Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Πέρασαν τα χρόνια; Ε, και;



Σημασία έχει να ροκάρεις. Κι οι σεβάσμιοι κύριοι ρόκαραν για τα καλά, χθες βράδυ, στη Μονή Λαζαριστών. Ζωή να ΄χουμε (και να ΄χουνε) να μας ξανάρθουνε!

Μονομαχία στο... Ελ Μηχανιώνα!

Λόγο το λόγο, δεν ξεχάστηκαν αλλά... πιάστηκαν στα χέρια, σήμερα το πρωί, οι δύο άνδρες, στη Νέα Μηχανιώνα. Θυμήθηκαν τις διαφορές τους και λίγο ήθελε ο καβγάς να έχει τη χειρότερη κατάληξη. Έβγαλαν τα όπλα, απείλησαν ο ένας τον άλλον και, σε κάποια στιγμή, ο 45χρονος πυροβόλησε τον 48χρονο! Ευτυχώς, δεν τον πέτυχε! Για την ιστορία, ο 45χρονος (που πυροβόλησε) κρατούσε πιστόλι κι ο 48χρονος (που έκανε την καταγγελία στην αστυνομία) κρατούσε κυνηγετική καραμπίνα. Εναντίον τους σχηματίστηκε δικογραφία, για απόπειρα ανθρωποκτονίας.


από εδώ

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

Στο άντρο των Ρόμιουλανς


Τα-ντάχ!!!
Ξεπρόβαλα πίσω από τον ακαθορίστου σχήματος και προέλευσης βράχο. Το περιβάλλον ήταν αφιλόξενο, όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που κινιόμουν σε κάτι τόσο ασταθές: Χώμα που θύμιζε περισσότερο ταλκ, πέτρες που διαλύονταν κάτω από τις μπότες μου, μικροκρατήρες που πετούσαν ψηλά πίδακες ατμού, ενός αερίου που μόνον στην όψη θύμισε το εξαερωμένο νερό... Συνηθισμένα τα βουνά απ' τα χιόνια...
Στο χέρι μου κρατούσα το φρέιζερ. Όχι πολύ σφιχτά. Ελαφρώς χαλαρά, με τη σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει τι πάει να κάνει. Αλλά και την αποφασιστκότητα του αστροναύτη που, αν χρειαστεί, θα παραλύσει, με μια παραλυτική ακτίνα που παραλύει, κάθε γερο-παραλυμένο άλιεν, που θα τολμούσε να μπει ανάμεσα σε ΄μένα και το σκοπό μου.
Σκοπός μου ήταν ένας: Να εντοπίσω την εχθρική βάση των Ρέμιουλανς και να ενεργοποιήσω το σύστημα αυτοκαταστροφής. Κάθε εχθρική βάση που σεβόταν τον εαυτό της, τη δεκαετία του '70, είχε και έναν μηχανισμό αυτοκαταστροφής. Έτσι μπορούσες να κάνεις μεγάλη ζημιά χωρίς να είναι απαραίτητο να κουβαλάς βαριά και επικίνδυνα εκρηκτικά. Τα τοποθετούσαν οι ίδιοι οι εχθροί, για να τα χρησιμοποιήσεις εσύ, σε βάρος τους...
Κάτι μου έλεγε πως η είσοδος για το αρχηγείο των Ρέμιουλανς ήταν πίσω από αυτόν τον βράχο, μέσα στη σκοτεινή σπηλιά. Περπάτησα αποφασιστικά. Μπήκα μέσα κι ένας νέος κόσμος ξανοίχθηκε μπροστά στα μάτια μου:
Ένα απόκοσμο φως, γαλαζοπράσινης απόχρωσης, πλημμύριζε τον τόπο. Στο κέντρο της τεράστιας σπηλιάς αιωρούνταν ο "Σκορπιός", το ανίκητο διαστημόπλοιο των Ρέμιουλανς. Η ναυαρχίδα τους. Το γνώριζα πολύ καλά, αφού ως δεύτερος στο διαστημόπλοιο "Έντερπράιζ" της Διαγαλαξιακής Ομοσπονδίας είχα έρθει αντιμέτωπός του αρκετές φορές. Την είχα γλιτώσει, αφού οι Ρέμιουλανς, εκείνο τον καιρό, κατείχαν τεχνολογία αιχμής, πολλά επίπεδα πάνω από την Ομοσπονδιακή. Και τώρα το είχα εκεί, μπροστά μου, ανυπεράσπιστο...
Πλησίασα, χωρίς δυσάρεστες συναντήσεις, τον πίνακα οργάνων, στο βάθος της σπηλιάς, αρκετά επίπεδα πάνω από το αιωρούμενο διαστημόπλοιο. Ρεμιουλιανοί εργάτες αποκαθιστούσαν τις ζημιές και το όπλιζαν με ένα νέο, τριφασικό κανόνι φρέιζερ, που θα μπορούσε να διαλύσει με μια ομοβροντία φωτοτορπίλων ακόμη και το καλύτερο διαστημόπλοιο της ομοσπονδίας.
Ήμουν μπροστά στον πίνακα, πλέον. Έφθανε να κατεβάσω τον κόκκινο μοχλό και να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Άπλωσα το χέρι μου...
-Ακίνητος!
Η φωνή πίσω μου δε μου άφηνε περιθώρια. Με είχαν εντοπίσει. Ένα δέκατο του δευτερολέπτου πριν εκπληρώσω την αποστολή μου. Είχα δύο επιλογές: Να υπακούσω και να πεθάνω σε κάποιο Ρεμιουλιανό μπουντρούμι, ή να κατεβάσω το χέρι μου πάνω στο μοχλό και να πεθάνω ακαριαία από μια δέσμη του φρέιζερ που, προφανώς, σημάδευε την πλάτη μου. Αποφάσισα το δεύτερο.
Τα τελευταία πράγματα που θυμάμαι ήταν η αίσθηση του μοχλού στην παλάμη μου, να κατεβαίνει και να απελευθερώνει τις φονικές διαθέσεις του συστήματος αυτοκαταστροφής, τη γυναικεία φωνή του κομπιούτερ να αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση και το γαργάλημα στη σπονδυλική στήλη, σημάδι πως το φρέιζερ του Ρεμιουλιανού φρουρού είχε βρει το στόχο του κι εγώ έπρεπε να σωριαστώ νεκρός...
Στη συνέχεια, στον άλλον κόσμο που βρέθηκα, ξέσπασε η διαμάχη ανάμεσα σε μένα, στον Αντώνη, τον Κώστα και τον Θωμά, για το αν είχα προλάβει, ή όχι, να κατεβάσω το μοχλό. Εγώ κι ο Θωμάς επιμέναμε, έχοντας αντιπάλους τον Κώστα και τον Αντώνη. Και δεν τα βρήκαμε έως ότου οι μάνες μας μας φώναξαν για φαγητό. Θα συνεχίζαμε το απόγευμα, μετά τον μεσημεριανό ύπνο...