Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Η θυσία του Αβραάμ


Ο Αβραάμ ήταν "θρανίο" μου σε όλο το Λύκειο. Είχαμε καθίσει στο ίδιο θρανίο και στη Β Γυμνασίου, για μια περίοδο κι είχαμε αποφασίσει ότι ταίριαζαν τα τσανάκια μας. Έξυπνοι, αλλά όχι εξυπνάκηδες, κολλούσαμε τους καθηγητές που μας κολλούσαν κι αφήναμε τους άλλους στην ησυχία τους. Κι όποιος ήταν "ξηγημένος" είχε να κάνει με μελετηρούς μαθητές.

Με άλλα λόγια, διαβάζαμε για τη Χημεία, επειδή αγαπούσαμε τον Θόδωρο τον Χημικό, διαβάζαμε Ιστορία, επειδή ο Ηλίας απογείωνε το μάθημα με γνώσεις που, εκείνες τις εποχές, ούτε τις φανταζόμασταν και κλέβαμε ματιές κάτω από τις φούστες της φιλολόγου, η οποία, αν και μεγάλη για μας, είχε πόδια απίστευτα.

Το κόλπο με τη φιλόλογο ήταν απλό: Πετούσες το στιλό κάτω κι έσκυβες να το πάρεις. Κάρφωνες τα μάτια μεταξύ των ποδιών και σηκωνόσουν αργά, αρχοντικά, έχοντας ταξιδέψει ως τον παράδεισο. Γιατί παράδεισος ήταν τότε ένα μικρό τριγωνάκι υφάσματος -συνήθως λευκό, ή μαύρο (τα σαμπανιζέ και τα μοβ ήρθαν στη μόδα όταν αποκτούσαμε τα πρώτα μας παιδιά).

Μόνον που ο παράδεισος του Αβραάμ ήταν εντελώς διαφορετικός από το δικό μου. Ο δικός μου είχε κατασκευαστεί από έναν Θεό και για να μπεις σ αυτόν έπρεπε να κάνεις το σταυρό σου. Ο παράδεισος του Αβραάμ είχε κατασκευαστεί από τον ίδιο Θεό, αλλά για να μπεις σ αυτόν αρκούσε να διαβάσεις έναν ψαλμό στο Ταλμούδ.

Μπερδεμένα πράγματα. Ως ένα σημείο όλα ήταν ίδια. Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγέννησε Ιακώβ και πάει λέγοντας. Η ίδια Σάρα -αν και στα 90- αποκτούσε το ίδιο παιδί, ο ίδιος πατέρας έπαιρνε το δρόμο να το θυσιάσει, το ίδιο κατσίκι έπεφτε νεκρό από το μαχαίρι, ο ίδιος Ισαάκ εξαφανίζονταν σε ένα σύννεφο. Από ένα σημείο κι έπειτα, όμως, στα χρόνια του Ηρώδη, τα πράγματα άλλαζαν. Για μένα γεννιόταν ο Μεσσίας. Για τον Αβραάμ ο Μεσσίας... αναμένονταν. Ζεσταίνονταν δίπλα στη γραμμή του άουτ, περιμένοντας την εντολή του πατέρα-κόουτς να μπει μέσα και να μην αφήσει κολυμπηθρόξυλο. Να τα διαλύσει όλα και να δείξει σε όλους ποιος είναι ο επιούσιος λαός. Φαίνεται, όμως, αν κρίνω από την αναμονή του Αβραάμ που συνεχίζεται, ότι ο δικός του Μεσσίας κάηκε στο ζέσταμα....

Αντιθέτως ο δικός μου είχε έρθει, είχε γίνει King of the world, είχε βγει στην πλώρη αγκαλιά με τη Μαρία Μαγδαληνή ουρλιάζοντας, αλλά μετά, αντί να βυθυστεί το καράβι, ήρθε ο κολλητός του, ο Γιαχουντά, του ΄ριξε ένα σβουριχτό φιλί και ο (Θε)άνθρωπος βρέθηκε σταυρωμένος, χέρια ψηλά κι όλα τα φτάνω, Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί, τετέλεσται κι άλλα τέτοια...

Τελικό αποτέλεσμα, μηδέν εις το πηλίκον. Γιατί ο μεν δικός του Μεσσίας δεν είχε έρθει ακόμα, ο δε δικός μου και με το που ήρθε, τί κατάλαβε; Nothing, που λένε οι Αγγλοσάξονες. Nada, που λένε οι Ίβηρες κι οι νοτιοαμερικάνοι. Καπούτ, που λένε οι Γερμανοί, μποκ που λένε οι Τούρκοι.

Κι ενώ εμείς ψάχναμε τις διαφορές μας (τελικά και οι δύο είχαμε δυο μάτια, μια μύτη, δυο αυτιά -μόνο σε κάτι διαφέραμε, αλλά αυτό είναι σόκιν και δε θα σας το πω), ήρθε ο Ταμπακέογλου. Θρησκευτικός -έτσι τους αποκαλούσαμε τότε τους Θεολόγους. Και βάλθηκε να κάνει Χριστιανό τον Αβραάμ.

Καλό παιδί εκείνος, αντιλήφθηκε ότι ο Ταμπακέογλου είχε απωλέσει κάθε ίχνος λογικής και εξυπνάδας κατά τα φοιτητικά του χρόνια κα παρά την πίστη του δεν είχε καταφέρει να τα ανακτήσει, αποφάσισε να πάει με τα νερά του. Κι έτσι άρχισε η κατήχηση του Αβραάμ.

Ο ατυχής συμμαθητής μπορούσε να πάει στο γραφείο του Λύκου (κατανοητή, νομίζω, η έννοια, ο όρος είναι δόκιμος και σήμερα, 27 χρόνια μετά) και να ζητήσει απαλλαγή. Αποφάσισε, όμως, να το παίξει το παιχνίδι, ως το τέλος. Καθόταν (με σταυρωμένα τα χέρια) την ώρα της προσευχής, καθόταν την ώρα του μαθήματος κι άκουγε πού χρησιμοποιείται το Άγιο Δισκοπότηρο (μπας και ήθελε να πάρει κανένα για το σπίτι), καθόταν και διάβαζε βίους αγίων. Ώσπου φθάσαμε στο Πάσχα.

Ο Ταμπακέογλου αποφάσισε να μας μιλήσει για το νόημα των ημερών. Κι έτσι το Πάσχα και μετά το Πάσχα κι άλλα τέτοια. Σήκωσε το χέρι ο Αβραάμ:

"Κι εμείς γιορτάζουμε Πάσχα", του είπε.

"Ναι, αλλά το δικό σας δεν είναι το σωστό..."

"Και γιατί δεν είναι το σωστό";

"Γατί δεν αναστήθηκε ο Μεσσίας..."

"Ποιος Μεσσίας; Ο Μεσσίας δεν ήρθε ακόμη..."

"Πώς δεν ήρθε παιδάκι μου; Γεννήθηκε τα Χριστούγεννα και σταυρώθηκε το Πάσχα..΄."

"Α, αυτός ο Μεσσίας..."

"Εμ, ποιος άλλος;"

"Εγώ νόμιζα ότι λέτε για τον Μεσσία για τον οποίο μίλησαν οι προφήτες, όπως ο Ηλίας".

"Ε, γι αυτόν λέω"...

"Μα πώς λέτε γι αυτόν, αφού ακόμη δεν ήρθε";

"Πώς δεν ήρθε";

"Ποιος ήρθε";

"Ο Μεσσίας"!

"Ποιος Μεσσίας; Ο δικός σας ή ο δικός μου";

"Ένας είναι ο Μεσσίας"!

"Σωστά. Αλλά αυτός δεν ήρθε"...

"Μα πως δεν ήρθε... Ήρθε και σταυρώθηκε...¨

"Α, αυτός..."

"Ναι, αυτός"!

"Ο δικός σας"!

"Όχι ο δικός μας. Ο ένας κι αληθινός"!

"Και πού το ξέρετε αυτό;"

"Το είπε ο ίδιος... Εγώ ειμί η αλήθεια και το φως"...

"Καλά, αλήθεια και φως είναι. Μεσσίας, όμως";

"Μα ο Μεσσίας είναι το φως, είναι η αλήθεια..."

"Κι ο λόγος του Θεού ποιος είναι";

"Ο Χριστός"!

"Κι ο Χριστός";

"Ο Μεσσίας"!

"Πολυθεσίτης ο Μεσσίας..."

Με την τελευταία ατάκα του Αβραάμ, όσοι είχαν καταφέρει να κρατηθούν, ξέσπασαν σε γέλια, χειροκροτήματα, ιαχές, ποδοβολητά. Ο Θρησκευτικός είχε χάσει το παιχνίδι, όπως η Μπουρδαβάνη, πριν από αυτόν, που είχε μια μανία στις αιρέσεις και είχαμε αναγάγει σε επιστήμη να βρίσκουμε, σε παλαιοπωλεία, ευαγγέλια στην "καθομιλόυμένην" των συνταγματαρχών, για να της τα εμφανίζουμε κι εκείνη, με την επιστημονική της κατάρτιση, να διαγιγνώσκει ότι ήταν "αιρετικά, κάποια από τα απόκρυφα ευαγγέλια και να τα κάψεις τάχιστα, για να μην καείς στις φλόγες της κολάσεως"! Έκανε και το λάθος να πει:

"Ησυχία! Χάβρα το κάνατε εδώ μέσα"!

"Προσβλήθηκε" δήθεν ο Αβραάμ, "σας παρακαλώ, για μένα χάβρα είναι η εκκλησία μου" του ειπε και, με απόλυτη σοβαρότητα, του ανακοίνωσε πως δε θα ξαναπαρακολουθούσε το μάθημά του. Ως το τέλος της χρονιάς, συντετριμμένος ο Ταμπακέογλου, προσπαθούσε να μεταπείσει τον Ισραηλινό συμμαθητή μου να επιστρέψει στην οδό της Αλήθειας και του ενός και μοναδικού Μεσσία. Δεν τα κατάφερε... Κι έμεινε με αποκούμπι εμένα, που προσπαθούσε να με πείσει ότι ο άνθρωπος δεν είχε αποικήσει στη γη, όπως έγραφε ο Ντένικεν, αλλά είχε πλασθεί από ένα καλό γέροντα, που τις ελεύθερες ώρες του ήταν αγγειοπλάστης κι είχε ένα γιο μαραγκό.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.


ΥΓ. Η ανάμνηση (που είναι ελαφρώς αλλαγμένη από όσα, πραγματικά, συνέβησαν το 1979 στο Α Μικτό Λύκειο Τούμπας, όπως και τα ονόματα) μου ήρθε όταν διάβασα αυτό, στο blog του Ανέμου.


Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Πεντζίκη και την πήρα από εδώ. Ζητώ την κατανόηση του δημιουργού.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Γιατί στο Πέραμα δεν έχουμε ζωή...

Τρεις μέρες τώρα, ήθελα κάτι να γράψω. Την ιδέα μου την έδωσε ο Κωστής, εδώ. Δεν ήθελα να γράψω κάτι τέτοιο, δεν ήθελα να το πιστέψω. Όσο περνούν οι μέρες, τόσο σιγουρεύομαι: Πέμπτη απόγευμα, στη δουλειά. Ως τις 12 -όπως πάντα. Σε κάποια στιγμή, πέφτει πανικός. Η ΝΕΤ μετέδωσε κάτι για νεκρούς. Είναι νωρίς ακόμη, αρχίζουμε τα τηλέφωνα. Διαψεύσεις, η μία πίσω από την άλλη. Λίγο αργότερα, η ΝΕΤ τα μαζεύει. Αφήνουμε κι εμείς το θέμα "να μην κοψοχολιάσουμε άδικα τους συγγενείς -μήπως και ζει κανείς στη Σαλονίκη..." Η ώρα περνά. Στις 7,30, η δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι επίσημοι, οι αγρότες καλεσμένοι, ο Τσίπρας με την... Τσούπρα (ωραίο το επικοινωνιακό τρικ), οι δηλώσεις, η βαρυσήμαντος ομιλία... Μεσάνυχτα και το δελτίο έχει τελειώσει. Ένας φίλος, συνάδελφος, τηλεφωνεί από Αθήνα. Μου λέει για τους νεκρούς. "Δεν είναι δύο, είναι παραπάνω..." Παγώνω. Πάω να ρωτήσω: "Ήξεραν...;" Δε ρωτάω. Καταλαβαίνω. Ήξεραν. Όλοι ήξεραν. Θυμάμαι την είδηση που... χάθηκε, αποσύρθηκε, στο κρατικό κανάλι. Δεν έπρεπε να χαλάσει η γιορτή. Να πάει στράφι το βαρυσήμαντο μήνυμα. Να φύγουν οι κάμερες από την κούκλα από τη Σιέρα Λεόνε, τη συγγένισσα του πρώην δικτάτορα. Για άλλη μία φορά, με χρησιμοποίησαν.

Η φωτογραφία είναι του ΑΠΕ

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2008

Τα βλέπουμε όλα;


Διάβασα εδώ μια είδηση που έίναι... αντιεμπορική. Δεν κάνει νούμερα, όπως ένας καβγάς ανάμεσα σε πολιτικούς, ή το ¨μήνυμα με πολλούς αποδέκτες" του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλια. Και μου ήρθε, αυτό:


Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πλησίασε το παράθυρο. Είχε αυτήν τη συνήθεια, να κοιμάται με τα παντζούρια κλειστά. Δεν μπορούσε να δεχτεί έστω και το ελάχιστο φως από έξω. Θυμόταν τον Αντώνη. Κάποτε, όταν είχαν ξαπλώσει, γυμνοί, σε εκείνο το επαρχιακό ξενοδοχείο, του είχε πει:
"Άσε ανοικτό το παντζούρι. Μου αρέσει να πλημμυρίζει το δωμάτιο από το έξω φως... Μου θυμίζει σινεμά".
Ήταν το μοναδικό βράδυ στη ζωή του, που είχε κοιμηθεί με το παντζούρι ανοικτό. Κάθε τόσο άνοιγε τα μάτια του και κοιτούσε το φως που χύνονταν στο δωμάτιο. Κοιτούσε την μπαλκονόπορτα κι έσφιγγε, ξανά, τα μάτια του, μπας και καταφέρει να κλείσει το φως έξω από το μυαλό του. Δεν το ξανάκανε.
Σήκωσε το παντζούρι. Και τότε, το είδε. Είχε καρφωθεί στον ουρανό. Ένα μαύρο άστρο. Ήταν τεράστιο. Λες και ο ήλιος είχε σβήσει. Αυτό το τεράστιο ουράνιο σώμα ήταν τυλιγμένο από καπνούς. Του θύμιζε υγρό άζωτο, όπως αυτό που χρησιμοποιούσαν στο εργαστήριο.
Έτριψε τα μάτια του, για να σιγουρευτεί ότι δεν κοιμόταν. Ήταν ξυπνητός. Τίναξε το κεφάλι του. Τίποτα. Το μαύρο άστρο ήταν μπροστά του, στερεωμένο στον ουρανό, στη θέση του ήλιου. Κι έμοιαζε να βρίσκεται τόσο κοντά του...
Άρπαξε το τηλέφωνο. Κάλεσε στο εργαστήριο. Το σήκωσε η Ελένη.
"Το βλέπεις", τη ρώτησε;
"Το βλέπω. Έχουμε σηκώσει το τηλεσκόπιο και το κοιτάμε. Ο Νίκος έχει σκαρφαλώσει στη θέση πάνω στο σώμα και κοιτάει αχόρταγα. Η Θεανώ έχει ανοίξει το βίντεο και καταγράφει..."
"Είναι τυλιγμένο από τα σύννεφα..."
"Δεν είναι σύννεφα..."
"Αλλά...;"
"Διαστημόπλοια. Έρχονται Γιάννη..."
Έκλεισε το τηλέφωνο. Το όνειρο μιας ζωής γινόταν πραγματικότητα σε ένα πρωινό. Πάντα περίμενε να προσγειωθεί ένα διαστημόπλοιο μπροστά στο σπίτι του και μικρά πράσινα πλασματάκια να τον πάρουν μαζί τους. Να ταξιδεύουν προς τον άγνωστο πλανήτη τους και, στη διαδρομή, να τους μιλάει για τη Γη κι εκείνοι για τον δικό τους πλανήτη. Κι έπειτα, εκεί που θα πήγαινε, να έβρισκε μια άλλη Γη, αρκετή για να θρέψει κι εκείνους που την κατοικούσαν κι όλους τους εποίκους.
Από τη μέρα που η θάλασσα είχε εξαφανιστεί, που η Μεσόγειος είχε μετατραπεί σε μια απέραντη έρημο, που ήταν αναγκασμένος να ζει μέσα σε κλειστούς χώρους, πάντα κάτω από τη δροσιά του έιρ κοντίσιον, το ονειρευόταν αυτό. Μια άλλη Γη. Και τώρα, έρχονταν!
Χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε. Ήταν η Ελένη.
"Γιάννη..."
Ακουγόταν τρομοκρατημένη.
"Τι έγινε;"
"Γιάννη, αυτοί..."
"..."
"Δεν..."
"Τι... τι συμβαίνει;"
"Δεν έρχονται ειρηνικά Γιάννη..."
"Δηλαδή";
"Διέλυσαν το Δαίδαλος"...
Το Δαίδαλος... Το ολοκαίνουργιο διαστημικό λεωφορείο των Ρώσων. Πέντε χρόνια το κατασκεύαζαν, με τα σχέδια που είχαν βρει σε μια υπόγεια βάση, εκεί που βρισκόταν κάποτε η Γιούτα. Και τώρα, του έλεγαν ότι αυτοί, οι άνθρωποι από τον άλλο πλανήτη, το είχαν διαλύσει...
"Μα πως..."
"Ξεκίνησε μια αποστολή να τους πλησιάσει, να ΄ρθούμε σε επαφή. Δεν πρόλαβε να λύσει τους πρώτους πυραύλους και μια ακτίνα, που ξεπετάχτηκε από αυτό το μαύρο άστρο, το έκανε αστροσκόνη. Τα είδαμε όλα στο cnn turk... Μα, καλά... Τι κάνεις εκεί";
Τι κάνει; Τι έκανε; Τίποτα. Θαύμαζε αυτό το μαύρο άστρο και ταξίδευε με τις σκέψεις και τα όνειρά του. Τώρα μπορούσε να δει καλύτερα ότι από αυτόν τον περίεργο πλανήτη -αν ήταν πλανήτης- ξεπετάγονταν περίεργες λάμψεις. Μία φαινόταν ότι πλησίαζε, με απίστευτη ταχύτητα το σπίτι του... Μα ναι! Ήταν σίγουρος. Αυτή η λάμψη πλησίασε το σπ...

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Δίκαιη μοιρασιά


Περίμενε πώς και πώς να ΄ρθει το καλοκαίρι. Το ίδιο κι όλοι οι συνάδελφοι στο γραφείο. Αυτές τις ημέρες, τις δυο βδομάδες, ουσιαστικά, που θα ξέφευγε από το γκρίζο κτίριο, με τα μεγάλα παράθυρα, στα οποία, όμως, πρόσβαση είχαν μόνον οι προϊστάμενοι. Μετρούσε, όπως κι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, μία - μία τις μέρες. Μόνο τσατσάρες που δεν είχαν πάρει, να σπάνε τα δόντια...

Κι ύστερα, ήρθε εκείνη η καταραμένη Τρίτη. Τότε που βγήκε ο προϊστάμενος, με το ημερολόγιο στα χέρια, "να κανονίσουν τις άδειες". Τα έβαλαν κάτω, ζήτησαν ο καθένας το 20ήμερό τους κι ύστερα ο προϊστάμενος χώθηκε στο γραφείο του -εκείνο με την πρόσβαση στα παράθυρα- για να βγάλει το πρόγραμμα.

Η αλήθεια είναι πως φέρθηκε δίκαια: Έδωσε σε όλους τις ίδιες ημέρες, την περίοδο που ήθελαν, με μικρές αποκλίσεις δυο, τριών ημερών. Κανείς, όμως, δεν ήταν ευχαριστημένος. Στο πρόγραμμα εργασίας όσων θα έμεναν πίσω, για κάθε περίοδο, φιγουράριζαν πέντε ονόματα. Έλειπαν... τέσσερα. Σχεδόν οι μισοί.

Πήγαν και το συζήτησαν με τον προϊστάμενο. Το χρόνο που πέρασε είχαν αποχωρήσει από την εταιρία 4 συνάδελφοι. Όλοι ακολούθησαν την... εθελούσια έξοδο. Εθελούσια απόλυση, δηλαδή, τρόπος να σου χρυσώσουν το χάπι. Κανείς δεν αντικαταστάθηκε. Κι αν το χειμώνα δε φαινόταν το κενό, τώρα με τις άδειες το βρήκαν μπροστά τους, θεόρατο...

Το συζήτησαν όλοι μαζί και συμφώνησαν: Θα έπαιρναν, ο καθένας, από οκτώ εργάσιμες ημέρες άδεια. Με δυο μέρες ρεπό, οι τρεις βδομάδες γίνονταν δύο. Κι αυτοί που παρέμεναν πίσω, για να εργαστούν, περισσότεροι... Κι αν του χρόνου έφευγαν κι άλλοι με "εθελούσια", αυτοί που θα έμεναν πίσω, δεν θα έπαιρναν άδεια. Για να μη ζοριστούν... Στο κάτω κάτω της γραφής, βρε αδερφέ, το δικαίωμα στην εργασία είναι ιερό...



Υ.Γ. Στην επιχείρηση που εργάζομαι, δεν έγινε κάτι τέτοιο. Μοιραστήκαμε τις άδειες, τα βρήκαμε στις ημερομηνίες και, ένας - ένας, την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια. Εγώ, για παράδειγμα, ετοιμάζω βαλίτσες για την ερχόμενη Παρασκευή. Τα εξωτικά Ψακκούδια με περιμένουν. Μόνον που μείναμε πίσω τόσο λίγοι, που χτυπήσαμε κάτι υπερωρίες, άλλο πράμα! Ευτυχώς, η συγκεκριμένη επιχείρηση, πληρώνει κανονικά. Και, στους καιρούς που φθάσαμε, αυτό είναι τύχη...! Μόνο που για να συμπληρώσω διπλοβάρδιες, πού να βρω χρόνο για το Blog και τους φίλους της blogόσφαιρας... Αχ... Ουδέν καλόν, αμιγές κακού!


Η φωτογραφία είναι του Gordon Webster, από εδώ.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2008

Μας βλέπουν!!!


Δε βάζουμε μυαλό... Δυστυχώς, πρέπει να γίνει το κακό, για να συνετιστούμε. Κι όταν δε βάζουμε εμείς μυαλό και το πάθουμε, πάει καλά. Όταν πάρουμε στο λαιμό μας αθώους; Για τους 22 οδηγούς που πιάστηκαν να οδηγούν μεθυσμένοι, στις 7 και 8 Ιουλίου, στη Θεσσαλονίκη ο λόγος. Τους 67 που οδηγούσαν χωρίς δίπλωμα, μπορεί να τους συγχωρήσω. Τους 156 που οδηγούσαν χωρίς κράνος ή ζώνη, τους λυπάμαι. Όμως, τους 41 που προσπερνούσαν αντικανονικά, τους 18 που πέρασαν με κόκκινο, τους 12 που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα και τους 22 σουρούκλες, ΠΟΥ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, δεν μπορώ να τους συγχωρήσω.
Ας κάνουν ό,τι θέλουν με τη ζωούλα τους. Με τη δική μου ζωή, όμως, γιατί παίζουν;
Ουστ από δω, μπουρδόμαγκες!

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

Ποιος θέλει να ζήσει για πάντα;



Σίγουρα πέρασαν μεγαλύτερα και καλύτερα συγκροτήματα από αυτούς. Είχαν, όμως, αυτό το "κάτι" που γέμιζε στάδια. Είχαν την ικανότητα να καταπιαστούν, με επιτυχία, με όλα τα είδη μουσικής. Είχαν έναν υπέροχο συνθέτη (τον Brian May) και μια φωνή (τον Freddie Mercury) που όμοιά της δεν έχει γνωρίσει, ακόμη, η ροκ -και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα ξαναγνωρίσει. Κυρίες και κύριοι, υποδεχτείτε τους Queen!







Ψυχή του συγκροτήματος ήταν ο Φαρούκ Μπουλσάρα. Γεννημένος στη Ζανζιβάρη, από ευκατάστατους Ινδούς γονείς, ο Φαρούκ εγκαταστάθηκε στην Αγγλία το 1964, μετά τη βίαιη επανάσταση κατά του σουλτάνου της Ζανζιβάρης. Εκεί πήρε το μικρό όνομα Φρέντι. Το 1968 γίνεται δεκτός ως τραγουδιστής του συγκροτήματος Smile. Εκεί παίζουν οι Μπράιαν Μέι(κιθάρα) και Ρότζερ Τέιλορ (ντραμς). Η αρχή έχει γίνει. Το 1970, Μπουλσάρα, Μέι και Τέιλορ, ιδρύουν τους Queen. Ο Μπουλσάρα, ως φοιτητής γραφιστικής, σχεδιάζει το λογότυπο του γκρουπ. Το 1971, γνωρίζουν τον μπασίστα Τζον Ντίκον και το γκρουπ παίρνει τη μορφή που γνωρίζουμε όλοι. Πρώτο τους τραγούδι, το Keep yourselfe alive.







Το σινγκλ δε γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία. Ετοιμάζουν τον πρώτο τους δίσκο. Γράφουν το τραγούδι My Fairy King. Σε αυτό υπάρχει ο στίχος Mother Mercury, look what they've done to me, I cannot run I cannot hide». Από αυτόν εμπνέεται ο Μπουλσάρα και παίρνει το όνομα Φρέντι Μέρκιουρι.







Ο Μέρκιουρι κι η παρέα του αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν γρήγορα το επόμενο άλμπουμ: Queen II. Ο δίσκος αποτελούνταν από δύο θεματικές ενότητες: την πρώτη πλευρά(white side, με συνθέσεις του May)και τη δεύτερη πλευρά(black side, με συνθέσεις του Mercury).







Κι αυτό το άλμπουμ, όμως, δεν πηγαίνει ιδιαίτερα καλά. Κι οι Queen, ένα χρόνο μετά, αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν το τρίτο τους άλμπουμ: Sheer heart attack.







Παρά το ότι ο δίσκος δεν πηγαίνει καλά, το συγκρότημα βλέπει ότι έχει μεγάλη επιτυχία στα live. Ζητά μεταλύτερες αμοιβές από τον μάνατζέρ του, Τζακ Νέλσον. Καβγαδίζουν, τον μηνύουν και, στον επόμενο δίσκο τους, τον ιστορικό, πλέον A night at the opera, του αφιερώνουν ένα τραγούδι:








Λίγο πριν την κυκλοφορία του A night at the opera, οι Queen δίνουν στον φίλο τους μουσικό παραγωγό, Κένι Έβερετ, να ακούσει ένα τους τραγούδι και να τους πει τη γνώμη του. Εκείνος το βρίσκει υπέροχο και χωρίς την άδειά του συγκροτήματος, παίζει όσες περισσότερες φορές μπορεί το τραγούδι στην ραδιοφωνική του εκπομπή. Πολύ γρήγορα τα δισκοπωλεία γέμισαν κόσμο που ζητούσε ένα τραγούδι το οποίο δεν είχε καν κυκλοφορήσει!







Έναν χρόνο μετά, κυκλοφορούν το A day at the races, συνέχεια του προηγούμενου. Και, το 1977, έρχεται το News Of The World. Περιέχει ένα τραγούδι που, 31 χρόνια μετά, είναι στα χείλη όλων μας, ακόμη κι αυτών που δεν έχουν ιδέα από ροκ!







Το 1978, οι Queen, με το Jazz, δοκιμάζουν άλλα μονοπάτια. Κι ο Μέρκιουρι αποδεικνύεται κορυφαίος διασκεδαστής.







Το 1979 δείχνουν να μπαίνουν σε ξένα χωράφια. Εκείνη την εποχή, οι ροκάδες, είναι σε συνεχή πόλεμο με τους οπαδούς της ντίσκο, τους "καρεκλάδες". Ο Φρέντι τραγουδάει ντίσκο και δείχνει σε όλους μας, ότι ακόμη κι αυτή η μουσική, μπορεί να έχει ποιότητα. Κι ότι δεν υπάρχει ωραία κι άσχημη μουσική, αλλά ωραία κι άσχημα τραγούδια.







Έναν χρόνο αργότερα γράφουν μουσική για τον κινηματογράφο:







Τα χρόνια περνούν, το συγκρότημα ρίχνει το βάρος στα live και γεμίζει τα γήπεδα. Κάνουν ντουέτο με τον Ντέιβιντ Μπάουι. Ξεσηκώνουν το Γουέμπλεϊ, στο Live Aid. Και ξαφνικά... σιγή. Φθάνει το 1986, για να βγει το Α Kind of Magic, που αφήνει να εννοηθεί ότι η φήμη, είναι αληθινή.







Η είδηση ότι ο Μέρκιουρι πάσχει από AIDS, επιβεβαιώνεται. Πλεόν, όλοι αναζητούν ένα θαύμα.







Δυστυχώς, ο Μέρκιουρι δεν ανακάμπτει. Αφήνει, όμως, στο Inuendo, ένα μήνυμα:








Το 1996, χάρη στην τεχνολογία, το συγκρότημα εκδίδει άλλο ένα Album, φτιαγμένο στον παράδεισο. Δυστυχώς, μερικά πράγματα είναι σταθερές σε αυτό το σύμπαν. Η ιστορία των Queen δείχνει να τελειώνει εδώ, παρά τις προσπάθειες του Μέι και των υπολοίπων να αντικαταστήσουν τον Μέρκιουρι. Εμείς θα τους θυμόμαστε πάντα έτσι: