Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Η κακιά η ώρα - Ίχνη

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος κι ο Θάνος, βαποράκι και ντίλερ ναρκωτικών, τσιμεντάρουν μια κοπέλα που σκότωσε ο πρώτος, οδηγώντας το αυτοκίνητό του φορτωμένο κόκα. Η νεκρή είναι κόρη του βουλευτή Παπαθεοδώρου. Την υπόθεση αναλαμβάνει προσωπικά ο διευθυντής Ασφαλείας, Μίλτος Παντάκης, που πηγαίνει στον τόπο του εγκλήματος.

Η ακτή… Τίποτα δε θύμιζε το έρημο σημείο που είχαν διαλέξει, Γιώργος και Θάνος, για να ξεφορτωθούν το πτώμα. Εκεί που υπήρχε φως μόνον από το φεγγάρι, τώρα, αν και θα ξημέρωνε σε λίγο, η περιοχή λουζόταν στο φως. Ισχυροί προβολείς αλογόνου, τοποθετημένοι πάνω σε τρίποδες, άλλαζαν το τοπίο. Η ακτή θύμιζε περισσότερο πλατό φωτογράφησης, παρά παραλία.

Ήταν όλα εκεί: Οι προβολείς, οι ανακλαστήρες, οι φωτογράφοι (της σήμανσης), οι φωτογραφικές μηχανές. Ένας κόσμος ολόκληρος κινούνταν γύρω από το μοντέλο.

Ήταν μια σουρεαλιστική φωτογράφηση μόδας. Γιατί, το μοντέλο, ήταν ξαπλωμένο στην άμμο, εκεί που έπεφταν, μαζικά, οι δέσμες των προβολέων. Εκεί όπου συναντιόταν η λάμψη τους. Τα ρούχα της, η τελευταία λέξη της μόδας. Σχισμένα, λερωμένα, βρεγμένα, αλλά η τελευταία λέξη της μόδας. Τα πόδια της…

Εκεί ήταν το πρόβλημα. Τα πόδια της είχαν κάτι το αφύσικο. Λύγιζαν σε περίεργα σημεία. Και, κάτω, αντί για παπούτσια, υπολείμματα λάσπης. Μιας λάσπης γκρίζας.

Ο Παντάκης έσκυψε πάνω της. Κάθισε ανακούρκουδα και πήρε λίγη από την γκρίζα λάσπη με το αριστερό του χέρι.

«Τσιμέντο»…

Στράφηκε να δει ποιος μίλησε. Δίπλα του στεκόταν ο ιατροδικαστής, Κώστας Ναστούλης. Φαινόταν λες και είχε κοιμηθεί δέκα ώρες. Φρέσκος – φρέσκος, πριν το χάραμα, μέσα στο παλιομοδίτικο κοστούμι του, με το γιλέκο και το χρωματιστό μαντήλι. Στα ίδια χρώματα με τη γραβάτα. Ο Μίλτος ήθελε να τον ρωτήσει από πότε είχε αυτό το κοστούμι και τη γραβάτα, αλλά δεν έβγαλε μιλιά. Κι ο Ναστούλης, λες και δεν είχε τίποτε άλλο σημασία, συνέχισε:

«Τσιμέντωσαν τα πόδια της και την έριξαν στη θάλασσα. Δεν τα είχαν υπολογίσει, όμως, καλά. Το σκοτάδι δεν τους βοήθησε. Και το τσιμέντο, το ίδιο. Χειρότερη ποιότητα δεν έχω δει. Είχε πήξει επιφανειακά και μέσα ήταν υγρό. Φούσκωσε και το πτώμα, μέσα σε λίγες ώρες, ανέβηκε στην επιφάνεια, αφού δεν το κρατούσε τίποτα…»

«Πνιγμός»;

«Όχι. Ήταν νεκρή όταν την πέταξαν στη θάλασσα. Δεν είμαι σίγουρος πριν πόσες ώρες έγινε το έγκλημα, αλλά είμαι σίγουρος για την αιτία του θανάτου: Τη μαχαίρωσαν τέσσερις φορές, στο στήθος, την πλάτη, την κοιλιά και την καρδιά. Αυτό που δεν μπορώ να εξηγήσω, προς το παρόν, είναι κάποιες εκδορές και τα κατάγματα. Θα έπαιρνα όρκο ότι όλα τα υπόλοιπα θυμίζουν τροχαίο»…

«Δρεπανηφόρο την πάτησε»;

Ο Ναστούλης άφησε να του φύγει ένα γάργαρο γέλιο:

«Σε καλό σου Παντάκη! Πού τα βρίσκεις; Να σου πω την αλήθεια, μου είναι, ακόμη, μυστήριο. Θα την πάρω στο εργαστήριο και, κατά το μεσημεράκι, πέρνα να στα πω. Αν έχω βρει άκρη, δηλαδή, γιατί πνιγμός, τροχαίο και μαχαίρωμα, είναι τρία διαφορετικά πράγματα που δε δένουν με τίποτα… Ρώσικη σαλάτα»…

Ο Παντάκης έκανε μια βόλτα γύρω από το πτώμα. Αργά. Σα να έψαχνε να βρει κάτι στην άμμο. Έπειτα συνέχισε τους κύκλους του, ανοίγοντας όλο και περισσότερο τη διάμετρο. Στο τέλος είχε απομακρυνθεί αρκετά από το σημείο όπου βρισκόταν το πτώμα. Κοιτούσε συνέχεια κάτω. Από μακριά, τον είδε ο φωτογράφος της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Ήξερε τη ρουτίνα. Έκανε να πλησιάσει.

«Τι κάνει»;

Τον ρωτούσε ένας νεαρός αστυφύλακας. Τον κοίταξε. Εκείνος ξαναρώτησε:

«Τι κάνει; Βόλτα»;

«Του αρέσει να έχει μια γενική άποψη της σκηνής του εγκλήματος. Θα πάει και μακρύτερα. ΚΙ ύστερα, θέλει φωτογραφίες».

Έδειξε την κάμερα στον «μικρό» κι απομακρύνθηκε. Πλησίασε τον Παντάκη.

«Αποστόλου, πίστευα ότι δε θα ΄ρθεις ποτέ. Λουφάρεις»;

«Έπεσε πολλή δουλειά κάτω, κύριε διευθυντά…»

«Καλά, καλά… Για τράβα, λίγο, εδώ… Ίχνη από ρόδες, έτσι δεν είναι»;

«Τρακτέρ ολόκληρο… Σίγουρα 4 επί 4. Θα έρχονται πολλά εδώ. Είναι ό,τι πρέπει για άγριες διαδρομές. Νεροφαγώματα, σκόνη, λάσπη με τις βροχές…»

«Αν ήθελα ταξιδιωτικό οδηγό, θα έβλεπα το Τράβελ Τσάνελ…»

Ο Αποστόλου χαμογέλασε κι άρχισε να φωτογραφίζει. Ξάφνου σταμάτησε…

«Τι έγινε ρε»;

«Κύριε διευθυντά… Αυτή η γραμμή, στη μέση από τις ρόδες…»

«Ε, τι»;

Σα να έσερνε κάτι αυτό το όχημα»…

«Λες να έσερνε ως εδώ το πτώμα, ρε Αποστόλου; Δε θα της είχε μείνει δέρμα της καημένης…»

«Όχι το πτώμα… Ίσως κάποιο εξάρτημα, ίσως να του κρέμεται το καζανάκι της εξάτμισης, ο καταλύτης…»

«Τα τζιπάκια είναι ψηλά, ρε Αποστόλου! Πού να χτυπήσουν αυτά στο χώμα»…

«Κι αν δε χτύπησαν στο χώμα»;

Ο Παντάκης γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Αποστόλου συνέχισε:

«Λέω… Επειδή άκουσα και τον ιατροδικαστή… Είπε για τροχαίο. Αν τη χτύπησε αυτό το όχημα;»

«Όπως το είπες προηγουμένως Αποστόλου, εδώ έρχονται δεκάδες κάθε βράδυ, αλλά και τη μέρα. Κάνουν αυτοσχέδιους αγώνες, μπαντιές, ό,τι σκατά θες. Το ίχνος μπορεί να ΄ναι από οποιοδήποτε τζιπάκι»…

«Χθες φυσούσε βαρδάρης, κύριε διευθυντά. Κι έβρεχε. Η βροχή κι ο αέρας, έχουν σβήσει τα πάντα. Δε βλέπετε ότι έχουν μείνει μόνον αυτά»;

Ο Παντάκης χαμογέλασε…

«Κι έτσι να ΄ναι, Αποστόλου, ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα. Το μόνο που ξέρουμε, είναι πως έχουμε να κάνουμε με ένα τζιπάκι. Ξέρεις πόσα τζιπάκια φοράνε τέτοια λάστιχα; Γι αυτό, τράβα καλές φωτογραφίες κι έλα μαζί μου».

Ο Αποστόλου συνέχισε. Δεν του το έβγαζε, όμως, κανείς από το μυαλό, ότι κι ο διευθυντής του είχε κάνει τις ίδιες σκέψεις. Πάντως, σε ένα είχε δίκιο: Το μισό Πανόραμα κυκλοφορούσε με τέτοια SUV. Ψύλλους στα άχυρα έψαχναν…

----------------

Ο Θάνος είχε ξεπουλήσει μέσα σε μισή ώρα.

«Σαν τις μέλισσες κάνουν»…

Το έλεγε συχνά αυτό. Ότι τα πρεζάκια κάνουν σαν τις μέλισσες, γύρω του. Του άρεζε η ιδέα ότι είναι ένα λουλούδι.

«Ασφόδελος»…

Δεν είχε ιδέα τι ήταν ένας ασφόδελος. Αλλά γούσταρε το όνομα. Αναρωτήθηκε:

«Πώς στον πούτσο είναι ένας ασφόδελος»;

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, ενώ οδηγούσε. Έτρεχε σαν τρελός. Η κόκα, έβραζε το αίμα του κι ανέβαινε στον εγκέφαλο με ταχύτητα Κεντέρη. Γέλασε.

«Το γέλιο του τρελού. Το γέλιο του τρελού ασφόδελου».

Γέλασε πιο δυνατά. Λες και είχε πει το καλύτερο ανέκδοτο. Πάτησε κι άλλο το γκάζι. Πλησίαζε στη στροφή για Ελαιώνες. Έβλεπε τη διασταύρωση. Ερχόταν πάνω του με ταχύτητα. Την κατάλληλη στιγμή πάτησε συμπλέκτη, τράβηξε χειρόφρενο και μπήκε με θόρυβο, αφήνοντας τη γόμα του πάνω στην άσφαλτο, στη στροφή.

Σε λίγα λεπτά ήταν στο σπίτι του Θάνου. Ένα σπίτι απομακρυσμένο. Χαμένο μέσα σε μια έκταση με ελιές, πεύκα και κυπαρίσσια. Παράτησε το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο στα χαλίκια της αυλής. Ανεβαίνοντας στην κύρια είσοδο έβγαλε σακάκι και γραβάτα. Χτύπησε το κουδούνι.

Του άνοιξε η κοντή. Με το σκούρο κραγιόν. Γυμνή, με ένα ποτήρι καλούα στο χέρι.

«Τι έχουμε εδώ; Καλούα; Μη ξεράσω! Γυναικεία ποτά… Φέρε το Καρντού γλυκειά μου…»

Εκείνη ξεκαρδίστηκε και περπάτησε προς τα μέσα. Τώρα δεν έκρυβε το στόμα της. Το περιέφερε σ όλο το σπίτι, σα μια σάπια πληγή. Το περπάτημά της, το περπάτημα του μεθυσμένου. Εδώ πατούσε, εκεί βρισκόταν. Μέσα σε χάχανα, έκανε πως πειράχτηκε:

«Βάλε μόνος σου! Τι με πέρασες»;

«Πουτάνα… Τι να σε περάσω. Πόρνη! Πόρνη του θανάτου»!

Γέμισε το ποτήρι του. Έπιασε με το χέρι δύο παγάκια και τα πέταξε κι αυτά μέσα. Φώναζε, έκανε πως είχε προσβληθεί, για πλάκα. Με το ποτήρι στο χέρι προσπαθούσε να βγάλει το παντελόνι του, μπλεκόταν με τις μπότες, βλαστήμησε…

«Άντε γαμώ το παντελόνι μου, γαμώ! Φούστες ρε πούστη μου! Θα φοράω φούστες. Κάτι ξέρουν οι γκόμενες»…

Φώναξε για να ακουστεί στον πάνω όροφο:

«Κάτι ξέρετε! Φοράτε φούστες κι όταν είναι να γαμηθείτε, απλά ανοίγετε τα πόδια σας. Εμείς, κατέβασε φερμουάρ, κατέβασε παντελόνι, βγάλε παπούτσια, ολόκληρη διαδικασία»!

Είχε καταφέρει να βγάλει και το παντελόνι. Περπάτησε με το ποτήρι στο χέρι, με το πουκάμισο, τις κάλτσες και το σλιπ. Άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες.

«Θάνο! Πού είσαι ρε μαλάκα»!

Από την κρεβατοκάμαρα του ήρθε η απάντηση:

«Σε ένα μουνί μέσα»!

Έσκυψε να δει από την πόρτα. Ο Θάνος είχε χωθεί στα μπούτια της ψηλής. Εκείνη είχε λιγωθεί, είχε το χέρι με την παλάμη προς τα έξω πάνω στο μέτωπό της, μισόκλειστα μάτια κι ορθάνοιχτα πόδια. Τα στήθη της ανεβοκατέβαιναν στο ρυθμό των βογγητών της. Η κοντή καθόταν ολόγυμνη, με το ένα πόδι στο πάτωμα και το άλλο ανεβασμένο στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαρας. Στο χέρι το ποτήρι με το καλούα. Έβλεπε τη φίλη της να λιώνει κάτω από τη γλώσσα του Θάνου και είχε βάλει το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της.

«Τι έγινε, ρε; Ακόμα στα προκαταρκτικά»;

Ο Θάνος σήκωσε κεφάλι. Γύρισε και τον κοίταξε.

«Τρελός είσαι; Οι γκόμενες είναι αχόρταγες. Ειδικά εκείνη η σουπιά, η κοντή. Πρώτη πίπα η κυρία… Δε μου σηκώνεται άλλο και το έριξα στα γλειφιτζούρια. Καλά που ήρθες»…

Ο Γιώργος γύρισε και κοίταξε την κοντή.

«Λέει αλήθεια, μωρή; Είσαι και η πρώτη πίπα»;

Δεν απάντησε. Σηκώθηκε. Παράτησε το ποτό της στη συρταριέρα της κρεβατοκάμαρας. Τον πλησίασε αργά. Ακριβώς μπροστά του, έκανε μια απότομη κίνηση κι έπεσε στα γόνατα. Του τράβηξε, βίαια, το σλιπ, κάτω. Σε δυο δευτερόλεπτα είχε παραδοθεί στον καλύτερο πεοθηλασμό που του είχαν κάνει ποτέ.

Ήταν το τελευταίο πράγμα που θυμόταν: Πως η κοντή, με το σκούρο κραγιόν, είχε ένα στόμα κόλαση. Έπειτα ο Θάνος έφερε ένα δίσκο σκόνη. Κι από εκεί κι έπειτα, σιωπή. Όλα λευκά. Απόλυτο κενό.

Έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια. Πίεσε τα μηνίγγια του. Έτριψε τα μάτια του. Ανασηκώθηκε στα μπράτσα του και διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. Δίπλα του ο δίσκος. Η σκόνη είχε γίνει καπνός… Ο Θάνος κοιμόταν του καλού καιρού. Η ξανθιά δίπλα του, μπρούμυτα, να φαίνεται το τατού. Μια νεράιδα. Το τατού, όχι εκείνη.

«Πού είναι η άλλη»;

Μόνος ρωτούσε, κανείς δεν απαντούσε. Πήγε να φωνάξει το όνομά της. Πώς την έλεγαν, να δεις… Χαμπάρι δεν είχε.

Σηκώθηκε. Κατέβηκε τις σκάλες. Τη βρήκε στο σαλόνι. Έβλεπε τηλεόραση.

«Πρωινή σε βλέπω…»

«Κατέβηκα για νερό, μ΄ έπιασε το στομάχι μου, ξέρασα και έβαλα τηλεόραση για να ζαλιστώ λίγο… Πειράζει»;

«Όχι… Κάνε ό,τι θες… Ειδήσεις βλέπεις»;

«Ναι»…

«Ανώμαλη είσαι»;

«Σκοτώθηκε μια κοπέλα…»

«Σώώώπα. Τι μου λες…»

«Μην κοροϊδεύεις. Εδώ έγινε»…

Για λίγο σταμάτησε. Είχε πλάτη στην τηλεόραση. Έκανε να γυρίσει. Το μετάνοιωσε. Σιγά μην…

«Εδώ…»;

«Θεσσαλονίκη»!

«Πού την βρήκαν»;

«Δε λένε… Στην ΕΡΤ3 λένε πως ήταν ατύχημα. Τροχαίο».

Γύρισε αργά προς την τηλεόραση. Η χοντρή παρουσιάστρια κάτι έλεγε. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Ζαλιζόταν. Το στομάχι του είχε φθάσει στον οισοφάγο. Διάβασε στην οθόνη, στο σούπερ: «Νεκρή η κόρη βουλευτή». Το στόμα του γέμισε ξινά υγρά. Έτρεξε στο νιπτήρα. Ξέρασε.

«Τι έχεις; Κι εσένα το στομάχι σου»;

Δεν της απάντησε.

«Δεν την σηκώνεις την πρέζα κι εσύ»;

Μωρέ τη σηκώνει την πρέζα. Σηκώνει τόση που εσύ δε θα δεις σ ολόκληρη τη ζωή σου. Εκείνος μπορεί να τη σνιφάρει σε ένα βράδυ. Να γίνει ο εγκέφαλός του ζελέ, να χαθεί, να υψωθεί, να τρέξει, να σπιντάρει. Αλλά τώρα… Τώρα αν έβλεπε μπροστά του μια γραμμή κόκα, θα έπεφτε ξερός.

«Έφυγες»!

Έφτυσε. Η άλλη τον κοίταξε περίεργα. Λες και δεν είχε μιλήσει ελληνικά.

«Τι πράγμα»;

«Έφυγες! Φύγατε! Πάρε και την άλλη και κάντε την»…

«Κάτσε ρε φίλε… Πώς να φύγουμε; Είμαστε στην ερημιά. Και τι θες, δηλαδή; Να περπατήσουμε ως το Πανόραμα»;

«Θα σας καλέσω ένα ταξί»…

Σταμάτησε. Το ξανασκέφτηκε. Δυο γκόμενες άγνωστες. Τις πότισαν ό,τι οινόπνευμα είχε το σπίτι, της έδωσαν κόκα άριστης ποιότητας, τις έφτιαξαν, τις γάμισαν. Και τώρα, θα τις στείλει πίσω με ταξί; Να λένε δεξιά κι αριστερά ότι «το βαποράκι φρίκαρε απ τις ειδήσεις και μας έστειλε»; Θα το μάθει όλη η πιάτσα…

«Έχεις δίκιο… Πού να πάτε τώρα. Αλλά κλείσ’ την ρε παιδί μου και πάνε για ύπνο»…

«Εσύ…»;

«Τι, εγώ»;

«Θα ΄ρθεις»;

«Άκου να σου πω, ο πούτσος μου είναι, ακόμη, μουδιασμένος. Στο πάνω συρτάρι στο δεξί κομοδίνο έχει κάτι δονητές»…

«Το ξέρω, ρε μαλάκα, πού είναι οι δονητές… Όλο το βράδυ τι κάναμε»;

Τι κάνανε; Μήπως θυμόταν;

«Καλά, θα ΄ρθω»…

Η άνεσή του είχε εξατμιστεί.

«Σε λίγο»…

Σωριάστηκε στον καναπέ. Εκείνη ανέβηκε πάνω, ανασηκώνοντας τους ώμους. Ούτε ήξερε, ούτε την ένοιαζε τι είχε πάθει αυτός ο μαλάκας. Θα κοιμόταν δυο-τρεις ώρες ακόμη, θα ξυπνούσαν με την κολλητή, θα έπιναν έναν καφέ με τους δυο γαμιάδες και θα τους ζητούσαν να τις κατεβάσουν ως τη Χαριλάου. Ταξί και σπίτι… Και τέρμα η πρέζα. Θα την έκοβε…

Ο Γιώργος είχε καρφωθεί στην τηλεόραση. Τώρα, ένας ρεπόρτερ ήταν στο ένα παράθυρο. «Απευθείας σύνδεση – Κερασιά» έγραφε το σούπερ. Ανέβασε φωνή…

«Για έναν περίεργο λόγο, οι αστυνομικοί κρατούν κλειστό το στόμα τους. Ενώ επιβεβαιώνουν με ευκολία ότι πρόκειται για τροχαίο ατύχημα, δεν δίνουν καμία εξήγηση για ποιον λόγο το πτώμα βρέθηκε στην ακτή, αφού ο πιο κοντινός δρόμος απέχει δυο με τρία χιλιόμετρα. Θα μπορούσε, κανείς, να υποθέσει ότι ο δράστης του τροχαίου πέταξε το πτώμα σε αυτό το σημείο, για να μην το βρει η αστυνομία. Δεν επιβεβαιώνεται, όμως, ότι πέταξε το πτώμα στη θάλασσα. Αλλά κι έτσι αν είχε συμβεί, τα κύματα θα ξέβραζαν το πτώμα της άτυχης Παπαθεοδώρου, λίγα μέτρα πιο πέρα».

Παρενέβη η χοντρή από το στούντιο:

«Μόνον κάποιος χαζός θα πετούσε εκεί το πτώμα, Κώστα»…

Ο ρεπόρτερ συνέχισε ενοχλημένος:

«Ή κάποιος απελπισμένος, Μελίνα. Πάντως, η αστυνομία δε δίνει καμία εξήγηση. Ούτε, όμως, δίνει στοιχεία για το τροχαίο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δίνει τα πάντα, για να εντοπιστεί ο ασυνείδητος οδηγός από μαρτυρίες. Έχουμε να κάνουμε με μυστήριο».

Μυστήριο… Σκατά μυστήριο, σκέφτηκε. Την πάτησε, χωρίς να καταλάβει πώς, αφού ήταν φίσκα στην κόκα. Την τσιμέντωσαν και την πέταξαν στην Κερασιά. Αλλά πώς βρέθηκε το πτώμα στην ακτή; Μήπως δεν ήταν η δικιά τους; Αλλά δυο πτώματα στην Κερασιά, σε ένα βράδυ, ήταν κομματάκι πολλά, ακόμη και για τη Θεσσαλονίκη.

Σηκώθηκε όρθιος. Έψαξε και βρήκε το τηλεκοντρόλ. Άλλαξε κανάλι. Τίποτα. Πρωινές εκπομπές, χαρούμενα πρόσωπα, μία σιτεμένη έλεγε τα ζώδια, αλλού μοντέλα επιδείκνυαν εσώρουχα, η χαρά του ηδονοβλεψία. Σε άλλο κανάλι μια κατήγγειλε το σύζυγό της, ότι τα έφτιαξε με την καλύτερη φίλη της και τώρα θέλουν να τους παντρέψει κι από πάνω. Αλλά για το πτώμα τους, τίποτα.

Έπρεπε να το πει στο Θάνο…

Συνεχίζεται…

ΥΓ. Ο πίνακας είναι του Ιταλού Μάριο Ανιτσίνι

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

Η κακιά η ώρα - Στο κλαμπ

Περίληψη προηγουμένων: Ο Γιώργος, βαποράκι ναρκωτικών, οδηγώντας το αυτοκίνητό του, φορτωμένο κόκα, παρασύρει και σκοτώνει μια κοπέλα. Με τη βοήθεια του Θάνου, του ανθρώπου που τον προμηθεύει ναρκωτικά, την τσιμεντώνουν και την πετούν στη θάλασσα, για να αποφύγουν το μπλέξιμο.

Δυνατή R and B. Αυτό ήταν ό,τι ζητούσε, αυτήν τη στιγμή, ο Γιώργος. Τσίτα τα γκάζια στα ηχεία, μερικές τρέντι γκόμενες γύρω του, να κουνιούνται κι εκείνος, με τέτοιο δόλωμα, να περάσει μερικά φιξάκια στους μαλάκες. Μόνο που θα έπρεπε να περιμένει, να την κάνει ο Θάνος.
Ο Θάνος… Άνετος στο σκούρο γκρίζο κοστούμι, με το –ίδιου χρώματος- πουκάμισο, τη γραβάτα, το ρόλεξ… Ατσαλάκωτος λες και δεν κουβαλούσε, πριν από λίγο, ένα πτώμα. Λες και δεν τσαλαβουτούσε στα νερά. Όμως, όπως ο ίδιος είχε, πάντα, έξτρα κόκα στο πορτ μπαγκάζ, έτσι ο Θάνος είχε, πάντα, έξτρα κοστούμι στο δικό του αυτοκίνητο. «Για κάθε περίπτωση», έλεγε…
«Θα με χορέψεις»;
Την Τίνα δεν την έβλεπε πρώτη φορά. Κωνσταντίνα την έλεγαν, αλλά το είχε αλλάξει και ντυνόταν σα να είχε βγει από βίντεο κλιπ της Μπιγιονσέ. Κάποιος έπρεπε να της πει ότι δε διέθετε τα απαραίτητα προσόντα και πως ο κώλος της θα παρέμενε «άσπρος και κοκαλιάρικος», όπως θα μπορούσες να ακούσεις σε ταινία του Άλβιν Λι. Ήταν, όμως, ωραία γκόμενα η Τίνα. Μακριά καστανά μαλλιά, στήθη που έβλεπαν τον ουρανό, μπλουζάκι που άφηνε σε κοινή θέα αφαλό, μέση κι ένα τατού με κινέζικα ιδεογράμματα πάνω από το στριγκ.
«Όχι τώρα μωρό μου… Είμαι κομμάτια».
Κινήθηκε σα γάτα. Ξάπλωσε, ουσιαστικά, δίπλα του, στον καναπέ. Ο Θάνος ήταν, ακόμη, απασχολημένος με τις δύο γκόμενες. Κάτι τις έλεγε κι αυτές ξελιγώνονταν στα γέλια, με τα ποτά στα χέρια. Η μία έκρυβε το στόμα της όταν γελούσε, λες και είχε να κρύψει μια σειρά σάπια δόντια. Φορούσε σκούρο κραγιόν κι είχε βαμμένα τα νύχια μαύρα. Σκέτη κατάθλιψη. Η άλλη ήταν ΟΚ. Ψηλή, κοντά μαλλιά, μπλούζα που έκρυβε μόνον το στήθος κι άφηνε όλη την πλάτη έξω, τατού νεράιδα στον δεξί ώμο, φούστα… Φούστα; Μάλλον φαρδιά ζώνη, θα την έλεγες… Πόδια ατέλειωτα. Θα γαμούσε σε λίγο ο Θάνος. Και για να γαμίσει, θα του άφηνε, επιτέλους, το πεδίο ελεύθερο, να πουλήσει κανένα φιξάκι.
Ο Θάνος δεν ήθελε να πουλάει την κόκα μπροστά του. Έπρεπε να φύγει, για να πουλήσει. Και τα πρεζάκια το ήξεραν καλά αυτό. Ήταν κάτι σα σύνθημα. Με το που σηκωνόταν με τη γκόμενα ο Θάνος από το τραπέζι και περπατούσε προς την έξοδο, μαζεύονταν σα τα σαλιγκάρια γύρω από τον καναπέ του Γιώργου. Πλησίαζαν αργά, ένας – ένας, μια ιεροτελεστία. Χαιρετούσαν. Όποιος χαιρετούσε από μακριά, ήθελε δυο δόσεις. Όποιος έκανε χειραψία, ήθελε παραπάνω.
Έπειτα, ο Γιώργος σηκωνόταν και πήγαινε στο αυτοκίνητο. Έπαιρνε ακριβώς τις δόσεις που ήταν να πουλήσει. Πήγαινε στην τουαλέτα. Περίμενε. Ένας – ένας, με την ίδια σειρά που είχαν χαιρετήσει, θα πήγαιναν από «το γραφείο». Θα πλήρωναν, θα έπαιρναν, θα έφευγαν. Κάθε φορά, με τον ίδιο τρόπο.
Μετά, πάλι στο τραπέζι, πάλι η Τίνα θα τριβόταν πάνω του, πάλι κάποιοι νέοι θα χαιρετούσαν κι η κοινωνία θα συνεχιζόταν με το ίδιο τελετουργικό. Σήμερα, όμως, ο Θάνος δεν έλεγε να φύγει. Μιλούσε και ξαναμιλούσε με τις γκόμενες, χαριεντίζονταν, αλλά εκεί… Και τα πρεζάκια βολόδερναν, με ένα ποτό στο χέρι, το βλέμμα θολό… Είχε αρχίσει να ανησυχεί ότι θα τον παρατούσαν και θα ΄βγαιναν στο πεζοδρόμιο, ή θα βολεύονταν με τα αυτοκόλλητα και τα χαπάκια που μοίραζε ο Χάρης στην είσοδο του κλαμπ.
«Τι έγινε, ρε; Χαλάρωσε»…
Ο Θάνος είχε γείρει προς το μέρος του. Είχε πιάσει την ένταση.
«Έχω και δουλειά να κάνω, ρε μαλάκα! Δεν έρχομαι εδώ για την κάβλα μου»…
«Τώρα ρε… Δεν είναι έτοιμη, ακόμα, η γκόμενα»…
«Τι δεν είναι έτοιμη. Σε λίγο θα στον πιάσει και θα σου πάρει πίπα κάτω από το τραπεζάκι. Τι μου λες τώρα…»
«Άκου με που σου λέω… Τις φτιάχνω για παρτούζα. Για σένα δουλεύω αγόρι μου… Η μία, η κοντή, είναι έτοιμη. Βάζω στοίχημα, αν τη χουφτώσω, θα είναι υγρή… Η άλλη, δεν έχει πρόβλημα να γαμηθεί, αλλά δεν μπαίνει στο ίδιο κρεβάτι. Άσε να δουλέψω λίγο ακόμα, να τις πάρω να φύγουμε και, μέχρι να κάνεις τη γύρα, να πιούμε κανένα ποτό στο σπίτι. Έλα μετά κι εσύ, να γίνει το έλα να δεις»!
«Μέχρι να τη ρίξεις εσύ, ρε μαλάκα, θα ΄χουν φτιαχτεί με τα προσωπάκια όλοι εδώ μέσα»…
Γύρισε και κοίταξε γύρω του. Λες να είχε δίκιο ο Γιώργος;
«Δώσ’ μου ένα λεπτό…»
Γύρισε στην ψηλή:
«Λοιπόν, μωρό μου, τα ποτά, εδώ, είναι σκατά. Μπόμπες μας δώσανε σήμερα. Λέω να πάμε κάπου που θα πιούμε ένα ρούμι της προκοπής. Τι λέτε»;
«Σου είπα… Παρτούζες δεν κάνω… Δε γουστάρω με την κολλητή μου, ρε γαμώ το»…
«Εντάξει, μωράκι μου. Το είπαμε. Πάμε, τώρα, να πιούμε το ποτό μας, να συζητήσουμε για το αν υπάρχει Θεός»…
Οι γκόμενες ξελιγώθηκαν, πάλι, στα γέλια. Μια μαλακία είχε πει ο Θάνος και αυτές συμπεριφέρονταν λες και είχαν ακούσει το πιο καλό ανέκδοτο της εικοσαετίας. Του έκλεισε το μάτι.
«Εμείς φεύγουμε. Τέλειωνε…»

…………….

Ο Μίλτος είχε φυτευθεί μπροστά στην τηλεόραση. Δεν παρακολουθούσε. Απλά έβλεπε εικόνες να αλλάζουν. Είχε διαλέξει ένα ντοκιμαντέρ, αλλά αν τον ρωτούσες, δεν υπήρχε περίπτωση να σου πει αν ήταν ένα ντοκιμαντέρ για την αναπαραγωγή της θαλάσσιας χελώνας, ή για τη μεγαλύτερη κρεμαστή γέφυρα που χτίστηκε ποτέ. Η τηλεόραση έπαιζε για να παίζει. Για να έχει αφορμή για σκέψη. Για να θυμηθεί τον Κώστα, σε άλλες στιγμές, ευχάριστες –κι όχι όπως τότε που έβαζε ένα πιστόλι στον κρόταφο και τίναζε τα μυαλά του στον αέρα.
Στο μυαλό του είχαν γίνει ένα: ο Κώστας, η θάλασσα, το σκοτάδι, το ταχύπλοο, η βάρκα, η Κατερίνα, οι πυροβολισμοί. Όλα όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ.
Ξαφνικά, όλα διαλύθηκαν. Χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο.
Είδε τον αριθμό στην οθόνη. Από το γραφείο. Ασυναίσθητα, πριν απαντήσει, κοίταξε το ρολόι του βίντεο, απέναντί του: 4.30. Ξημέρωνε…
«Ναι…»
«Κύριε διευθυντά, ο αξιωματικός υπηρεσίας…»
«Δολοφονία ή τρομοκρατική ενέργεια;»
«Δολοφονία, μάλλον, κύριε διευθυντά…»
«Δεν το ξεκαθαρίζετε πρώτα, πριν με βγάλετε, αξημέρωτα, από το σπίτι;»
«Κύριε διευθυντά… Είναι η κόρη του Παπαθεοδώρου…»
«Ποιανού Παπαθεοδώρου;»
«Του γνωστού…»
«Του βουλευτή;»
«Μάλιστα…»
Πέρασε περίπου ένα λεπτό ώσπου να ξαναμιλήσει ο Μίλτος. Πέρασε το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό του, σα να σκούπιζε κάποια ανύπαρκτα νερά. Έπειτα από τα μαλλιά του, λες και ήθελε να τα στρώσει:
«Πού τη βρήκατε;»
«Στην Κερασιά… Στη θάλασσα».
«Πνιγμός»;
«Τι να σας πω»…
«Για προσπάθησε… Ίσως καταλάβω»!
«Έφερε κακώσεις. Όχι, όμως, από χτυπήματα. Αλλά τα πόδια της…»
«Τι τα πόδια της»;
«Ήταν τσιμενταρισμένα, κ. διευθυντά… Λες και το είχε κάνει η μαφία».
Σιγή και πάλι. Ο Μίλτος Παντάκης, διευθυντής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, έτριψε τα μάτια του με το εσωτερικό του δεξιού του χεριού.
«Καλά. Στείλε ένα περιπολικό να με πάρει. Αν οδηγήσω τώρα, θα έχουμε να κάνουμε και με άλλο ένα πτώμα».
Έκλεισε το κινητό και σηκώθηκε πάνω. Πήρε τη μπουκάλα το Μπαλαντάινς από το τραπεζάκι, μπροστά στην τηλεόραση και το άδειο ποτήρι. Ακούμπησε το μπουκάλι στο μπαράκι, στο σαλόνι και παράτησε το ποτήρι στο νιπτήρα της κουζίνας. Μπήκε στην τουαλέτα. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη.
«Τα χάλια σου έχεις»…
Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Σκουπίστηκε και άλλαξε πουκάμισο. Φόρεσε χαλαρά μια γραβάτα εντελώς αταίριαστη. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη της ντουλάπας. Πήγε να την αλλάξει. Το μετάνοιωσε. Πήρε τσιγάρα, αναπτήρα, το κινητό και το περίστροφο στα χέρια, μέσα στη θήκη. Πάντα τον ενοχλούσε αυτή η θήκη κάτω από τη μασχάλη. Θα το φορούσε αργότερα, αν χρειαζόταν. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο αστυνομικός φρουρός τον πλησίασε.
«Καλημέρα. Πρωινός, κύριε διοικητά»…
«Κωλοδουλειά, Ευσταθίου… Κωλοδουλειά»!
Δυο λεπτά μετά, ήταν στο πίσω κάθισμα του υπηρεσιακού αυτοκινήτου και κατευθύνονταν στην ακτή Κερασιάς. Εκεί όπου τον περίμενε ένα πτώμα κι ένας ιατροδικαστής. Ρουτίνα… Τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.


Συνεχίζεται…


Συνεχίζεται…

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2008

Καλή Χρονιά!

Καλώς τα παιδιά! Καλώς ήρθατε στο φτωχικό μου! Για περάστε... Περάστε... Παρακαλώ, ο πρώτος, να σπάσει το ρόδι στο κατώφλι.



Όλοι χωράτε. Όλοι οι καλοί χωράτε. Αλλά και για τους κακούς θα δώσουμε μια θέση στον καναπέ, μέρες που είναι. Ακόμη και σ αυτούς που δεν έχουν ιδέα τι είναι τα blog, τι σημαίνει ελευθερία του λόγου, ή που δεν τους συμφέρει η ελευθερία αυτή, αλλά την μετρούν και την κόβουν κατά το δοκούν. Σα μια κάλτσα.
Αλλά ας αφήσουμε τις γκρίνες. Κι ας κόψουμε, πρώτα από όλα, τη βασιλόπιτά μας.


Ανοίχτε τις σαμπάνιες, τσουγκρίστε τα ποτήρια, ευχηθείτε, γιατί ήρθε ο νέος χρόνος.



Μικρούλης είναι ακόμη, με ματάκια σχιστά, κινέζικα, γιατί μέσα στο 2008 όλο για την Κίνα θα μιλάμε, τόσο λόγω Ολυμπιακών Αγώνων, όσο και λόγω της μεγάλης ανάπτυξης σ αυτήν τη χώρα, που, ώρα είναι πλέον, να αρχίσει να κοιτάζει λίγο και το θέμα της μόλυνσης. Γιατί καλό είναι το ανάθεμα που ρίχνουμε στον Μπους και τους οπαδούς του (τους Μπούστηδες αυτού του κόσμου, του δυτικού), αλλά να μην ξεχνάμε ότι οι περίφημες αναπτυσσόμενες χώρες, δεκάρα δε δίνουν για το περιβάλλον. Γιατί έχουν άλλη δουλειά τώρα. Αναπτύσσονται.


Αλλά ας αφήσουμε τις γκρίνιες. Πρώτη μέρα του έτους, δεν κάνει... Πώς, όμως, να μην γκρινιάξεις, όταν έχεις γλεντήσει το βράδυ, έχεις πιει τον άμπακο, μαζί με εκατοντάδες άλλους, έχεις φάει τον περίδρομο -λες και ζεις με κατοχικό σύνδρομο- και, απόγευμα, προσπαθείς να πας στη δουλειά σου.
Και λέω "προσπαθείς" γιατί, τέτοιες μέρες γιορτής, δε είναι σίγουρο ότι θα προλάβεις.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007 -Παραμονή
ώρα 07.30
Ξυπνητήρι. Το αυτοκίνητο που σε συντροφεύει εδώ και 181.000 χιλιόμετρα, αποφάσισε ότι του πρέπει ένα πρωτοχρονιάτικο δώρο. Κι επειδή εγώ δεν πρόκειται να κάνω την κίνηση να του το πάρω, αποφασίζει να το ζητήσει το ίδιο: Χτυπάει πλατώ και δίσκο. Αλλαγή. Το ραντεβού κλείνεται για τις 08.00 το πρωί, στο σέρβις της αντιπροσωπείας.
Καφές, ντύσιμο, δρόμο...
ώρα 08.10
Με μικρή καθυστέρηση παραδίδω το αυτοκίνητο. Ζητάω το αυτοκίνητο εξυπηρέτησης πελατών. Μου δίνεται αμέσως. Ω, τι χαρά! Επιτέλους, μια φορά που τηρούνται τα συμφωνημένα.
Δηλώνω τις εργασίες που θέλω: Δίσκο, πλατώ, φυσούνες ακρόμπαρων, βάση και δακτύλιος λεβιέ ταχυτήτων, επιδιόρθωση αριστερού ηχείου, έλεγχος -που προσφέρεται, δωρεάν, από την αντιπροσωπεία. Και φεύγω.
ώρα 09.00
Τηλέφωνο από τη συμβία:
-Πού βρίσκεσαι;
-Στο δρόμο...
-Θα με κατεβάσεις στη δουλειά;
Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να κινηθώ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Για τους μη Θεσσαλονικείς εξηγώ ότι η πόλη είχε πρόβλημα πριν αρχίσουν οι εργασίες του μετρό, με τα αυτοκίνητα να κινούνται στους τέσσερις -όλους κι όλους- παράλληλους, με τη θάλασσα, δρόμους, με ρυθμούς χελώνας. Τώρα που οι δρόμοι στένεψαν λόγω των έργων, τα πράγματα είναι χειρότερα. Αλλά μπορείς να αρνηθείς;
-Θα σε κατεβάσω...
-Ωραία! Θα πας και για γλυκά;
ώρα 10.00
Μόλις έχω αφήσει τη συμβία στη δουλειά της. Εκείνη μπαίνει κι εγώ ξεχύνομαι για τα γλυκά. Το κέντρο της πόλης απέχει μόλις ένα χιλιόμετρο.
ώρα 11.00
Ακόμη ψάχνω για θέση παρκαρίσματος.
ώρα 12.00
Αποφασίζω να παρκάρω στο πάρκιγκ της πλατείας Ελευθερίας.
ώρα 12.10
Μπαίνω στο πάρκιγκ. Μου δηλώνουν ότι είναι γεμάτο κι αν θέλω να παραμείνω με την ελπίδα να βρω θέση, θα πρέπει να πληρώσω την πρώτη ώρα. Δεκτόν.
Με μία βόλτα στο πάρκιγκ διαπιστώνω ότι κάποιοι δρουν βάσει σχεδίου: Μπαίνουν με το αυτοκίνητο και παρκάρουν με αλάρμ σε έναν από τους διαδρόμους. Δίνουν από 10 ευρώ σε τέσσερις Αλβανούς, να κρατούν τσίλιες στους άλλους διαδρόμους. Με το που κάποιος πλησιάζει το αυτοκίνητό του, ο Αλβανός τσιλιαδόρος ορμά και κρατά, με το σώμα του, την άδεια θέση, ενώ ένας από τους υπόλοιπους, που κρατούν τσίλιες στους διπλανούς διαδρόμους, ειδοποιούν τον "τυχερό" και γαλαντόμο οδηγό ότι... άδειασε θέση.
Αποφασίζω να κάνω υπομονή.
ώρα 12.45
Έχω χάσει την υπομονή μου. Βρίσκω θέση. Βάζω όπισθεν και, την ώρα που πάω να παρκάρω, εμφανίζεται ο τσιλιαδόρος. Βγαίνω έξω. Τον κοιτάζω. Τρέπεται σε φυγή. Προφανώς το μάτι μου γυαλίζει πολύ.
ώρα 13.00
Μπαίνω στον Αγαπητό (ζαχαροπλαστείο Βενιζέλου με Τσιμισκή γωνία). Μέσα γίνεται της κολάσεως. Μία κυρία με σκούφο, ομπρέλα στο ένα χέρι και σύζυγο σε ημιθανή κατάσταση στο άλλο, περιμένει κουραμπιέδες. Μια άλλη, αρκετά τροφαντή (περισσότερο από μένα) περιμένει μελομακάρονα καλυμμένα με σοκολάτα, μία βασιλόπιτα για 12 άτομα, μία για οκτώ με κάλυψη γλάσο και γέμιση σοκολάτα, κουραμπιέδες της μπουκιάς, τέσσερις σοκολατένιους αγιοβασίληδες, δυο κιλά κανταίφια, ένα κιλό γιαννιώτικο, ένα κιλό μπακλαβά, οκτώ σοκολατίνες, έξι μους σοκολά (θα ΄χει καιρό να κάνει σεξ, φαίνεται), μισό κιλό ροδίνια και δύο κιλά τυλιχτά, δεύτερο κέρασμα. Ένα ζευγάρι περιμένει βασιλόπιτες και ζαχαρωτά και βρίσκει την ευκαιρία να ζαχαρώσει πάνω από τους κουραμπιέδες. Τα σορόπια πέφτουν στα γλυκά κι ο ιδιοκτήτης αποφασίζει να βάλει από κάτω τους τα μελομακάρονα, για να μην πάει χαμένη τόση ζάχαρη. Μια φιλιππινέζα περιμένει τη βασιλόπιτα του αφεντικού (για 30 άτομα -θα ΄χουν ρεβεγιόν φαίνεται). Η ομπρέλα της πρώτης κυρίας έχει μπει στο ρουθούνι μου. Η ομπρέλα μιας άλλης κυρίας, που βρίσκεται μπροστά από την πρώτη κυρία, με καρφώνει ανάμεσα από το τέταρτο και το πέμπτο αριστερό πλευρό. Το καβουράκι ενός κυρίου δεξιά μου, που περιμένει... τσουρέκι κάστανο (άντε και Χριστός Ανέστη!) μου γαργαλάει το αφτί. Οι τσάντες με τα δώρα νεαρής πίσω μου αποφασίζουν να μου αλλάξουν σεξουαλικό προσδιορισμό στα 44. Την παρακαλώ ευγενικά να τα αλλάξει θέση, διαφορετικά θα αποδεχτώ τη μοίρα μου -και δεν κάνει, στις παραμονές του 2008 να παίρνω τέτοιες αποφάσεις. Ένα παιδάκι (αλήθεια, ποιανού είναι;) μου πατάει τον κάλο στο αριστερό πόδι. Βογγάω. Με κοιτάει. Χαμογελάει. Μου τον ξαναπατάει. Το ενημερώνω -με ευγένεια- ότι έχω κάλο και στο δεξί πόδι. Πατάει και το δεξί. Απομακρύνεται. Αναζητώ τον Ηρώδη.
Μέσα σ αυτήν την κατάσταση ψάχνω υπάλληλο. Μια ευγενική ξανθιά προσφέρεται να μου δώσει την παραγγελία μου: Μια βασιλόπιτα μεγάλη, μια μικρή, μισό κιλό κουραμπιέδες, έξι κανταίφια(κομμάτια, όχι γλυκά).
ώρα 13.30
Αναχώρηση από το ζαχαροπλαστείο. Διαπιστώνω ότι -εκτός από όσα ζήτησα- κουβαλάω δύο επιπλέον κουτιά. Δεν είναι κατάλληλη ώρα για να ψάξω το τι συμβαίνει. Προσπαθώ να βγω από την πόρτα φορτωμένος με δυο σακούλες ζαχαροπλαστείου, έξι σακούλες δώρα για γονείς και συγγενείς, δύο σακούλες ψωμί ("μέχρι την Πέμπτη θα είμαστε κλειστά, πάρτε κι άλλο") και γλυκά από αλεύρι ολικής άλεσης και φρουκτόζη (μαντέψτε για ποιόν)!
ώρα 13.45
Φθάνω το αυτοκίνητο. Αρχίζω να φορτώνω πράγματα στο πορτ μπαγκάζ. Με έχουν αντιληφθεί τέσσερις οδηγοί που ψάχνουν θέση και, ήδη, μάχονται ως οι Τζον Λόντος και Μασίστας, με τον Ντι Μάτζιο, για τη θέση που ΘΑ προκύψει.
ώρα 13.55
Βρίσκομαι στην ουρά να πληρώσω το πάρκιγκ. Οι οδηγοί που εποφθαλμιούν τη θέση μου, ακόμη δέρνονται.
ώρα 14.00
Βρίσκομαι στην ουρά να πληρώσω το πάρκιγκ. Οι οδηγοί που εποφθαλμιούν τη θέση μου, ακόμη δέρνονται.
ώρα 14.05
Βρίσκομαι στην ουρά να πληρώσω το πάρκιγκ. Οι οδηγοί που εποφθαλμιούν τη θέση μου, ακόμη δέρνονται.
ώρα 14.15
Βρίσκομαι στην ουρά να πληρώσω το πάρκιγκ. Δύο από τους οδηγούς που εποφθαλμιούν τη θέση μου, εγκαταλείπουν τη μάχη.
ώρα 14.30
Φθάνω στο γκισέ. Πληρώνω.
ώρα 14.45
Βρίσκομαι στην έξοδο του πάρκιγκ. Περιμένω έναν Χριστιανό να μου επιτρέψει να βγω στο δρόμο.
ώρα 14.55
Βρίσκομαι στην έξοδο του πάρκιγκ. Περιμένω έναν Μωαμεθανό να μου επιτρέψει να βγω στο δρόμο.
ώρα 15.00
Βρίσκομαι στην έξοδο του πάρκιγκ. Περιμένω έναν Βουδιστή να μου επιτρέψει να βγω στο δρόμο.
ώρα 15.10
Βγαίνω από το πάρκιγκ στο δρόμο. Η πομπή των Χάρε Κρίσνα που μου επέτρεψαν να βγω από το πάργκιγκ, μου δίνουν βουδιστικά κομποσχοίνια και αρωματικά κεριά.
ώρα 16.00
Φθάνω στο σπίτι. Την ώρα που αδειάζω το πορτ μπαγκάζ μου τηλεφωνούν από το σέρβις. Το αυτοκίνητο είναι έτοιμο και θέλουν πίσω το αυτοκίνητο εξυπηρέτησης.
ώρα 16.30
Βρίσκομαι στην αντιπροσωπεία. Παίρνω στα χέρια μου την κατάσταση με τις εργασίες. Δεν έχουν γίνει οι μισές.
-Γιατί ρε παιδιά;
-Μα, είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς!
-Και; Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;
-Το συνεργείο έκλεισε...
-Και δεν μπορούσατε να με ειδοποιήσετε ότι θα κρατήσετε κι άλλο το αυτοκίνητο, να κρατήσω κι εγώ το αυτοκίνητο εξυπηρέτησης και, στις 2, 3 του μήνα, όποτε τελειώσετε με τις εργασίες, να πάρω το διορθωμένο αυτοκινητάκι μου;
-Μα πρέπει να κλείσουμε ταμείο...
Άκρη δε βγαίνει. Παίρνω το αυτοκίνητο στα κακά του χάλια και φεύγω. Ευτυχώς, άλλαξαν δίσκο και πλατό. Δε θα μείνω και στο δρόμο.
ώρα 17.30
Αναζητώ μια θέση παρκαρίσματος έξω από τη δουλειά μου, που για κακή μου τύχη βρίσκεται απέναντι στο Λευκό Πύργο. Βρίσκω μια βελόνα στα άχυρα, ένα τσουβάλι λίρες και το θησαυρό του ξωτικού κάτω από το ουράνιο τόξο. Θέση παρκαρίσματος δε βρίσκω. Τελικά το παρατάω στο πάρκιγκ των διευθυντών και ανεβαίνω στη δουλειά μου. Κι ας τολμήσουν να πουν το παραμικρό...
ώρα 17.45
Πιάνω δουλειά
ώρα 23.30
Τέλειωσα από τη δουλειά. Δεν υπάρχει ταξί, ούτε λεωφορείο. Παίρνω τρεις συναδέλφισσες και κάνω διανομή κατ οίκον. Φιλόμαστε, αγκαλιαζόμαστε με την ψυχή στο στόμα, μπας και αλλάξουμε το χρόνο στα σπίτια μας κι όχι Εθνικής Αντίστασης και Περικλέους γωνία στην Καλαμαριά.
ώρα 00.00
Υποδέχομαι το Νέο Χρόνο (2008 - για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα) με μία φίλη και τη συμβία. Βλέπουμε VH1 στη δορυφορική -αφιέρωμα στη Ντίσκο. Earth Wind and Fire, Jackie O, Boney M, Barry White, Bacara, Gloria Estefan, Patric Hernandez, Abba κι άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.
ώρα 01.30
Μας έχει πάρει ο ύπνος σε διαφορετικούς καναπέδες. Γαμώ το... Χάθηκε ο κόσμος να μας πάρει ο ύπνος στον ίδιο καναπέ; Με αυτό το ίρντι θα πάω...


Καλή χρονιά παίδες!