικώθηκε, πώς το λένε…»

Είχε χώσει τις κάλτσες κάτω από το μαξιλάρι του καναπέ. Εκείνος κάθισε ακριβώς δίπλα και συνέχισε την κουβέντα:

«Και γιατί δεν του λες να πάρει δρόμο»;

«Ένας άνδρας χρειάζεται μέσ΄ στο σπίτι. Όλο και καμία λάμπα θα βιδώσει, όλο και κανένα καζανάκι θα διορθώσει, φλοτέρ, τέτοια, ξέρεις εσύ…»

Πρέπει να έδειχνε ενοχλημένος. Αλλιώς πώς να εξηγήσει την κουβέντα που ξεστόμισε εκείνη;

«Ζηλεύεις»;

Τον κοιτούσε μ εκείνα τα πράσινα μάτια κι ήταν ακριβώς από πάνω του. Σηκώθηκε και βρέθηκε σε απόσταση μερικών χιλιοστών από τα χείλη της. Της τα ακούμπησε με τα δικά του. Δεν τραβήχτηκε. Την άρπαξε με τα χέρια του. Στο επόμενο λεπτό φιλιόντουσαν με πάθος, λες και ήταν εραστές, είχαν χωρίσει για καμιά δεκαετία και ξαναέσμιγαν.

Και μέσα σε δευτερόλεπτα, του είχε δείξει και την κρεβατοκάμαρα.

Συνεχίζεται

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007

Μια ακατάστατη σειρά πτωμάτων - Ανάκριση

Μίλτος και Κώστας κάθονταν ο ένας στο γραφείο του κι ο άλλος όρθιος, δεξιά διαγώνια από την χοντρούλα – γοητευτική τριαντάρα με το σκύλο. Ο Μίλτος επέμενε: Χοντρούλα. Ο Κώστας είχε ξεκινήσει από το «τριαντάρα με το σκύλο» και, πλέον, είχε προσθέσει το «γοητευτική». Σε λίγο θα την αποκαλούσε κουκλάρα κι ένας Θεός ξέρει τι άλλο σε –άρα.

«Λοιπόν, πάμε λίγο από την αρχή και μετά μπορείτε να φύγετε. Σας λένε…»

«Ελένη Τιτάκου. Είμαι 33 ετών, λογίστρια στην Έξαγκον Α.Ε. και μένω δυο τετράγωνα πιο κάτω. Είχα βγάλει το σκύλο βόλτα. Ο δρόμος ήταν θεοσκότεινος –δεν έβλεπες την τύφλα σου. Ο σκύλος σταμάτησε κι άναψα τσιγάρο. Στο φως της φλόγας, είδα το πτώμα. Ο Ντικ έγλυφε τα αίματα, συγνώμη, αλλά δεν είχα κουράγιο να του πω να σταματήσει, ούτε την ψυχραιμία. Έβαλα τις φωνές, μια γυναίκα με άκουσε, βγήκε έξω. Με ρώτησε τι έπαθα, εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω, ήρθε εκεί με έναν φακό, είδε το πτώμα, άρχισε να φωνάζει, μαζεύτηκαν κι άλλοι, αυτά…»

Τα έλεγε όλα αυτά χωρίς να βιάζεται, με ιδιαίτερη ψυχραιμία, πάντως, για μια γυναίκα που μόλις είχε δει ένα πτώμα, άγρια σφαγμένο, για πρώτη φορά στη ζωή της. Ίσως επειδή ήταν η τρίτη φορά που τα έλεγε. Ίσως επειδή τα πράγματα δεν είχαν γίνει έτσι. Αλλά ούτε ο Μίλτος, ούτε ο Κώστας είχαν την παραμικρή ένδειξη ότι τα πράγματα δεν είχαν εκτυλιχθεί έτσι όπως τα εξιστορούσε εκείνη.

«Τον γνωρίζατε τον Αλεξάνδρου»;

Ο Μίλτος είχε ρωτήσει, αλλά εκείνη γύρισε και κοίταξε τον Κώστα. Τον κάρφωσε με τα πράσινα μάτια της και απάντησε:

«Ούτε τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου».

Ο Μίλτος επέμεινε:

«Μένατε μόλις δύο τετράγωνα από το σπίτι του θύματος»…

Επιτέλους τράβηξε το βλέμμα της από το δικό του. Κοίταξε τον Μίλτο, με το πιο αθώο ύφος του κόσμου και είπε: «Δεν είμαι και η καλύτερη παρέα, αστυνόμε… Από το σπίτι βγαίνω για να πάω στη δουλειά, στο σούπερ μάρκετ και το βράδυ, για να βγάλω τον Ντικ βόλτα».

Ήταν η σειρά του να επιμείνει:

«Στο σούπερ μάρκετ, τότε. Μήπως τον είχατε δει, έστω τυχαία, εκεί»;

Δεν τον είχε δει ούτε στο σούπερ, ούτε στο φούρνο, ούτε στο ψιλικατζίδικο, που πήγαινε, πού και πού, για τα Μάλμπορο μαλακά. Δεν τον είχε δει ποτέ της.

Ευτυχώς για τον αστυνόμο και τον Κώστα, τον Αλεξάνδρου τον είχαν δει όλοι οι υπόλοιποι γείτονές του. Κι όλοι ανεξαιρέτως, είχαν μόνον καλά λόγια να πουν. Στο νυχτερινό δελτίο, οι δημοσιογράφοι είχαν προλάβει να μοντάρουν και να προβάλουν πλούσια ρεπορτάζ.

Η γυναίκα που είχε τρέξει με το φακό, σε βοήθεια της Ελένης, επέμενε ότι ο Αλεξάνδρου ήταν καλός άνθρωπος και δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν. Το ίδιο έλεγε κι ο φαλακρός ηλικιωμένος με τη ρόμπα, το ίδιο και ο μουστακαλής με τα ψαρά μαλλιά, που στο κάτω μέρος της οθόνης, όταν μιλούσε, εμφανίστηκε το σούπερ «διαχειριστής πολυκατοικίας Αλεξάνδρου». Κι έπειτα ο ρεπόρτερ, μας ενημέρωσε ότι η σύζυγος του θύματος είχε πάθει σοκ, στην είδηση της δολοφονίας του και είχε μεταφερθεί, επειγόντως, στο νοσοκομείο.

Η τηλεόραση έπαιζε χαμηλόφωνα στο γραφείο του Μίλτου και η Ελένη κι ο Κώστας έριχναν από καμία ματιά, όσο ο αστυνόμος τακτοποιούσε τα χαρτιά του και σημείωνε μερικά πράγματα στην κατάθεσή της. Έπειτα, γύρισε ένα χαρτί στην Ελένη, της έδωσε έναν στυλό και της ζήτησε να υπογράψει.

«Να διαβάσω πρώτα; Ο πατέρας μου, πάντα έλεγε να προσέχω πού βάζω την υπογραφή μου», είπε με ένα ένοχο χαμόγελο.

Ήταν η ατάκα που περίμενε καρτερικά ο Κώστας:

«Έχει και συνέχεια η παροιμία», της είπε και της έκλεισε το μάτι. Εκείνη χαμογέλασε και γύρισε να υπογράψει.

«Ορίστε. Και τώρα; Μπορώ να πάω στο σπίτι μου»;

Κώστας και Μίλτος κοιτάχτηκαν στα γρήγορα. Δεν ήθελε άλλη κουβέντα.

«Θα σας πάμε εμείς! Θα σας πάω εγώ», είπε ο Κώστας.

«Ευχαριστώ, αλλά να μη σας βάζω σε κόπο»…

"Δεν είναι κόπος. Ούτως ή άλλως, θέλω να ξαναδώ τη σκηνή του φόνου".



Συνεχίζεται