Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

...Και εις έτη πολλά!


Δούλευα. Μήπως είναι η πρώτη φορά; Κάθε παραμονή, δουλεύω (και ανήμερα δουλεύω, δηλαδή, αλλά δεν είναι να το κάνουμε θέμα).
Λόγω της κωλοδουλειάς δούλευα 1-9 (το βράδυ). Στις 6 το απόγευμα, με πήρε τηλέφωνο:
"Τι να τα κάνω τα σωταρισμένα κρέατα, μου λες";
Ήθελα να της πω, αλλά συγκρατήθηκα:
"Ό,τι θες, μωράκι μου. Εσύ μαγειρεύεις τόσο ωραία"...
Έγινε Τούρκος (μάλλον Τουρκάλα...)!
"Με δουλεύεις; Εδώ και μια ώρα δεν έχουμε ρεύμα! Αν δεν έρθει σε δυο ώρες, αυτά θα αρχίσουν να μυρίζουν.
Αντιλήφθηκα τι συνέβαινε. Το διαμέρισμά μας είχε πέσει θύμα της διακοπής ηλεκτροδότησης, χθες, Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Θεώρησα ότι, αν και Παραμονή, επειδή ο υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης -και χειριστής ΠΑΟ ΜΙΛΑΝ- είχε πει πως είναι κανονική εργάσιμη, η αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης θα γινόταν σε καμία ωρίτσα, την καθησύχασα και συνέχισα να εργάζομαι πυρετωδώς.
Δυο ώρες μετά, δέχτηκα νέο τηλεφώνημα.
"Δεν είναι δυνατόν! Μα... Τι είναι αυτοί, ρε! Θα τους...! Πάει το κρέας! Πάει το ψυγείο, τρέχουν νερά! Δε βλέπω! Ο Σπόρος (σ.σ. το μαλτεζάκι των 45 ημερών που συζεί μαζί μας στο διαμέρισμα) κλαίει και δεν ξέρω που... Μα είναι δυνατόν! Θα... Τι θα κάνεις";
Κατάλαβα ότι τρέχουν νερά, από το Σπόρο, ενώ κλαίει το ψυγείο και το κρέας έφυγε για κάπου μακριά. Στην ερώτηση "τι θα κάνεις" δεν μπορούσα να απαντήσω.
Όταν γύρισα σπίτι τη βρήκα στα σκοτάδια. Καθόταν και κάπνιζε. Πατούσα σε νερά. Άκουγα το σκύλο να αλυχτάει. Μύριζε πτωματίλα. Το ρεύμα δεν είχε έρθει ακόμη. Στον πάνω όροφο κάποιοι το γλεντούσαν έχοντας ανάψει κεριά. Έπαιζαν κι ακορντεόν.
Μ έπιασε η ρομαντική μου διάθεση. Άναψα κι εγώ κεριά, ρεσό, δάδες, δαδιά, λύχνους κι ό,τι άλλο πρόχειρο βρήκα. Εκείνη δεν συμμεριζόταν τη χαρά μου, που θα ζούσα ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς σε στιλ 1950, ήθελε να τελειώσει με τα φαγητά για το αυριανό μας τραπέζι στους γονείς μου, να κάνει μπάνιο, να διαλέξει φόρεμα και να βγούμε έξω. Από τις τέσσερις επιθυμίες της μπορούσε να ικανοποιηθεί μόνον η τέταρτη, αλλά χωρίς μπάνιο και με τα ρούχα που φορούσε, δεν ήθελε ούτε να το ακούσει.
Σε δευτερόλεπτα έγινε το κακό. Ενώ καβγαδίζαμε στο σαλόνι, ένα κερί έπεσε στο πληκτρολόγιο. Το πλαστικό λαμπάδιασε και το δωμάτιο του γραφείου γέμισε καπνούς. Ευτυχώς, το καταλάβαμε νωρίς. Ως παλιός πρόσκοπος (κι έχοντας κάνει στρατό στο ΚΕΒΟΠ στο Χαϊδάρι στη διάρκεια του καλοκαιριού, υπηρετώντας ως ΛΕΑ -Λόχος Εκτάκτων Αναγκών- ή ΛΟΠΥ -Λόχος Πυρόσβεσης) άρπαξα ένα ριχτάρι κι έσβησα τη φωτιά.
Οι καπνοί έγιναν περισσότεροι, η βρόμα από το καμένο πλαστικό ασφυκτική, αλλά είχαμε γλιτώσει από το να καούμε ζωντανοί.
Στη συνέχεια περάσαμε ακόμη μερικές ώρες επιρρίπτοντας ευθύνες και, όταν τελικά ήρθε το φως (στις 2 τα ξημερώματα) είδαμε το μέγεθος της καταστροφής και -όπως λένε και στα κανάλια- μετρήσαμε τις πληγές μας: Μείον ένα πληκτρολόγιο, μείον μια τηλεφωνική συσκευή, ζημιές που δεν επιδιορθώνονται στο έπιπλο του γραφείου κι ένας σκύλος μαύρος (από άσπρος) από την κάπνα που κατακάθισε στη γουνίτσα του ζώου. Αν προσθέσουμε τα σάπια -πλέον- κρέατα, το ψυγείο που έκανε από μόνο του απόψυξη και πλημμύρισε υγροποιημένο φρέον την κουζίνα, τα χαμένα αρχεία από τον σκληρό δίσκο, τον απορυθμισμένο αποκωδικοποιητή της NOVA, τις κατάμαυρες -πλέον- κουρτίνες, το κολλημένο -στο πάτωμα- πλαστικό, τα χρήματα που θα πρέπει να δώσουμε για να βάψουμε το δωμάτιο, την αιθάλη που αναπνεύσαμε κι εμείς και τα ζώα (εκτός του σκύλου στο διαμέρισμα ζουν και δυο γατούλες στην τρίτη τους ηλικία), την τρομάρα που πήραμε, το ρεβεγιόν που ΔΕΝ πήγαμε, το τραπέζι που ΔΕΝ κάναμε, νομίζω ότι περάσαμε το χειρότερο ρεβεγιόν Πρωτοχρονιάς της μικρής μας ζωής...
Και του χρόνου... καλύτερα!

Πρωτοχρονιά στη Νέα Υόρκη

Πρωτοχρονιά στη Νέα Υόρκη