Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Διάλειμμα ολίγων... ημερών


Καθόμουν και σκεπτόμουν πώς, μια τέτοια μέρα, όπως η σημερινή, υπάρχουν άνθρωποι σκοτεινοί, που δε χαίρονται τον ήλιο, ούτε καν με μια κλεφτή ματιά από το παράθυρο, αλλά ψάχνουν τον τρόπο να πασάρουν κόκα, να σνιφάρουν, να ζήσουν το θάνατο. Άνθρωποι, δηλαδή, όπως ο Θάνος κι ο Γιώργος, της Κακιάς της Ώρας.

Καθόμουν και σκεπτόμουν, αφήνοντας τον ήλιο να μπει από το παράθυρο και κάνοντάς με να κλείσω τα μάτια σα χοντρός γάτος που χουζουρεύει, ότι τέτοια μέρα αποκλείεται να ποστάρω τη συνέχεια της γνωστής ιστορίας. Γιατί δε συνάδει με τον ήλιο. Η "Κακιά η Ώρα" είναι μαύρη, σκοτεινή και θέλει το ανάλογο περιβάλλον, για να αναπτυχθεί. Δεν μπορείς να επωάσεις φίδια στην Ανταρκτική. Ούτε πιγκουίνους στην Αίγυπτο.

Καθόμουν και σκεπτόμουν ότι, τέτοιες μέρες τις αναζητούσαμε με πάθος, στα τελευταία σχολικά μας χρόνια, για να κάνουμε κοπάνα -"σμπόμπα" την έλεγαν οι ακόμη παλαιότεροι.

Και τότε ήρθε. Με email:



H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε
αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να
ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για
να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα
ζωντανοί. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν
υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες,
παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε
μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν
κοφτερές γωνίες.


Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε
κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα.
Παίζαμε «μακριά γαιδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε
από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο
σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν
υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια
όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν
κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά
ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε
καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.

Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι.
Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι. Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet.


Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά
φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για
να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια
μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου.

Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!


Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους
φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!


Πώς τα καταφέραμε;

Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.

Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ;- ) :- D :-P



Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα
αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.




Αυτό μου ήρθε με email, από έναν φίλο. Βάζω στοίχημα ότι κάποιος Blogger το είχε γράψει και τώρα το κείμενο διασχίζει το διαδίκτυο, ελεύθερο, αλλά και μπάσταρδο, αφού ο πατέρας -ή η μάνα- του είναι άγνωστος. Αγνώστου πατρός. Γιατί όποιος έκανε πρώτος copy, δε φρόντισε να δώσει σ αυτό το παιδί μια ταυτότητα, a snap shot in a family alboum, που τραγουδάνε και οι Pink Floyd, ώστε να γνωρίζουμε εμείς -να γνωρίζει και το κείμενο- ποιος ήταν ο δημιουργός.

Το αναδημοσιεύω, ελπίζοντας να μάθω το συγγραφέα και το... συνυπογράφω, όπως οι συνδικαλιστές τα ψηφίσματα, μετά την πορεία, πριν το ντου στο γραφείο του υπουργού.


Καλή σας μέρα παίδες!


ΥΓ. Η φωτογραφία είναι από το panosz.wordpress.com. Ελπίζω το απόγευμα να κάνω upload μία δική μου.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

Η κακιά η ώρα - Γυναικείες ψυχές

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του βουλευτή Παπαθεοδώρου και το πτώμα της εκβράζεται στην ακτή. Ο ιατροδικαστής λέει στο διευθυντή Ασφαλείας, ότι το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα, πριν το τροχαίο. Γιώργος και Θάνος, χωρίς να γνωρίζουν ότι η κοπέλα ήταν νεκρή πριν το ατύχημα, αποφασίζουν να το φορτώσουν σε κάποιο ανύποπτο πρεζόνι. Αλλά πρώτα, να βρουν τι συνέβη και έχει ξεσηκωθεί όλη η αστυνομία.

Πήγαινε πάνω – κάτω στο δωμάτιο. Όποτε ήθελε να σκεφτεί ο Θάνος, έκανε την ίδια διαδρομή: Βορεινός τοίχος, νότιος τοίχος, σε πέντε βήματα. Κι έπειτα, όταν είχε βρει τη λύση, στεκόταν στη μέση του δωματίου, κοιτούσε στα μάτια όποιον βρισκόταν απέναντί του κι έλεγε:

«Ζάχαρη»!

Είχαν περάσει δύο ώρες και η μαγική λέξη δεν είχε βγει από τα χείλη του. Ο Γιώργος ανησυχούσε ιδιαίτερα. Μπορεί ο Θάνος να ήταν πιο σωματώδης από αυτόν, να μπαινόβγαινε στα γυμναστήρια, να έκανε δυο ώρες διάδρομο τη μέρα και δεν ξέρω ΄γω πόσες φορές τη βδομάδα πάουερ πλέιτ, όμως ήταν κι αυτός που διέθετε το μυαλό. Ο Γιώργος, με το που περνούσαν τέσσερις – πέντε ώρες χωρίς να σνιφάρει λίγο, ήταν σα χαμένος.

Τέσσερις; Πέντε; Και πολλές είπα… Ήδη ήθελε να πέσει με τα μούτρα σε ένα βουνό κόκα. Όπως ο Πατσίνο, στο «Σημαδεμένο». Να μπορούσε, τώρα, αυτήν τη στιγμή, να γίνει ο Τόνι Μοντάνα! Με το οπλοπολυβόλο στο χέρι, να αδειάσει δυο κιλά κόκα στο γραφείο του και να βουτήξει όπως το μωρό στη φρουτόκρεμα.

Τα χέρια του ίδρωναν, οι πόνοι στο στομάχι γίνονταν πιο ισχυροί. Σουβλιές που έρχονταν κι έφευγαν. Το κεφάλι γύριζε. Έπρεπε να σνιφάρει για να ησυχάσει. Και μόνον ένας τρόπος υπήρχε: Να βρουν τη λύση στο πρόβλημά τους.

«Αν ρωτούσαμε την Τίνα…»

Ο Θάνος σταμάτησε απότομα τη διαδρομή τοίχος – τοίχος και τον κοίταξε με το βλέμμα του βελισσοράπτορα στο Τζουράσικ Παρκ.

«Η Τίνα… Ναι… Πώς δεν το είχα σκεφτεί; Αυτή η καριόλα μένει Πανόραμα. Πήγαινε στο κολλέγιο. Κόβω τ’ αρχίδια μου ότι και η άλλη η σκρόφα πήγαινε στο ίδιο κολλέγιο. Ή, θα ήταν γραμμένες στην ίδια μασονική οργάνωση… Μπράβο ρε Τζώρτζη»!

Ξαφνικά, από μαλάκας και μουνί, είχε γίνει, πάλι ο Τζώρτζης. Δεν ήταν, όμως, καθόλου σίγουρος ότι η λύση «Τίνα» ήταν η καλύτερη. Ο Θάνος, σε τέτοιες ιστορίες, ήταν αδίστακτος. Ξεφορτωνόμαστε όποιον μας γίνεται βάρος. Αν η Τίνα τους βοηθούσε, ηθελημένα ή άθελά της, όλα καλά. «Ζάχαρη»! Αν έκανε χικ, μικ, θα τη βρίσκανε κι αυτήν σε κανένα χαντάκι… Και η μικρή τον γούσταρε. Μοίραζε κόκα μαζί του. Του έβρισκε πελάτες. Ήταν η ίδια, η καλύτερη πελάτισσα, για να μοιράζει στα γρήγορα το εμπόρευμα ο ίδιος. Ακόμη κι αν της έλεγε να πηδηχτεί με κάποιο ματσό πρεζόνι, θα το έκανε. Το είχε, ήδη, μετανοιώσει. Είχε πετάξει το όνομα για να σταματήσουν να σκέφτονται και να σνιφάρουν σαν άνθρωποι. Αλλά…

«Μήπως, όμως, μπλέκονται πολλοί, έτσι ρε Θάνο»;

«Το καβλάκι είναι τυφλό για σένα, φιλαράκι. Και στη φωτιά να της πεις να πηδήξει, θα το κάνει. Και δεν πρόκειται να βγάλει μιλιά, γιατί ξέρει ότι, διαφορετικά, θα σε δει πίσω από τα σίδερα. Η, στο χώμα. Για διάλεξε…»

«Κανείς δε θέλει να πεθάνει, Θάνο»…

«Όπα το αγόρι μου! Αυτό λέω κι εγώ. Έλα, τσάκω…»

Έβγαλε από τη συρταριέρα της κρεβατοκάμαρας ένα φιξάκι και του το πέταξε. Ο Γιώργος το ΄πιασε στον αέρα. Κοίταξε δεξιά, αριστερά, για κανέναν καθρέπτη. Βρήκε αυτόν που είχαν χρησιμοποιήσει το βράδυ με τις γκόμενες. Άδειασε την κόκα στον καθρέπτη κι έκανε τρεις γραμμές, με την πιστωτική του. Στα γρήγορα έστριψε, καλαμάκι, ένα 5άευρω. Ρούφηξε τις δύο γραμμές κι έδωσε την τρίτη στο Θάνο.

«Δικές σου, ρε. Και οι τρεις. Άντε! Σου ΄φεξε».

Ρούφηξε και την τρίτη…

-----------------------

Ο Παντάκης είχε πλησιάσει την Πρήχα, λες και ήθελε να την φιλήσει. Ακουμπούσε με το χέρι του στον τοίχο κι είχε γύρει προς το αυτί της. Εκείνη είχε σταυρώσει τα χέρια κι ακουμπούσε στον τοίχο με τον δεξιό της ώμο. Τον άκουγε προσεκτικά και τον κοιτούσε στα μάτια. «Ερωτική σκηνή», θα μπορούσες να υποθέσεις. Ναι, αν ήταν διαφορετικό το ύφος τους: Το βλέμμα τους ήταν σκοτεινό. Κι αν ήταν διαφορετικό το μέρος. Ποιος μπορεί να δει τον άλλον ερωτικά στους διαδρόμους του νεκροτομείου;

«Γι αυτό σου λέω… Πάνε στο βουλευτή και πες τα»…

«Να πω τι, ρε Μίλτο; Τι από όλα; Ότι, ξέρετε, η κόρη σας ήταν ένα πρεζόνι; Ότι τη σκότωσαν με τρεις μαχαιριές; Ότι τη χτύπησε ένα αυτοκίνητο, μάλλον suv; Ότι δεν ξέρουμε ούτε τον προμηθευτή της, ούτε το δολοφόνο της, ούτε το μαλάκα που τη χτύπησε; Ότι όλη η φάση θυμίζει μαφία; Τι να πω σε έναν πολιτικό από όλα αυτά»;

«Ξέρω ΄γω… Δεν ξέρω ρε Κατερίνα. Έχει, όμως, δικαίωμα να μάθει τι έγινε με την κόρη του»…

«Και ποιος μου λέει ότι δεν είναι μπλεγμένος κάπου; Όλη η ιστορία θυμίζει μαφία».

«Κοίταξέ τον…»

Η Πρήχα γύρισε με τρόπο. Ο Θεόφιλος Παπαθεοδώρου καθόταν, ήσυχα, κοιτάζοντας τον πράσινο τοίχο απέναντί του, στην πλαστική καρέκλα του διαδρόμου. Δίπλα του στεκόταν όρθιος ο αστυνομικός-φρουρός του. Μια ντουλάπα κοντά δύο μέτρα κι 140 κιλά. Ο βουλευτής φαινόταν συντετριμμένος. Ο Παντάκης συνέχισε:

«Είναι κομμάτια. Αν ήταν άλλος, θα είχε ξεσηκώσει τον κόσμο. Δυο ώρες τώρα κάνουμε νεκροτομή στην κόρη του. Την κόψαμε κομματάκια. Θα του δώσουμε, πίσω, ένα κορμί ραμμένο σαν τη νύφη του Φρανκενστάιν. Κι αυτός δεν έχει βγάλει κουβέντα. Τον κόβεις για μαφιόζο»;

«Η όλη φάση μου κάνει για κάτι οργανωμένο, Μίλτο. Φόνος, μόλις τρεις μαχαιριές… Μετά τσιμεντάρισμα, στο ενδιάμεσο ένα τροχαίο. Τι σου φαίνεται λογικό από όλα αυτά; Αν ήταν φόνος ανάμεσα σε πρεζόνια, οι μαχαιριές θα ήταν αδύναμες. Αν ήταν φόνος μεταξύ εραστών, οι μαχαιριές θα ήταν περισσότερες. Το τσιμεντάρισμα το κάνουν τα συνδικάτα του εγκλήματος…»

«Ποιο τσιμεντάρισμα ρε συ, Κατερίνα; Αυτοί δεν ήξεραν τι έκαναν… Το τσιμέντο διαλύθηκε σε λίγες ώρες και το πτώμα επέπλεε στο Θερμαϊκό μαζί με τα αστικά λύματα. Τι μαφία μου λες τώρα… Ήθελαν να σκεπάσουν το έγκλημα…»

«Και το τροχαίο; Γιατί τον άκουσες τον ιατροδικαστή. Πρώτα τη σκότωσαν με το μαχαίρι και, νεκρή, την πέταξαν στις ρόδες του τζιπ»…

«Δεν ξέρω! Αν τα ήξερα όλα αυτά, θα είχα συλλάβει και τους δολοφόνους»!

«Τους… Είδες; Κι εσύ βάζεις πληθυντικό. Γι αυτό σου λέω: Τι στο διάολο να του πω»;

«Πες ό,τι θες. Εσύ είσαι η γενική αστυνομική διευθύντρια»…

«Λες μαλακίες. Τώρα το θυμήθηκες ότι είμαι ανώτερή σου; Γιατί σε άλλες στιγμές»…

«Στιγμές αδυναμίας»!

«Στιγμές μαλακίας! Και μην τολμήσεις να ξαναχτυπήσεις την πόρτα μου για υπόθεση προσωπική! Κατάλαβες; Κάλεσε τώρα τον Σταύρου»!

«Γιατί τον Σταύρου»;

«Ψυχολόγος είναι, αυτός ξέρει τι θα πει»!

Του γύρισε την πλάτη και κίνησε προς την έξοδο. Προς την κατεύθυνση του βουλευτή. Εκείνος σηκώθηκε αργά. Την πλησίασε. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα.

«Κυρία Πρήχα…»

Τον έκοψε απότομα:

«Ναι, κύριε Παπαθεοδώρου… Καταλαβαίνω την αγωνία σας, αλλά ο ιατροδικαστής δεν έχει ολοκληρώσει, ακόμη. Δεν έχει σαφή άποψη, καταλάβατε»;

«Μα, άλλα μου είπε εκείνος… Μου είπε ότι θα με ενημερώσετε εσείς»…

«Σας είπε ότι θα σας ενημερώσει η αστυνομία. Θα σας ενημερώσουμε, λοιπόν, σύντομα. Το πολύ σε μισή ώρα, θα είναι εδώ ο αστυνόμος Α Σταύρου. Αυτός θα σας τα πει».

«Καλώς»…

Χώθηκε, πάλι, στον πόνο του. Σωριάστηκε στο πλαστικό κάθισμα και κάρφωσε το βλέμμα στον πράσινο τοίχο. Η ντουλάπα στα αριστερά του, κινήθηκε πίσω από την Πρήχα.

«Κυρία γενικέ»…

Βρίσκονταν, ήδη, στο προαύλιο. Η Πρήχα γύρισε και κοίταξε τον σωματοφύλακα. Ο Μάκης Τριάδης ήταν παλιός της γνωστός, από την εποχή των ΜΑΤ.

«Έλα ρε Μάκη…»

«Κυρία γενικέ, έχει δικαίωμα να μάθει… Ήταν η κόρη του»!

«Ναι, ρε Μάκη. Έχεις δίκιο. Έχει δίκιο. Αλλά να μάθει τι; Μήπως ξέρουμε τι έγινε»;

«Τι θέλετε να πείτε»;

«Πάνε μίλησε με τον Παντάκη. Αυτός έχει την έρευνα. Διαφορετικά, περίμενε τον ψυχολόγο»…

«Ο Παντάκης δε μιλάει ούτε στον εαυτό του. Τι να λέμε, τώρα»…

«Ίσως σε αυτήν τη φάση να μιλήσει, Τριάδη. Ίσως»…

Μπήκε στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο κι έφυγε… Η ντουλάπα ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα…

--------------------

Νύχτωνε. Ο Γιώργος, στο σπίτι του, μια μεζονέτα στο δρόμο που συνδέει την Περαία με τον Τρίλοφο, μέσα στις ερημιές, ετοιμαζόταν. Θα πήγαιναν στο κλαμπ. Θα έβρισκαν την Τίνα. Είχε πάρει μια μυτιά, είχε αλλάξει ρούχα. Τα άλλα, εκείνα που είχε χρησιμοποιήσει στο τσιμεντάρισμα της μικρής, τα είχε κάψει, σε ένα βαρέλι, στην αυλή. Γείτονες δεν υπήρχαν σε απόσταση αρκετών εκατοντάδων μέτρων, για να διαμαρτυρηθούν. Η διπλανή μεζονέτα ήταν, ακόμη, απούλητη. Δεν τον είχε δει κανείς. Κανείς δεν ήξερε ποιος έμενε σ εκείνο το σπίτι. Μόνον ότι οδηγούσε ένα suv.

«Γαμώ το»!

Έπρεπε να το ξεφορτωθεί αυτό το αυτοκίνητο. Αλλά πώς; Και με ποιο αυτοκίνητο θα έκανε τη μεταφορά; Περίμεναν φορτίο. Τότε σκέφτηκε την Άννα. Έβγαλε το κινητό του και σχημάτισε τον αριθμό.

«Ναι…»

Όποτε άκουγε τη φωνή της, του κόβονταν τα πόδια. Όσο ερωτευμένη ήταν η Τίνα με αυτόν, τόσο και περισσότερο ερωτευμένος ήταν εκείνος με την Άννα.

«Άννα…»

Την άκουσε να ξεφυσάει. Δε μίλησε…

«Όχι πάλι, ρε Γιώργο…»

«Θέλω να σε δω…»

«Τα ΄χουμε πει αυτά…»

«…»

«Γιώργο»;

«…»

«Μην κάνεις σαν παιδί»…

«Εσύ με κάνεις παιδί, Άννα. Μαζί σου, νοιώθω παιδί. Ακόμη κι όταν μιλάμε στο τηλέφωνο, νοιώθω παιδί. Νοιώθω πως δεν έγινε τίποτα, πως ζούμε, ακόμη, στο Λιτόχωρο και τρέχουμε, χέρι – χέρι, προς το φαράγγι του Ενιπέα και μας κυνηγάει η μάνα σου…»

«Σταμάτα»…

«Κι ύστερα κόβει μια βίτσα από ένα δένδρο και παίρνει το δρόμο για τον μύλο…»

«Σταμάτα… σταμάτα…»

«Κι εκεί, σκύβω, σε φιλάω…»

«Σταμάτα, Γιώργο, σε παρακαλώ»…

«…και σου λέω: Δε θα σ αφήσω ποτέ. Εσύ»;

«Γιώργο… Μην κολλάς»…

«Είχες πει ότι κι εσύ δε θα μ΄ άφηνες, Άννα»…

«Γιώργο»…

«Δεν το ΄κανες, όμως»…

«Γιώργο, δεν είναι ώρα…»

«Θέλω μια ώρα αθωότητας, Άννα»…

«Σε…»

«Μπορώ»;

«Σε παρακαλώ»…

«Μισή… Μισή ώρα. Έτσι. Να κάτσουμε ο ένας απέναντι στον άλλον και να βλέπω τα μάτια σου. Όπως την άλλη φορά»…

«Ξέρεις ότι όλο αυτό δε βγάζει πουθενά»…

«Έχω ανάγκη το βλέμμα σου»…

«…»

«Άννα»;

«…»

«Τι…»

«Σε μισή ώρα να είσαι εδώ. Για ένα μισάωρο, ακούς; Θα φύγεις μόνος σου σε ένα μισάωρο. Και δε θα πούμε κουβέντα»!

«Ναι! Ναι, Άννα… Όπως την άλλη φορά»…

«Δεν σου κάνει καλό, αυτό, ρε Γιώργο…»

«Δεν πειράζει… Για μισή ώρα. Έρχομαι».

«Καλά. Γεια».

Έκλεισε με μια αργή κίνηση το κινητό. Βυθίστηκε στην πολυθρόνα. Σε μισή ώρα θα ήταν στης Άννας. Για μισή ώρα. Κι έπειτα; Είχε δίκιο η Άννα, το ΄ξερε καλά. Δεν του έκανε καλό όλη αυτή η ιστορία. Είχε πάρει το θάρρος που χρειαζόταν. Το αποφάσισε: Δε θα πήγαινε από της Άννας. Θα πήγαινε, γραμμή στο κλαμπ.


Συνεχίζεται…



O πίνακας Soul of a Woman, είναι του Aμερικανού Albert Fennel

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Η κακιά η ώρα - Τα δυο σχέδια

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του βουλευτή Παπαθεοδώρου και το πτώμα της εκβράζεται στην ακτή. Ο ιατροδικαστής λέει στο διευθυντή Ασφαλείας, ότι το θύμα είχε μαχαιρωθεί θανάσιμα, πριν το τροχαίο. Ο Γιώργος μαθαίνει πως βρέθηκε το πτώμα από τις ειδήσεις, αλλά η αστυνομία δεν έχει ανακοινώσει τίποτα για το μαχαίρωμα και κάνει λόγο για τροχαίο.


Καθόταν στη μέση του δωματίου. Όρθιος. Προσπαθούσε να συνέλθει.
«Λοιπόν, βάλτα κάτω: Τι έχεις; Δυο γκόμενες τίγκα στο ποτό και στην κόκα, που θέλουν να πάνε σπίτια τους, πάνω. Έναν Θάνο που σε βοήθησε να τσιμεντάρεις ένα πτώμα, επίσης τίγκα στο ποτό και στην κόκα, επίσης πάνω. Ένα πτώμα που ήταν γκόμενα και το έκανες εσύ πτώμα, όταν το παρέσυρες με το suv, στου πούτσου το ανάθεμα, κάπου σε μια ακτή, μάλλον κοντά εκεί που το πέταξες παρέα με το φιλαράκι. Έναν βουλευτή που ψάχνει την κόρη του. Κι όλη τη μπατσαρία που ψάχνει εσένα…»
Και που τα είχε βάλει κάτω τι έγινε, δηλαδή; Ήταν στο μηδέν. Όπως άρχισε. Όπως η ζωή του. Μια ζωή πάτος.
Αυτό που έπρεπε να κάνει, πρώτα από όλα, ήταν να ξυπνήσει το Θάνο. Και να μη μάθουν οι γκόμενες πως είχαν σχέση με το πτώμα.
Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα. Ο Θάνος κοιμόταν του καλού καιρού. Οι γκόμενες, όμως, είχαν ξυπνήσει και ντύνονταν. Η ψηλή του χαμογέλασε. Η άλλη τον κοιτούσε λες και, εκτός από την ίδια και τη φίλη της, είχε γαμήσει και τη μάνα της. Ή, μάλλον, τον πατέρα της.

«Τι θες μωρή»;

«Δε μας χέζεις, ρε»;

«Άλλα τις, βίτσια…»

Μπήκε στη μέση η ψηλή:

«Έλα, μυαλό δε βάζετε εσείς… Τι φαγώνεστε»;

Της απάντησε:
«Ό,τι γουστάρουμε θα κάνουμε. Τραβάς κάνα ζόρι»;

«Ωχ μωρέ μαλάκα… Δεν πα να βγάλετε και τα μάτια σας»;

«Αυτό το κάναμε χθες. Χαμπάρι δεν πήρες»;

Τον πλησίασε, πάλι, η κοντή. Είχε βάψει, ξανά, τα χείλη της, με εκείνο το σκούρο κραγιόν και τα είχε μεταμορφώσει σε μια παλιά πληγή:

«Κοίτα… Σαν πολλά μας τα πες. Γουστάραμε να σας γαμήσουμε και σας γαμήσαμε. Η κόκα ήταν καλή, τα ποτά το ίδιο. Τέλειωσε τώρα»!

Απάντησε αμέσως:

«Αυτό λέω κι εγώ! Τέλειωσε τώρα. Σνιφάραμε, γίναμε γκολ, γίναμε πίτα, ξεσκιστήκαμε, τέλειωσε! Το βουλώνουμε όλοι και πάμε στα σπιτάκια μας…»

«Να πα να γαμηθείτε όλοι! Ούτε στο σπίτι του δεν μπορεί να κοιμηθεί κανείς»!

Ο Θάνος είχε ξυπνήσει. Απόλυτα φυσικό. Με τόση φασαρία, έπρεπε να είχε ρουφήξει τη μισή Κολομβία, για να μην καταλάβει το παραμικρό. Έπρεπε να του το πει:
«Μαλάκα, πρέπει να μιλήσουμε»…
«Καλημέρα λέει ο κόσμος»…
«Θα σου πω και καλημέρα, αν και δεν το βλέπω. Τέλος πάντων, πιες καφέ, εγώ πάω τις γκόμενες παρακάτω, να πάρουν ταξί».

«Κάλεσε ένα ταξί ρε μαλακισμένο… Πού θα τρέχεις τώρα»…

Τι να του έλεγε; Ότι δε θέλει ταξί εκεί πάνω, επειδή δε θέλει μάρτυρες; Σκέφτηκε λίγο. Βρήκε μια δικαιολογία, την ξεστόμισε:
«Ρε συ, άκου που σου λέω… Οι γκόμενες ήταν σπαθί. Τούμπανα και οι δύο. Ξηγήθηκαν καλά. Πίπα ο Θάνος; Πίπα οι μικρές. Πίσω πόρτα ο Θάνος; Πίσω πόρτα κι οι μικρές. Και τώρα θα τις παρατήσουμε στη μέση του πουθενά»;
Είχε πλησιάσει και μιλούσε στο αυτί του Θάνου, ψιθυριστά.

«Ρε συ, πολύ ψυχοπονιάρης δε μας έγινες; Και τι ψου ψου ψου είναι αυτά μέσα στο αυτί μου; Για γκόμενα με πέρασες»;

«Λοιπόν, τις πάω πιο κάτω»…

«Δεν πα να τις γαμήσεις ξανά… Ούτε με νοιάζει».

«Σε πέντε είμαι πίσω»...
«Έφτυσα»!


----------------


Ο Παντάκης παρακολουθούσε τον ιατροδικαστή Ναστούλη να τεμαχίζει το –άλλοτε- ωραίο κορμί της Ντίνας Παπαθεοδώρου με τα επιδέξια χέρια του. Άνοιξε το θώρακα με ένα ειδικό εργαλείο, που έμοιαζε με γρύλο αυτοκινήτου. Έβγαλε την καρδιά και τη ζύγισε σε μία ζυγαριά που θύμιζε μανάβικο σε λαϊκή και κρεμόταν πάνω από τον πάγκο, όπου είχαν ξαπλώσει το πτώμα. Με τον ίδιο τρόπο έβγαλε ένα – ένα τα ζωτικά όργανα της κοπέλας.
Ό,τι έκανε, το φώναζε, για να γράφει ένα παλιό μαγνητόφωνο που χρησιμοποιούσαν. Το μικρόφωνο κρεμόταν από το ταβάνι, δίπλα στη ζυγαριά.
Ο χώρος είχε πράσινο πλακάκι στον τοίχο, άσπρο πλακάκι στο πάτωμα, λερωμένο από αίμα γύρω από τον πάγκο και κάτασπρο φως φθορισμού. Μύριζε απελπιστικά φορμόλη και πτωμαϊνη.

Τα μάτια του Παντάκη τρεμόπαιζαν. Θυμόταν πώς, πάνω στον ίδιο πάγκο, είχαν ανοίξει το πτώμα του φίλου του. Ήταν το τρίτο, εκείνη τη μέρα. Πρώτα ο δολοφόνος, μετά η Ελένη κι έπειτα ο Κώστας… Τίναξε το κεφάλι του, δεξιά αριστερά, να φύγει η εικόνα από το μυαλό.

«Μια ώρα μιλάω, εις ώτα μη ακουόντων…»
Μπροστά του στεκόταν ο Ναστούλης. Είχε το ύφος του ανθρώπου που δεν του έδινε κανείς σημασία…

«Συγνώμη, γιατρέ… Σκεφτόμουν… Σκεφτόμουν πώς θα το πω στον πατέρα της. Περιμένει από έξω, ξέρεις»…

«Βάλε την Πρήχα να του το πει. Γυναίκα είναι, μπορεί καλύτερα. Οι γυναίκες λένε σκληρά πράγματα, αλλά τις συγχωρούμε. Ίσως επειδή δεν μπορούμε να της ρίξουμε μια μπουνιά στη μύτη, να γεμίσει αίματα»!

Άρχισε να γελάει. Το χιούμορ του ιατροδικαστή δεν ήταν και το καλύτερο. Ταίριαζε με το χώρο…

«Δεν είναι δουλειά της γενικής αστυνομικής διευθύντριας να αναγγέλλει θανάτους»…

«Ούτε δική σου, Παντάκη. Βάλτε τον ψυχολόγο της αστυνομίας να το πει. Ξέρει καλύτερα. Δουλειά σου είναι να με ακούς»…

«Είμαι όλος αυτιά»!

«Φίλε μου, όπως σου είπα από την πρώτη στιγμή: Ο θάνατος επήλθε από τις μαχαιριές. Η πρώτη, στην πλάτη, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλες τρεις, όμως… Ειδικά αυτή στην καρδιά, έσχισε στα δυο την κοιλία, πήρε μαζί αορτές, αρτηρίες, ένα μέρος του πνεύμονα… Δε χρειαζόταν άλλη. Όπως, όμως, φαίνεται, την κάρφωσε άλλες δύο φορές. Να μην τα ξαναλέω»…

«Και οι μώλωπες; Τα κατάγματα; Οι εκδορές; Προηγήθηκε πάλη»;
«Τίποτα απολύτως δεν προηγήθηκε. Ούτε κατάλαβε πώς και γιατί πέθανε. Όλα αυτά έγιναν μετά. Ήταν νεκρή όταν την έσερναν δεξιά κι αριστερά. Κι ακόμα πιο νεκρή, όταν την τσιμέντωσαν και την πέταξαν στη θάλασσα. Και είμαι σίγουρος ότι ήταν θύμα τροχαίου».

«Έτσι εξηγούνται τα ίχνη στην άμμο…»
«Τίποτα δεν εξηγείται έτσι… Δεν την έσυρε στην άμμο το αυτοκίνητο. Ό,τι κόκκο άμμου είχε πάνω της, ήταν μετά που την ξέβρασαν τα κύματα. Τη χτύπησαν στην άσφαλτο. Αλλά όταν τη χτύπησαν, ήταν νεκρή».

«Μου τα ΄χεις κάνει, σκατά».

«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, Παντάκη. Για πες μου, τώρα: Γιατί δεν είπατε κουβέντα για τις μαχαιριές στον Τύπο; Άκουσα όλα τα κανάλια. Όλοι λένε για τροχαίο»…

«Δεν είναι ανάγκη να ξέρει ο Τύπος για το έγκλημα. Κόρη βουλευτή ήταν. Άσε να ψάξουμε, πρώτα, να βρούμε κανένα στοιχείο κι έπειτα λέμε κάτι παραπάνω».
«Τότε, καλά θα κάνεις να μιλήσεις με τον Παπαθεοδώρου»…

«Γι αυτό σου λέω… Ποια Πρήχα και ποιος ψυχολόγος… Εγώ θα βγάλω τα κάστανα από τη φωτιά».
Ο ιατροδικαστής ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Παντάκη:

«Ξέρεις ποιον έπρεπε να έχεις μαζί σου σ αυτήν την υπόθεση»;

«Ξέρω»…
«Είναι υπόθεση για δύο, Παντάκη… Για κολλητάρια»…

-----

«Είναι υπόθεση για δύο, Θάνο… Για κολλητάρια»…

Ο Θάνος είχε μείνει κάγκελο. Άκουγε τον Γιώργο να εξιστορεί τι είχε δει στην τηλεόραση και σα να του είχε κοπεί η φωνή. Ο Γιώργος είδε κι απόειδε ότι ο κολλητός δεν έλεγε κουβέντα και συνέχισε:

«Στο κάτω – κάτω της γραφής, κανείς δε μας είδε. Ψάχνουν ψύλλους στα άχυρα. Σιγά μη μας βρούνε»…

Προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο άλλος γύρισε και τον κοίταξε με βλέμμα – υγρό άζωτο.

«Πάρε το Γιάννη»…

«Το Γιάννη; Και τι να του πω ρε Θάνο; Σκοτώσαμε μια κοπέλα…»

«…Σκότωσες…»

«…Σκότωσα, ΟΚ. Σκότωσα. Σκότωσα μια κοπέλα με το αυτοκίνητο, δες αν είναι η κόρη του βουλευτή, του υπουργού, τι σκατά είναι αυτός; Είναι μπάτσος ο Γιάννης, ρε Θάνο»…

«Δικός μας μπάτσος»…

«Δικός μας, ξεδικός μας, είναι μπάτσος. Άλλο να κάνει τα στραβά μάτια για την κόκα και να μας λέει πότε περνάει η δίωξη από τα λημέρια μας, άλλο να μας καλύψει για φόνο»…

«Μπάτσος που τα άρπαξε μια φορά, θα τα αρπάζει για πάντα, Γιωργάκη»…

«Συμφωνώ, αλλά»…
«Πάρε τον»!

Η φωνή του Θάνου πρέπει να ακούστηκε ως το κέντρο της πόλης. Δε σήκωνε άλλο χαβαλέ. Έβγαλε το κινητό του κι έψαξε στο ευρετήριο. Βρήκε το τηλέφωνο του Γιάννη και κάλεσε:
«Τζόνι»…;


«Ναι, ρε! Ο Γιώργος! Πώς πάει»;


«Σώπα! Τόση δουλειά έπεσε»;


«Δεν είδα… Τι…;»


«Α…»

«Μάλιστα…»


«Καλά ρε συ, σ αφήνω τότε. Τα λέμε…»


«Ναι, το βράδυ θα είμαι στο κλαμπ, ΟΚ. Γεια»!

Έκλεισε το τηλέφωνο και το ΄βαλε στην τσέπη του παντελονιού. Ο Θάνος τον κοίταζε επίμονα:

«Λοιπόν»;
«Λοιπόν, όλη η αστυνομία ψάχνει ένα suv που σκότωσε την γκόμενα»…

«Γαμώ το μουνί μου, γαμώ»!

«Κάτσε, έχει κι άλλο»…

«Τι άλλο, ρε μαλάκα; Δε φτάνει αυτό»;

«Το εγκλημάτων κατά της ζωής, πώς το λένε αυτό το γαμημένο το τμήμα, δε δίνει σχεδόν κανένα στοιχείο για την κοπέλα. Μόνον ότι τη χτύπησε τζιπ. Και ψάχνουν όλα τα τζιπ».

«Ε, αυτό είναι καλό. Δεν ξέρουν τίποτα. Φουντάρουμε το τζιπ και…»

«Περίμενε.. Έχει κι άλλο. Η γκόμενα»…
«Τι…;»

«Ήταν πρεζόνι. Ο Γιάννης την ήξερε καλά. Και για να μην τα πει στον μπαμπά της, της έριχνε κι από κανέναν που και που».

«Ε, στα τέτοια μας. Ένα πρεζόνι που γαμούσε ένας μπάτσος, έπεσε στις ρόδες σου, προφανώς μαστουρωμένο… Ε, και»;

«Ήταν και καρφί της ασφάλειας»…

«Σκατά»…

«Ο Γιάννης λέει ότι την έφαγαν τα κυκλώματα»…

«Ξανά σκατά»…
«Φίλε, είμαστε μπλεγμένοι»…

«Εσύ με έμπλεξες παλιοπούστη»!
Ο Θάνος τράβηξε το πιστόλι του, που φορούσε πάντα στη θήκη κάτω από τη μασχάλη. Κόλλησε την κάνη στον κρόταφο του Γιώργου:

«Θα σε σκωτώσω, ρε καριόλη! Θα γεμίσω με τα μυαλά σου τους τοίχους! Ταπετσαρία θα τα κάνω! Μουνί! Με γάμησες!»

«Κάτσε ρε Θάνο! Κάτσε ρε συ… Μην κάνεις μαλακίες»…
Τον έπιασε από τον λαιμό. Ο Γιώργος έτρεμε. Ο Θάνος ήταν τρελός. Τον έσπρωχνε με δύναμη. Τον ανάγκασε να κάτσει ανακούρκουδα, με την πλάτη στον τοίχο. Κι ύστερα κύλησε το πιστόλι, από τον κρόταφο, στο στόμα του:
«Σκάσε! Ακούς! Βούλωσέ το! Μούγκα! Μια κουβέντα να πεις και είσαι ιστορία! Θα σε φυτέψω»!

Εκεί που ήταν σίγουρος πως ο Θάνος θα τραβούσε τη σκανδάλη, εκείνος χαλάρωσε. Τον σήκωσε όρθιο, πάντα με την πλάτη στον τοίχο. Άφησε το πιστόλι να κυλήσει, πρώτα στο μάγουλο κι έπειτα, πάλι στον κρόταφο:

«Πρέπει να καθαρίσεις τα σκατά σου»!

Κλαψούρισε:

«Ναι, ρε συ Θάνο. Αλλά πώς»;
«Σκέψου! Σε μια βδομάδα έχουμε παραλαβή. Αν οι έρευνες των μπάτσων πάνε έτσι, δε θα μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε το αυτοκίνητο. Χρειαζόμαστε ένα θύμα. Έναν μαλάκα»…

«Ναι, αλλά ποιόν; Κάποιο πρεζόνι; Που να μη θυμάται τι έχει κάνει»;
«Ναι! Ένα πρεζόνι»!
«Το καλύτερο θα ήταν να βρίσκαμε εμείς τι συνέβη… Αλλά πού να τρέχουμε»…
Ο Θάνος τον κοίταξε απότομα. Τα μάτια του έλαμπαν:
«Κι αυτό παίζει»!

«Τι; Να βρούμε εμείς… Έλα ρε… Πλάκα με κάνεις»…
«Δε σου κάνω καθόλου πλάκα! Ένα σπρωξιματάκι θέλουν τα μπατσικά. Κι αν δε βρούμε τίποτα αληθινό να τους πασάρουμε, περνάμε στο επίπεδο βήτα: Τους ρίχνουμε στα χέρια έναν μαλάκα»…



Συνεχίζεται…


Η φωτογραφία είναι του Κρίστιαν Φοσάτι