Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Το Σάκχαρό μου γαμώ!


Τρίτο ποστ για αρρώστειες; Ε, όχι!
Ε, ναι! Τέτοιο πράγμα δε μου έχει ξανασυμβεί. Δέκα μέρες συμπληρώθηκαν από τότε που χτύπησε η ίωση και η βελτίωσή μου είναι ελάχιστη! Απίστευτο πράγμα. Όχι ότι είμαι κανένα θηρίο, από πλευράς υγείας, αλλά ως τώρα, τέτοιου είδους παρατεταμένες ασθένειες δεν τις είχα.
Ένας παθολόγος μου ΄βαλε ψύλλους στα αυτιά:
"Πώς πάει το σάκχαρό σου";
"Δόξα τω Θεώ"...
"Δε σε ρώτησα για να κάνουμε ευχέλαιο. Για να μου πεις σε ρώτησα".
"Εμ, θα ΄ναι. Δε θα ΄ναι";
"Πού θα ΄ναι; Στα 200; Πάνω από 200, κάτω από 200";
"Εκεί γύρω"...
"Δε μου λες, θα στα βγάζω με το τσιγκέλι, λες και είσαι ο Σταλόνε στο τελευταίο Ρόκι; Λέγε"!
"Ε, δε μετριέμαι και κάθε τόσο"...
Εκεί, λοιπόν, έμαθα ότι το σάκχαρο είναι άτιμο πράμα. Δε σημαίνει ότι είσαι γλυκό αγόρι, όταν το έχεις. Ούτε ότι, αποκλειστικά, θα πρέπει να προσέχεις την καρδιά σου. Έμαθα ότι ευθύνεται ακόμη και για τη διάρκεια μιας... ίωσης.
"Γι αυτό μου κατσικώθηκε η δική μου και δε λέει να φύγει";
"Γι αυτό"!
"Και τι πρέπει να κάνω; Εγώ γλυκά, τώρα τελευταία, δεν πολυτρώω"...
"Όταν λες δεν πολυτρώς, τι ακριβώς εννοείς; Τι είναι το πολύ και τι είναι το λίγο";
"Δυο καταϊφια είναι πολλά"...
"Δυο καταϊφια είναι καταστροφικά, δεν είναι πολλά".
"Τη μέρα";
"Το μήνα"!
"Και τη μέρα";
"Ποια μέρα, άνθρωπέ μου; Εσύ, όχι μόνον δεν πρέπει να τρως γλυκά, πρέπει να κόψεις κι άλλες τροφές που ανεβάζουν το σάκχαρο"...
"'¨Οπως";
"Όπως μακαρόνια, ρύζια, πατάτες, ριζομακάρονα, λευκό ψωμί, πίτες κάθε είδους, αρτοσκευάσματα κάθε είδους, τέτοια πράγματα".
"Έχω και λίγη πίεση"...
"Άρα δεν μπορείς να τρως τυριά, αλμυρά, τηγανητά, αρνιά και κατσίκια και, φυσικά, χοιρινά"...
Καταλήξαμε ότι μπορώ να τρώω ψάρι, μοσχάρι, κοτόπουλο, ψάρι, μοσχάρι, κοτόπουλο. Βραστά ή ψητά. Κι όταν τα βαρεθώ, μπορώ να τρώω ψάρι, μοσχάρι, κοτόπουλο. Και καμία φορά, να σπάω τη σειρά και να τρώω ψάρι, κοτόπουλο, μοσχάρι. Άπαχα. Με μαύρο ψωμί. Και ανθότυρο -όχι άλλο τυρί.
Φυσικά μπορώ να τρώω ωμές σαλάτες: Μαρούλια, μαρούλια, μαρούλια και μαρούλια. Μπορώ να τρώω και χόρτα, δηλαδή και μπρόκολα και κουνουπίδια, αλλά χωρίς λάδι και λεμόνι, να τα φάτε εσείς. Τι είμαι εγώ; Κρι - κρι;
Από φρούτα, λίγα! Ένα μήλο. Ένα αχλάδι. Μία μπανάνα. Αυτά. Τα πορτοκάλια ανεβάζουν την πίεση. Τα λεμόνια τη ρίχνουν, επιτρέπονται, αλλά προτιμώ να φάω το πόδι μου ως το γόνατο. Επιτρέπονται και τα γκρέιπ φρουτ, αλλά εγώ προτιμώ τον κροκόδειλο, που κάνει και ωραίες Λουί Βιτόν. Α! Ξέχασα! Μπορώ να τρώω και σταφύλι! Πέντε ρόγες.
"Γιατρέ, με έχεις μπερδέψει με σπουργίτι"!
"Λάθος κάνεις φίλε μου. Εσύ σε μπέρδεψες με τον Ντάμπο. Κι εσύ, ούτε καν πετάς"...
"Καταβάλω φιλότιμες προσπάθειες, όμως"...
"Αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις"...
Ιδού, λοιπόν, το τεράστιο ερώτημα: Να τα ξεχάσω; Να ζήσω χωρίς όλα αυτά; Χωρίς ένα προφιτερόλ, για τις δύσκολες ώρες; Μια μαρκησία; Έστω ένα γλυκό του κουταλιού (φιρικάκι, κατά προτίμηση); Ειδικά τώρα που, στο Μέτσοβο και το Πήλιο ετοιμάζεται η νέα παραγωγή κυδονόπαστας; Τώρα που έρχονται τα Χριστούγεννα και τα κουραμπιεδάκια θα με καλούν από τις βιτρίνες να τα σώσω, έτσι που θα είναι το ένα κάτω από το άλλο;
Και σας ρωτώ (ξανά): Ποιο είναι πιο ωραίο θέαμα; Οι χιονισμένες Άλπεις ή ένα χιονισμένο πιάτο κουραμπιέδες από την Νέα Καρβάλη Καβάλας; Το λιώσιμο του παγετώνα ή το λιώσιμο της κρέμας από μία Πουτίγκα Λιτοχώρου; Η μαύρη ήπειρος ή μια μαύρη καριόκα Ξάνθης; Το άρωμα των λουλουδιών ή το άρωμα των λουκουμιών της Σύρου; Η αίσθηση του καλοκαιριού ή η αίσθηση από έναν ακανέ Σερών που λιώνει στο στόμα; Η Σιέρα Λεόνε ή τα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο ξεροτήγανα Ηρακλείου; Οι τσίγκινοι μαχαλάδες της Αλεξάνδρειας ή τα, συμμετρικά κομμένα, κομμάτια από το ραβανί Χοχλιούρου (από τη Βέροια);
Και, τέλος, ένα καμπαλίτο στα ανοιχτά της Καραϊβικής, ή ένα καταϊφι καταμεσίς ενός γεμάτου σιρόπι ταψιού;(Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν έχω πει κουβέντα για χαλβά σιμιγδαλένιο, μπακλαβά, σουτζούκ λουκούμ, καραμελωμένα στραγάλια, μάντολες, αμυγδαλωτά.
Φίλες και φίλοι, καλώς ήρθατε στο blog μου, για τα περαστικά. Καθίστε αναπαυτικά. Σήμερα κερνάω, γλυκό του κουταλιού σταφύλι και, για να δροσιστείτε, βυσσινάδα. Από εκείνη την παλιά. Που έφτιαχνε η γιαγιά μου. Που έβαζε ένα κουτάλι βύσινο γλυκό σε ένα ποτήρι δροσερό νερό (από το πηγάδι) και σκοτωνόμασταν ποιος θα πρωτοπιεί.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007

Κόλλησα!


Μισώ αυτούς που, γύρω τους ο κόσμος υποφέρει από κάποια επιδημία, κάποια ίωση κι αυτοί, λες και κυκλοφορούν μονίμως μέσα στη λευκή στολή τους με την ειδική μάσκα, ως αστροναύτες στο δικό τους άστρο, ούτε καν φταρνίζονται. Μισώ αυτούς, που ενώ οι υπόλοιποι εξαντλούν τα χαρτομάντιλα το ένα πίσω από το άλλο, αυτοί ούτε καν γνωρίζουν πώς ανοίγει το κουτί τα Κλίνεξ. Και τους μισώ επειδή ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ!
Ναι, κυρίες και κύριοι. Είμαι από εκείνους τους αρρωστιάρηδες, που το ΄χει η κούτρα τους, να κατεβάζει ψείρες. Είμαι από αυτούς που περνά από το απέναντι πεζοδρόμιο άρρωστος και κολλούν λες και ο ιός, ως νέος Κουκοδήμος, πήδησε άλμα εις μήκος, πέρασε τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας και καρφώθηκε στον οργανισμό τους, λες και ήταν σκάμμα.
Βέβαια, τα θέλει και μένα ο κώλος μου. Αφού το ξέρω, ότι κολλάω τις ιώσεις σαν τρόφιμος βρεφονηπιακού σταθμού, τι θέλω τα εξτρίμ σπορ; Τι ήθελα να ακολουθήσω τον αδελφό μου στο νοσοκομείο; Δεν το ΄ξερα ότι, δύο μέρες μετά, θα είχα αποκτήσει την ολόδική μου ίωση;
Είχα πάρει όλα τα μέτρα προστασίας. Καθόμουν σε απόσταση αναπνοής από τους αρρώστους, πήγα και βρήκα το μοναχικό παγκάκι, πλύθηκα με μπεταντίν, έκανα εισπνοές οινοπνεύματος και καμφοράς, αλλά λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο. Η, συνήθως ατσάλινη, Κατερίνα κόλλησε…
Η ίωση είχε έρθει στο σπίτι. Ήταν θέμα ημερών. Ή, μάλλον, ωρών.

Πραγματικά, σε 24 ώρες ήρθαν τα πρώτα συμπτώματα: ξερός λαιμός, βραχνή φωνή και συχνότατες επισκέψεις στην τουαλέτα. Σε 48 ώρες, τα πράγματα ήταν χειρότερα: πολύ ξερός λαιμός, πολύ βραχνή φωνή και ακόμη πιο συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα. Το βράδυ της Τρίτης, ήμουν λες κι είχα κάνει γαργάρα με πρόκες, μιλούσα σαν τον Δον Κορλεόνε, κι είχα κάνει γραφείο μου την τουαλέτα. Το πρωί της Τετάρτης, ήμουν στη χειρότερη κατάσταση: δεν είχα όρεξη να σερφάρω στο Ίντερνετ.
Για δουλειά ούτε κουβέντα.
Χώθηκα αρχικά στο σπίτι και, στη συνέχεια, στα σκεπάσματα, πήρα μια άδεια άνευ αποδοχών αρχικά και μια τετραήμερη ασθενείας στη συνέχεια και, πλέον, είχα να αντιμετωπίσω τα γεμάτα ανθρωπιά και στήριξη τηλεφωνήματα των συναδέλφων:

«Κωλόφαρδε! Ξέρεις τι δουλειά τραβάμε; Έλα να μας κολλήσεις να γλιτώσουμε κι εμείς»!

Καθώς πλησίαζε το Σαββατοκύριακο που επρόκειτο να εργαστώ, τα τηλεφωνήματα έγιναν συχνότερα:
«Πώς πας; Ανησυχούμε βρε αδερφέ. Αν δεις ότι χειροτερεύεις, πάρε μας. Να έρθουμε από εκεί. Να σου κάνουμε μια σούπα, αφού η Κατερίνα δεν μπορεί».
Το πρωί της Παρασκευής, ήμουν κάπως καλύτερα. Κατάλαβα ότι δε θα γλίτωνα τη δουλειά του Σαββατοκύριακου και γνωστοποίησα στους συναδέλφους ότι θα πήγαινα, στη βάρδια μου, κανονικά. Τα τηλεφωνήματα ενδιαφέροντος και συμπαράστασης, κόπηκαν μαχαίρι.
Το πρωί του Σαββάτου κατάπια δυο ασπιρίνες, ένα ντεπόν, ένα χάπι αντιβίωσης, μια αναβράζουσα βιταμίνη, ένα χάπι για τη διάρροια και βγήκα στο δρόμο. Ως το βράδυ, που εργαζόμουν αόκνως, όλα καλά. Μόλις γύρισα στο σπίτι, πέρασε η επίδραση του χαπιού για τη διάρροια. Μπήκα στην τουαλέτα.
Το μεσημέρι της Κυριακής, όταν και βγήκα από την τουαλέτα, οι γείτονες χειροκρότησαν ανακουφισμένοι που δε θα άκουγαν, πλέον, βογγητά, παφλασμούς, αναστεναγμούς ανακούφισης και ήχους από το καζανάκι που αδειάζει και γεμίζει. Μου ευχήθηκαν «ποτέ ξανά πρωτάθλημα στον Πειραιά (συγνώμη, παρασύρθηκα, περαστικά, ήθελα να πω)», με σταύρωσαν, με έφτυσαν (τρις) για το κακό μάτι και με ξεπροβόδισαν για να πάω στη δουλειά.

Αυτήν την ώρα, ποστάρω από το κινητό μου. Η διάρροια επανήλθε. Είμαι στην τουαλέτα της δουλειάς. Αν σε δύο μέρες δεν κρεμάσω άλλο ποστ, ειδοποιήστε την Πυροσβεστική.

O πίνακας: Picasso, σχέδιο με κάρβουνο, At the sick bed

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Τι Σάββατο!...


Θεέ μου, τι Σάββατο!
Όλα άρχισαν από το πρωί. Την ώρα που μιλούσα με την πρώην μου, στο τηλέφωνο, για να συναντηθούμε και να δω το παιδί, ήρθε το πρώτο περιστατικό.
Και να πεις ότι έφταιγε ο διάλογος; Τελευταία είναι ιδιαίτερα ευγενική, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να πω και πολλά και να της κάνω –και αυτηνής και της κόρης μου- όλα τα χατίρια:

«Να πάμε το παιδί σινεμά…»

«Αύριο το πρωί;»

«Γιατί όχι σήμερα το απόγευμα;»
«Δεν έχει παιδικές ταινίες το απόγευμα».
«Της αρέσει πολύ»…

Και πώς να μην της αρέσει, δηλαδή, με πατέρα ψυχασθενή σχετικά με το σινεμά. Που έχει δει κι εγώ δεν ξέρω πόσες ταινίες, από το 1978 και μετά (τότε κατάλαβε τι κουβαλούσε στο… βρακί του).

Αλλά ούτε κι η συζήτηση με την κόρη μου εμπεριείχε κινδύνους ή προετοίμαζε την κατάσταση για ό,τι θα ακολουθούσε:

«Τι κάνεις εκεί τώρα, μπαμπά»;
«Χαϊδεύω τον γάτο, όσο σε ακούω»…
«Έχεις γάτο»!
Αυτό το τελευταίο ακούστηκε από τη Μαρτίου στην Καλαμαριά, χωρίς τη βοήθεια τηλεφώνου. Τσιροκοπούσε επί ώρες, ζητώντας απίθανα πράγματα:

«Κάν’ τον να νιαουρίσει να τον ακούσω… Έλα ρε μπαμπά… Κάνε μου αυτήν τη χαρούλα…»
Ακολούθησαν άοκνες και επιστάμενες προσπάθειες να νιαουρίσει ο Σαγιονάρας. Ο οποίος Σαγιονάρας είναι ο γάτος της νυν μου, άρα αποκρουστικός και απεχθής για την πρώην μου. Έλα, όμως, που η κόρη μου έχει μανία να αποκτήσει πετ…
Ο Σαγιονάρας, όμως, δε νιαούριζε με τίποτα. Τον χάιδεψα, τον τσίμπησα, τον έτριψα, τον έξυσα, τίποτα… Καθόταν ακίνητος, ως μπιμπελό, στη ράχη του καναπέ, πάνω στην κουβέρτα του, μισοέκλεινε τα ασιατικά του μάτια (είναι σιάμ) κι απολάμβανε ό,τι κι αν του έκανα, αφού γι αυτόν έγραψε ο Μανώλης Ρασούλης το τραγούδι «Μη μ αποκαλείς τεμπέλη».
Ευτυχώς που το σπίτι διαθέτει και δεύτερη γάτα. Θηλυκιά. Ψωροπερήφανη, αλλά και ζηλιάρα. Που όταν είδε τα ταχταρίσματα του μικρού της αδελφού (με τον οποίο δε δίστασε να ζευγαρώσει στα νιάτα της η ξεδιάντροπη), νιαούρισε για να πάρει κι εκείνη.

Ακολούθησαν νέες ιαχές της μικρής, που, πλέον, είχε ξεφύγει κι η κουβέντα πήρε ανεξέλεγκτη τροπή:

«Ρε μπαμπά, θέλω ένα ζωάκι»…
«Αν σου πάρω ζωάκι θα με ρίξει η μάνα σου στο Κολοσσαίο».

«Τι είναι το Κολοσσαίο»;
«Εστιατόριο για λιοντάρια».

«Καλό»;
«Παλιό. Κλασσικό θα έλεγα».

«Με ρουστίκ έπιπλα»;
«Με μαρμάρινα»…
«Α, πολύ προχώ! Πάντως εμένα μου αρέσουν τα άλογα»…
«Μικρή, ξεφεύγεις»…

«Αφού μ αρέσουν. Θα μου πάρεις»;

«Δεν το γλιτώνω το Κολοσσαίο… Και πού θα το βάλεις ολόκληρο άλογο παιδάκι μου; Στο δωμάτιό σου, ή στο μπάνιο»;
«Στο μπάνιο θα προτιμούσα κροκοδειλάκι».
«Τα κροκοδειλάκια έχουν ένα κακό»…

«Ναι; Τι»;

«Μεγαλώνουν»…

Εκεί μπήκε στην κουβέντα η πρώην μου:

«Γίνονται, όμως, πολύ ωραίες τσάντες και παπούτσια»…

Είχε σηκώσει το ντούμπλεξ τηλέφωνο κι άκουγε, μην τυχόν πω κάτι στο παιδί και το αποπλανήσω, το κάνω να με συμπαθήσει και ζητήσει να ΄ρχεται μόνο του στα ραντεβού μας, ή –ακόμη χειρότερα- στο σπίτι μου. Ακολούθησε μια ουδέτερη κουβέντα για τα σινεμά και το πού παίζεται το Σρεκ 3 και τότε με ΄πιασε: Ένας πόνος δυνατός, σα σουβλιά, στο αριστερό μέρος του στήθους.
Γονάτισα. Έκλεισα κακήν κακώς το τηλέφωνο και φώναξα την νυν. Με πήγε, με χίλια ζόρια, στον καναπέ, καθώς έχουμε μια διαφορά 80 κιλών και 60 εκατοστών.

Ο πόνος δεν έλεγε να φύγει και αποφασίσαμε να καλέσουμε ασθενοφόρο –καθότι την έχω την πιεσούλα μου και το ζαχαράκι μου, κάτι που σημαίνει ότι κάθομαι στον προθάλαμο του καρδιοεγκεφαλικού επεισοδίου.
Τι το ήθελα το ΕΚΑΒ; Με κάνανε χειρότερα.

«Ναι, σας τηλεφωνώ από Καλαμαριά, είναι ο σύντροφός μου, που έχει πολλά κιλά, είναι 44, κι αισθάνεται μια σουβλιά στο… Ναι, εδώ είναι. Να σας μιλήσει; Μπορείς να τους μιλήσεις»;
Δεν μπορούσα, αλλά τι να ΄κανα. Πήρα το τηλέφωνο. Συστηθήκαμε: Εγώ αυτός που δεν αισθάνεται καλά. Εκείνος, τηλεφωνητής του ΕΚΑΒ. Ζήτησα το γιατρό, μπας και με καθησύχαζε, ή έστελναν ασθενοφόρο να με πάρουν, αφού ο πόνος δεν έλεγε να υποχωρήσει. Η απάντηση, μ άφησε παγωτό:

«Δεν παίρνετε καλύτερα ένα τηλέφωνο στο νοσοκομείο ΙΚΑ, στο Φοίνικα; Ο γιατρός λείπει σε δρομολόγιο»…
Πήρα. Ο πόνος εκεί. Ξανά η ίδια κουβέντα, ξανά συστάσεις, ξανά τηλεφωνητής. Με παραπέμπει σε γιατρό. Το σηκώνει νοσοκόμα. Ξανά συστάσεις, ξανά η καταγραφή των συμπτωμάτων και, τότε, έρχεται η απάντηση:

«Κοιτάξτε, διάγνωση από το τηλέφωνο, δεν μπορούμε να κάνουμε. Να ΄ρθείτε εδώ»!
«Αυτό πήγα να κάνω, αλλά πώς»;

«Να επικοινωνήσετε με το ΕΚΑΒ»!
Ξανά, μανά, τηλεφώνημα στο ΕΚΑΒ.
«Ο γιατρός δεν επέστρεψε από το δρομολόγιο. Θα πρέπει να περιμένετε».

«Μήπως να ερχόταν ένα απλό ασθενοφόρο να με πάρει»;
«Κι αν χρειαστεί απινιδωτής; Δεν παίζουν με αυτά κύριε»…
Ευτυχώς, ο πόνος υποχώρησε. Είχε περάσει μία ώρα. Αν ήταν καρδιακό, θα βρισκόμουν, τώρα, με ξύλινο κουστούμι, μεταξύ συγγενών και φίλων, που οι μισοί θα θυμόντουσαν τι καλό παιδί ήμουν κι οι άλλοι μισοί θα μεθοκοπούσαν στο πίσω δωμάτιο στη μνήμη μου…
Με το που ησύχασα (κι αφού μίλησα με την πρώην μου, που ανησύχησε, γιατί με είχε ακούσει να μιλάω με τη φωνή του νεκρού), η νυν μου αποφάσισε ότι ήθελε ψάρι και μ΄ έστειλε να κάνω μερικά ψώνια. Ήμουν πολύ καλύτερα, την ήθελα και τη βόλτα, και πήγα πρόθυμα.
Γύρισα πριν το ματς. Ήρθε κι ο αδελφός μου (που ήταν σε κάτι βαπτίσια στη Μελίκη) και καθίσαμε να δούμε τον ΠΑΟΚ.

Πίκρα. Να παίζεις καλύτερα και να μένεις στο 2-2. Δε θα επεκταθώ, σεβόμενος το γυναικείο κοινό του Blog. Αλλά τέτοια γκαντεμιά… Πού να ήξερα τι θα ακολουθούσε…

Ο αδελφός μου έφυγε από το σπίτι γύρω στις 11. Τα ματάκια μου έκλειναν και, τα μεσάνυχτα, βρισκόμουν λίγο πριν το κρεβάτι μου. Ξέρετε: Σε εκείνη την κατάσταση που ακούς, αλλά δεν καταλαβαίνεις, που το κεφάλι κάνει κυκλικές κινήσεις, για να καταλήξει, με ορμή, είτε προς τα μπρος, χτυπώντας την άνω με την κάτω γνάθο και δαγκώνοντας τη γλώσσα, είτε προς τα πίσω, στον τοίχο πίσω από τον καναπέ, με εκείνον τον υπόκωφο γδούπο. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο αδελφός μου:

«Πώς είσαι»;

«Νυσταγμένος… Εσύ»;
«Δεν είμαι καλά»…

«Για το καλό σου, να λες αλήθεια»…

«Δεν κάνω πλάκα. Είμαι χάλια. Πονάει το στομάχι μου. Φρικτά»…
«Κάτι θα έφαγες»…
«Μωρέ, πολλά έφαγα. Άλλα καλά, άλλα πολύ καλά. Έφαγαν κι άλλοι, όμως…»

«Κι εκείνοι είναι καλά»;
«Μια χαρά»…
«Δεν παίρνεις το ΕΚΑΒ…»

«Θα το πάρω»…

Το πήρε. Και το ΕΚΑΒ δεν πήγαινε να τον πάρει:

«Δεν ερχόμαστε για πονόκοιλους, κύριε»…

«Ρε παιδιά, λιποθυμάω… Μένω στον τέταρτο και δεν έχει ασανσέρ. Δεν μπορώ να περπατήσω…»
«Ας σας κουβαλήσει κάποιος»…
«Ρε παιδιά, σοβαρευτείτε… Η γυναίκα μου θα το κάνει αυτό; Δεν έχω κάποιον άλλον»…
Αφού τα παρακάλια έγιναν απειλές («ή θα ΄ρθείτε ή θα κάνω καταγγελία στα κανάλια, ο
θείος μου είναι δημοσιογράφος, ο αδελφός μου οπερατέρ κι ο μπατζανάκης μου στέλεχος υπουργείου») το ΕΚΑΒ έστειλε ασθενοφόρο. Στο μεταξύ, είχα αφήσει στο σπίτι τον ύπνο, είχα πάρει τη νυν και είχαμε σπεύσει προς βοήθεια…
Βρεθήκαμε στο ΑΧΕΠΑ, το οποίο διανυκτέρευε.

«Τι, εδώ τον φέρατε»;

«Εμείς τον φέραμε, γιατρέ; Το ΕΚΑΒ»!

«Με αυτά τα συμπτώματα έπρεπε να τον πάνε στο Λοιμωδών! Εκεί θα το αντιμετώπιζαν καλύτερα».
«Ναι, αλλά τον έφεραν εδώ. Τι να κάνουμε, τώρα»;
«Εσείς, τίποτα. Εμείς θα κάνουμε»…
«Ε, κάντε το, λοιπόν, που υποφέρει»…

«Μη βιάζεστε, κύριε. Θα δούμε πόσο υποφέρει»…

Ο γιατρός –συγγενής του μαρκησίου ντε Σαδ και, προφανώς, συγγραφεύς του «Σαλό», έκλεισε την πόρτα μπροστά στα μούτρα μας και μας άφησε να αγωνιούμε. Είκοσι λεπτά μετά, η πόρτα άνοιξε κι ο αδελφός μου ξεπρόβαλε άσπρος-άσπρος, σα πανί, με σερνάμενα βήματα και ένα χάρτινο επινεφρίδιο (για τον εμετό) στα χέρια.
«Θα βγεις έξω»;

«Τουαλέτα»…
«Κι εγώ που νόμιζα ότι θα πας σε μπαράκι»…

Πήγαμε παρέα στην τουαλέτα. Πέντε λεπτά μετά, ο χώρος είχε αποκλειστεί από το ειδικό σώμα καταπολέμησης χημικού πολέμου. Το χρώμα στα πλακάκια –ως ψηλά στο ταβάνι- είχε αλλάξει, μετά τις ειδικές παρεμβάσεις του αδελφού μου. Απόρησα για το πώς τα κατάφερε, αλλά δεν είχα καμία όρεξη να το ξαναδώ. Αποτρέψαμε, με περισσή ευγένεια, έναν που ήθελε να μπει στο χώρο (σ.σ. «άστο, φιλαράκι, μην μπαίνεις καλύτερα») κι ο μικρός (αδελφός) επέστρεψε στα κατεπείγοντα της παθολογικής.

Του έβαλαν ορό, του πήραν αίμα και πήρα τα μπουκαλάκια να τα πάω στην αιμοληψία. Χτύπησα και δεν απάντησε κανείς. Ξαναχτύπησα, πάλι κανείς. Άνοιξα, απορημένος, για να δω μέσα έναν γιατρό και μια νοσοκόμα να προσπαθούν να πάρουν αίμα από ένα κοριτσάκι. Εκείνο τσίριζε (κι εγώ θα τσίριζα αν μου είχαν κάνει τέτοιο κεφαλοκλείδωμα) κι ο γιατρός τα ΄βαλε μαζί μου, που άνοιξα την πόρτα, χωρίς να ακούσω «εμπρός». Λες και γνώριζα αν πίσω από την κλειστή πόρτα ήταν ιατρείο, προθάλαμος, αίθουσα αναμονής του αιματολογικού, ή εργαστήριο. Τι να του πω, είχε κι αυτός το ζόρι του. Τελικά, η πόρτα άνοιξε, ήταν η νοσοκόμα, έδωσα τα μπουκαλάκια και ρώτησα:
«Σε πόση ώρα τα αποτελέσματα»;
«Σε δυο ώρες».
Γύρισα και ρώτησα έναν από αυτούς που περίμεναν αν είχα ακούσει καλά. Είχα ακούσει.

Η νυν πήγε να βρει τσιγάρα και καφέ. Εγώ βολεύτηκα στα σιδερένια καθίσματα έξω από το θάλαμο κι άρχισα να παίζω σνέικ στο κινητό, μπας και ξεχαστώ. Σκέφτηκα να ποστάρω κάτι, αλλά 3g σήμα δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.

Στο διάδρομο, ο κόσμος όλος. Και όλο κι έρχονταν κι άλλοι.
Εκεί βρήκαμε τη Λιλή. Είχε πιεί λίγο παραπάνω και δε συμφωνούσε σε τίποτα με το δικό της:

«Κάτσε, Λίλη μου, να ξεζαλιστείς»…
«Ρε σάλτα και… που θα μου πεις τι να κάνω»…
Από έξω και οι φιλενάδες της:

«Κάνε ρε Λίλη αυτό που σου λέει ο Κώστας, το καλό σου θέλει»…
«Φύγε κι εσύ από δω! Νομίζεις δεν έχω καταλάβει τι κάνετε κάθε φορά που έρχεται να σου ρυθμίσει το βίντεο! Κι εσύ μωρή, τόσα χρόνια πέρασαν! Πάρε ένα dvd»!
Εκεί ήταν κι η γιαγιά Αθανασία. Στα επείγοντα. Είχε βγάλει ένα σπυρί στη μασχάλη.

«Καλά ρε γιαγιά, σε νύχτα υπηρεσίας θυμήθηκες να ΄ρθεις να δεις το σπυρί; Δεν μπορούσες να ρθεις μέρα»;

«Σιγά μη με έβλεπες, μέρα. Θα μου κλείνατε ραντεβού μετά από δύο μήνες»!

«Και το σπυρί από πότε το ΄χεις»;
«Ε, να μην το ΄χω κανα τρίμηνο»;

Λίγο αργότερα ήρθε ο Σπύρος. Με ελαφρύ εγκεφαλικό. Τυλιγμένος με το κασκόλ του ΠΑΟΚ, λες και ήταν Γενάρης. Οι γιατροί προσπαθούσαν να μάθουν αν είχε ιστορικό:

«Πες μας, ρε Σπύρο, τι έγινε»;

«Μα να είμαστε καλύτεροι και να φέρουμε 2-2»!
«Το χεις ξαναπάθει»;

«2-2! Το καταλαβαίνεις; 2-2»!
«Θα πάρεις αυτό το φάρμακο»;
«Είσαι μια ουσία, ουσία μαγική»!

«Το κεφάλι σου, πώς το αισθάνεσαι»;
«Τραλαλά! Λαλά! Δεν είμαστε καλά, στα μυαλά μας»!

«Ρε Σπύρο, έλα να κάνουμε τη δουλειά μας»…

«Θα μας πρήζουν τ’ αρχ@@ια τώρα οι Αρειανοί»!

Ύστερα ήρθε ο Κωστάκης. Σε καρότσι. Πού να περπατήσει από τη ντάγκλα. Το συνόδευαν οι γονείς του. Από καλή οικογένεια (έτσι είναι, αυτά τα πράματα δε διαλέγουν πόρτες. Χτυπούν όποια να ΄ναι). Καλοντυμένοι κι οι δύο, πρέπει να ήταν έξω, Σαββατόβραδο.
Ερώτηση πατέρα(ώρα 01.35): Είσαι καλά;

Απάντηση γιου(ώρα 01.42): ε… ναι… δηλλλλαδδδ… ναι…

Ερώτηση μάνας (ώρα 01.43): Θες κάτι; Να πάω να φέρω κάτι;
Απάντηση γιου (ώρα 02.19): Μπμπμπααα… όόόχχχχιιιι…
Με το που μπήκε στο θάλαμο, μάνα και πατέρας ρώτησαν πόση ώρα θα έμενε εκεί:
«Κανένα δίωρο»…

«Ε, όχι και δίωρο… Είκοσι λεπτά είναι αρκετά»!

«Είστε γιατρός»;

«Είμαι καλά πληροφορημένη»!

«Ελάτε, τότε, μέσα, να σας βάλουμε και μια πράσινη ποδιά, να αναλάβετε υπηρεσία»!

«Είστε αγενής»!

«Όχι περισσότερο από εσάς»!
Λίγο αργότερα, το ζευγάρι που περίμενε το γιο να ξενταγκλαδιάσει, άρχισε να περιδιαβαίνει τους διαδρόμους του νοσοκομείου και να κριτικάρει τους πίνακες που υπήρχαν εκεί:
«Βλέπεις το στάχυ; Έχει μια κλίση προς τον ήλιο, προς την ελπίδα»…
«Δε μ αρέσει η τεχνοτροπία του. Πολύ κλασικός, στιλιζαρισμένος»…

«Δεν έχεις δίκιο. Κοίτα τα παπούτσια του παιδιού, τα πόδια του… Δες το σπίτι πίσω, τα παράθυρα. Είναι μεγάλα, γιατί είναι ένα χαρούμενο σπίτι»…

Δεν άντεξα, μπήκα στη μέση:
«Στον τρίτο, στην καρδιολογική, είναι οι εξπρεσιονιστές. Εκεί να πάτε»…
Τέλος, ήρθε και η Ξένια, με τη μάνα της. Η μάνα στο κρεβάτι. Κατακίτρινη, σκεπασμένη με μια κουβέρτα, ιδρωμένη, με στόμα μισάνοιχτο, μάτια γυάλινα, δέρμα κέρινο. Η Ξένια έτρεχε πάνω – κάτω, να βρει κάποιον να ενδιαφερθεί να τη βάλει στο θάλαμο.

Καθόμουν από έξω. Η Ξένια γύρισε και με κοίταξε:

«Εγώ θα μπω τώρα! Η μάνα μου! Κατάλαβες; Είναι η μάνα μου»!

Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι έχω κι εγώ κάποιον άνθρωπο, ήδη, μέσα, ότι δεν απειλούσα να πάρω τη σειρά της. Ήταν χαμένη. Με ξανακοίταξε με το ίδιο βλέμμα:
«Δε με νοιάζει. Τώρα θα μπει η μάνα μου μέσα»…
Λίγο αργότερα, μου ζήτησαν να μεταφέρω τον αδελφό μου στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας. Βρέθηκε καροτσάκι κι έκανα τη μεταφορά, με τη νοσοκόμα να ανοίγει δρόμο και τον αδελφό μου φορτωμένο με όσα κρατούσα στα χέρια μου (και δεν είχα πού να τα αφήσω, για να τον τσουλήσω).
Ξανά σιδερένια καρέκλα, ξανά σνέικ στο κινητό, ήρθε και η νυν, έφερε μπουγάτσα, δεν είχα όρεξη, την έβλεπα (τη μπουγάτσα) κι ανακατεβόμουνα, βγήκαν και τα αποτελέσματα και…
Και δεν ήξεραν τι είχε. Έγραψαν γαστρεντερίτιδα, του έδωσαν πέντε – έξι φάρμακα και τον έστειλαν στο σπίτι.

Στο μεταξύ, αφού ο αδελφός μου είχε εκτελέσει πιστά κάθε απορριπτική λειτουργία του οργανισμού, είχε ηρεμήσει. Είχε κοιμηθεί και κάνα μισάωρο, μέσα στους πόνους του, στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας και τον πήραμε.
Η Ξένια είχε αφήσει τη μάνα της στο θάλαμο και πήγαινε, πάνω-κάτω, σα χαμένη. Την έψαχναν οι νοσοκόμες, να πάει στο αιματολογικό τα δείγματα. Δεν ξέρω τι απόγινε η γριά. Ούτε προλάβαινα να μάθω. Είχαν ανοίξει οι πόρτες κι έμπαιναν, δεκάδες, τα θύματα ενός καβγά τσιγγάνων. Με εμφανή όρεξη, να λύσουν εκεί τις διαφορές που δεν είχαν προλάβει να λύσουν.

H εικόνα: Χαρακτικό του 1862

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

Ενημέρωση 1

Άλλο ένα επεισόδιο στο "Ζόρι μου".
Κουβέντες βαριές, μεγαλόστομες δηλώσεις, πλήρης ακινησία.
Καταντάει μονότονο, πια. Παλιότερα, με αφορμή ένα σχόλιο, είχα κλείσει το "Ζόρι". Σήμερα μου πέρασε, ξανά, από το μυαλό, γιατί επαναλαμβάνω, μονότονα, το ίδιο μοτίβο. Έχω γίνει κουραστικός. Και για τους άλλους και για τον εαυτό μου.
Από την άλλη, το "Ζόρι" ξεκίνησε -και παραμένει- ένα απλό ημερολόγιο. Δεν το άνοιξα τόσο για κουβέντα και σχολιασμό, όσο για να λειτουργεί όπως το ανάκλιντρο του ψυχολόγου: Βγάζω τα εσώψυχά μου και, αν και εφόσον κάποιος αφήσει σχόλιο, απαντώ. Τελευταία, μάλιστα, βρίσκω χρόνο να βάλω και Bold, πλάγια γράμματα κι άλλα τέτοια, στις απαντήσεις μου. Πολλές φιοριτούρες.
Δε βαριέσαι... Όποτε μου ΄ρχεται, όπως σήμερα, θα κρεμάω κι από κάτι. Όποτε δεν έχω όρεξη, απλά δε θα γράφω. Ξέρω ότι δεν παρεξηγείτε εσείς...
Τέλος πάντων, όποιος θέλει να μάθει τι έγινε, κλικ εδώ.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Υγρή ζέστη

Είχε ζέστη σήμερα. Από το πρωί. Τριγυρνούσε μέσα στο σπίτι, με το εσώρουχο, ίδρωνε και ξαναίδρωνε, έπινε το ένα νερό πίσω από το άλλο.
Κάθε τόσο, κοίταζε το ημερολόγιο: 30 Σεπτεμβρίου. Άλλες χρονιές, τέτοια εποχή, είχε τη δροσούλα του. Αλλά σήμερα, ο καιρός του θύμιζε καλοκαίρι.

Δε στεναχωριόταν ιδιαίτερα. Αφού η καλοκαιρία συνεχιζόταν, θα καθυστερούσαν τα κοινόχρηστα. Θα έβγαζε άλλον έναν μήνα με ελάχιστα. Θυμήθηκε που, πριν τέσσερα χρόνια, είχε πάει 17 Νοεμβρίου και δεν είχαν ανάψει, ακόμη, καλοριφέρ... Τι καλά!

Ξαφνικά το αποφάσισε: θα πήγαινε στη θάλασσα! Ναι, θα πήγαινε για μπάνιο! Γιατί όχι, δηλαδή; Έξω έβραζε ο τόπος. Κι αν ήταν κρύο το νερό, θα καθόταν λίγο στην αμμουδιά, θα διάβαζε κανένα βιβλίο, θα έπινε κι έναν καφέ -έναν φραπέ, με ζάχαρη και γάλα, όπως τότε που ο γιατρός του το επέτρεπε, ακόμη- και θα γυρνούσε σπίτι.

Για πότε βρέθηκε στο αυτοκίνητο, ούτε που το κατάλαβε. Δε θα πήγαινε κάπου μακριά. Πού ώρα για Χαλκιδικές και Πιερίες... Ως τον Ποταμό θα πήγαινε, στην Επανομή. Λίγο πιο πέρα από τα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα.
Σε μισή ώρα ήταν εκεί. Και τότε έμεινε με το στόμα ανοικτό: Κανείς δεν είχε ακολουθήσει το παράδειγμά του. Η πλαζ ήταν άδεια. Ο ναυαγοσώστης είχε πιάσει κουβέντα με τη μπαρ γούμαν. Ήταν μόνοι τους σε μια τεράστια παραλία. Ούτε το παιδί για τις ξαπλώστρες δεν ήταν εκεί.
Άφησε τα ρούχα του, την πετσέτα του και το βιβλίο του σε μια ξαπλώστρα. Για λίγο είχε σταθεί ακίνητος, για να διαλέξει. Λες και ήταν όλες γεμάτες! Χαμογέλασε, διάλεξε αυτήν που ήταν πιο κοντά στο αυτοκίνητό του και περπάτησε προς τη θάλασσα.

Έβαλε τα πόδια του κι αισθάνθηκε το νερό κρύο. Για μια στιγμή πίστεψε πως τα πόδια του πονούσαν. Ύστερα, λίγο - λίγο, το συνήθισε. Κι εκεί που στεκόταν ακίνητος, αγναντεύοντας τον ορίζοντα, την είδε.
Ψηλή, μελαχροινή, με ωραίο σώμα, φορούσε ένα ολόσωμο τιρκουάζ μαγιό, ήταν μαυρισμένη από τον ήλιο, έκρυβε τα μάτια της πίσω από μαύρα μεγάλα γυαλιά ηλίου και είχε περάσει στη μέση της ένα διάφανο παρεό. Έτσι μπορούσε να δει τα πόδια της. Να τα παρατηρήσει καλά. Και να τα λιμπιστεί.
Την ακολούθησε με το βλέμμα του. Εκείνη άφησε τα πράγματά της σε μια ξαπλώστρα μπροστά, εκεί που έσκαγε το κύμα. Έβγαλε το παρεό και περπάτησε, νωχελικά, βουτώντας τα πόδια του, όπως κι εκείνος.
Στέκονταν δίπλα-δίπλα τώρα. Γύρισε και τον κοίταξε:

"Θα βουτήξετε";
"Δεν... Δεν ξέρω... Ίσως"...
"Να βουτήξετε. Μη φοβηθείτε το κρύο. Αυτό το νερό κάνει καλό στο δέρμα. Το σφίγγει. Ελάτε"...
Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δικό του. Περπάτησαν μαζί, σιγά-σιγά, προς τα μέσα. Κάθε τόσο παραπατούσε -φοβήθηκε ότι θα έπεφτε και θα γινόταν ρεζίλι. Εκείνη δεν είχε πρόβλημα να κινηθεί πάνω στα βότσαλα του βυθού. Σε μερικά βήματα πάτησαν άμμο και το μαρτύριό του έλαβε τέλος. Εκείνη έκανε ένα μακροβούτι, αφήνοντας το χέρι του. Έκανε μια δυο απλωτές κι ύστερα ξεπρόβαλε μερικά μέτρα προς τα βαθιά.
"Ελάτε"!

Πήγε προς το μέρος της. Έκανε να βουτήξει. Τον κρατούσε έξω το κρύο. Σκέφτηκε πως όλα ήταν μια ιδέα κι έκανε να βουτήξει ξανά. Τότε, κοίταξε δεξιά, αριστερά, δεν την έβλεπε πουθενά.

"Δεσποινίς"!

Δεν ήξερε ούτε το όνομά της, για να τη φωνάξει. Αλλά ήταν σίγουρος: Δε φαινόταν πουθενά.
Στράφηκε προς την ακτή. Η μπαρ γούμαν με τον ναυαγοσώστη μιλούσαν, ακόμη, στο μπαράκι. Βάδιζε -πλέον- βιασιτκά, προς την ακτή. Σχεδόν τρέχοντας, σκουντουφλώντας, έφθασε στο μπαράκι.
Οι άλλοι δύο τον κοιτούσαν σαν τρελό.

"Η κοπέλα! Βοηθήστε με! Η κοπέλα"!
"Ηρεμήστε κύριε! Ποιά κοπέλα";

"Εκείνη που άφησε τα ρούχα της σ εκείνη την ξαπλώστα"!
Έδειξε με το δάχτυλό του. Το βλέμμα του ακολούθησε το δείκτη του δεξιού του χεριού. Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι στην ξαπλώστρα, μπροστά στο κύμα, δεν υπήρχε τίποτα...
Κοίταξε τον ναυαγοσώστη κατάματα. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμα. Χαμογέλασε.
"Ηρεμήστε! Ελάτε στο μπαράκι. Έχετε γίνει μούσκεμα, τόση ώρα, στη βροχή"...

Στράφηκε στον ουρανό. Παντού σύννεφα. Κι έβρεχε. Έβρεχε ασταμάτητα...


Υ.Γ. O πίνακας είναι του Jim Frost, έχει τίτλο Rain at Beach και πωλείται 190 λίρες Αγγλίας.