Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Δέκα χρόνια πολεμιστής


Ποιος φώναξε;
Τι είπε;
Μήπως για μένα έκραξε;
Μήπως για ΄κείνη;
Δεν ξέρω πως
να δαμάσω τα κύματα.
Δεν ξέρω πως
να ανέβω στα σύννεφα.
Δέκα χρόνια τώρα,
νέος Αχιλλέας,
νέος Αίαντας
και Οδυσσέας μαζί,
προσπαθώ.
Κανείς δε μου ΄δειξε
τον δικό μου Δούρειο Ίππο
πώς να φτιάξω από ξύλα.
Τον έφτιαξα από άμμο
και διαλύθηκε
στο πρώτο φύσημα του ανέμου.
Κανείς δε μου είπε
το δικό μου Ίλιον
πώς θα κυριεύσω.
Έριξα ανεμόσκαλες
και μου της έκοψαν
με μια σπαθιά οι φύλακες.
Δέκα χρόνια τώρα,
νέος Αχιλλέας,
νέος Αίαντας
και Οδυσσέας μαζί,
κονταροχτυπιέμαι.
Στους αμμόλοφους
έχω στήσει καρτέρι
στα ασκέρια του Πρίαμου.
Στις βραχώδεις ακτές
έχω βάλει παγίδες
για τους καβαλάρηδες του Πάρι.
Δεν ήρθαν.
Μένουν κλεισμένοι
στα τείχη τους.
Ποιος φώναξε;
Τι είπε;
Μήπως για μένα έκραξε;
Μήπως για ΄κείνη;
Μήπως, τελικά,
ήταν εκείνη;
Ελένη;
Εσύ με καλείς;

Η κακιά η ώρα - Ο αρχηγός

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του κυβερνητικού βουλευτή Παπαθεοδώρου και το πτώμα της εκβράζεται στην ακτή. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα, πριν το τροχαίο. Γιώργος και Θάνος, με τη βοήθεια της φίλης του πρώτου, Τίνας, σχεδιάζουν να το φορτώσουν σε κάποιο ανύποπτο πρεζόνι –χωρίς να έχουν ιδέα για το μαχαίρωμα. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας της νεκρής, παραδέχεται, μιλώντας στον αστυνομικό επιθεωρητή Παντάκη ότι είχε προηγούμενα με τον επιχειρηματία –και παράγοντα ποδοσφαίρου- Κώστα Χατζηαναγνώστου, που, ίσως, ξεπλένει χρήμα.



Η ανοιχτή BMW του Θάνου διέσχιζε την περιφερειακή της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση τη Χαλκιδική. Πήρε το δρόμο για Νέα Μουδανιά και, με το που πέρασε την αερογέφυρα της Θέρμης, κρατήθηκε στα δεξιά, παρά την επιθυμία του οδηγού να πατήσει το γκάζι. Μετά τη στροφή του αεροδρομίου, σχεδόν σερνόταν στο δρόμο.
Σε ένα σημείο, οι προστατευτικές μπάρες ήταν ξηλωμένες. Έστριψε στον, πρόχειρα ασφαλτοστρωμένο, παράλληλο δρόμο. Οι περισσότεροι οδηγοί γνώριζαν αυτό το σημείο και το χρησιμοποιούσαν, για να φύγουν από παράλληλους αγροτικούς δρόμους, όταν ο δρόμος για τη Χαλκιδική ήταν πήχτρα τουρίστες. Αυτήν την εποχή, όμως –και τέτοια ώρα, κοντά στο δειλινό- ήταν άδειος.
Ο Θάνος οδηγούσε αργά. Δεν ήθελε να γρατζουνίσει το σασί του στον κωλόδρομο. Σε κάποια στιγμή έπεσε σε ένα νεροφάγωμα και η «μπέμπα», κοντή καθώς ήταν, σύρθηκε, με έναν άσχημο θόρυβο, στο δρόμο. Βλαστήμησε.
«Την ατυχία μου»!
Συνέχισε το δρόμο του, μουρμουρίζοντας. Σε έναν αγροτικό δρόμο, που περνούσε ανάμεσα από έναν παρατημένο αμπελώνα και ένα οπωρώνα, έστριψε δεξιά. Τον ακολούθησε μέσα από βιοτεχνίες και εργοστάσια, κτήματα και περιβόλια, στριφογυριστό καθώς ανέβαινε στα υψώματα της Καρδίας. Εκεί, μπροστά από έναν τεράστιο άσπρο μαντρότοιχο, σταμάτησε. Έσβησε τη μηχανή κι έβγαλε το κινητό του. Σχημάτισε έναν αριθμό. Ο άλλος ήταν απότομος:
«Σου έχω πει να μην παίρνεις τέτοιες ώρες! Είναι εδώ τα παιδιά»!
«Είμαι απ’ έξω»…
«Είσαι τρελός; Τι γυρεύεις εδώ»;
«Πρέπει να μιλήσουμε…»
«Δυο μέρες πριν τη δουλειά; Για μάζεψέ τα και δίνε του»!
«Έχει προκύψει κάτι… Ξέρεις ότι δεν παίρνω τέτοια ρίσκα»…
Ο άλλος για λίγο σταμάτησε. Έπειτα έκλεισε το τηλέφωνο. Σχεδόν ταυτόχρονα, η σιδερένια πόρτα του λευκού μαντρότοιχου υποχώρησε, με έναν απότομο θόρυβο. Από το εσωτερικό ξεπρόβαλε μια τριώροφη βίλα, με έναν ατέλειωτο κήπο μπροστά. Ψηλά, στο πίσω μέρος, γυάλιζαν τα νερά μιας πισίνας. Η θέα πρέπει να ήταν φανταστική, σκέφτηκε ο Θάνος κι έβαλε μπροστά. Πάτησε μαλακά το γκάζι κι ακολούθησε τον χαλικόστρωτο δρόμο ως την είσοδο της βίλας.
Εκεί τον περίμενε ένας τύπος που έδινε ουσία στον όρο «φουσκωτός». Χωρίς λαιμό, με χέρια που δεν μπορούσαν να ακουμπήσουν τα πλευρά, τελευταίο νούμερο πουκάμισο, κοντά δυο μέτρα, αμίλητος, με γυαλιά ηλίου αν και είχε, σχεδόν, δύσει, σκούρο γκρι κοστούμι και γραβάτα στο ίδιο χρώμα. Χωρίς να του πει κουβέντα, στράφηκε προς το εσωτερικό της βίλας κι άρχισε να περπατά. Σε χρόνο ντε τε, ο Θάνος είχε σβήσει τη μηχανή, είχε πηδήξει έξω από τη σκούρα μπλε μπέμπα και ακολουθούσε τον χτιστό φίλο του. «Κεφάλι και σβέρκος ένα πράμα», σκέφτηκε ενώ ακολουθούσε τον αμίλητο οδηγό του.
Ο κοντολαίμης ρινόκερος τον οδήγησε στο υπόγειο. Εκεί, στη μία πλευρά υπήρχε μια πόρτα με βελουδένια επένδυση. Από μέσα ακούγονταν πνιχτοί ήχοι, που θα μπορούσαν να είναι και πυροβολισμοί και κάποιος μιλούσε αγγλικά. Ο οδηγός του τον έσπρωξε στο διπλανό δωμάτιο. Έφυγε κι άφησε την πόρτα ανοιχτή και το Θάνο να χαζεύει το μπιλιάρδο στη μέση του χώρου. Στην άκρη υπήρχε ένα ποδοσφαιράκι και πέντε ηλεκτρονικά παιχνίδια της δεκαετίας του 80, σκέτες ντουλάπες. Τα τρία ήταν σβηστά, αλλά τα άλλα δύο ήταν ανοικτά. Πλησίασε. Στο ένα, αν ήθελε, μπορούσε να σώσει μια δεσποσύνη από τα χέρια του Κινγκ Κονγκ. Θα έπρεπε, πρώτα, να πηδήξει μερικά βαρέλια… Στο άλλο, μπορούσε να κινήσει μια πασχαλίτσα, ενώ θα τον κυνηγούσαν άλλα ζούδια.
«Μαλακίες…»
Από την άλλη αίθουσα ακούστηκαν δυνατοί αγγλικοί διάλογοι. Κάποιος είχε ανοίξει την πόρτα. Άκουσε βήματα. Στην είσοδο ξεπρόβαλε ο άνθρωπός του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του…
«Ελπίζω να έχεις καλό λόγο που με ενοχλείς, ειδικά εδώ. Έβλεπα μία ταινία και τα παιδιά διαβάζουν, επάνω, με τη γυναίκα μου»!
Ο άλλος μιλούσε αυστηρά. Φαινόταν πολύ ενοχλημένος.
«Δε θα σπαταλήσω το χρόνο σας. Μπορούσα να σας τα πω κι από το τηλέφωνο, αλλά για κάποιον λόγο προτίμησα να έρθω από εδώ. Δε μου αρέσει να κάνω λάθη»…
«Λοιπόν»;
«Δεν έχουμε αυτοκίνητο για τη μεταφορά».
Ο άλλος σταμάτησε για λίγο. Έπειτα τον κοίταξε άγρια και, σχεδόν, φώναξε:
«Και τι με νοιάζει εμένα; Ήρθες στο σπίτι μου για να μου πεις ότι δεν έχεις αυτοκίνητο; Φόρτωσε τη «μπέμπα»! Κλέψε ένα! Πάρε ένα καροτσάκι σούπερ μάρκετ και σπρώχνε το ως την κρυψώνα που διάλεξες! Αλλά εξαφανίσου από εδώ, τώρα»!
«Βιάζεσαι…»
«Μη μου μιλάς εμένα έτσι, κωλόπαιδο! Σε μάζεψα από τους δρόμους! Σε έκανα άνθρωπο! Οδηγείς κάμπριο, ντύνεσαι σα μοντέλο από την Ιταλία, γαμάς όποια γκόμενα γουστάρεις, επειδή εγώ σε έκανα άνθρωπο! Εγώ σε έμπασα στη δουλειά! Γι αυτό πρόσεχε»!
«Τα ξέρω αυτά! Τι σημασία έχουν; Την ίδια δουλειά κάνουμε. Κι εσύ κι εγώ, πασάρουμε κόκα! Τι κι αν εσύ δε λερώνεις τα χεράκια σου; Γέρο, με έχεις ανάγκη, όσο κι εγώ! Και δεν ήρθα εδώ να σου πω, μόνο, ότι δεν έχουμε αυτοκίνητο. Ήρθα για να σου πω ότι δεν έχουμε αυτοκίνητο, επειδή το δικό μας πάτησε μια σκρόφα, που τυχαίνει να είναι η κόρη ενός βουλευτή»!
«Του Παπαθεοδώρου»;
«Του Παπαθεοδώρου, του Παπακωνσταντίνου, του Παπακαλιάτη! Τι σημασία έχει; Κάποιου Παπακάτι, τέλος πάντων. Και ήρθα να σου το πω, επειδή θα βάλουμε στην επιχείρηση ένα θύμα. Γι αυτό… Και… Τι έχεις»;
Ο άλλος στηρίχθηκε στο τραπέζι του μπιλιάρδου. Ήταν άσπρος, σα πανί. Ο Θάνος τον πλησίασε:
«Γέρο είσαι καλά»;
«Τα ΄κανες θάλασσα μαλάκα…»
«Ε»;
«Σκάσε! Ποιος οδηγούσε»;
«Ο Γιώργος»…»
«Αυτό το πρεζόνι; Φτιαγμένος ήταν»;
«Όχι, ξενερουά ήταν…»
«Μίλα μου να καταλαβαίνω, ρε»!
«Εντάξει ήταν! Καταλάβαινε τι έκανε»!
«Και πού την πάτησε τη γκόμενα»;
«Λίγο μετά το σπίτι του, στην Περαία».
«Αυτός βρήκε να την πατήσει; Ολόκληρη Θεσσαλονίκη, ολόκληρη Μακεδονία, πήγε κι έπεσε πάνω της»;
«Γιατί τέτοιος καημός»;
«Είσαι ηλίθιος; Σκατά έχεις στο κεφάλι σου; Όλη η αστυνομία θα είναι πίσω του, τώρα»!
«Σιγά ρε φίλε! Κόψε κάτι! Έχουμε γεμίσει κόκα τη μισή Θεσσαλονίκη, έχουμε ταΐσει παραμύθα την άλλη μισή, πιο πριν φέρναμε τόννους το αλβανικό μυρωδάτο και τώρα θα μας κυνηγήσει η αστυνομία για μια γκόμενα που δεν πρόσεξε όταν περνούσε το δρόμο»;
«Αυτή είναι κόρη βουλευτή, ρε! Θα μας κυνηγάνε ώσπου να πατήσουμε μαύρο χιόνι»!
«Μαλακίες! Ξέρεις πόσα παιδιά βουλευτών και βιομηχάνων παίρνουν τις καραμελίτσες σου; Ξέρεις πόσα παιδιά της καλής της κοινωνίας, σαν τα δικά σου, που διαβάζουν επάνω, ταξίδεψαν μέσα σε σπασμούς και αφόρητους πόνους»;
«Τα παιδιά μου να μην τα πιάνεις στο στόμα σου! Ακούς»!
«Γέρο, κάποτε ήσουν σκληρός. Μα, μου φαίνεται ότι με τα χρόνια μαλάκωσες. Χέζεσαι! Φοβάσαι και τη σκιά σου»!
«Είσαι ηλίθιος! Έχεις άγνοια κινδύνου! Εμ, γιατί όχι; Ποιος είσαι εσύ; Ένας πρώην αθλητής, μια βιτρίνα. Ένας μικροέμπορος ναρκωτικών. Ενώ εγώ…»
«Εσύ… Εσύ! Εσύ! Εσύ με τα εκατομμύριά σου, εσύ με τη βίλα σου και την πισίνα σου, με τις επιχειρήσεις σου! Δε διαφέρουμε, γέρο! Καθίκι είμαι εγώ, καθίκι είσαι κι εσύ! Τι κι αν λέγεσαι Χατζηαναγνώστου»;


------------------


Ο Παντάκης είχε πάρει προσωπικά το θέμα. Είχε αρνηθεί κάθε βοήθεια από άλλους αξιωματικούς. Είχε οργανώσει, στα γρήγορα, μία ομάδα υφισταμένων του και αυτούς είχε, τώρα, μπροστά του. Πρώτα γύρισε στον Δημήτρη Σταύρου, τον ψυχολόγο της Ασφάλειας:
«Μίλησες με τη μάνα και τον βουλευτή»;
«Ναι. Υπάρχει κάτι το περίεργο. Ο Παπαθεοδώρου κρατά μια στάση ιδιαίτερα αξιοπρεπή. Απέφυγε να εμφανιστεί συντετριμμένος, όμως στην κουβέντα μας φαινόταν ένας πληγωμένος άνθρωπος. Όπως θα έπρεπε να είναι. Μου έδωσε την εικόνα κάποιου που ψάχνει αφορμή να ξεσπάσει».
«Και η κυρία»;
«Α, η κυρία… Ναι… Η κυρία, αδικείται! Θα έπρεπε να έχει αποφοιτήσει από τη σχολή του Κρατικού Θεάτρου και να έχει κάνει καριέρα σα δράματα. Έκλαιγε, με λυγμούς, συνεχώς. Με το ζόρι απάντησε σε δυο- τρεις ερωτήσεις μου. Όμως δε με έπεισε ούτε λεπτό, με το ρόλο της μάνας που θρηνεί. Θα έλεγα ότι με το που έφυγα, πέταξε τα μαύρα κι άρχισε το χορό»!
«Ρε Δημήτρη… Είναι δυνατόν; Το παιδί της σκοτώθηκε…»
«Ε, όχι και το παιδί της»…
«Τι είπες»;
«Ε, όχι και το παιδί της! Η Ντίνα ήταν υιοθετημένη»!
Στην κουβέντα μπήκε ο Θανάσης Θεοφίλου. Ο «κομπιουτεράς», όπως τον αποκαλούσαν όλοι:
«Με μια σύντομη έρευνα διαπιστώσαμε ότι η Ντίνα Παπαθεοδώρου ήταν υιοθετημένο παιδί του βουλευτή Θεόφιλου Παπαθεοδώρου. Η Ελένη Παπαθεοδώρου δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Την έσυρε σε ιδρύματα ο βουλευτής, που ήθελε οπωσδήποτε ένα παιδί. Κι εκεί βρήκαν και υιοθέτησαν τη Ντίνα».
Τον έκοψε ο Παντάκης:
«Ο Παπαθεοδώρου, όταν υιοθέτησε την Ντίνα, δεν ήταν βουλευτής»…
Ο Θεοφίλου συνέχισε:
«Σωστά. Νεαρός, στέλεχος της νεολαίας του κόμματος, με βλέψεις για τα ψηλά. Ήταν, ήδη, τέσσερα χρόνια παντρεμένος με την Ελένη. Πολλοί μουρμούριζαν για τις προτιμήσεις του. Έλεγαν πως ο γάμος με την Ελένη ήταν λευκός»…
«Μου τα μπερδεύεις, Θεοφίλου»…
«Δε σας τα μπερδεύω εγώ, κύριε Διευθυντά! Είναι μπερδεμένα από μόνα τους»!
«Πρέπει να μιλήσω με το ζευγάρι»…

Συνεχίζεται...

Ο πίνακας Studio Boss είναι του Graham Knuttel και τιμάται 7.900 ευρώ

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Η κακιά η ώρα - Το θύμα

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του κυβερνητικού βουλευτή Παπαθεοδώρου και το πτώμα της εκβράζεται στην ακτή. Ο ιατροδικαστής λέει στο διευθυντή Ασφαλείας, ότι το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα, πριν το τροχαίο. Γιώργος και Θάνος, χωρίς να γνωρίζουν ότι η κοπέλα ήταν νεκρή πριν το ατύχημα, αποφασίζουν να το φορτώσουν σε κάποιο ανύποπτο πρεζόνι. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας της νεκρής, παραδέχεται, μιλώντας στον αστυνομικό επιθεωρητή Παντάκη ότι είχε εχθρούς, καθώς είχε καταθέσει επερώτηση για υπουργό του κόμματός του, σύμφωνα με την οποία υπήρχε το ενδεχόμενο να ξεπλένει χρήματα προερχόμενα από τον επιχειρηματία –και παράγοντα ποδοσφαίρου- Κώστα Χατζηαναγνώστου.


Μόνον αυτό του έλειπε του Παντάκη. Να έχει να κάνει με νονούς του ποδοσφαίρου, με ναρκωτικά και άλλες τέτοιες αηδίες. Γιατί για τον Χατζηαναγνώστου αυτό ακουγόταν: Ότι είχε πολύ χρήμα, που είχε μαζέψει από εμπόριο κοκαΐνης. Κι ότι είχε πολλές διασυνδέσεις. Ακόμη και μέσα στην αστυνομία.
Ο Παπαθεοδώρου είχε φύγει από το γραφείο του μάλλον απογοητευμένος. Θα ήθελε από τον επιθεωρητή κάτι παραπάνω από τον τρόπο που σκότωσαν την κόρη του. Θα ήθελε έστω να του πει πως υποψιάζονται το δράστη. Αντί γι αυτό, ο Παντάκης του είχε πει, μόνον, ότι θα κάνουν ό,τι μπορούν.
Τώρα, ο Παντάκης στέκονταν μπροστά στο παράθυρο του γραφείου του. Ακριβώς από κάτω, στην αυλή του μεγάρου της Αστυνομίας, δυο νεαροί Ζητάδες έπιναν καφέ από πλαστικά ποτήρια και συζητούσαν με έναν ένστολο μπερεδοφόρο της ΥΜΕΤ. Τους κοιτούσε αδιάφορα, μηχανικά, ενώ το μυαλό του ταξίδευε στην υπόθεσή του. Θα ήθελε να μπορούσε –κι αυτός- να πιει καφέ με τους Ζητάδες. Να είναι ένας απλός ένστολος στην αρχή της καριέρας του στην αστυνομία. Να μην είχε γνωρίσει ακόμη, την Πρήχα, τον Κώστα, την Ελένη. Να μην είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά. Να μπορεί να ξαναρχίσει.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Το σήκωσε. Ήταν η Πρήχα.
«Λοιπόν»;
«Τι λοιπόν»;
«Πώς το πήρε»;
«Καλά. Αξιοπρεπώς»…
«Ναι, δείχνει μία υπέρμετρη αξιοπρέπεια»…
«Τι εννοείς»;
«Ούτε ένα δάκρυ; Τόσες μέρες τον βλέπουμε με σκυμμένο κεφάλι, σαν άρρωστο, αλλά δεν τον είδαμε να κλαίει ποτέ. Στο κάτω-κάτω της γραφής το παιδί του έχασε»…
«Ο καθένας αντιδρά διαφορετικά. Ίσως αυτός ανέλαβε να παίξει το ρόλο του ανθρώπου που αντέχει στα χτυπήματα. Ίσως τον ρόλο τον άλλον, του ευαίσθητου γονιού, να τον έχει καπαρώσει η κυρία Παπαθεοδώρου».
«Αυτή, που δεν είδαμε ποτέ»;
«Αυτή»…
«Αυτό, πάλι, πώς το εξηγείς»;
«Σου είπα: Σε μια οικογένεια, οι ρόλοι είναι δύο: Ο σκληρός κι ο στοργικός. Ο πατέρας τιμωρός και η μάνα κλώσα. Το πιο πιθανό είναι η κ. Παπαθεοδώρου να είναι η μάνα κλώσα. Αυτή που έχει κλειστεί στο σπίτι και θρηνεί για το χαμό της κόρης».
«Πότε θα τους δώσουμε το πτώμα να το κηδέψουν»;
«Σήμερα. Ήδη έδωσα την άδεια στον Παπαθεοδώρου, να το αναλάβουν».
«Θέλω να πας στην κηδεία».
«Το είχα υπόψη μου, πριν μου το ζητήσεις. Θέλω κι εγώ να δω τη θεωρία μου να επαληθεύεται».
«Για τη μάνα – κλώσα»;
«Φυσικά».
«Δεν την πιστεύεις ιδιαίτερα»…
«Όσο μεγάλος κι αν είναι ο πόνος μιας μάνας, θα έσερνε τα βήματά της ως το νεκροτομείο –τουλάχιστον».
«Κι εγώ έτσι λέω, Μίλτο. Όμως εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους ανθρώπους. Εμείς το θάνατο, το βίαιο θάνατο, τη βία, γενικά, την έχουμε για επάγγελμα. Για όλους τους άλλους είναι κάτι ξένο. Έξω από αυτούς. Κάτι που το απωθούν στο υποσυνείδητό τους. Ξέρεις τι λέει ο περισσότερος κόσμος για μια απλή ληστεία; Για έναν τσαντάκια; ‘Δε θα μου συμβεί εμένα’, αυτό λένε. Μια δολοφονία, ούτε τη σκέφτονται. Τους είναι αδιανόητο. Εδώ, ρε συ Μίλτο, δεν σκέφτονται καν την περίπτωση να πέσουν θύματα τροχαίου»…
«Όλοι απωθούμε την ιδέα του θανάτου, Κατερίνα. Κι εσύ, κι εγώ. Κι όταν, κάποιος, είναι συμφιλιωμένος με το θάνατο, τον αποκαλούμε τέρας, τρελό, ψυχασθενή, απάνθρωπο».
«…»
«Έτσι δεν είναι»;
«Άσε το παρελθόν να γίνει παρελθόν, Μίλτο. Δεν μπορείς να το αλλάξεις».
«Κοινοτυπία, Κατερίνα. Κλισέ»…
«Κλισέ, ξεκλισέ, δεν ξέρω… Ζήσε το παρόν».
«Δεν υπάρχει παρόν, Κατερίνα. Υπάρχει μόνον παρελθόν κι άγνωστο μέλλον. Το παρόν είναι μια στιγμή. Ήδη, αυτό που σου είπα, ανήκει στο παρελθόν. Πατάμε στο παρελθόν, για να ζήσουμε το μέλλον. Όλοι αυτοί που μας σπρώχνουν στο να ζήσουμε τη στιγμή, είναι καιροσκόποι. Διαφημιστές κι άνθρωποι του μάρκετινγκ».
«Όπα! Δεν το ΄ξερα ότι το σώμα απέκτησε υποδιεύθυνση Φιλοσοφίας»!
Ο Παντάκης συνέλαβε τον εαυτό του να γελά. Ένα σύντομο, αλλά αυθεντικό γέλιο. Είχε πολύ καιρό να γελάσει.

------------


Η Τίνα καθόταν στον καναπέ. Είχε μαζέψει τα πόδια της πάνω και θύμιζε γάτα. Μια γάτα που, μόλις είχε κάνει τη ζημιά και μαζεύεται σε ένα μέρος, για να γλιτώσει την κατσάδα. Ο Θάνος καθόταν με τα χέρια στα γόνατα, σκυμμένος μπροστά, με τις παλάμες ενωμένες. Φορούσε το σακάκι του, μάλλον για να κρύβει το αγαπημένο του 45άρι, που φορούσε πάντα κάτω από τη μασχάλη. Εκείνο το κατάμαυρο κολτ. Ο Γιώργος ήταν όρθιος, δίπλα στη μεγάλη μπαλκονόπορτα. Κοιτούσε, υποτίθεται αδιάφορα, την πόλη, στο φως του απογεύματος. Είχε τα χέρια στις τσέπες και τα αυτιά-ραντάρ.
Στην πολυθρόνα, άνετος, με το ένα πόδι κάτω και το άλλο μαζεμένο σε μια αρχή σταυροποδιού, το θύμα.
Ο Νίκος. Γόνος καλής οικογενείας. Η έκφραση βγήκε ειδικά γι αυτόν. Στην εγκυκλοπαίδεια, δίπλα στο λήμμα, έχει τη φωτογραφία του. Κωλοπαίδι από τα λίγα. Κακομαθημένος. Πατέρας επιχειρηματίας και, συνεχώς, απών. Μάνα τέρας αδηφάγο, που πρώτα κατάπιε το σύζυγο, μετά το γιο κι αφού τους ευνούχισε, άρπαξε τις πιστωτικές του άντρα και ξεχύθηκε στην αγορά να κορέσει την κάψα της για σεξ. Κι αφού ο σύζυγος αρνείται να της καθίσει εδώ και χρόνια, εκείνη ψωνίζει. Ψωνίζει ασταμάτητα.
Ο Νίκος έχει ό,τι ζητήσει. Στα 18 του, ζήτησε Σουμπαρού Ιμπρέσα. Και το πήρε. Το παίζει ανεξάρτητος. Δε ζητάει χρήματα, χαρτζιλίκι δηλαδή, για να μην του την πει ο γέρος κι αρχίσει το κήρυγμα, να πάει να δουλέψει στην επιχείρησή του. Ό,τι λεφτά έχει, ή τα κλέβει από το πορτοφόλι της μάνας του, ή τα κερδίζει στις κόντρες. Γιατί ο Νίκος, είναι κοντράκιας. Κοντράκιας και κάγκουρας. Έχει φορτώσει στο Ιμπρέσα την Άρτα και τα Γιάννενα. Αεροτομές, φτερά, φώτα, προβολείς, σποτάκια, σκατάκια… Τα πάντα.
Κάθεται απέναντί τους, στην πολυθρόνα, άνετος. Παίζει τα κλειδιά του Ιμπρέσα και τους κοιτάζει με ύφος «με έχετε ανάγκη, τσογλάνια. Και θα πληρώσετε».
Τη σιωπή έσπασε ο Θάνος.
«Και θες δέκα χιλιάρικα, φιλαράκι»;
«Μμμμ»!
«Μάλιστα… Για δουλειά μιας ώρας»;
«Μμμμ»!
«Δηλαδή, για να το καταλάβω, επειδή είμαι και λίγο μπούφος: Θα πάρεις το αυτοκίνητο που θα σου δώσουμε, για να πας από το λιμάνι στη Χαλκιδική, στην Καλλιθέα, να κάνεις τη βόλτα σου, να δεις ήλιο και θάλασσα –και να γυρίσεις. Και γι αυτό μας ζητάς δέκα χιλιάρικα»;
«Μμμμ»!
«Μη μου μουγκανίζεις σαν το βόδι, εμένα»!
Δεν φώναξε ο Θάνος. Ούτε έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη του. Σιγά το είπε. Θα μπορούσες να πεις, ότι μίλησε ευγενικά. Είχε κάτι το μάτι του, όμως, μια λάμψη περίεργη, που έδειχνε στον άλλον ότι αν ξαναμουγκάνιζε, σαν το βόδι, δε θα του δινόταν, ξανά, η ευκαιρία, να μιλήσει.
Ο Νίκος ανακάθισε. Πήγε να κοιτάξει τον Θάνο στα μάτια, αλλά χαμήλωσε το βλέμμα. Με τα μάτια καρφιά στο πάτωμα, άρχισε να μιλάει:
«Κοίτα, ρε φίλε… Καταλαβαίνω ότι δεν είναι απλή βόλτα. Έχει τα ρίσκα της… Ε, να μην έχω μια ασφάλεια κι εγώ»;
«Μα εσύ, αδελφέ, δε θες να έχεις μια ασφάλεια… Θες να εξασφαλίσεις τα γηρατειά σου»!
«Δεν είναι πολλά τα δέκα, ρε Θάνο».
«Κύριε Θάνο»!
«…»
Ο Θάνος χαμογέλασε πλατειά:
«Είμαι μεγαλύτερός σου, αδελφέ… Να σέβεσαι τους μεγαλύτερους»…
«Κύριε Θάνο… Δεν είναι πολλά τα δέκα»…
«Αντιθέτως, τα βλέπω υπερβολικά πολλά. Δέκα δεν πιάνουν άλλοι σε έναν χρόνο. Κι εσύ θα τα πιάσεις σε μία ώρα… Τέλος πάντων»…
«…Δηλαδή»;
«Εντάξει ρε φιλαράκι… Αφού θες να γδάρεις τους κολλητούς σου… Δέκα»!
Ο άλλος ήταν έτοιμος να πεταχθεί όρθιος και να αρχίσει να ουρλιάζει. Συγκρατήθηκε, όμως. Σηκώθηκε όρθιος, κάνοντας κάτι κινήσεις σα να τον είχαν πυροβολήσει με ΄κείνα τα ειδικά πιστόλια που βγάζουν ηλεκτρικό ρεύμα κι έχουν, για προστασία, οι γκόμενες. Με μια κίνηση σπαστικού, άπλωσε το χέρι του στο Θάνο.
Εκείνος κοίταξε, για λίγο, την απλωμένη παλάμη, που βρισκόταν σε απόσταση πέντε εκατοστών από τη μύτη του. Ο Γιώργος, έκανε μια κίνηση, σα να ήθελε να προλάβει κάτι. Αντίθετα, ο Θάνος σηκώθηκε κι έδωσε το χέρι του στο Νίκο.
«Έγινε φιλαράκι»!
«Εντάξει το ντιλ, λοιπόν»;
«Τζάμι»!
«Και δε σου φαίνονται πολλά τα δέκα»;
«Καθόσον σε κοζάρισα για εντάξει πέρσον»!
«Έγινε ρε Θάνο»!
«Άντε τώρα! Τηγκανόπουλος»!
«Ναι, γεια»!
Γύρισε προς την πόρτα. Με το που έφτασε εκεί, στράφηκε στην Τίνα:
«Την κάνω, θα ΄ρθεις»;
«Γεια χαράδρα, Νίκο. Θα κάτσω, λίγο, με τα παιδιά».
Άνοιξε την πόρτα, έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε, κλείνοντας την πόρτα απαλά πίσω του.
«Θα τον καθαρίσετε, έ»;
Ο Θάνος γύρισε απότομα προς το μέρος της:
«Σκάσε, μη σου γαμίσω το ταμτιριρί»!
Ο Γιώργος τον πλησίασε:
«Ρε Θάνο, μπορεί να μας κάνει και για άλλο ντίλι»…
«Για να μας πάρει άλλα δέκα; Για μαλάκες ψάχνει ο τύπος! Με κόβεις για μαλάκα; Ε; Έχω κάνα μι, στο μέτωπο; Ε»;
Γύρισε απότομα στην Τίνα:
«Κι εσύ, αν ξαναμιλήσεις, θα γίνει της αρκούδας»!
Κι έπειτα, στράφηκε στον Γιώργο:
«Κι εσύ! Μεγαλομαλάκα! Τι θα κάνεις με το τζιπ; Τι περιμένεις; Να κερδίσεις το τζόκερ για να πάρεις άλλο»;
«Δεν κατάλαβα… Μου τη λες»;
«Ναι, ρε! Σου τη λέω! Έπρεπε να το έχεις τελειώσει το θέμα από την πρώτη στιγμή»!
Η Τίνα μπήκε στην κουβέντα:
«Γιατί; Τι έπαθε το τζιπ»;
Δεν κατάλαβε από πού της ήρθε. Ο Θάνος την είχε χτυπήσει με την ανάποδη του χεριού του. Τα μαλλιά της ανακατεύτηκαν κι από τη μύτη της έτρεξε αίμα. Άρχισε να κλαίει.
«Σκάσε μωρή ηλίθια! Σου είπα, να το βουλώσεις, μη δεις το Χριστό φαντάρο»!
Ο Γιώργος είχε κολλήσει στη θέση του. Δίστασε, αλλά τελικά, είπε:
«Πάω να το κανονίσω τώρα»!
Ο άλλος ηρέμησε. Έγινε με μιας, άλλος άνθρωπος:
«Μπράβο το αγόρι μου… Άντε, πήγαινε».
Στράφηκε στην Τίνα:
«Κι εσύ… Πήγαινε πλύσου κι ηρέμησε. Δες λίγη τηλεόραση, άκου μουσική. Θα λείψω για λίγο. Περίμενέ μας εδώ».
Έφυγαν και οι δύο.

Συνεχίζεται…

Η φωτογραφία είναι της Darlene Shiels

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

Η κακιά η ώρα - Κρυφά χαρτιά

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του βουλευτή Παπαθεοδώρου και το πτώμα της εκβράζεται στην ακτή. Ο ιατροδικαστής λέει στο διευθυντή Ασφαλείας, ότι το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα, πριν το τροχαίο. Η αστυνομία δεν κοινοοποιεί το γεγονός ούτε στον πατέρα του θύματος. Γιώργος και Θάνος, χωρίς να γνωρίζουν ότι η κοπέλα ήταν νεκρή πριν το ατύχημα, αποφασίζουν να το φορτώσουν σε κάποιο ανύποπτο πρεζόνι. Θα τους βοηθήσει η φίλη του πρώτου, Τίνα, που κυκλοφορεί και γνωρίζει πολύ κόσμο. Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος πρέπει να βρει αυτοκίνητο για τη μεταφορά μιας νέας παρτίδας κοκαΐνης και θυμάται την παλιά του αγάπη, την Άννα.



Κατέβηκε από το ταξί. Με αυτήν την ιστορία δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει με το τζιπ. Αλλά, ακόμη, δεν είχε βρει τρόπο ούτε να το ξεφορτωθεί. Προχώρησε προς την είσοδο του κλαμπ. Οι πορτιέρηδες του άνοιξαν διάπλατα. Χαιρέτησε με ένα κλείσιμο του ματιού και μπήκε μέσα.
Κατευθύνθηκε στο τραπέζι του Θάνου. Το κολλητάρι ήταν εκεί. Δίπλα του η Τίνα. Η μικρή φαινόταν σκεφτική. Βυθίστηκε στον καναπέ.
«Τι έχουμε»;
«Φαγούρα στα αρχίδια μας»…
Ο Θάνος είχε κέφια. Καλό αυτό. Γέλασαν και οι δύο με το αστείο. Η Τίνα, μούγκα.
«Η ξανθιά δε λέει πολλά σήμερα. Θα ξέχασε κανέναν πούτσο στο στόμα της από χθες»!
Ξαναγέλασαν. Ο Γιώργος έσπρωξε την Τίνα, ελαφρά, σα να έπαιζε.
«Εεεε! Μικρή… Τι έγινε; Μίλα μας κι ας μη μας αγαπάς».
«Μου είπε ο Θάνος ότι θέλετε ένα θύμα».
«Όπα! Η σφίγξ ομίλησε»!
«Έλα ρε Θάνο! Τις ξέρω τις δουλειές σας. Θα τον θέλεις να κουβαλήσει το πράμα, χωρίς να έχει ιδέα. Και πώς θες να ΄μαι; Χαρούμενη; Αφού κανένας φούλης θα την πληρώσει. Κανένας αδέκαρος, που θα του γυαλίσουν τα ευρώπουλά σου».
«Γι αυτό, μωρό μου, βρες κανέναν ξένο. Κανέναν γκαούγκαλο, κανέναν πουθενά. Δεν είναι ανάγκη να φέρεις τον φούλη σου να μας κάνει τη δουλειά. Άλλους συγγενείς δεν έχεις; Κανέναν τριτοτέταρτο ξάδελφο»;
«Καλά σου λέει, ρε Τίνα. Τι πυροβολημένη είσαι, ώρες – ώρες. Δε χρειάζεται να είναι και κανένας παλιός γνωστός, ή οικογενειακός φίλος… Κανένας ξέμπαρκος να είναι, με ανάγκες. Δεν έχεις κανέναν κάγκουρα, από Πανόραμα μεριά, να θέλει να αλλάξει αεροτομή στο Ιμπρέσα του; Κανέναν τρελαμένο κοντράκια, που να έχει χάσει τα σώβρακά του τελευταία; Δεν είναι ανάγκη να τον ξέρεις… Αν έχεις ακούσει τίποτα να κυκλοφορεί στην πιάτσα».
«Ρε συ, Γιώργο… Θα σας φέρω το θύμα κι εσείς είστε ικανοί να τον φυτέψετε σε καμία ερημιά, αφού σας κάνει τη δουλειά…»
«Σαν πολλά δε μας τα ΄πες, κυρα-Τίνα; Για μάζεψε τη γλωσσίτσα σου, μη σου την κόψω. Κατάλαβες»;
Κάτι πήγε να πει η μικρή, αλλά ο Θάνος δεν τα σήκωνε τα πολλά-πολλά. Άνοιξε, με τρόπο, το σακάκι του κι άφησε να γυαλίσει ένα ξυράφι που είχε, πάντα, μαζί του. Η Τίνα μαζεύτηκε, σαν τη γάτα στον καναπέ. Μπήκε στη μέση ο Γιώργος:
«Εντάξει ρε Θάνο. Αφού την ξέρεις. Είναι σπασαρχίδω, αλλά θα την κάνει τη δουλειά»…
«Να μη μου τα ζαλίζει. Ακούς; Μάζεψέ τηνα, να μην τη μαζέψω εγώ. Κι αν τη μαζέψω εγώ, δε θα βρει ο παπάς να θάψει».
«Ήρεμα, ρε συ. Χαλάρωσε… Κι εσύ, μωρή, τι μαλακίες λες; Βουτάς τη γλώσσα στον κώλο και, ό,τι σου ΄ρχεται από ΄κει, το λες από το στόμα! Εδώ μοιράζεις κόκα στα πιτσιρίκια και τα στέλνεις βουρ στα θυμαράκια… Τι θα πάθει ένας κάγκουρας σε πείραξε»;
«Εντάξει ρε Γιώργο… Μη μου σπάτε τα αρχίδια τώρα… Θα σας τον βρω τον μαλάκα σας…»
«Άντε μπράβο. Σπάσε, τώρα. Πάνε Πανόραμα μεριά, να βρεις το θύμα».
Η Τίνα σηκώθηκε απρόθυμα. Στράφηκε στο Γιώργο.
«Θα με πας»;
«Δεν έχω ρόδα»…
«Τι έγινε το τζιπ»;
«Λάστιχο…»
«Ναι, καλά… Το φάγαμε»…
Έφυγε. Ο Γιώργος προσπάθησε να αποφύγει το βλέμμα του Θάνου. Είχε κάτι σκληρό. Ατσάλι σκέτο. Βυθιζόταν στο κρανίο σου και σ ανάγκαζε να τα ξεχάσεις όλα. Άσε που σου έκοβε τα γόνατα…
«Να ξεκόψεις από αυτήν»…
Με σκυμμένο κεφάλι, ο Γιώργος απάντησε:
«Είναι εντάξει παιδί»…
«Ακούς τι σου λέω; Μας έχει γίνει κολτσίδα. Θα της ξεφύγει τίποτα σε καμία από τις σπερματοσυλλέκτριες που έχει για φίλες και θα την πουτσίσουμε. Δεν είναι ώρα, τώρα, να φεύγουν πράματα»…
«Εντάξει, ρε Θάνο»…
«Τι έκανες με το τζιπ»;
«Τίποτα»…
«Τι τίποτα ρε μαλάκα; Ακόμη στην αυλή σου το ΄χεις; Γιατί δεν πας ρε, να το παρκάρεις έξω από την Αστυνομική διεύθυνση; Να μην τους κουράζεις κι όλας. Πάν’ το στο σπίτι αυτηνής της Πρήχας, πώς την λένε την καριόλα… Κόρναρέ της, να κατέβει, να σε πιάσει, δώσε και ΄μένα…»
«Δεν είμαι Αρτέμης, εγώ…»
«Αρτέμης δεν είσαι, αλλά είσαι και ο πρώτος μαλάκας… Αύριο να το ΄χεις ξεφορτωθεί το καρούλι σου. Και, δεν ξέρω τι θα κάνεις, να βρεις άλλο τετρακούνητο».
«Νταξ’»…

-----------


Ο Παντάκης είχε βουλιάξει στην πολυθρόνα του γραφείου του. Είχε κυλήσει προς τα κάτω, λες και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Έβλεπε, έξω από τα τζάμια, ανάμεσα από τις αλουμινένιες γρίλιες, τον Θεόφιλο Παπαθεοδώρου, να περιμένει ήσυχος, αξιοπρεπής, κάποιο νέο για το θάνατο της κόρης του και ήθελε να εξατμιστεί. Να ανοίξουν την πόρτα του γραφείου του και να βρουν μόνον ένα συννεφάκι λευκού καπνού. Κι ο ίδιος να μην είναι πουθενά. Να βρίσκεται δίπλα στο φιλαράκι του, τον Θεοδώρου, που είχε τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, επειδή δεν είχε καταφέρει να προστατέψει μια γκόμενα, από έναν ψυχασθενή.
Τέτοιες στιγμές, που άνθρωποι – καλαμιές, μοναχικοί από ένα χτύπημα της μοίρας, τον κοίταζαν κατάματα και περίμεναν να ακούσουν «τον πιάσαμε», ήθελε να κάνει άλλο επάγγελμα. Γιατί δεν μπορούσε να τους πει αυτό το «τον πιάσαμε». Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός που μαχαίρωσε την Ντίνα. Που την πέταξε στις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Ήταν τυχαίο; Προμελετημένο; Έστυβε το μυαλό του, αλλά δεν του ερχόταν τίποτα…
Το τηλέφωνο χτύπησε. Από το ένα, μακρόσυρτο, χτύπημα, κατάλαβε ότι ήταν εσωτερικό. Κοίταξε την οθόνη, πριν το σηκώσει. Η Πρήχα… Το σήκωσε…
«Κυρία γενικέ…»
«Κεριά και λιβάνια, Παντάκη! Ο Παπαθεοδώρου είναι ακόμη, έξω από το γραφείο σου. Τι περιμένεις για να του μιλήσεις; Να μπει μέσα ουρλιάζοντας; Από όσο τον ξέρω, δεν θα το κάνει»!
«Μάζευα τις σκέψεις μου»…
«Ελπίζω να τέλειωσες. Γιατί θέλω τώρα, κατάλαβες; Τώρα! Να ανοίξεις την πόρτα σου και να του πεις, παρακαλώ περάστε. Και ύστερα, να του μιλήσεις για τη δολοφονία της κόρης του».
«Κι όταν θα με ρωτήσει ποιος είναι ο δράστης, τι θα του πω Κατερίνα»;
«Ότι βρισκόμαστε στα ίχνη του κι ότι πολύ σύντομα θα έχεις νέα».
«Ωραία… Τι καλές που είστε, εσείς οι γυναίκες, στα ψέματα»…
«Κι εσείς οι άνδρες, δεν πάτε πίσω»…
«Δεν σου είχα πει ποτέ ψέματα, Κατερίνα».
«Όσο ήμασταν παντρεμένοι»…
«Φυσικά»…
«Κι ο Κώστας»;
«…»
«Λέω, κι ο Κώστας»;
«Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, Κατερίνα κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους»…
«Μάλιστα. Σήκω, τώρα κι άνοιξε στον άνθρωπο που περιμένει»…
«Μάλιστα»!
Ο Παντάκης έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. Περπάτησε προς την πόρτα του γραφείου του. Διόρθωσε, χωρίς λόγο, την καρέκλα επισκέπτη. Την τράβηξε λίγο πιο μακριά από το γραφείο του. Έπειτα, άνοιξε την πόρτα, κοίταξε τον Παπαθεοδώρου και του είπε:
«Περάστε σας παρακαλώ»…
Ο Παπαθεοδώρου φαινόταν δέκα χρόνια πιο γέρος, από την τελευταία φορά που εμφανίστηκε στη Βουλή. Ο Παντάκης προσπαθούσε να θυμηθεί για ποιο λόγο είχε απασχολήσει τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών σταθμών. Δεν του ερχόταν, όμως, το παραμικρό. Θα ήταν καμία ηλίθια ερώτηση προς κάποιον υπουργό, που στάθηκε αφορμή να γίνει κανένας καβγάς. Διαφορετικά, τα κανάλια δεν θα έκαναν τον κόπο να δείξουν ούτε πέντε δευτερόλεπτα από τη Βουλή… Έδειξε στον βουλευτή την καρέκλα επισκέπτη και ο ίδιος κατευθύνθηκε στην καρέκλα του γραφείου του.
Πλέον, ο Παπαθεοδώρου τον κοιτούσε κατάματα. Τη γνώριζε αυτήν την έκφραση. Ήταν αυτό που φοβόταν… Σαν να το άκουγε:
«Τι νέα έχουμε»;
«Τίποτα. Δεν έχουμε ιδέα ποιον ψάχνουμε, αν ο δολοφόνος είναι ένας, αν είναι δύο, αν άλλος τη μαχαίρωσε, άλλος την πέταξε στο δρόμο, άλλος την παρέσυρε με το αυτοκίνητο, άλλος την τσιμέντωσε και την πέταξε στη θάλασσα. Ή, αν όλα αυτά, τα έκανε ο ίδιος άνθρωπος»…
Θα μπορούσε να τα είχε πει αυτά, αν ο Παπαθεοδώρου τον είχε ρωτήσει «τι νέα έχουμε». Αλλά ο βουλευτής, δεν είχε βγάλει άχνα. Καθόταν εκεί, μικροσκοπικός μέσα σε ένα τεράστιο κοστούμι, ζαρωμένος, ανίσχυρος, με μάτια θολά και υγρά, με μύτη κόκκινη, με τα χέρια δεμένα στα γόνατα, ελαφρά σκυφτός, να τον κοιτάζει στα μάτια χωρίς να μιλάει. Έπρεπε να ανοίξει εκείνος την κουβέντα:
«Κύριε Παπαθεοδώρου, τα συλληπητήριά μου, κατ αρχήν…»
«Ευχαριστώ…»
Η φωνή του βουλευτή ίσα που ακούγονταν. Έσβηνε μετά την πρώτη συλλαβή.
«Ξέρω ότι σας είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να σας ενημερώσω κι έπειτα θα ήθελα να απαντήσετε σε κάποιες ερωτήσεις»…
Του είπε ό,τι γνώριζε. Όσα του είχε πει ο ιατροδικαστής. Ότι αναζητούσαν ένα αυτοκίνητο, ένα μαχαίρι, το κατάστημα από όπου είχαν προμηθευτεί οι δράστες το τσιμέντο… Απέφυγε να του πει ότι δεν είχαν τίποτα στα χέρια τους, αλλά δεν είπε πως, ήταν θέμα ημερών, η σύλληψη των δραστών. Προσπάθησε να είναι όσο ειλικρινής γινόταν. Όταν τελείωσε με τα λιγοστά στοιχεία που είχε να πει, άρχισε τις ερωτήσεις.
«Θα ήθελα να μου πείτε τους εχθρούς σας, κύριε Παπαθεοδώρου»…
«Πιστεύετε ότι η δολοφονία της κόρης μου έχει σχέση με ΄μένα»;
«Δεν πιστεύω τίποτα. Ερευνώ… Γι αυτό, αν θέλετε… Αν μπορείτε…»
«Ναι, φυσικά… Κοιτάξτε… Όπως είναι φυσικό, ένας βουλευτής έχει και φίλους, έχει και αντιπάλους…»
«Σίγουρα, όμως, δε θα έφθαναν στο φόνο οι πολιτικοί σας αντίπαλοι… Ενώ κάποιος άλλος…»
«Ναι… Σωστά. Κοιτάξτε… Τελευταία μου είχαν γίνει καταγγελίες ότι επιχειρηματίας, φίλος υπουργού, είχε χρηματοδοτήσει την προεκλογική του εκστρατεία…»
«Ναι, αλλά είστε κυβερνητικός βουλευτής…»
«Κυβερνητικός, δε λέω… Αλλά και πρώην πρόεδρος της επιτροπής διαφάνειας του κόμματος. Δε θα δεχόμουν παράσιτα στην κυβέρνηση, κύριε Παντάκη»…
«Επιθεωρητής…»
«Ναι, συγνώμην. Επιθεωρητά… Δε θα δεχόμουν παράσιτα πουθενά…»
«Αυτή, ήταν, λοιπόν, η ερώτηση που καταθέσατε…»
«Επερώτηση…»
«Ναι, συγνώμην… Η επερώτηση που καταθέσατε; Αφορούσε τα χρήματα που δόθηκαν στον υπουργό, από τον συγκεκριμένο επιχειρηματία»;
«Μάλιστα»…
«Και τι έγινε»;
«Ορίστε»;
«Λέω… Πού το μεμπτόν; Όλοι έχετε φίλους που σας δίνουν χρήματα κι έπειτα ζητούν χάρες»…
«Σας παρακαλώ! Δε σας επιτρέπω»!
«Δεν ήθελα να σας προσβάλω. Και συγνώμην, αν έγινε κάτι τέτοιο. Όμως, ο κόσμος, η κοινή γνώμη, έχει τέτοια εντύπωση».
«Άλλο είναι να σου προσφέρει, κάποιος επιχειρηματίας, έναν χώρο να κάνεις μια ομιλία σου, να σου τυπώσει δωρεάν τις αφίσες σου, να σε βοηθήσει με τέτοιον τρόπο κι άλλο να ξεπλύνει χρήμα, κύριε Παντάκη. Συγνώμην… Επιθεωρητά Παντάκη»…
«Δηλαδή ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας ξέπλενε χρήμα, μέσω του υπουργού»;
«Είχα αυτές τις καταγγελίες»…
«Και ποιος είναι ο υπουργός και ποιος ο επιχειρηματίας»;
«Ο Μαρίνος Κωνσταντίνου κι ο Κώστας Χατζηαναγνώστου. Ο υπουργός Δασών και Περιβάλλοντος και ο γνωστός επιχειρηματίας».
«Ο γνωστός επιχειρηματίας, με τις άγνωστες επενδύσεις…»
«Βλέπω ότι είστε καλά πληροφορημένος»…
«Ε, δεν είναι και κάτι που το ξέρουν λίγοι… Ο Χατζηαναγνώστου είναι ιδιοκτήτης ομάδας και σε κόντρα με τους οργανωμένους φιλάθλους. Από τη μέρα που ανέλαβε τον Ανίκητο, μας απασχολεί συνεχώς»…
«Η αλήθεια είναι ότι οι φίλαθλοι του Ανίκητου τον αγαπούν και τον λατρεύουν σα Θεό…»
«Δεν είναι και λίγο για αυτούς να βλέπουν αστέρια του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου στην ομάδα τους… Ο Χατζηαναγνώστου δε λυπήθηκε τα έξοδα, για να φέρει πρώτα ονόματα στη Θεσσαλονίκη»…
«Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα»…
«Ναι, σίγουρα. Όμως, αναρωτιέμαι: Τι στοιχεία έχετε»;
«Την καταγγελία του…»
«Δε με καταλάβατε… Για να πλησιάσω αυτόν τον άνθρωπο, θέλω στοιχεία. Δεν έχω βουλευτική ασυλία εγώ, να τον κατηγορώ και να μη μου κάνουν τίποτα»…
«Κύριε Παντάκη, τι παραπάνω να κάνουν σε σας, από αυτό που έκαναν σε ΄μένα; Σκότωσαν το παιδί μου»…
Εκεί ήταν που ο Παντάκης ήθελε να ανοίξει η γη, να τον καταπιεί…


Συνεχίζεται…